Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2023

Λαγανομάτα κόρη

 

Είσαι μια σκέτη ζωγραφιά, λαγανομάτα κόρη,
όμορφη, χαμογελαστή, φοράς και μεσοφόρι.
Πολύχρωμα έχεις τα μαλλιά, με σερπαντίνες μοιάζουν,
άντρες, γυναίκες και παιδιά, άπαντες σε θαυμάζουν.

Λατρεύεις τους χαρταετούς, μα και τους μασκαράδες,
τρως ντολμαδάκια γιαλαντζί, βολβούς και φασολάδες.
Χαλβά τρως για επιδόρπιο, αυτόν με το ταχίνι,
και ο ταραμάς αγαπητή συνήθεια σου'χει γίνει.

Από μικρή στα άρματα, και στην σκληρή την πάλη,
για να'χουνε δικαίωμα όλοι στο Καρναβάλι.
Στολές πολλές εφόρεσες, κλόουν και κολομπίνα,
γιατρός, σεΐχης, πειρατής, σούπερμαν, μπαλαρίνα...

Φόρεσες μάσκες διάφορες, περούκες και μουτσούνες,
ανέβηκες σε φορτηγά, σε τρένα και μαούνες.
Ταξίδεψες στο Ρέθυμνο, στην Πάτρα, και στην Ξάνθη,
στη Βενετία υποδοχή σου έκαναν με άνθη.

Πάντα στη μεταμφίεση ήσουνα πρωτοπόρος,
στις παρελάσεις άξιζες να΄σαι σημαιοφόρος.
Κι αφού για τον Καρνάβαλο πάλεψες σαν θηρίο,
ανδριάντα θα σου στήσουνε καταμεσίς στο Ρίο.


ΥΓ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2023

Αποδεικτικό στοιχείο

 


     Όλοι ξέρουμε ότι η Πίπη, παρ'όλο που δεν πρωτοεμφανίστηκε εδώ μέσα από τα γεννοφάσκια της Οξείας Γλωσσοπάθειας, έχει γίνει βασικό συστατικό της, και πολλές φορές δίνει την εντύπωση ότι  βρίσκεται στο κέντρο της θεματολογίας της. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι και η Οξεία Γλωσσοπάθεια βρίσκεται στο κέντρο των λογισμών της Πίπης. Ανεξάρτητα από αυτό, όμως, είναι σίγουρο ότι η Πίπη ενδιαφέρεται για τη μακροημέρευση αυτού εδώ του χώρου και πραγματικά δυσαρεστείται όταν στον εγκέφαλό της παρατηρείται ανομβρία ιδεών. Ακριβώς όπως και τον τελευταίο καιρό...
     Για πολλοστή φορά, λοιπόν, η Πίπη ξέμεινε από ιδέες. Πού το έσκασαν, πάλι, οι σουρτούκες; Πού κρύφτηκαν; Και δωσ'του η Πίπη να ανοίγει συρτάρια, να αγναντεύει τον ορίζοντα και των δύο χωρών της Μπροστινής και της Πίσω βεράντας, να ξύνει το κεφάλι της, και ιδέες να μην κατεβάζει...
     Τα νεύρα της την έπιασαν την Πίπη. Και αποφάσισε να πάει να περπατήσει. Το περπάτημα κάνει καλό, το λένε και οι γιατροί, άσε που μπορεί κάτι να συναντούσε στο διάβα της... Και περπατούσε η Πίπη, και κοίταζε γύρω-γύρω, αλλά το μόνο που έβλεπε ήταν ταλαιπωρημένες πλάκες πεζοδρομίου, και αυτοκίνητα, άλλα εν κινήσει και άλλα ακίνητα... Σιγά το ενδιαφέρον!
     Να, όμως, που εκεί που περπατούσε, άκουσε μία φωνή. Και πρέπει να ήταν αρκετά δυνατή η φωνή, αφού ακούστηκε παρ'όλο το σαματά που έκαναν τα αυτοκίνητα...
     - Ε, ψιτ, εσύ! είπε η φωνή.
     Η Πίπη κοντοστάθηκε. Κοίταξε πίσω της, κανείς. Ξεκίνησε να φύγει.
     - Ε, πού πας; ξανάπε η φωνή. Έλα εδώ μια στιγμή, καλέ! 
     Μα από πού ερχόταν αυτή η φωνή; Η Πίπη κοίταξε ξανά πίσω της, κοίταξε δεξιά της, κοίταξε αριστερά της, κοίταξε στο απέναντι πεζοδρόμιο, μήπως ήταν κανένας γνωστός, αλλά δεν υπήρχε κανένας εκεί κοντά. Άρχισε να νιώθει ότι μεταμορφωνόταν στη Ζαν Ντ'Αρκ και αυτό δεν της άρεσε και τόσο. Έκανε και πάλι να φύγει.
     - Πού πας; είπε η φωνή, πιο δυνατά αυτή τη φορά. Έλα εδώ που σου λέω! Χρειάζομαι βοήθεια!
     Πάλι άρχισε η Πίπη να σαρώνει με το βλέμμα της γύρω-γύρω, χωρίς αποτέλεσμα. Και επάνω που άρχιζε να πιστεύει ότι κάποιος της έκανε φάρσα, εκεί, ακριβώς μπροστά της, είδε μία μαϊμού!
     Αυτή η μαϊμού, βέβαια, δεν ήταν σαν τις άλλες...
     - Επιτέλους, είπε η μαϊμού, νόμιζα πως δε θα με έβλεπες ποτέ! Χρειάζομαι τη βοήθειά σου!
     - Τι είδους βοήθεια; ρώτησε η Πίπη.
     - Μα, δεν είναι εμφανές; είπε η μαϊμού. Θέλω να με βγάλεις από εδώ μέσα!
     Η Πίπη κοίταξε πιο προσεκτικά. Σίγουρα είχε ξαναδεί μαϊμού επάνω σε δέντρο, πρώτη φορά όμως έβλεπε μαϊμού μέσα σε δέντρο!
     - Τι κάνεις εκεί μέσα; ρώτησε.
     - Κάνω διαλογισμό, τι σου φαίνεται πως κάνω; είπε η μαϊμού, φανερά εκνευρισμένη. 
     - Εννοώ, πώς μπήκες εκεί; είπε η Πίπη.
     - Ας όψεται η λιγούρα μου και η κακή μου τύχη! είπε η μαϊμού. Είδα μια μπανανιά σε έναν κήπο και λιμπίστηκα μία μπανάνα. Αλλά σε εκείνο το σπίτι έμενε ένας μάγος και η μπανανιά ήταν δική του. Όταν, λοιπόν, ο μάγος κατάλαβε ότι είχα φάει μια μπανάνα από την μπανανιά του θύμωσε και με έκλεισε εδώ μέσα. Και σιγά το έγκλημα, δηλαδή! Ενώ η δική του συμπεριφορά, αν το καλοσκεφτείς, είναι ξεκάθαρα κατάχρηση εξουσίας. Γι'αυτό σου ζητάω και βοήθεια, δηλαδή...
     Η Πίπη έμεινε σκεφτική.
     - Τι το σκέφτεσαι; είπε η μαϊμού. Δε σου ζητάω να μου δώσεις δάνειο, μια μικρή βοήθεια σου ζήτησα...
     - Τι θέλεις να κάνω; ρώτησε η Πίπη.
     - Να με βοηθήσεις να βγω από εδώ μέσα, θέλει και ρώτημα;
     Η Πίπη το σκέφτηκε λίγο.
     - Για δώσε μου λίγο το χέρι σου, είπε, να δω αν μπορώ να σε τραβήξω έξω...
     Και η μαϊμού με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να βγάλει την άκρη του χεριού της, την οποία η Πίπη έπιασε και άρχισε να τραβάει με όση δύναμη είχε.
     - Σιγά! φώναξε η μαϊμού. Πονάω!
     - Ναι, αλλά πώς θα σε βγάλω από το δέντρο, αν δεν σε τραβήξω; είπε η Πίπη και συνέχισε να τραβάει το χέρι της μαϊμούς.
     - Πονάω, σου λέω!
     - Μήπως να σε πιάσω από τη μούρη; Αλλά είναι πιο δύσκολο έτσι, θα πρέπει να σε πιάσω από τα αυτιά...
     - Όχι από τα αυτιά, θα μου τα βγάλεις!
     - Βλέπεις εσύ κάποιο άλλο σημείο από το οποίο θα μπορούσα να σε πιάσω;
     - Άδικος κόπος...
     - Εκτός αν κόψω το δέντρο!
     - Τι; Κι αν μαζί με το δέντρο κόψεις και εμένα; Άσε καλύτερα!
     - Μπα, δε γίνεται τίποτα, τραβάω το χέρι σου τόση ώρα, αλλά εσύ δεν κουνιέσαι καθόλου, φαίνεται πως έχεις κολλήσει!
     - Δε φωνάζεις και κανέναν άλλον να έρθει να βοηθήσει και εκείνος; Ίσως αν είστε περισσότεροι να τα καταφέρετε να με βγάλετε...
     - Με δουλεύεις; Πιστεύεις στ'αλήθεια ότι αν πω "Παρακαλώ, ελάτε να με βοηθήσετε να βγάλω μια μαϊμού από ένα δέντρο", θα υπάρξει ανταπόκριση; Το πιθανότερο είναι να νομίσουν όλοι ότι παραφρόνησα, όχι να έρθουν να βοηθήσουν κιόλας!
     - Γιατί είσαι τόσο αρνητική;
     - Δεν είμαι αρνητική, λογική είμαι...
     - Και από πότε η Πίπη έγινε λογική;
     - Τι; Πώς ξέρεις το όνομά μου;
     - Σιγά το κρατικό μυστικό! Όλος ο κόσμος το ξέρει!
     - Όλος ο κόσμος;
     - Ε, εντάξει, όχι όλος ο κόσμος, κάποιος κόσμος... Εμένα μου το σφύριξε ένα περιστέρι πριν από λίγη ώρα. "Αυτή που έρχεται είναι η Πίπη", μου είπε. "Είναι η μόνη που μπορεί να σε βοηθήσει".
     - Και επειδή ένα περιστέρι που δεν ξέρουμε και από πού κρατάει η σκούφια του σου είπε ότι μπορώ να σε βοηθήσω, σημαίνει ότι μπορώ;
     - Μα αφού είσαι η Πίπη!
     - Και ο Πάπας να ήμουν, πάλι δε θα μπορούσα να σε βοηθήσω, το πολύ-πολύ να είχα προσευχηθεί για εσένα...
     - Και δε θα με βοηθήσεις, δηλαδή; Έτσι θα με αφήσεις; Βαστάει η καρδιά σου;
     - Μα, αφού είδες, προσπάθησα, δεν ξέρω τι άλλο να κάνω... Ούτε μάγια ξέρω να λύνω, αν σου είπαν κάτι τέτοιο, σου είπαν ψέματα, να το ξέρεις...
     - Γιατί δεν πας να βρεις το μάγο;
     - Δε θα είσαι με τα καλά σου!
     - Μα, γιατί; Να πας να τον βρεις και να τον πείσεις να με απελευθερώσει.
     - Θα αστειεύεσαι, βέβαια! Για να νευριάσει χειρότερα και να με φυλακίσει και εμένα μέσα σε κανέναν φίκο; Ξέχασέ το!
     - Μα εσύ δεν είσαι που έβγαλες στη φόρα το κάστρο της Μαλέφισεντ; Εσύ δεν είσαι που την ξεμπρόστιασες την άλλη φορά, που σε παρακολουθούσε; Εσύ δεν είσαι που βγάζεις τα άπλυτα όλων στη φόρα;
     - Μη συγκρίνεις περιπτώσεις! Άλλο είναι να βγάλεις φωτογραφία μια μάγισσα ή το κάστρο μιας μάγισσας, και άλλο να βρεθείς τετ-α-τετ με έναν μάγο, και να του ζητάς και τα ρέστα από πάνω!
     - Μα δε σου είπα να του ζητήσεις τα ρέστα! Να τον πείσεις να με αφήσει ελεύθερο σου είπα!
     - Ούτε να το σκέφτεσαι! Και, εξάλλου, δεν ξέρω πού μένει.
     - Δικαιολογίες! Θα σου πω εγώ. Μένει στο τέλος εκείνου εκεί του δρόμου που ανηφορίζει προς το βουνό, σε ένα μικρό σπίτι με κεραμίδια και με μια μπανανιά στον κήπο. Είναι γέρος, με άσπρη γενειάδα, και κυκλοφορεί πάντα κρατώντας ένα μπαστούνι, φτιαγμένο από κέρατο ελαφιού. Λοιπόν; Θα πας;
     - Όχι.
     - Καλά το κατάλαβα! Όλο λόγια είσαι! Και μας πουλάς μούρη ότι είσαι ατρόμητη και ότι δε φοβάσαι κανέναν... Πες μας, καλύτερα, ότι είσαι μια χέστρα!
     Η μαϊμού είχε νευριάσει πάρα πολύ. Αλλά και η Πίπη δεν είχε την παραμικρή διάθεση να πάει να βρει τον μάγο. Είχε και η περιπετειώδης διάθεση τα όριά της!
     - Πίστευε ό,τι θέλεις, είπε η Πίπη, αλλά αυτό που μου ζητάς δεν μπορώ να το κάνω. Αν θέλεις, και με κίνδυνο να φανώ ηλίθια, μπορώ να σου φέρνω καμιά μπανάνα να τρως... Μη μου ζητάς, όμως, να πάω να βρω το μάγο.
     - Με κίνδυνο να φανείς ηλίθια; Και δε νομίζεις ότι τόση ώρα που μιλάς σε ένα δέντρο φαίνεσαι ήδη ηλίθια;
     - Ε, εντάξει, από μακριά δε φαίνεται πως μιλάω, έτσι όπως ανοιγοκλείνω το στόμα μου θα μπορούσα απλώς να μασάω μαστίχα...
     - Τι μαστίχα και κουραφέξαλα; Είμαι σίγουρος πως αυτοί εκεί απέναντι σε έχουν ήδη πάρει είδηση και σε κοροϊδεύουν...
     Η Πίπη κοίταξε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Πράγματι, δύο τύποι την κοιτούσαν και κάτι έλεγαν μεταξύ τους.
     - Την πάτησες, είπε η μαϊμού. Όχι, που νόμιζες ότι δε θα σε έπαιρναν χαμπάρι!
     - Έχεις δίκιο, είπε η Πίπη. Άντε τώρα να αποδείξω ότι δεν μιλούσα στο δέντρο, ή ότι δε μιλούσα μόνη μου, και ότι μιλούσα σε εσένα!
     - Καλά να πάθεις! είπε η μαϊμού, αλλά προτού προλάβει να ολοκληρώσει την φράση της, η Πίπη είχε ήδη βρει τον τρόπο να αποδείξει ότι δεν μιλούσε στο δέντρο: είχε βγάλει τη μαϊμού φωτογραφία.


ΥΓ: Η φωτογραφία είναι δική μου