Σάββατο, 31 Αυγούστου 2019

Κυνηγετική περίοδος

     Από μακριά ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Δύο κεφάλια πρόβαλαν αργά-αργά, ανάμεσα από τις καλαμιές.
     - Μπα, τίποτα, είπε ο ένας.
     - Τίποτα, είπε και ο άλλος.
     Ξανακρύφτηκαν.
     - Αυτή η αναμονή με σκοτώνει, είπε ο ένας.
     - Και εμένα, είπε ο άλλος.
     - Λες να μην έρθουν φέτος; ρώτησε ο ένας.
     - Δε νομίζω, απάντησε ο άλλος. Αφού είναι η εποχή τους.
     - Σωστά.
     - Όπου να'ναι θα φανούν στον ορίζοντα, θα δεις.
     - Ναι.
     - Ας περιμένουμε, λοιπόν.
     - Ας περιμένουμε.
     Πέρασε ένα ολόκληρο λεπτό.
     - Δύσκολο πράγμα το κυνήγι, έσπασε τη σιωπή ο ένας.
     - Απαραίτητο όμως.
     - Ναι. Αλλά είναι κρίμα να σπαταλάς τα σκάγια σου χωρίς να σκοτώνεις τίποτα της προκοπής.
     - Πρέπει να είσαι και τυχερός.
     - Παλιότερα, θυμάμαι, ήταν όλα καλοθρεμμένα και στρουμπουλά, με ένα μόνο περνούσε μια ολόκληρη οικογένεια. Ενώ τώρα...
     - Ε, τι να γίνει που έχουν μειωθεί οι βιότοποί τους; Πού να βρουν φαγητό κι αυτά τα έρμα, να χορτάσουν, να στρουμπουλέψουν;
     - Τουλάχιστον τον Αύγουστο έρχονται πολλά από δαύτα.
     - Ναι, τα κοπάδια του Ιουνίου και του Ιουλίου είναι μικρότερα, ειδικά του Ιουνίου.
     - Και το Σεπτέμβριο έρχονται κάποια.
     - Ναι, αλλά όπως και να το κάνεις, ο Αύγουστος είναι ο μήνας ο καλός.
     - Αλλά και πάλι πρέπει να είσαι τυχερός. Πρέπει να σκοτώσεις όσα χρειάζεσαι, για να βγάλεις όλο τον χρόνο.
     - Μου φαίνεται ότι δεν έχουμε κάτσει σε καλό μέρος. Εκεί πιο κάτω που είναι τα μπαράκια είναι καλύτερο πέρασμα.
     - Τι να σκοτώσεις εκεί κάτω, καημένε; Κάτι ψωρόπουλα, μόνο, τα καλά τα έχουν πιάσει ήδη οι ιδιοκτήτες των μπαρ.
     - Δεν ξέρω, αλλά τόση ώρα και δεν έχει περάσει τίποτα. Μήπως να κατεβαίναμε προς τη θάλασσα;
     - Εκεί έχουν ήδη πιάσει τα πόστα τα μπητς μπαρ και οι καντίνες με τις ξαπλώστρες, δε νομίζω να έχει μείνει κανένα για εμάς...
     - Και, δηλαδή, εδώ είναι καλύτερα;
     - Φυσικά και είναι, δυο βήματα από το λιμάνι και άλλα πέντε από το αεροδρόμιο, δίπλα ακριβώς από τον κεντρικό δρόμο. Όλα από εδώ θα περάσουν, θέλουν δε θέλουν.
     - Ναι, αλλά τα περισσότερα τα έχουν ήδη πιάσει τα ολ ινκλούσιβ ξενοδοχεία... Δέκα-δέκα τα πιάνουν.
     - Μόνος σου το είπες: τα περισσότερα. Όσα ξεφεύγουν από εκεί, μοιραία θα πέσουν επάνω μας. Έχε μου εμπιστοσύνη.
     - Καλά, μας βλέπω να πεθαίνουμε της πείνας φέτος...
     - Εγώ, πάλι, έχω άλλη άποψη... Να, δες εκεί κάτω...
     - Πού;
     - Εκεί, στα ανοιχτά, λίγο πίσω από το απέναντι νησάκι: πλοίο δεν είναι αυτό;
     - Ναι, έτσι φαίνεται.
     - Και λίγο πιο αριστερά, στο βάθος, και εκείνο με πλοίο δεν μοιάζει;
     - Μάλλον.
     - Και, για κοίτα και τον ουρανό, το βλέπεις το αεροπλάνο που πλησιάζει;
     - Ναι.
     - Ε, να δεις που όλα αυτά έρχονται εδώ! Και πρέπει να είναι γεμάτα!
     - Αμήν, Παναγία μου!
     - Θυμήσου: πρώτα αφήνουμε να χτυπήσουν τα ολ ινκλούσιβ, και όσα τούς ξεφύγουν, έτσι ζαλισμένα και τρομαγμένα που θα είναι, τα περιλαμβάνουμε εμείς.
     - Τρέμω από τη συγκίνηση!
     - Να μην τρέμεις καθόλου, θέλεις να βαράς στο γάμο του Καραγκιόζη;
     - Αυτή την στιγμή την περίμενα από πέρυσι!
     - Και εγώ, αλλά δεν κάνω έτσι!
     - Έχεις δίκιο.
     - Πρέπει να είμαστε συγκεντρωμένοι, αλλιώς θα τη χάσουμε την ευκαιρία μας. Θυμάσαι τι έγινε πέρυσι;
     - Καλά τα πήγαμε πέρυσι.
     - Ναι, καλά τα πήγαμε, επειδή ήμαστε συγκεντρωμένοι. Και φέτος καλά θα τα πάμε, θα δεις, τα πλοία είναι πράγματι γεμάτα!
     - Θα πάρω τη γυναίκα μου...
     - Ναι, αλλά μην αργείς, σε λίγο φτάνουν...
     - Έλα, γυναίκα, έρχονται και είναι πολλά! Έχω καλό προαίσθημα, ετοίμασε τον καταψύκτη, μου φαίνεται θα τον γεμίσουμε και φέτος!
     Στα καταστρώματα των πλοίων και στα καθίσματα του αεροπλάνου, τα ανυποψίαστα πορτοφόλια ετοιμάζονταν να αποβιβαστούν...

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2019

Τέλος αποστολής



     Όταν η Πίπη αναλαμβάνει μια αποστολή, την αναλαμβάνει για τα καλά. Από την στιγμή που ανέλαβε, λοιπόν, να βρει το εξαφανισμένο καλοκαίρι, ήταν θέμα χρόνου να βρεθεί στο κατόπι του.
     Όπως την είχε συμβουλέψει ο Αντώνης Ξετρυπώνης, η Πίπη έφτιαξε βιαστικά τη βαλίτσα της, και στη συνέχεια πήγε στο λιμάνι, από όπου πήρε το πρώτο πλοίο που έφευγε. Και το πρώτο πλοίο που έφευγε πήγαινε σε ένα νησί, οπότε και η Πίπη πήγε σε εκείνο το νησί.
     Ήδη από το πλοίο, η Πίπη ξεκίνησε την έρευνά της. Και δεν άργησε να εντοπίσει ένα-δυο άτομα, που ταίριαζαν στις περιγραφές του αγνοούμενου. Όμως, τελικά, κανένας από τους δύο δεν ήταν το καλοκαίρι: ο ένας συνοδευόταν από μία γυναίκα και ένα μωρό, κάτι που ήταν αδύνατο να έχει προκύψει στη ζωή του καλοκαιριού μέσα στις μέρες που είχε εξαφανιστεί, ενώ ο άλλος αποδείχτηκε πως ήταν γυναίκα, με πολύ κοντό μαλλί.
     Όπως όλοι ξέρουμε, βέβαια, η Πίπη δεν πτοείται από τέτοιου είδους αναποδιές, οπότε μόλις πάτησε το πόδι της στην ξηρά, ξεκίνησε με νέα όρεξη και νέα ορμή, για να βρει το καλοκαίρι. Στον ουρανό δεν υπήρχε ούτε ένα σύννεφο και η θάλασσα ήταν λάδι. Κάτι της έλεγε ότι βρισκόταν πολύ κοντά στον στόχο της.
     Το νησί είχε κατακλυστεί από κόσμο και ήταν ιδανική κρυψώνα για κάποιον που θα ήθελε να χαθεί μέσα στο πλήθος. Η ζέστη ήταν μεγάλη, αλλά η Πίπη φορούσε γυαλιά ηλίου και καπέλο, και είχε μάθει από έναν ινδιάνο ανιχνευτή πώς να εντοπίζει τις πιο δροσερές σκιές. Το βλέμμα της σάρωνε δεξιά-αριστερά, και κοίταζε με ιδιαίτερη επιμονή τους άντρες με τη νεανική κορμοστασιά που είχαν λίγο μακριά μαλλιά και μούσι. Ίσως κάποιος από αυτούς να έκρυβε κάποιο ένοχο μυστικό, μια μυστική ταυτότητα, ίσως, μια μάνα να τον αναζητά και να δίνει φακέλους με μωβ περιεχόμενο στον Αντώνη Ξετρυπώνη, τον διάσημο ντεντέκτιβ…
     Οι πρώτες έρευνες απέβησαν άκαρπες. Ίσως το καλοκαίρι να είχε αποτραβηχτεί κάπου μακριά από τη φασαρία του κόσμου, σκέφτηκε η Πίπη. Συνέχισε, λοιπόν, την αναζήτησή της στις παραλίες… Βραχώδεις, με βότσαλα, με χαλίκι, με άμμο, όλες τις γύρισε η Πίπη. Ρωτούσε τους γλάρους, μέχρι και τα ψαράκια που κολυμπούσαν έξω-έξω στη θάλασσα ρωτούσε, αλλά κανείς δεν ήξερε πού κρυβόταν το καλοκαίρι.
     Μια μέρα που είχε πάει σε μια μεγάλη, αμμώδη παραλία για έρευνα, η Πίπη, ένιωσε πραγματικά πολύ απογοητευμένη. Τόσα χιλιόμετρα αμμουδιά, και να μην υπάρχει πουθενά το καλοκαίρι; Αφού το ένιωθε, κάπου εκεί κοντά βρισκόταν…
     Και εκεί που το βλέμμα της πλανιόταν στην παραλία, είδε μια κοπέλα καθισμένη στην άκρη ενός βράχου. Η κοπέλα είχε πλούσια, μακριά, μάλλον ξεχτένιστα μαλλιά. Φύκια και αστερίες είχαν πιαστεί μέσα τους, αλλά η κοπέλα δε φαινόταν να νοιάζεται. Η Πίπη σκέφτηκε ότι μια τέτοια κοπέλα ίσως και να ήξερε πού βρισκόταν το καλοκαίρι και πλησίασε. Η κοπέλα άκουσε την Πίπη που πλησίαζε και γύρισε να την κοιτάξει. Και τότε η Πίπη είδε και κάτι άλλο: η κοπέλα είχε ουρά!
     - Όλα καλά; ρώτησε η κοπέλα την Πίπη, που είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα.
     - Γοργόνα! είπε η Πίπη γεμάτη θαυμασμό.
     - Πού’ν’την; ρώτησε η γοργόνα και κοίταξε γύρω της.
     Δεν υπήρχε κανείς άλλος εκτός από την Πίπη εκεί κοντά.
     -Α, εμένα εννοείς, είπε η γοργόνα.
     - Δεν είχα ξαναδεί γοργόνα από κοντά, είπε η Πίπη.
     - Γενικά τους αποφεύγουμε τους ανθρώπους, είπε η γοργόνα, όμως τσακώθηκα με τη μάνα μου και ήθελα να κάτσω κάπου μακριά από τις γοργόνες.
     - Υπάρχουν πολλές;
     - Το πολύ και το λίγο είναι σχετικό, όταν τσακώνομαι με τη μάνα μου και το δύο μεγάλο μου φαίνεται…
     - Δύο γοργόνες υπάρχουν μόνο;
     - Όχι, βέβαια, υπάρχουν πολλές περισσότερες…
     - Και πού ζείτε;
     - Δεν πιστεύεις στ’αλήθεια ότι θα σου πω, δεν είμαι τόσο χαζή… Τι, δηλαδή, να σου πω ότι ζούμε μέσα στη θάλασσα, όπου υπάρχουν κοράλλια, και να έρθετε να μας πάρετε τα κοράλλια και να μας χαλάσετε τα σπίτια μας;
     - Εκεί που υπάρχουν κοράλλια ζείτε;
     - Όχι, αλλά θα μπορούσαμε…
     - Πολύ αινιγματικά μιλάς.
     - Το ξέρω, όλοι μου το λένε…
     - Όμορφα μαλλιά έχεις…
     - Α, ευχαριστώ!
     - … αλλά μήπως θέλουν λίγο χτένισμα;
     - Τι εννοείς; Στο καλύτερο κομμωτήριο πηγαίνω! Τρεις ώρες μου τα έφτιαχνε η κομμώτρια!
     - Δηλαδή, αυτό που βλέπω είναι προϊόν κομμωτηρίου;
     - Φυσικά! Τι είμαι, καμία φτωχογοργόνα; Εγώ είμαι από καλή οικογένεια, να ξέρεις!
     - Δεν ήθελα να σε προσβάλω…
     - … Η μητέρα μου είναι δεύτερη ξαδέρφη της γνωστής γοργόνας.
     - Της αδερφής του Μεγαλέξανδρου;
     - Γιατί; Υπάρχει κι άλλη;
     - Η Άριελ.
     - Ποια; Αυτή η ατάλαντη ηθοποιός; Σιγά τη διασημότητα!
     - Ώστε ξέρεις την αδερφή του Μεγαλέξανδρου;
     - Όχι προσωπικά, αλλά και ποιος δεν την ξέρει!
     - Θα ήθελα πολύ να την γνωρίσω…
     - Δεν υπάρχει περίπτωση να την γνωρίσεις.
     - Γιατί;
     - Πρώτον, επειδή είναι μια διασημότητα και δεν καταδέχεται να γνωρίζει όποιον κι όποιον, και δεύτερον, επειδή βρίσκεται σε ίδρυμα.
     - Σε ίδρυμα;
     - Ναι. Είναι το Ίδρυμα για την Αποκατάσταση Ψυχικών Διαταραχών…
     - Έχει ψυχικές διαταραχές;
     - Για να ψάχνει το Μεγαλέξανδρο τόσα χρόνια και να μη λέει να καταλάβει ότι δεν θα τον βρει ποτέ, εσύ τι λες;
     - Θα βγει ποτέ από εκεί;
     - Να σου πω, ο θεράπων γοργονογιατρός λέει πως υπάρχουν πολλές ελπίδες, η εμπειρία όμως λέει ότι καμία γοργόνα δεν ξαναβγήκε από ίδρυμα αποκατάστασης.
     - Κρίμα.
     - Αλλά, και να βγει, τι νομίζεις; Θα είναι η ίδια;
     - Δε θα είναι, λες;
     - Πω,πω! είπε ξαφνικά η γοργόνα. Πέρασε η ώρα, και έχω ραντεβού για απολέπιση!
     - Μια χαρά το βλέπω το πρόσωπό σου…
     - Ποιο πρόσωπο; Στην ουρά κάνω απολέπιση!
     - Μισό λεπτό, πριν φύγεις, να σε ρωτήσω κάτι…
     - Αν χάσω το ραντεβού, θα περιμένω ένα μήνα για νέο, δε θα βλέπομαι σου λέω!
     - Μια στιγμή, μήπως είδες το καλοκαίρι;
     - Το ποιο;
     - Το καλοκαίρι.
     - Το γνωστό;
     - Το γνωστό.
     - Δεν ξέρω, είδα τις προάλλες έναν νεαρό που του έμοιαζε…
     - Πώς ήταν;
     - Ξανθός, ηλιοκαμμένος, με φαρδιές πλάτες…
     - … Και;
     - Πρέπει να κολυμπάει, τέτοιες πλάτες δεν τις έχει όποιος κι όποιος…
     - … Και;
     - Εμένα μου αρέσουν πολύ οι φαρδιές πλάτες στον άντρα, όχι πολύ φαρδιές, βέβαια…
     - Πού ήταν;
     - …αλλά αυτός τις είχε όσο φαρδιές έπρεπε, ωραίο παιδί, ελεύθερος νομίζω πως είναι… δεν νομίζω να του κακοπέσει μια γυναίκα με ουρά, εξάλλου τι είναι η ουρά, ένα άκρο είναι, είπα ουρά και θυμήθηκα, πρέπει να βιαστώ, θα χάσω την απολέπιση!
     - Περίμενε!
     - Άλλη φορά, τώρα βιάζομαι!
     - Πού το είδες το καλοκαίρι;
     - Σε ένα καράβι, που έφευγε από το νησί!
     Και καθώς η Πίπη έβλεπε την ουρά της γοργόνας να βυθίζεται μέσα στα τυρκουάζ νερά, νιώθοντας απέραντη απογοήτευση, χτύπησε το κινητό της τηλέφωνο. Ήταν ο Αντώνης Ξετρυπώνης. Ήθελε να την ενημερώσει ότι η αποστολή της είχε λήξει. Το καλοκαίρι είχε επιστρέψει τελικά στο σπίτι του.
     - Μάλλον έμαθε ότι τον αναζητούσες και αποφάσισε να επιστρέψει από μόνο του, είπε ο Αντώνης Ξετρυπώνης.
     Η Πίπη έμεινε μόνη της στην παραλία. Όλα είχαν πάει καλά. Το καλοκαίρι είχε επιστρέψει, ο Αντώνης Ξετρυπώνης είχε διατηρήσει τη φήμη του εξαιρετικού ντεντέκτιβ, και η Πίπη είχε γνωρίσει μια γοργόνα αυτοπροσώπως… Μόνο πως δεν είχε ζητήσει από την γοργόνα να την βγάλει φωτογραφία. Δεν το είχε σκεφτεί, κρίμα… Και για να απαλύνει την απογοήτευσή της κάπως, η Πίπη φωτογράφισε έναν τεράστιο κροκόδειλο που βρισκόταν εκεί παραπέρα…

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

Purple Alert




     Μία λεπτή φιγούρα διαγράφτηκε στο θολό τζάμι της πόρτας και αμέσως μετά ακούστηκαν δύο χτυπήματα.
     - Περάστε, είπε ο Αντώνης Ξετρυπώνης.
     Η γυναίκα που μπήκε στο γραφείο ήταν καλοντυμένη. Η υψηλή κοινωνική της θέση φώναζε από μακριά, ιδιαίτερα για κάποιον με τη δική του διορατικότητα.
     - Ο κύριος Ξετρυπώνης; ρώτησε η γυναίκα.
     - Αυτοπροσώπως, είπε ο Αντώνης Ξετρυπώνης και της έδειξε να καθήσει. Θα πάρετε κάτι;
     Η γυναίκα έγνεψε όχι.
     - Είστε η τελευταία μου ελπίδα, κύριε Ξετρυπώνη, είπε. Κανείς άλλος δεν μπορεί να με βοηθήσει.
     Φορούσε ακόμα τα μαύρα γυαλιά ηλίου και δεν έκανε καμία κίνηση να τα βγάλει. Στο δεξί της χέρι κρατούσε ένα πάνινο μαντήλι με κεντημένο μονόγραμμα. Ο Αντώνης Ξετρυπώνης ήπιε μια γουλιά καφέ. Κάηκε λίγο, αλλά δεν το έδειξε.
     - Από ό,τι καταλαβαίνω, πρόκειται για εξαφάνιση, είπε. Και, όχι να το περηφανευτώ, αλλά οι εξαφανίσεις είναι η ειδικότητά μου.
     - Μα γι’αυτό απευθύνθηκα στο γραφείο σας. Είμαι πραγματικά απελπισμένη. Για να καταλάβετε, μέχρι σε χαρτορίχτρες πήγα.
     - Σε χαρτορίχτρες;
     - Ναι, στις καλύτερες, εννοείται… Αλλά καμία τους δεν μπόρεσε να με βοηθήσει. Η κυρα-Τασούλα το μόνο που μου βρήκε ήταν ένας σπαθάτος, έτσι μου είπε, η κυρα-Δόμνα μου είπε και τον καφέ, ένα Α είναι στον δρόμο μου… Μέχρι και στον Χασάν, τον υπνωτιστή πήγα.
     - Και;
     - Από ό,τι φαίνεται, ήμουν ο Περικλής.
     - Ο αρχαίος;
     - Αμ’τι, ο νέος; Αν ήμουν ο νέος, θα είχα και επώνυμο.
     - Σωστά. Στην αστυνομία απευθυνθήκατε;
     - Δημόσιοι υπάλληλοι! Πού να καταλάβουν τον πόνο της μάνας;
     - Ώστε ο γιος σας είναι που εξαφανίστηκε;
     - Ναι, ο μοναχογιός μου… αλλά πώς το ξέρατε ότι έχω γιο;
     - Όλος ο κόσμος το γνωρίζει, δεν είστε και τόσο άγνωστη…
     - Ώστε με γνωρίζετε;
     - Ε, έκανα μια στοιχειώδη έρευνα: χήρα γνωστού μεγιστάνα του τύπου, με αμύθητη περιουσία, που τη συνδέουν δεσμοί αίματος με κάποια υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, πρέσβειρα της Ουνέσκο τα τελευταία δέκα χρόνια και προσκεκλημένη ομιλήτρια στην τελευταία συνάντηση των G8… Ο λόγος σας ήταν πολύ ενδιαφέρων, τον παρακολούθησα στο διαδίκτυο.
     - Άρα γνωρίζετε τι θέλω από εσάς.
     - Φυσικά… Πότε εθεάθη ο γιος σας τελευταία φορά;
     - Εγώ τον είδα πριν από τρεις εβδομάδες, αλλά άκουσα ότι εθεάθη στο εξωτερικό, σε διάφορες χώρες.
     - Ναι, το είχαν πει και στις ειδήσεις.
     - Λοιπόν; Θα το αναλάβετε, κύριε Ξετρυπώνη; Τα χρήματα δεν είναι πρόβλημα, όπως γνωρίζετε, εξάλλου…
     - Όπως σας είπα, κυρία μου, οι εξαφανίσεις είναι η ειδικότητά μου. Αφήστε το επάνω μου.
     Η γυναίκα έβγαλε έναν φάκελο από την τσάντα της.
     - Εδώ θα βρείτε μερικά χρήματα για τα πρώτα σας έξοδα. Σας αφήνω και μία κάρτα με το τηλέφωνό μου.
     Ο Αντώνης Ξετρυπώνης έπιασε το φάκελο και τον μισάνοιξε. Αν δεν είχε αχρωματοψία, το χρώμα που διέκρινε ήταν το μωβ.
     - Θα σας ενημερώνω για όλες τις εξελίξεις , είπε.
     - Περιμένω νέα σας το συντομότερο.
     Η πόρτα του γραφείου έκλεισε και η γυναικεία φιγούρα που διαγράφηκε στο θολό τζάμι απλώθηκε, έγινε πιο αχνή, και ύστερα εξαφανίστηκε. Ο Αντώνης Ξετρυπώνης πάτησε ένα κουμπί που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του γραφείου του. Η πόρτα που βρισκόταν στη μία πλευρά του γραφείου μισάνοιξε και από μέσα πρόβαλε το κεφάλι της Πίπης.
     - Άκουσες; τη ρώτησε.
     - Ναι.
     - Θα πας;
     - Γιατί όχι; Δεν είμαι εγώ η πιο πολύτιμη εξωτερική συνεργάτις σου;
     - Φεύγεις απόψε κιόλας.
     - Για πού;
     - Για όπου πάει το πρώτο πλοίο, από κάπου πρέπει να ξεκινήσουμε... Πάρε μαζί σου και διαβατήριο, ο εξαφανισμένος έχει θεαθεί και στο εξωτερικό.
     - Εξωτερικό; Ωραία, είπε η Πίπη.
     - Δεν είναι σίγουρο, ίσως τον εντοπίσεις και στην Ελλάδα, είπε ο Αντώνης Ξετρυπώνης.
     - Κανένα πρόβλημα, είπε η Πίπη. Και ποιος είπαμε ότι είναι ο εξαφανισμένος;
     - Το καλοκαίρι, είπε ο Αντώνης Ξετρυπώνης και ήπιε μια γουλιά καφέ.
      

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2019

Εργασιακό στρες

     Είναι γεγονός ότι τα περισσότερα πράγματα στη ζωή είναι εντελώς αναπάντεχα. Και εκεί που δεν το περιμένεις, κάτι συμβαίνει που σε κάνει να κοντοσταθείς και μείνεις με το βλέμμα απλανές, προσπαθώντας να καταλάβεις τα ακατανόητα.
     Έτσι συνέβη και στην Πίπη, που μια μέρα, εκεί που περπατούσε, είδε μια περίεργη φιγούρα. Και αν δεν ήταν ένας οξύς πόνος στο μικρό δάχτυλο του ενός της ποδιού, αποτέλεσμα της εντελώς αψυχολόγητης απόφασης του δαχτύλου να τρακάρει πλαγιομετωπικά με μία πέτρα, μπορεί η Πίπη να νόμιζε ότι ονειρευόταν.
     Κι αφού η Πίπη βεβαιώθηκε ότι δεν ονειρευόταν, κοίταξε πιο προσεκτικά την περίεργη εκείνη φιγούρα. Ήταν ένας νάνος, αλλά όχι όπως αυτούς της Χιονάτης. Αυτός δε φορούσε σκουφί και οι πατούσες του ήταν δυσανάλογα μεγάλες για το σώμα του. Φορούσε μια φόρμα εργασίας και έσερνε με κόπο ένα μεγάλο σακί, ενώ από την πίσω τσέπη του παντελονιού του προεξείχε ένα μεγάλο ψαλίδι. Αποφάσισε να τον ακολουθήσει.
     Ο νάνος περπατούσε πολύ βιαστικά, και αν δεν τον εμπόδιζε το σακί που κουβαλούσε, θα έτρεχε.
     - Δεν θα προλάβω, έλεγε καθώς περπατούσε.
     - Πού να πηγαίνει, άραγε; σκέφτηκε η Πίπη.
     Μια μεγάλη ομάδα από χελιδόνια πέταξε τιτιβίζοντας πάνω από το κεφάλι της Πίπης, αλλά η Πίπη ούτε που στάθηκε να τα δει. Ο νάνος, παρ'όλα τα κοντά του πόδια, έτρεχε πολύ γρήγορα.
     Ξάφνου, και εκεί που ο νάνος κόντευε να εξαφανιστεί από το οπτικό πεδίο της Πίπης, αφού είχε αποφασίσει να στρίψει στην επόμενη γωνία, πάτησε κάτι γλιστερό και προτού προλάβει να αντιδράσει, είχε κιόλας βρεθεί πεσμένος ανάσκελα!
     Η Πίπη έτρεξε να τον βοηθήσει. Από το σακί που κουβαλούσε ο νάνος είχαν ξεχυθεί κομμάτια διαφόρων μεγεθών από ένα λεπτό, αραχνοΰφαντο ύφασμα, που όμως φαινόταν πολύ σκούρο, σχεδόν μαύρο, αδιαφανές. Επάνω του, υπήρχαν διάσπαρτα αστεράκια. Ο νάνος σηκώθηκε βιαστικά και η Πίπη πλησίασε στο σακί και άπλωσε το χέρι της για να πιάσει το ύφασμα.
     - Μηηηηηη!!! φώναξε ο νάνος και η Πίπη ταξίδεψε στιγμιαία στην πρώιμη παιδική της ηλικία. Θα το καταστρέψεις!
     Το χέρι της Πίπης έμεινε μετέωρο επάνω από το ύφασμα.
     - Να βοηθήσω ήθελα, είπε.
     - Ακόμα κι έτσι, είπε ο νάνος, κανείς δεν ακουμπάει το ύφασμα της Νύχτας!
     - Της ποιας;
     - Της Νύχτας, είπε ο νάνος, δεν βλέπεις τα αστέρια;
     - Και τι το θέλει τόσο ύφασμα η Νύχτα; ρώτησε η Πίπη. Εδώ υπάρχει τουλάχιστον ένα τόπι ύφασμα!
     - Καλά, είπε θυμωμένα ο νάνος, καθώς μάζευε βιαστικά τα τελευταία κομμάτια υφάσματος που είχαν "δραπετεύσει" από το σακί, δεν έχεις κοιτάξει ποτέ σου τον ουρανό, να δεις πόσο μεγάλος είναι; Πώς θα καλυφθεί όλος αυτός ο ουρανός, αν το ύφασμα δεν είναι αρκετό;
     Η Πίπη δεν απάντησε, καθώς κοιτούσε τον ουρανό προσπαθώντας να βρει πόσο ύφασμα χρειαζόταν για να τον καλύψει.
     - Πω, πω, έκανε ξαφνικά ο νάνος, με την κουβέντα ξεχάστηκα!
     - Πού πας; τον ρώτησε η Πίπη.
     - Έχω αργήσει, είπε εκείνος.
     - Μα, στάσου! φώναξε η Πίπη και άρχισε και πάλι να τον ακολουθεί.
     -Δεν προλαβαίνω, είπε ο νάνος, αλλά προτού ολοκληρώσει την κουβέντα του, παρ'τον κάτω πάλι!
     - Έχεις πολύ μεγάλες πατούσες, σχολίασε η Πίπη, γι'αυτό πέφτεις συνέχεια.
     - Αχ, είπε ο νάνος, τώρα είναι που δεν προλαβαίνω!
     - Τι προσπαθείς να κάνεις; ρώτησε η Πίπη, αλλά ο νάνος ήταν σαν να μην την είχε ακούσει.
     - Αλλά, τι φταίω κι εγώ; Τέτοια επιδημία είχε να πέσει χρόνια. Πρώτη φορά που μένουμε τόσο λίγοι νυχτοκόπτες σε κάθε βάρδια.
     Η Πίπη δεν είχε ακούσει ποτέ της για νυχτοκόπτες.
     - Τι είναι οι νυχτοκόπτες; ρώτησε το νάνο.
     - Δεν ξέρεις τι είναι οι νυχτοκόπτες; είπε εκείνος, έκπληκτος, και φαίνεται ότι η έκπληξή του ήταν τόσο μεγάλη, που κοντοστάθηκε. Αν είναι δυνατόν! Μωρέ, καλά μου το έλεγαν, όταν ξεκινούσα την καριέρα μου, ότι ο νυχτοκόπτης είναι το πιο παραγνωρισμένο επάγγελμα...
     - Και, δηλαδή, τι είδους επάγγελμα είναι ο νυχτοκόπτης;
     - Ίσως το σημαντικότερο που υπάρχει. Εμείς είμαστε που ρυθμίζουμε τη διάρκεια της νύχτας.
     - Και πώς γίνεται αυτό;
     - Με αυτό, είπε ο νάνος και της έδειξε το ψαλίδι που προεξείχε από την τσέπη του.
     Η Πίπη κοιτούσε απορημένη.
     - Τι κόβετε, δηλαδή, με αυτό το ψαλίδι; ρώτησε.
     - Το φόρεμα της Νύχτας, μα τόσο χαζή είσαι πια;
     Η Πίπη μπορεί να μην ήταν χαζή, όμως είχε χαζέψει.
     - Το φόρεμα της Νύχτας μεγαλώνει συνέχεια και πρέπει να το ψαλιδίζουμε διαρκώς, αν δε θέλουμε να κυριαρχήσει το σκοτάδι. Αλλά πάντα τέτοια εποχή πολλοί νυχτοκόπτες αρρωσταίνουν και απουσιάζουν, οπότε οι υπόλοιποι αναγκάζονται να δουλεύουν διπλοβάρδιες.
     Η Πίπη δε μιλούσε.
     - Φέτος αρρώστησαν περισσότεροι από κάθε άλλη φορά, συνέχισε ο νάνος. Τρέχουμε και δεν φτάνουμε.
     - Εσύ δεν αρρωσταίνεις ποτέ; ρώτησε η Πίπη.
     - Εγώ έχω δυνατό οργανισμό, είπε ο νάνος και κορδώθηκε.
     Η Πίπη δεν είπε τίποτα, αλλά σκέφτηκε ότι ο οργανισμός του νάνου την ήθελε την ταλαιπωρία του...
     - Δεν το φανταζόμουν ότι το φόρεμα της Νύχτας χρειαζόταν ψαλίδισμα, είπε.
     - Και ποιος το φαντάζεται; Κανείς δε φαντάζεται ότι ακόμα και για τα φαινομενικά πιο απλά πράγματα, υπάρχει από πίσω κάποιος αφανής ήρωας...
     Η Πίπη σκέφτηκε πως ο νάνος είχε δίκιο.
     - Α, μπα, δεν την αντέχω τόση πίεση, κάθε χρόνο... Άντε να βγω στη σύνταξη, να ησυχάσω! είπε ο νάνος.
     Η Πίπη τον λυπήθηκε, τον καημένο το νυχτοκόπτη.
     - Εύχομαι να βγεις σύντομα στη σύνταξη, είπε.
     - Ε, μόνο άλλα πεντακόσια είκοσι δύο χρόνια μου μένουν, είπε ο νάνος, πού θα πάνε, θα περάσουν!
     Η Πίπη φυσικά δεν είχε τι να απαντήσει σε αυτό, θα χρειαζόταν τουλάχιστον διακόσια είκοσι τέσσερα χρόνια για να το σκεφτεί.
     - Πω, πω, είπε ο νάνος, τώρα είναι που έχω αργήσει για τα καλά! Και δεν θα προλάβω να ψαλιδίσω όσο χρειάζεται, και θα ακούσω και κατσάδα από τον προϊστάμενο! Πάλι θα αρχίσει να μεγαλώνει το φόρεμα της Νύχτας, τι συμφορά! Και άρχισε κιόλας να βγαίνει ο ήλιος, καταστροφή!
     Και πριν σκεφτεί η Πίπη κάποιον παρηγορητικό λόγο να του πει, ο νάνος έπιασε το σακί και άρχισε να τρέχει τόσο γρήγορα, που δεν πρόλαβε ούτε καν να τον δει να στρίβει στη γωνία. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου είχαν αρχίσει κιόλας να χορεύουν στον αέρα, φωτίζοντας τις απέναντι κορυφογραμμές.
     - Δύσκολη η ζωή του νυχτοκόπτη, σκέφτηκε η Πίπη και συνέχισε τον δρόμο της.

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

Σε πράσινο φόντο

     Και ήρθε η ώρα του Καλοκαιριού. Το οποίο, ούτε λίγο ούτε πολύ, ήταν κομματάκι χαμηλών τόνων. Και επειδή ήταν χαμηλών τόνων, ούτε που του περνούσε από το μυαλό να κάνει μία επίσημη εμφάνιση, παρουσία δημοσιογράφων, να ποζάρει για φωτογραφίες, να δώσει μία συνέντευξη τύπου, να μοιράσει μερικά αυτόγραφα, να κάνει δυο-τρεις χειραψίες...
     Και μπορεί το Καλοκαίρι να ήταν χαμηλών τόνων και κάπως ντροπαλό, η μητέρα του όμως δεν ήταν καθόλου. Και γι'αυτό φρόντισε να του ράψει το καλύτερο κουστούμι - στα μέτρα του, φυσικά, και όχι πρετ-α-πορτέ, ζαμέ των ζαμών - από δροσερό λινό εξαιρετικής ποιότητας, τα δε παπούτσια του φτιάχτηκαν από ψάθα, λιασμένη στον ήλιο του Γαϊδουρονησίου (ή του Ελαφονησίου, κάποιου νησίου, τέλος πάντων).
     Του έγραψε και έναν λόγο για να διαβάσει, η μητέρα του - πάντα ήταν καλή στην έκθεση - και το έβαλε να τον προβάρει ξανά και ξανά... Και όλο του έλεγε πού έπρεπε να δυναμώνει τη φωνή του και πού να κουνάει τα χέρια του, για να δώσει έμφαση. Αγόρασε και ένα σολάριουμ για το σπίτι, επειδή της φάνηκε κομματάκι χλωμό, κάτι εντελώς ανεπίτρεπτο για ένα καλοκαίρι που σέβεται τον εαυτό του... Και το υποχρέωσε να περνάει μία ώρα την ημέρα στο σολάριουμ, για να αποκτήσει χρώμα.
     Το Καλοκαίρι σκέφτηκε να της πει καμιά κουβέντα, αλλά κρατήθηκε, επειδή ήταν παιδί με καλούς τρόπους και ανατροφή, και, επιπλέον, μάνα είναι μόνο μία, και ήταν και μοναχοπαίδι, και πού θα έβρισκε η μάνα του άλλη ευκαιρία να βγάλει τα απωθημένα της; Οπότε, και έκανε υπάκουα πρόβες με το ράφτη, μέχρι να αποκτήσει τέλεια εφαρμογή το κουστούμι, και ακολούθησε μία δίαιτα χαμηλή σε θερμίδες, μην τυχόν και χαλούσε η εφαρμογή, και προβάρισε άπειρες φορές το λόγο του - έκανε και μαθήματα ορθοφωνίας - χωρίς να διαμαρτυρηθεί ούτε μία φορά. Τα βράδια έπινε τσάι με μέλι και έκανες γαργάρες, για τη φωνή του, και το πρωί έτρωγε ένα ωμό αυγό. Απέφευγε τα ρεύματα και τα παγωτά. Και περνούσε και μια ώρα την ημέρα στο σολάριουμ, μην το ξεχνάμε το σολάριουμ...
     Οι μέρες για την επίσημη πρώτη του Καλοκαιριού πλησίαζαν, και η προετοιμασία συνεχιζόταν εντατικά. Στα μαθήματα του Καλοκαιριού προστέθηκαν και μαθήματα πόζας, για τις φωτογραφίες... Και ενώ όλα φαινόταν πως πήγαιναν καλά, το Καλοκαίρι άρχισε να έχει εφιάλτες, και να ξυπνάει κάθιδρο κάθε βράδυ, χωρίς να μπορεί να ξανακοιμηθεί. Μαύροι κύκλοι εμφανίστηκαν γύρω από τα μάτια του, ενώ του κόπηκε και η όρεξη. Έντρομη η μητέρα του είδε πως το κουστούμι άρχισε να του πλέει και του άλλαξε τη δίαιτα προσθέτοντας σε αυτήν ψωμί και σοκολάτες. Για τους μαύρους κύκλους δεν ανησυχούσε, υπήρχε και το μέηκ απ...
     Αλλά οι εφιάλτες συνέχισαν να βασανίζουν το Καλοκαίρι, οπότε αποφάσισε να της μιλήσει. Τι ήταν να της μιλήσει; Παρά τρίχα να του μείνει στα χέρια! Ύστερα άρχισε να μουρμουρίζει για τις θυσίες που είχε κάνει, για τα δικά της όνειρα που τα είχε αφήσει στην άκρη για να το μεγαλώσει, να το κάνει ολόκληρο παληκάρι, και για όλα εκείνα που το Καλοκαίρι ήξερε πως ήταν αλήθεια, χωρίς όμως να είναι δική του η ευθύνη... Στο τέλος, η μητέρα του αποσύρθηκε στο δωμάτιό της, σιγοκλαίγοντας και ρουφώντας, τάχα διακριτικά, τη μύτη της...
     Δεν του βαστούσε η καρδιά να της χαλάσει το χατήρι. Αλλά και δεν άντεχε άλλους εφιάλτες.
     Παραμονή της μεγάλης μέρας, το Καλοκαίρι καθόταν να ξεκουραστεί, αφού προηγουμένως είχε ξαναπροβάρει το λόγο του, όπου η μητέρα του είχε προσθέσει μία νέα παράγραφο. Τα μάτια του έτσουζαν από την αϋπνία και είχε γλαρώσει.
     - Τι έχεις; το ρώτησε μια γάτα, που λιαζόταν στο παράθυρο.
     Το Καλοκαίρι της διηγήθηκε τι είχε συμβεί.
     - Το παράκανε η μάνα σου, του είπε. Γιατί δεν κάνει ό,τι κάνουμε εμείς οι γάτες; Χαζές είμαστε, θαρρείς, που αφήνουμε τα παιδιά μας μόνα τους να επιλέξουν τον δρόμο τους;
     - Δεν είναι όλοι το ίδιο, είπε το Καλοκαίρι και χασμουρήθηκε.
     - Σιγά μη δεν είναι, είπε η γάτα. Απλώς, τα πάντα είναι θέμα επιλογής.
     Το Καλοκαίρι δεν είπε τίποτα. Είχε κλείσει τα μάτια του και μέτραγε πρόβατα. 
     - Είναι θέμα επιλογής, λέω, επανέλαβε η γάτα.
     Τα πρόβατα άρχισαν να απαγγέλουν έναν ευχαριστήριο λόγο. Το Καλοκαίρι ξανάνοιξε τα μάτια του.
     - Θέλεις την ησυχία σου; ρώτησε η γάτα.
     Το Καλοκαίρι κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
     - Τότε έλα μαζί μου.
     - Μα, τόσος κόπος, θα πάει χαμένος...
     - Εσύ αποφασίζεις... είπε η γάτα και τεντώθηκε.
     Το Καλοκαίρι έκλεισε τα μάτια του, και μετά τα ξανάνοιξε. Η γάτα είχε εξαφανιστεί. Μπροστά του βρισκόταν μια νεράιδα.
     - Πού είναι η γάτα; ρώτησε το Καλοκαίρι.
     - Θέλεις την ησυχία σου; τον ρώτησε η νεράιδα και το Καλοκαίρι αναγνώρισε τη φωνή της γάτας.
     - Θέλω, είπε αποφασιστικά.
     Ύστερα από λίγο, η μητέρα του Καλοκαιριού βγήκε από το δωμάτιό της. Έπρεπε να κάνει μερικά τελευταία τηλεφωνήματα. Ήθελε να είναι σίγουρη ότι όλα θα ήταν έτοιμα για τη μεγάλη μέρα του παιδιού της. 
     Πολύ μακριά από το σπίτι του Καλοκαιριού, η Πίπη περνούσε από ένα παρκάκι. Και στο παρκάκι αυτό η Πίπη είδε μία γάτα, κρυμμένη ανάμεσα στα πράσινα χορτάρια. Η γάτα γύρισε και την κοίταξε. Τα μάτια της ήταν καταπράσινα, και φαίνονταν σαν δυο αναμμένα φανάρια. Και, παρ'όλο που φαινόταν μία γάτα χαμηλών τόνων, η πράσινη λάμψη στα μάτια της δεν άφηνε καμία αμφιβολία.
     - Να'το το Καλοκαίρι! αναφώνησε η Πίπη, γεμάτη χαρά.
     Αλλά η γάτα - δηλαδή το Καλοκαίρι -, μόλις κατάλαβε πως η Πίπη το αναγνώρισε, σηκώθηκε να φύγει. Μάταια η Πίπη του φώναζε, εκείνο της γύρισε επιδεικτικά την πλάτη και άρχισε να απομακρύνεται.
     - Κρίμα, είπε η Πίπη, αλλά γιατί ήταν τόσο μαύρο, άραγε;
     Πού να ήξερε η Πίπη, πόσες ώρες είχε περάσει στο σολάριουμ το καημένο το Καλοκαίρι...

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

Έξι χρόνια και έξι μέρες

     Μια φορά κι έναν καιρό, όταν η γη ήταν πιο πράσινη, όταν τα ποτάμια έτρεχαν εκεί που ήθελαν, όταν οι θάλασσες ήταν άγνωστες, όταν οι θεοί κατοικούσαν στον Όλυμπο και μεταμόρφωναν τους ανθρώπους σε ζώα και φυτά, τότε οι άνθρωποι πίστευαν ότι υπήρχε ένας γίγαντας πολύ δυνατός, που κρατούσε στην πλάτη του όλη τη γη, μαζί με τις άγνωστες θάλασσες, με τα ανεξάρτητα ποτάμια, με τον Όλυμπο και τους θεούς, αλλά και με τους ανθρώπους, είτε ήταν μεταμορφωμένοι σε ζώα, είτε ήταν μεταμορφωμένοι σε φυτά.
     Από τότε έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια, τόσο πολλά, που ο άνθρωπος ταξίδεψε σε όλες τις θάλασσες, τιθάσευσε τα ποτάμια, έδιωξε τους θεούς από τον Όλυμπο και έπαψε να μεταμορφώνεται σε ζώα και φυτά, τουλάχιστον εξωτερικά. Τόσο πολλά, που αποδείχτηκε ότι ο γίγαντας εκείνος, που τον έλεγαν Άτλαντα, είχε προ πολλού αποσυρθεί από την ενεργό δράση, λόγω οξείας οσφυαλγίας, και είχε αποσυρθεί σε μία μυστική σπηλιά στα βουνά που, προς τιμήν του, ονομάστηκαν όρη του Άτλαντα. Και η γη είχε μείνει στον αέρα, χωρίς κανέναν από κάτω.
     Και όχι μόνο αυτό. Αποδείχτηκε και ότι η γη περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό της, σαν έναν δερβίση που έχει πέσει σε έκσταση. Και κάποιοι σίγουρα σκέφτηκαν ότι κάπου κοντά στο Βόρειο Πόλο θα υπάρχει και ένα πανύψηλο φέσι. Αλλά πανύψηλο φέσι στο Βόρειο Πόλο δεν βρέθηκε ποτέ. Και επίσης αποδείχτηκε ότι, εκτός που η γη περιστρέφεται σαν δερβίσης, γυρνάει και γύρω-γύρω από τον ήλιο, όπως γυρνάει η σφύρα γύρω από τον σφυροβόλο, αλλά χωρίς καλώδιο ανάμεσά τους.
     Και αφού τα βρήκαν όλα αυτά οι άνθρωποι, όλα πια μπήκαν σε μια σειρά. Και αφού η γη, ακόμα και χωρίς τον Άτλαντα από κάτω, αποδείχτηκε ότι δεν πέφτει, όλοι κοιμούνταν ήσυχοι το βράδυ, εκτός από όταν έβλεπαν εφιάλτες.
     Και αφού έτσι έχουν τα πράγματα, δεν μπορώ παρά να επισημάνω ότι η σφύρα γύρισε γύρω από τον σφυροβόλο έξι ολόκληρες φορές, από τότε που δημιουργήθηκε αυτό εδώ το ιστολόγιο, ο δε δερβίσης, όπου να'ναι θα χρειαστεί χάπι για τη ναυτία...
     Έξι χρόνια, το λοιπόν, έξι χρόνια και έξι μέρες για την ακρίβεια, έχουν περάσει από τότε που πρωτοδημιουργήθηκε αυτός εδώ ο χώρος στο κυβερνοσύμπαν. Και, παρ'όλο που η δημιουργία του έγινε από απλή περιέργεια, κάλυψε με εξαιρετικό τρόπο μία ανάγκη που ανέκαθεν υπήρχε.
     Δειλά στην αρχή, με περισσότερη τρέλλα αργότερα, η Οξεία Γλωσσοπάθεια (όνομα όχι και πολύ πετυχημένο, για έναν άνθρωπο που "το'χει" με τα ονόματα) γέμισε με ιστορίες διαφόρων ειδών. Από τις αναρτήσεις της πέρασαν ζώα, φυτά, το φεγγάρι και ο ήλιος, ο αέρας και τα σύννεφα, και κάποια στιγμή εμφανίστηκε και η Πίπη.
     Και η Γλωσσοπάθεια μεγάλωσε, ανάρτηση την ανάρτηση, και με αυτήν μαζί μεγάλωσε και η Πίπη. Και στα έξι αυτά χρόνια, η Πίπη ταξίδεψε, νευρίασε, γέλασε, έκλαψε, χόρεψε, απόκτησε βιολί, έμαθε βιολί, πάχυνε, αδυνάτισε, απόκτησε μερικές άσπρες τρίχες στα μαλλιά της, έλυσε μερικά μυστήρια του σύμπαντος, δημιούργησε πολύ περισσότερα, απόκτησε δύο ανηψιές, έγινε χαζοθεία και χαζονονά, μίλησε με λουλούδια και με ζώα, γνώρισε καινούργιους ανθρώπους και ανακάλυψε ιστορίες στα πιο περίεργα μέρη... Και η ζωή συνεχίζεται, τόσο μέσα στην Γλωσσοπάθεια, όσο και έξω από αυτήν.
     Όσο για τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από την Γλωσσοπάθεια, δηλαδή εμένα, έχω να πω το εξής: Ο χώρος των ιστολογίων είναι ένας χώρος δημιουργίας, και ως τέτοιος, είναι και πολύ αναζωογονητικός. Μέσα από αυτόν εξελίχθηκα εκφραστικά, ανακάλυψα νέους δρόμους και νέους συνοδοιπόρους, για τους οποίους θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό.
     Και, μπορεί η Οξεία Γλωσσοπάθεια να έχει χάσει κάτι από την αρχική της λάμψη, μπορεί να μην είναι ο καυτός ήλιος που ήταν κάποτε, μπορεί οι ιδέες να έρχονται με το σταγονόμετρο, όμως αργά ή γρήγορα έρχονται. Και, εξάλλου, ακόμα και το τρεμούλιασμα της φλόγας ενός μικρού κεριού, μερικές φορές είναι υπεραρκετό.
     Μένει να δούμε αν η Γλωσσοπάθεια φτάσει τα εφτά χρόνια και τις εφτά μέρες. Και κάτι μου λέει ότι μάλλον θα τα φτάσει...

Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

Για μια φωτογραφία


      Της αρέσει πολύ η άνοιξη της Πίπης, και δεν τη χορταίνει. Και καθώς έχει το συνήθειο να ψάχνει παντού για φωτογραφικά ενσταντανέ, όλο και κάποια όμορφη φωτογραφία θα προκύψει, εκεί που περπατάει στον δρόμο...
     Και ιδού μια καμαρωτή, πανέμορφη, ανθισμένη κουτσουπιά, που δεν της αρκεί που είναι η ίδια όμορφη, κάνει ό,τι μπορεί για να ομορφύνει και ό,τι υπάρχει γύρω της, ακόμα κι αν αυτό είναι ένα ταπεινό πεζοδρόμιο. Και ενώ η Πίπη προσπαθεί να βγάλει την κουτσουπιά όσο πιο όμορφη γίνεται, μια γάτα καλλωπίζεται, αδιαφορώντας επιδεικτικά και γυρίζοντάς της την πλάτη... Και αυτή η όμορφη φωτογραφία φτιάχνει τη διάθεση της Πίπης, καθώς η Πίπη περπατάει στον δρόμο. Αλλά, πόσο αδιάφορη, πια, αυτή η γάτα, ούτε καν ένα χαμόγελο δε ρίχνει για τη φωτογραφία. Ο Παπουτσωμένος γάτος πάντα χαμογελάει στις φωτογραφίες του, αυτό σκέφτεται η Πίπη, και συνεχίζει τον δρόμο της.
      Και εδώ βλέπουμε έναν όμορφο, μωβ κορμό. Και ο κορμός θα μπορούσε να είναι κορμός τσιχλοφουσκόδεντρου (ξέρετε, αυτό που οι καρποί του είναι τσιχλόφουσκες με γεύση βατόμουρου). Αλλά δεν είναι. Είναι απλώς ένας κορμός κουτσουπιάς, που ρίχνει την σκιά του επάνω στη χαρακτηριστική, λουλουδάτη, μωβ σκιά της κουτσουπιάς. Ποιος να της έδωσε, άραγε, αυτό το όνομα; αναρωτιέται η Πίπη. Κάποια νεραϊδονονά, μήπως; Η Πίπη κοιτάζει μαγεμένη τη μωβ σκιά της κουτσουπιάς και ελπίζει το χρώμα να παραμείνει για πάντα εκεί, κάτι που γνωρίζει ότι είναι εντελώς αδύνατο. Και πάλι ομορφαίνει η διάθεση της Πίπης, παρ'όλο που το μωβ θεωρείται πένθιμο χρώμα...
  
      Και τόσο πολύ της αρέσει η μωβ σκιά της Πίπης, που την ξαναφωτογραφίζει και άλλη μέρα, με εντελώς διαφορετικό φωτισμό. Και μπορεί να έχει χαθεί η σκιά του δέντρου, όμως το μωβ χαλί φαίνεται να έχει ιδιαίτερα πυκνή ύφανση. Ποιος χαλίφης δεν θα ήθελε ένα τόσο όμορφο χαλί, να περπατάει επάνω και να βουλιάζουν τα βελούδινα παπούτσια του, να του στρώνουν επάνω πολλά, χρυσοκέντητα μαξιλάρια για να ξαπλώσει, και να του φέρνουν χρυσούς δίσκους με καλομαγειρεμένα φαγητά και ασημένιους δίσκους με τροπικά φρούτα, για να φάει; Και αν το χαλί πετούσε κιόλας, ακόμα καλύτερα...
           Ένα άλλο πράγμα που εντυπωσιάζει την Πίπη την άνοιξη, είναι τα νέα φύλλα. Είναι τόσο όμορφη η αντίθεση του ανοιχτού πράσινου των νέων φύλλων με το σκούρο πράσινο των πιο παλιών! Μα τι όμορφος πολυέλαιος είναι αυτός που βλέπει η Πίπη; Ούτε στο παλάτι της Ωραίας Κοιμωμένης δεν είδε τόσο ωραίους πολυελαίους η Πίπη! Βέβαια, στο παλάτι της Ωραίας Κοιμωμένης, το κυρίαρχο χρώμα είναι το ροζ, δεν θα ταίριαζε ιδιαίτερα ένας πράσινος πολυέλαιος. Στο σπίτι των επτά νάνων, όμως, στην άκρη του δάσους, θα ταίριαζε γάντι...
      Οι πιο μαγικές φωτογραφίες βγαίνουν νωρίς το πρωί. Τότε η Πίπη - να τα λέμε αυτά - δεν έχει και την καλύτερη διάθεση, πρώτον επειδή δεν της αρέσει το πρωινό ξύπνημα, και δεύτερον - και σημαντικότερο - , επειδή η Πίπη πηγαίνει στη δουλειά. Ακόμα και τότε, όμως, τα μάτια της Πίπης, έστω κι αν είναι νυσταγμένα, είναι έτοιμα να ανακαλύψουν τα πιο περίεργα πράγματα. Και ιδού, πώς τα ανοιχτοπράσινα, νέα φύλλα ενός δέντρου έχουν μεταμορφωθεί σε μικρές, ανάλαφρες πεταλούδες, και έχουν ανοίξει τα φτεράκια τους στο αεράκι... Δεν μπορεί, κάτι μαγικό συμβαίνει εδώ. Μήπως μέσα στον κορμό κατοικεί κάποιος μάγος; Χμμμ, δεν αποκλείεται... 
      Νωρίς το πρωί μπορεί να σου δοθεί η ευκαιρία να παίξεις και κρυφτό με μία πανσέληνο. Η πανσέληνος, να το ξέρετε, είναι πολύ παιχνιδιάρα και τρελλαίνεται για κρυφτό. Θέλοντας και μη, η Πίπη πάντα παρασύρεται από την πανσέληνο, και παίζει κι αυτή κρυφτό. Είναι αρκετά καλή η Πίπη, και πάντα την βρίσκει την πανσέληνο, αργά ή γρήγορα. Βέβαια, και η πανσέληνος είναι λίγο απρόσεκτη και δεν διαλέγει καλά τις κρυψώνες της. Εδώ την βλέπουμε ενώ τρέχει να κρυφτεί πίσω από μία πολυκατοικία, η χαζή...
 
      Η άνοιξη - το λέω για όσους δεν το ξέρουν - είναι καλή μαθήτρια και διαβάζει τα μαθήματά της. Το αγαπημένο της μάθημα είναι η ζωγραφική, βέβαια, αλλά και η γεωμετρία της αρέσει πάρα πολύ. Όταν, δε, της δίνεται η ευκαιρία να συνδυάσει τη ζωγραφική με τη γεωμετρία, τότε η άνοιξη είναι πολύ χαρούμενη. Αλλά και οι άνθρωποι γίνονται χαρούμενοι, όταν είναι χαρούμενη η άνοιξη. Και πώς να μην είναι, όταν εκεί που περπατάνε, έρχονται τετ-α-τετ με έναν ανθισμένο μάραθο, ο οποίος επιδεικνύει, γεμάτος καμάρι, τις τέλεια σχεδιασμένες ακτίνες του και το ιδιαίτερα πετυχημένο κίτρινο χρώμα των λουλουδιών του; Η άνοιξη είναι τόσο καλή στο σχέδιο, που για τον μάραθο δεν χρησιμοποίησε καν χάρακα. Η δασκάλα της της έβαλε δέκα με τόνο. Στο επόμενο μάθημα θα μιλήσουν για τον κύκλο, είπε η δασκάλα. Η άνοιξη σκέφτεται να ζωγραφίσει ένα μαγιάτικο στεφάνι. Θα του βάλει μαργαρίτες, παπαρούνες και τριαντάφυλλα. Θα του βάλει και δυο-τρεις ταξιανθίες πασχαλιάς. Και ίσως βάλει και λίγο χαμομήλι. Ακόμα δεν το έχει αποφασίσει.
      Μερικές φορές η Πίπη συναντάει στον δρόμο της κάποιον ευκάλυπτο. Οι ευκάλυπτοι - όλοι το ξέρουν - είναι πολύ ενδιαφέροντες τύποι. Κάνουν συζητήσεις μόνο υψηλού επιπέδου και γνωρίζουν όλα τα κουτσομπολιά, καθώς τους τα σφυρίζουν τα πουλιά που συχνάζουν στα κλαδιά τους. Για να την ακούσουν, βέβαια, οι ευκάλυπτοι την Πίπη, η Πίπη πρέπει να φωνάζει πολύ δυνατά, οπότε μετά την πιάνει ο λαιμός της και πρέπει να τρώει καραμέλες ευκάλυπτου για να της περάσει ο λαιμός. Είναι λογικό, λοιπόν, που η Πίπη δεν πολυμιλάει στους ευκάλυπτους. Αντί να τους μιλάει, προτιμάει να τους θαυμάζει από χαμηλά και, είτε να διαβάζει τις ιστορίες που γράφουν στους κορμούς τους, είτε να βλέπει πόσο ταιριαστό είναι το χρώμα των φύλλων τους με το μπλε του ουρανού. Και πολλές φορές, η Πίπη σκέφτεται πόσο θα της άρεσε να έβλεπε και μερικά κοάλα, να αγκαλιάζουν με αγάπη τον κορμό των ευκαλύπτων. Στην Αυστραλία, τουλάχιστον, έτσι κάνουν τα κοάλα...
     Μεγάλη έκπληξη αποτελεί για την Πίπη και όταν συναντάει στον δρόμο της κάποιο δέντρο, που δεν θα περίμενε να δει, όπως αυτόν εδώ τον πλάτανο, ο οποίος θα ήταν αναμενόμενο να βρίσκεται στην πλατεία ενός μικρού χωριού, με τα τραπεζάκια ενός καφενείου διάσπαρτα κάτω από την σκιά του, αλλά στην πλατεία μιας πόλης δεν είναι και τόσο αναμενόμενο. Ο συγκεκριμένος πλάτανος ρίχνει την σκιά του σε μια μικρή πλατεία, κρυμμένη ανάμεσα σε πολυκατοικίες. Με την ελαφρά ηπειρώτική του προφορά, αφού πρόκειται για μετανάστη, είπε στην Πίπη ότι του αρέσει πολύ στην πόλη, επειδή είναι μόνος του και έχει την ησυχία του. Στο χωριό, της είπε, τον χαιρετούσαν όλη την ώρα και δεν μπορούσε να ησυχάσει ούτε λεπτό. Γι'αυτό και της ζήτησε να μην αποκαλύψει σε κανέναν πού ακριβώς τον συνάντησε. Δεν αντέχει τους παπαράτσι και τις συνεντεύξεις, ο καημένος. 
     Θα νόμιζε κανείς ότι ο σκοπός αυτής της ανάρτησης ήταν να μοιραστούμε κάποιες φωτογραφίες, και θα είχε δίκιο. Θα είχε, όμως, άδικο αν πίστευε ότι οι συγκεκριμένες φωτογραφίες αποτέλεσαν το έναυσμα της ανάρτησης. Επειδή, εκτός από τις εικόνες που αιχμαλωτίζει ο φακός μιας φωτογραφικής μηχανής ή ενός κινητού, υπάρχουν και αυτές που δεν καταγράφονται πουθενά, που περνάνε, θαρρείς, και χάνονται, αφού κανείς δεν μπορεί να τις μοιραστεί. Και, στην πραγματικότητα, μία τέτοια φωτογραφία θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη.
     Είναι νωρίς το πρωί. Βρίσκεσαι σε ένα όχημα, δεν έχει σημασία τι είδους. Στον δρόμο η κίνηση δεν είναι έντονη και η διαδρομή είναι μάλλον ευχάριστη. Φτάνεις στο κέντρο, περνάς μπροστά από το νέο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου που έχει στηθεί σε ένα μικρό τριγωνάκι, εντελώς ακατάλληλο για το μέγεθος του αγάλματος, και θυμάσαι πόσο πιο ταιριαστό ήταν το προηγούμενο, πολύ μικρότερο άγαλμα που βρισκόταν εκεί. Περνάς έξω από τον εθνικό κήπο. Τα νεαρά, ανοιχτοπράσινα φύλλα του δίνουν μια νότα εξωτικότητας, και για πολλοστή φορά σκέφτεσαι να σηκωθείς μια μέρα πολύ νωρίς και να τον επισκεφτείς, αλλά ξέρεις ότι δεν θα το κάνεις. 
     Το όχημα συνεχίζει να τρέχει. Σε ένα απλό, ξύλινο παγκάκι έξω από τον κήπο, μία φιγούρα. Ένας σωματώδης άντρας, θα μπορούσε να είναι κάποιος ήρωας τηλεοπτικής σειράς, κάποιος από το Game of Thrones, ίσως, δεν είναι όμως... Φοράει ένα βρώμικο, φαρδύ πανωφόρι με κουκούλα. Το πρόσωπό του δεν φαίνεται, το κρύβει η κουκούλα, που είναι κατεβασμένη χαμηλά. Ένας άστεγος. Δίπλα του στο παγκάκι, μία σακούλα. Τα υπάρχοντά του, προφανώς. 
     Και εκείνος, τι κάνει; Είναι σκυμμένος και, με μεγάλη προσήλωση, διαβάζει ένα αρκετά ογκώδες βιβλίο. Γύρω του η ζωή φωνάζει, πεζοί περνάνε από μπροστά του, ο θόρυβος από τα αυτοκίνητα όλο και δυναμώνει, και εκείνος είναι χωμένος στον κόσμο του βιβλίου που διαβάζει. Και δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψεις αυτήν τη φωτογραφία, που δεν καταγράφεται από καμία φωτογραφική μηχανή, αλλά χαράζεται βαθιά μέσα στο μυαλό σου. 
     Και ο σωματώδης, ρακένδυτος, άστεγος άνδρας, χωρίς να λέει ούτε μία λέξη, βουβά φωνάζει αυτό ακριβώς που είναι: Άνθρωπος. Και αν εκείνη την στιγμή μπορούσες να τραβήξεις μια φωτογραφία, θα ήταν η πιο τραγική και η πιο μεγαλειώδης φωτογραφία ταυτόχρονα.
     Και νιώθεις ταυτόχρονα θλίψη και ελπίδα για το ανθρώπινο είδος. Και σκέφτεσαι ότι αυτή τη φωτογραφία θα πρέπει οπωσδήποτε να τη μοιραστείς...