Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2018

Μοναδικό κειμήλιο

     Άνοιξε το παλιό παντζούρι, που έτριξε όπως πάντα, και κοίταξε έξω. Η ομίχλη ήταν τόσο πυκνή που, παρ’όλο που η ώρα της ανατολής είχε παρέλθει προ πολλού, το κυρίαρχο χρώμα παντού ήταν το γκρι. Με το ζόρι διέκρινε τη σιλουέτα του οδοδείκτη της διασταύρωσης, που βρισκόταν μόλις στα δέκα μέτρα από το σπίτι του.
     Βλαστήμησε την ώρα και την στιγμή που είχε επιλέξει αυτό το τόσο καταθλιπτικό μέρος για να εγκατασταθεί μόνιμα. Αν, τουλάχιστον, είχε παρέα… Το βλέμμα του έπεσε σε μια φωτογραφία, γκρίζα και εκείνη, όπως ο ουρανός. Στη φωτογραφία ένα χαμόγελο, ένα χαμόγελο χωρίς ανταπόκριση πια…
     Ένα κύμα από ερωτήματα εισέβαλαν στο μυαλό του, όπως κάθε μέρα τα τελευταία είκοσι χρόνια. Είκοσι χρόνια. Και ένα έγκλημα αρχειοθετημένο για πάντα, ένα έγκλημα γεμάτο ερωτήσεις και χωρίς καθόλου απαντήσεις.
     «Τι τα σκαλίζεις ακόμα;» τον ρωτούσαν όλοι, γνωστοί και φίλοι, όταν επέμενε ότι η αστυνομία δεν έπρεπε να εγκαταλείψει την υπόθεση, ότι έπρεπε να συνεχίσουν τις έρευνες, ότι μία «ληστεία μετά φόνου» δεν μπορεί να θεωρείται μία υπόθεση ρουτίνας και ένας φόνος κατά τη διάρκεια μιας ληστείας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν παράπλευρη απώλεια…
     Βαρέθηκε να προσπαθεί να εξηγήσει, και τι να εξηγήσει; Το γκρέμισμα της ζωής του, το κενό της ψυχής του, τι;
     Αλλά δεν υπήρχαν στοιχεία. Ο δράστης ή οι δράστες είχαν φροντίσει να σβήσουν τα ίχνη τους και δεν βρέθηκε ούτε ένα αποτύπωμα. Μοναδική τους ελπίδα ο εντοπισμός των κλοπιμαίων, αλλά ούτε αυτά εντοπίστηκαν ποτέ. Και τι να εντοπιστεί, δηλαδή; Το μεγαλύτερο μέρος των κλοπιμαίων ήταν χρήματα, οι εισπράξεις μιας ολόκληρης εβδομάδας. Κοσμήματα δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου στο σπίτι, δεν της άρεσαν τα κοσμήματα, δεν τα φορούσε. Μόνο έναν σταυρό φορούσε, και αυτός ήταν ο βαφτιστικός της. Τον είχαν αποσπάσει από το λαιμό της τραβώντας τον βίαια…
     Αποφάσισε να φύγει. «Η φυγή είναι για τους δειλούς, η δημιουργία για τους τολμηρούς», άκουσε τη φωνή του πατέρα του να αντηχεί στο μυαλό του. Δειλός. Ίσως γι’αυτό να επέλεξε και αυτό το μέρος, το μονίμως τυλιγμένο στην ομίχλη, για την εγκατάστασή του. Ένα μέρος όπου η παρουσία υπάρχει και δεν υπάρχει, τα περιγράμματα των μορφών υπονοούνται, τα χνώτα γίνονται ένα με την ομίχλη…
     Έκλεισε τα παράθυρα, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Σε λίγη ώρα έπρεπε να ανοίξει το μαγαζί. Δειλός και σε αυτό. Ενεχυροδανειστήριο, όπως αυτό που είχε και πρώτα. Πού να τολμήσει να κάνει κάτι καινούργιο…
     Έφτασε στο μαγαζί, ανέβασε τα ρολά, και άνοιξε την πόρτα. Η ομίχλη εισέβαλε μέσα μαζί του. Το ρολόι του τοίχου έδειχνε 8. Πήρε την καρέκλα, την πήγε κάτω από το ρολόι, ανέβηκε επάνω και άρχισε να το κουρδίζει.
     Ακούστηκε το καμπανάκι της πόρτας. Πελάτης.
     - Μισό λεπτό, είπε.
     Τελείωσε με το κούρδισμα και πήγε στον πάγκο. Ένας άντρας σε άθλια κατάσταση τον περίμενε, ένας άντρας στην ηλικία του, αξύριστος και με βαθουλωμένα μάτια.
     - Καλημέρα, είπε. Τι θα θέλατε;
     - Καλημέρα, είπε και ο άλλος. Έχω επείγουσα ανάγκη από χρήματα και έφερα να δώσω αυτό για ενέχυρο. Πρόκειται για μοναδικό κειμήλιο.
     Με τρεμάμενα χέρια, ξετύλιξε ένα μικρό πακετάκι. Ήταν ένας μικρός, βαφτιστικός σταυρός.

 ΥΓ: Αυτή ήταν η δεύτερη συμμετοχή της Πίπης στο διαδικτυακό δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις", που διοργανώνει ακούραστα η Μεμαρία στο ιστολόγιό της mytripsonblog. Η Πίπη μάλλον έχει ψιλοεθιστεί στο παιχνίδι, γι'αυτό αυτή τη φορά έπαιξε με δύο κείμενα, και ευτυχώς που υπάρχει ανώτατο όριο συμμετοχών, δηλαδή. Μία από τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσει η ανάρτηση και της δεύτερης συμμετοχής.

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

Δώρο εξ ουρανού

     Πάνε σχεδόν τρία χρόνια από τότε που ο γιατρός έβγαλε από την κοιλιά της αδερφής της Πίπης ένα φασολάκι που είχε μεταμορφωθεί σε ανθρωπάκι. Αλλά πάει και πάνω από ένας μήνας που ένας πελαργός χάθηκε στον ουρανό.
     Θα μου πείτε, τι μας νοιάζει που χάθηκε ο πελαργός, κι όμως, μας νοιάζει και μας παρανοιάζει... Επειδή αυτός ο πελαργός που χάθηκε, κουβαλούσε ένα μωρό. "Σιγά την πρωτοτυπία!" θα πούνε κάποιοι και θα έχουν και δίκιο, αφού αν κοιτάξεις προσεκτικά τον ουρανό, θα δεις καθημερινά εκατοντάδες πελαργούς που κουβαλάνε μωρά να πετάνε πάνω από το κεφάλι σου, και είναι θαύμα πως ποτέ της Πίπης δεν της ήρθε κανένα μωρό ουρανοκατέβατο στο κεφάλι!
     Τέλος πάντων, ο πελαργός, που λέγαμε, ήταν καινούργιος στη δουλειά και δεν είχε προλάβει να μάθει καλά τις εκατοντάδες εκατομμυρίων διαδρομές που πρέπει να μάθει κάθε πελαργός-διανομέας προτού ξεκινήσει τις διανομές. Για να πούμε, βέβαια, τα πράγματα με το όνομά τους, αν κατά τύχη ο πελαργός δεν ήταν ανηψιός υπουργού, ούτε καν θα περνούσε τις εισαγωγικές εξετάσεις για την σχολή διανομέων, αλλά ας όψεται η αξιοκρατία!
     Ο πελαργός δεν είχε καταφέρει να περάσει ούτε το μάθημα των πρώτων βοηθειών, το οποίο θεωρείται βασικό, ιδιαίτερα για τους καινούργιους διανομείς. Έτσι, όταν συνειδητοποίησε ότι είχε χαθεί πανικοβλήθηκε. Το μωρό που κουβαλούσε χόρευε συνέχεια, με αποτέλεσμα να βαραίνει υπερβολικά και να του μουδιάζει το ράμφος. Τι μπορούσε να κάνει; Βέβαια, ο θείος του μόλις μάθαινε ότι ο ανηψιός του είχε χαθεί, θα κινούσε γη και ουρανό - κυρίως ουρανό, δηλαδή - για να τον ξαναβρεί και σίγουρα ήδη οι πελαργοί-αστυνόμοι θα είχαν ξεκινήσει τις περιπολίες.
     Όμως η νύχτα πλησίαζε, ο ουρανός έπαιρνε χρώματα μαβιά, ο ήλιος κρυβόταν σιγά-σιγά πίσω από τον ορίζοντα και τα πρώτα αστέρια είχαν αρχίσει να λαμπυρίζουν δειλά-δειλά. Ο πελαργός άρχισε να φοβάται, επειδή δεν είχε πάρει μαζί του ούτε τα γυαλιά νυχτερινής όρασης που έχουν μαζί τους οι πελαργοί για τις περιπτώσεις των νυχτερινών διανομών. Τώρα δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου.
     Και εκεί που αναρωτιόταν τι να κάνει και έκοβε βόλτες στον ουρανό, το μάτι του πήρε ένα κοριτσάκι, κάτω, χαμηλά, που έτρεχε σε μία αυλή, και του ήρθε μια ιδέα. 
     - Γεια σου, είπε ο πελαργός στο κοριτσάκι, μπουκωμένος καθώς ήταν.
     - Γεια σου, του είπε και το κοριτσάκι.
     - Πώς σε λένε; ρώτησε.
     - Ωραία Κοιμωμένη-Ραπουνζέλ-Σταχτοπούτα-Χιονάτη, αλλά τώρα τελευταία κυρίως Ραπουνζέλ, κοίτα τα μαλλιά μου, αλλά, σε παρακαλώ, μην πας να μου τα χαϊδέψεις... Τι έχεις στο στόμα σου;
     - Ένα δέμα. Θέλεις να το δεις;
     - Τι έχει μέσα;
     - Ένα δώρο για σένα. Θα ήθελες μια αδερφούλα;
     - Όχι!
     - Μα γιατί; Μια αδερφούλα είναι ένα πολύ καλό δώρο. Θα παίζετε μαζί, θα γελάτε και θα αγαπιόσαστε πολύ...
     - Δεν τη θέλω, σου λέω! Εμένα με αγαπάει η μαμά μου και ο μπαμπάς μου, δε θέλω να με αγαπάει μια αδερφούλα!
     - Μα, κάτσε πρώτα να τη δεις...
     Τίποτα, η μικρή ήταν ανένδοτη. Ο πελαργός απελπίστηκε. Ούτε ένα μικρό κοριτσάκι δεν μπορούσε να πείσει, τι θα το έκανε το μωρό που κουβαλούσε; 
     - Φύγε τώρα, και πάρε μαζί και το δώρο σου! του είπε η μικρή και μπήκε μέσα στο σπίτι της.
     Και μπορεί ο πελαργός να μην είχε περάσει τις εξετάσεις στο μάθημα του μάρκετινγκ, όμως ήταν παμπόνηρος σαν αλεπού. Το μωρό ήταν βαρύ, ασήκωτο, δεν υπήρχε περίπτωση, λοιπόν, να το πάρει μαζί του, ιδιαίτερα τώρα που είχε κουραστεί.
     Έτσι, πλησίασε στο παράθυρο του σπιτιού και ακούμπησε προσεκτικά τον μπόγο με το μωρό. Ύστερα, χτύπησε με το ράμφος του το τζάμι και μόλις είδε τη μαμά του μικρού κοριτσιού να πλησιάζει, έγινε καπνός.
     Στους πελαργούς-αστυνόμους, που τον εντόπισαν αργότερα στα κεραμίδια μιας εκκλησίας, ο πελαργός είπε ότι την είχε κάνει κανονικά τη διανομή και, παρ'όλο που κανείς δεν τον πίστεψε, αφού ο μετρητής των χιλιομέτρων που κουβαλούσε επάνω του δεν έδειχνε τα χιλιόμετρα που έπρεπε να δείχνει, κανένας δεν τον αμφισβήτησε ανοιχτά, μην τυχόν και το μάθαινε ο υπουργός. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ύστερα από μερικές μέρες, σε μία μικρή τελετή, ο πελαργός παρασημοφορήθηκε για την εξαιρετική του επίδοση και μετακινήθηκε από τις διανομές στα γραφεία διακίνησης, όπου, ως γνωστόν, πάνε όλα τα "βύσματα" και την περνάνε φίνα, με ψαροκροκέτες και γαριδάκια Α' διαλογής.
     Όσο για το δέμα που κουβαλούσε, ένα θα σας πω: η Πίπη απόκτησε και δεύτερη ανηψούλα.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Μήνυμα ελήφθη!

     Βρίσκεσαι στον δρόμο και ταξιδεύεις, αδιάφορο για πού, το ταξίδι είναι ταξίδι ανεξάρτητα από τον προορισμό...
     Κοιτάς δεξιά, αριστερά, βλέπεις τα βουνά, βλέπεις τα δέντρα, ελιές, πεύκα, συκιές, απιδιές, τα λουλούδια, μπουκανβίλιες, καμπανούλες, ηλίανθους, γεράνια, βλέπεις πουλιά, γάτες, σκύλους, πρόβατα, κότες, αγελάδες, βλέπεις σπίτια μικρά, μεγάλα, άσπρα, με παραθυρόφυλλα μπλε, πράσινα, κόκκινα...
     Απολαμβάνεις τη διαδρομή και προσπαθείς να συγκρατήσεις όσο το δυνατόν περισσότερες εικόνες στο μυαλό σου, ξέρεις όμως ότι οι περισσότερες θα σβηστούν, αφήνοντας απλώς ένα αχνό αποτύπωμα στον εγκεφαλικό σου φλοιό.
     Σηκώνεις το βλέμμα σου από τη γη και κοιτάζεις τον ουρανό. Το γαλάζιο χρώμα του είναι πιο γαλάζιο αυτή την εποχή και γι'αυτό πιο ωραίο, πιο αγαπημένο... Μερικά συννεφάκια εδώ και εκεί τονίζουν το γαλάζιο χρώμα περισσότερο και τρέχουν επάνω στον ουρανό, αλλάζοντας συνεχώς σχήματα.
     Ένα σύννεφο τραβάει την προσοχή σου. Με τι μοιάζει άραγε; Μα, βέβαια, μοιάζει με αγγλικό ερωτηματικό, η τελεία από κάτω του λείπει μόνο... Ερωτηματικό... Τι; Τι κάνεις στη ζωή σου; Ποιος είσαι; Πού πας; Πού θέλεις να πας;
     Άπειρα ερωτήματα αναβλύζουν από τον νου σου και σε βομβαρδίζουν, μόνο και μόνο επειδή διέκρινες ένα ερωτηματικό στον ουρανό... Αν ήξερες, τουλάχιστον, τις απαντήσεις... Πόσο επίμονο αυτό το ερωτηματικό στον ουρανό! Μέχρι και ο ουρανός ερωτήσεις σου κάνει! Αλλά όχι, εσύ δεν μπορείς να απαντήσεις, μόνο να βολοδέρνεις από ερωτηματικό σε ερωτηματικό...
     - Τι με ρωτάς; ρωτάς τον ουρανό. Τι θέλεις να σου πω; Πώς να σου απαντήσω σε όλα αυτά τα τόσο απλά ερωτήματα που μου θέτεις, που ακριβώς επειδή είναι τόσο απλά είναι και τόσο δύσκολο να απαντηθούν; Γιατί δε με βοηθάς, αντί να με προκαλείς με αυτόν τον τρόπο; Εμπρός, λοιπόν! Εσύ που βρίσκεσαι τόσο ψηλά και που τα βλέπεις όλα, την απάντηση την ξέρεις πολύ καλά, μη με παιδεύεις, λοιπόν!
     Το σύννεφο αλλάζει σιγά-σιγά μορφή. Εντάξει, δεν χρειαζόταν να είσαι τόσο επιθετικός...
     - Δεν μπορώ να απαντήσω στα ερωτήματά σου, συνεχίζεις πιο ήρεμα τώρα. Εσύ, όμως, που σίγουρα ξέρεις καλύτερα από εμένα, μήπως θα μπορούσες να με βοηθήσεις; Κι αν δε θέλεις να μου δώσεις την απάντηση, κάνε μου έστω έναν υπαινιγμό. Αν θέλεις...
    Κοιτάς το σύννεφο, που τώρα έχει αλλάξει μορφή, και χαμογελάς. Κοίτα που εισακούστηκες! Το μήνυμα στον ουρανό είναι ξεκάθαρο: Ποντάρισέ τα όλα στο εφτά!
     Τόσο απλό ήταν τελικά;