Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

Έξι χρόνια και έξι μέρες

     Μια φορά κι έναν καιρό, όταν η γη ήταν πιο πράσινη, όταν τα ποτάμια έτρεχαν εκεί που ήθελαν, όταν οι θάλασσες ήταν άγνωστες, όταν οι θεοί κατοικούσαν στον Όλυμπο και μεταμόρφωναν τους ανθρώπους σε ζώα και φυτά, τότε οι άνθρωποι πίστευαν ότι υπήρχε ένας γίγαντας πολύ δυνατός, που κρατούσε στην πλάτη του όλη τη γη, μαζί με τις άγνωστες θάλασσες, με τα ανεξάρτητα ποτάμια, με τον Όλυμπο και τους θεούς, αλλά και με τους ανθρώπους, είτε ήταν μεταμορφωμένοι σε ζώα, είτε ήταν μεταμορφωμένοι σε φυτά.
     Από τότε έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια, τόσο πολλά, που ο άνθρωπος ταξίδεψε σε όλες τις θάλασσες, τιθάσευσε τα ποτάμια, έδιωξε τους θεούς από τον Όλυμπο και έπαψε να μεταμορφώνεται σε ζώα και φυτά, τουλάχιστον εξωτερικά. Τόσο πολλά, που αποδείχτηκε ότι ο γίγαντας εκείνος, που τον έλεγαν Άτλαντα, είχε προ πολλού αποσυρθεί από την ενεργό δράση, λόγω οξείας οσφυαλγίας, και είχε αποσυρθεί σε μία μυστική σπηλιά στα βουνά που, προς τιμήν του, ονομάστηκαν όρη του Άτλαντα. Και η γη είχε μείνει στον αέρα, χωρίς κανέναν από κάτω.
     Και όχι μόνο αυτό. Αποδείχτηκε και ότι η γη περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό της, σαν έναν δερβίση που έχει πέσει σε έκσταση. Και κάποιοι σίγουρα σκέφτηκαν ότι κάπου κοντά στο Βόρειο Πόλο θα υπάρχει και ένα πανύψηλο φέσι. Αλλά πανύψηλο φέσι στο Βόρειο Πόλο δεν βρέθηκε ποτέ. Και επίσης αποδείχτηκε ότι, εκτός που η γη περιστρέφεται σαν δερβίσης, γυρνάει και γύρω-γύρω από τον ήλιο, όπως γυρνάει η σφύρα γύρω από τον σφυροβόλο, αλλά χωρίς καλώδιο ανάμεσά τους.
     Και αφού τα βρήκαν όλα αυτά οι άνθρωποι, όλα πια μπήκαν σε μια σειρά. Και αφού η γη, ακόμα και χωρίς τον Άτλαντα από κάτω, αποδείχτηκε ότι δεν πέφτει, όλοι κοιμούνταν ήσυχοι το βράδυ, εκτός από όταν έβλεπαν εφιάλτες.
     Και αφού έτσι έχουν τα πράγματα, δεν μπορώ παρά να επισημάνω ότι η σφύρα γύρισε γύρω από τον σφυροβόλο έξι ολόκληρες φορές, από τότε που δημιουργήθηκε αυτό εδώ το ιστολόγιο, ο δε δερβίσης, όπου να'ναι θα χρειαστεί χάπι για τη ναυτία...
     Έξι χρόνια, το λοιπόν, έξι χρόνια και έξι μέρες για την ακρίβεια, έχουν περάσει από τότε που πρωτοδημιουργήθηκε αυτός εδώ ο χώρος στο κυβερνοσύμπαν. Και, παρ'όλο που η δημιουργία του έγινε από απλή περιέργεια, κάλυψε με εξαιρετικό τρόπο μία ανάγκη που ανέκαθεν υπήρχε.
     Δειλά στην αρχή, με περισσότερη τρέλλα αργότερα, η Οξεία Γλωσσοπάθεια (όνομα όχι και πολύ πετυχημένο, για έναν άνθρωπο που "το'χει" με τα ονόματα) γέμισε με ιστορίες διαφόρων ειδών. Από τις αναρτήσεις της πέρασαν ζώα, φυτά, το φεγγάρι και ο ήλιος, ο αέρας και τα σύννεφα, και κάποια στιγμή εμφανίστηκε και η Πίπη.
     Και η Γλωσσοπάθεια μεγάλωσε, ανάρτηση την ανάρτηση, και με αυτήν μαζί μεγάλωσε και η Πίπη. Και στα έξι αυτά χρόνια, η Πίπη ταξίδεψε, νευρίασε, γέλασε, έκλαψε, χόρεψε, απόκτησε βιολί, έμαθε βιολί, πάχυνε, αδυνάτισε, απόκτησε μερικές άσπρες τρίχες στα μαλλιά της, έλυσε μερικά μυστήρια του σύμπαντος, δημιούργησε πολύ περισσότερα, απόκτησε δύο ανηψιές, έγινε χαζοθεία και χαζονονά, μίλησε με λουλούδια και με ζώα, γνώρισε καινούργιους ανθρώπους και ανακάλυψε ιστορίες στα πιο περίεργα μέρη... Και η ζωή συνεχίζεται, τόσο μέσα στην Γλωσσοπάθεια, όσο και έξω από αυτήν.
     Όσο για τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από την Γλωσσοπάθεια, δηλαδή εμένα, έχω να πω το εξής: Ο χώρος των ιστολογίων είναι ένας χώρος δημιουργίας, και ως τέτοιος, είναι και πολύ αναζωογονητικός. Μέσα από αυτόν εξελίχθηκα εκφραστικά, ανακάλυψα νέους δρόμους και νέους συνοδοιπόρους, για τους οποίους θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό.
     Και, μπορεί η Οξεία Γλωσσοπάθεια να έχει χάσει κάτι από την αρχική της λάμψη, μπορεί να μην είναι ο καυτός ήλιος που ήταν κάποτε, μπορεί οι ιδέες να έρχονται με το σταγονόμετρο, όμως αργά ή γρήγορα έρχονται. Και, εξάλλου, ακόμα και το τρεμούλιασμα της φλόγας ενός μικρού κεριού, μερικές φορές είναι υπεραρκετό.
     Μένει να δούμε αν η Γλωσσοπάθεια φτάσει τα εφτά χρόνια και τις εφτά μέρες. Και κάτι μου λέει ότι μάλλον θα τα φτάσει...

Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

Για μια φωτογραφία


      Της αρέσει πολύ η άνοιξη της Πίπης, και δεν τη χορταίνει. Και καθώς έχει το συνήθειο να ψάχνει παντού για φωτογραφικά ενσταντανέ, όλο και κάποια όμορφη φωτογραφία θα προκύψει, εκεί που περπατάει στον δρόμο...
     Και ιδού μια καμαρωτή, πανέμορφη, ανθισμένη κουτσουπιά, που δεν της αρκεί που είναι η ίδια όμορφη, κάνει ό,τι μπορεί για να ομορφύνει και ό,τι υπάρχει γύρω της, ακόμα κι αν αυτό είναι ένα ταπεινό πεζοδρόμιο. Και ενώ η Πίπη προσπαθεί να βγάλει την κουτσουπιά όσο πιο όμορφη γίνεται, μια γάτα καλλωπίζεται, αδιαφορώντας επιδεικτικά και γυρίζοντάς της την πλάτη... Και αυτή η όμορφη φωτογραφία φτιάχνει τη διάθεση της Πίπης, καθώς η Πίπη περπατάει στον δρόμο. Αλλά, πόσο αδιάφορη, πια, αυτή η γάτα, ούτε καν ένα χαμόγελο δε ρίχνει για τη φωτογραφία. Ο Παπουτσωμένος γάτος πάντα χαμογελάει στις φωτογραφίες του, αυτό σκέφτεται η Πίπη, και συνεχίζει τον δρόμο της.
      Και εδώ βλέπουμε έναν όμορφο, μωβ κορμό. Και ο κορμός θα μπορούσε να είναι κορμός τσιχλοφουσκόδεντρου (ξέρετε, αυτό που οι καρποί του είναι τσιχλόφουσκες με γεύση βατόμουρου). Αλλά δεν είναι. Είναι απλώς ένας κορμός κουτσουπιάς, που ρίχνει την σκιά του επάνω στη χαρακτηριστική, λουλουδάτη, μωβ σκιά της κουτσουπιάς. Ποιος να της έδωσε, άραγε, αυτό το όνομα; αναρωτιέται η Πίπη. Κάποια νεραϊδονονά, μήπως; Η Πίπη κοιτάζει μαγεμένη τη μωβ σκιά της κουτσουπιάς και ελπίζει το χρώμα να παραμείνει για πάντα εκεί, κάτι που γνωρίζει ότι είναι εντελώς αδύνατο. Και πάλι ομορφαίνει η διάθεση της Πίπης, παρ'όλο που το μωβ θεωρείται πένθιμο χρώμα...
  
      Και τόσο πολύ της αρέσει η μωβ σκιά της Πίπης, που την ξαναφωτογραφίζει και άλλη μέρα, με εντελώς διαφορετικό φωτισμό. Και μπορεί να έχει χαθεί η σκιά του δέντρου, όμως το μωβ χαλί φαίνεται να έχει ιδιαίτερα πυκνή ύφανση. Ποιος χαλίφης δεν θα ήθελε ένα τόσο όμορφο χαλί, να περπατάει επάνω και να βουλιάζουν τα βελούδινα παπούτσια του, να του στρώνουν επάνω πολλά, χρυσοκέντητα μαξιλάρια για να ξαπλώσει, και να του φέρνουν χρυσούς δίσκους με καλομαγειρεμένα φαγητά και ασημένιους δίσκους με τροπικά φρούτα, για να φάει; Και αν το χαλί πετούσε κιόλας, ακόμα καλύτερα...
           Ένα άλλο πράγμα που εντυπωσιάζει την Πίπη την άνοιξη, είναι τα νέα φύλλα. Είναι τόσο όμορφη η αντίθεση του ανοιχτού πράσινου των νέων φύλλων με το σκούρο πράσινο των πιο παλιών! Μα τι όμορφος πολυέλαιος είναι αυτός που βλέπει η Πίπη; Ούτε στο παλάτι της Ωραίας Κοιμωμένης δεν είδε τόσο ωραίους πολυελαίους η Πίπη! Βέβαια, στο παλάτι της Ωραίας Κοιμωμένης, το κυρίαρχο χρώμα είναι το ροζ, δεν θα ταίριαζε ιδιαίτερα ένας πράσινος πολυέλαιος. Στο σπίτι των επτά νάνων, όμως, στην άκρη του δάσους, θα ταίριαζε γάντι...
      Οι πιο μαγικές φωτογραφίες βγαίνουν νωρίς το πρωί. Τότε η Πίπη - να τα λέμε αυτά - δεν έχει και την καλύτερη διάθεση, πρώτον επειδή δεν της αρέσει το πρωινό ξύπνημα, και δεύτερον - και σημαντικότερο - , επειδή η Πίπη πηγαίνει στη δουλειά. Ακόμα και τότε, όμως, τα μάτια της Πίπης, έστω κι αν είναι νυσταγμένα, είναι έτοιμα να ανακαλύψουν τα πιο περίεργα πράγματα. Και ιδού, πώς τα ανοιχτοπράσινα, νέα φύλλα ενός δέντρου έχουν μεταμορφωθεί σε μικρές, ανάλαφρες πεταλούδες, και έχουν ανοίξει τα φτεράκια τους στο αεράκι... Δεν μπορεί, κάτι μαγικό συμβαίνει εδώ. Μήπως μέσα στον κορμό κατοικεί κάποιος μάγος; Χμμμ, δεν αποκλείεται... 
      Νωρίς το πρωί μπορεί να σου δοθεί η ευκαιρία να παίξεις και κρυφτό με μία πανσέληνο. Η πανσέληνος, να το ξέρετε, είναι πολύ παιχνιδιάρα και τρελλαίνεται για κρυφτό. Θέλοντας και μη, η Πίπη πάντα παρασύρεται από την πανσέληνο, και παίζει κι αυτή κρυφτό. Είναι αρκετά καλή η Πίπη, και πάντα την βρίσκει την πανσέληνο, αργά ή γρήγορα. Βέβαια, και η πανσέληνος είναι λίγο απρόσεκτη και δεν διαλέγει καλά τις κρυψώνες της. Εδώ την βλέπουμε ενώ τρέχει να κρυφτεί πίσω από μία πολυκατοικία, η χαζή...
 
      Η άνοιξη - το λέω για όσους δεν το ξέρουν - είναι καλή μαθήτρια και διαβάζει τα μαθήματά της. Το αγαπημένο της μάθημα είναι η ζωγραφική, βέβαια, αλλά και η γεωμετρία της αρέσει πάρα πολύ. Όταν, δε, της δίνεται η ευκαιρία να συνδυάσει τη ζωγραφική με τη γεωμετρία, τότε η άνοιξη είναι πολύ χαρούμενη. Αλλά και οι άνθρωποι γίνονται χαρούμενοι, όταν είναι χαρούμενη η άνοιξη. Και πώς να μην είναι, όταν εκεί που περπατάνε, έρχονται τετ-α-τετ με έναν ανθισμένο μάραθο, ο οποίος επιδεικνύει, γεμάτος καμάρι, τις τέλεια σχεδιασμένες ακτίνες του και το ιδιαίτερα πετυχημένο κίτρινο χρώμα των λουλουδιών του; Η άνοιξη είναι τόσο καλή στο σχέδιο, που για τον μάραθο δεν χρησιμοποίησε καν χάρακα. Η δασκάλα της της έβαλε δέκα με τόνο. Στο επόμενο μάθημα θα μιλήσουν για τον κύκλο, είπε η δασκάλα. Η άνοιξη σκέφτεται να ζωγραφίσει ένα μαγιάτικο στεφάνι. Θα του βάλει μαργαρίτες, παπαρούνες και τριαντάφυλλα. Θα του βάλει και δυο-τρεις ταξιανθίες πασχαλιάς. Και ίσως βάλει και λίγο χαμομήλι. Ακόμα δεν το έχει αποφασίσει.
      Μερικές φορές η Πίπη συναντάει στον δρόμο της κάποιον ευκάλυπτο. Οι ευκάλυπτοι - όλοι το ξέρουν - είναι πολύ ενδιαφέροντες τύποι. Κάνουν συζητήσεις μόνο υψηλού επιπέδου και γνωρίζουν όλα τα κουτσομπολιά, καθώς τους τα σφυρίζουν τα πουλιά που συχνάζουν στα κλαδιά τους. Για να την ακούσουν, βέβαια, οι ευκάλυπτοι την Πίπη, η Πίπη πρέπει να φωνάζει πολύ δυνατά, οπότε μετά την πιάνει ο λαιμός της και πρέπει να τρώει καραμέλες ευκάλυπτου για να της περάσει ο λαιμός. Είναι λογικό, λοιπόν, που η Πίπη δεν πολυμιλάει στους ευκάλυπτους. Αντί να τους μιλάει, προτιμάει να τους θαυμάζει από χαμηλά και, είτε να διαβάζει τις ιστορίες που γράφουν στους κορμούς τους, είτε να βλέπει πόσο ταιριαστό είναι το χρώμα των φύλλων τους με το μπλε του ουρανού. Και πολλές φορές, η Πίπη σκέφτεται πόσο θα της άρεσε να έβλεπε και μερικά κοάλα, να αγκαλιάζουν με αγάπη τον κορμό των ευκαλύπτων. Στην Αυστραλία, τουλάχιστον, έτσι κάνουν τα κοάλα...
     Μεγάλη έκπληξη αποτελεί για την Πίπη και όταν συναντάει στον δρόμο της κάποιο δέντρο, που δεν θα περίμενε να δει, όπως αυτόν εδώ τον πλάτανο, ο οποίος θα ήταν αναμενόμενο να βρίσκεται στην πλατεία ενός μικρού χωριού, με τα τραπεζάκια ενός καφενείου διάσπαρτα κάτω από την σκιά του, αλλά στην πλατεία μιας πόλης δεν είναι και τόσο αναμενόμενο. Ο συγκεκριμένος πλάτανος ρίχνει την σκιά του σε μια μικρή πλατεία, κρυμμένη ανάμεσα σε πολυκατοικίες. Με την ελαφρά ηπειρώτική του προφορά, αφού πρόκειται για μετανάστη, είπε στην Πίπη ότι του αρέσει πολύ στην πόλη, επειδή είναι μόνος του και έχει την ησυχία του. Στο χωριό, της είπε, τον χαιρετούσαν όλη την ώρα και δεν μπορούσε να ησυχάσει ούτε λεπτό. Γι'αυτό και της ζήτησε να μην αποκαλύψει σε κανέναν πού ακριβώς τον συνάντησε. Δεν αντέχει τους παπαράτσι και τις συνεντεύξεις, ο καημένος. 
     Θα νόμιζε κανείς ότι ο σκοπός αυτής της ανάρτησης ήταν να μοιραστούμε κάποιες φωτογραφίες, και θα είχε δίκιο. Θα είχε, όμως, άδικο αν πίστευε ότι οι συγκεκριμένες φωτογραφίες αποτέλεσαν το έναυσμα της ανάρτησης. Επειδή, εκτός από τις εικόνες που αιχμαλωτίζει ο φακός μιας φωτογραφικής μηχανής ή ενός κινητού, υπάρχουν και αυτές που δεν καταγράφονται πουθενά, που περνάνε, θαρρείς, και χάνονται, αφού κανείς δεν μπορεί να τις μοιραστεί. Και, στην πραγματικότητα, μία τέτοια φωτογραφία θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη.
     Είναι νωρίς το πρωί. Βρίσκεσαι σε ένα όχημα, δεν έχει σημασία τι είδους. Στον δρόμο η κίνηση δεν είναι έντονη και η διαδρομή είναι μάλλον ευχάριστη. Φτάνεις στο κέντρο, περνάς μπροστά από το νέο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου που έχει στηθεί σε ένα μικρό τριγωνάκι, εντελώς ακατάλληλο για το μέγεθος του αγάλματος, και θυμάσαι πόσο πιο ταιριαστό ήταν το προηγούμενο, πολύ μικρότερο άγαλμα που βρισκόταν εκεί. Περνάς έξω από τον εθνικό κήπο. Τα νεαρά, ανοιχτοπράσινα φύλλα του δίνουν μια νότα εξωτικότητας, και για πολλοστή φορά σκέφτεσαι να σηκωθείς μια μέρα πολύ νωρίς και να τον επισκεφτείς, αλλά ξέρεις ότι δεν θα το κάνεις. 
     Το όχημα συνεχίζει να τρέχει. Σε ένα απλό, ξύλινο παγκάκι έξω από τον κήπο, μία φιγούρα. Ένας σωματώδης άντρας, θα μπορούσε να είναι κάποιος ήρωας τηλεοπτικής σειράς, κάποιος από το Game of Thrones, ίσως, δεν είναι όμως... Φοράει ένα βρώμικο, φαρδύ πανωφόρι με κουκούλα. Το πρόσωπό του δεν φαίνεται, το κρύβει η κουκούλα, που είναι κατεβασμένη χαμηλά. Ένας άστεγος. Δίπλα του στο παγκάκι, μία σακούλα. Τα υπάρχοντά του, προφανώς. 
     Και εκείνος, τι κάνει; Είναι σκυμμένος και, με μεγάλη προσήλωση, διαβάζει ένα αρκετά ογκώδες βιβλίο. Γύρω του η ζωή φωνάζει, πεζοί περνάνε από μπροστά του, ο θόρυβος από τα αυτοκίνητα όλο και δυναμώνει, και εκείνος είναι χωμένος στον κόσμο του βιβλίου που διαβάζει. Και δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψεις αυτήν τη φωτογραφία, που δεν καταγράφεται από καμία φωτογραφική μηχανή, αλλά χαράζεται βαθιά μέσα στο μυαλό σου. 
     Και ο σωματώδης, ρακένδυτος, άστεγος άνδρας, χωρίς να λέει ούτε μία λέξη, βουβά φωνάζει αυτό ακριβώς που είναι: Άνθρωπος. Και αν εκείνη την στιγμή μπορούσες να τραβήξεις μια φωτογραφία, θα ήταν η πιο τραγική και η πιο μεγαλειώδης φωτογραφία ταυτόχρονα.
     Και νιώθεις ταυτόχρονα θλίψη και ελπίδα για το ανθρώπινο είδος. Και σκέφτεσαι ότι αυτή τη φωτογραφία θα πρέπει οπωσδήποτε να τη μοιραστείς...