Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2019

Καυτή είδηση



     Η Αρτίστα ήπιε μια γουλιά καφέ και ακούμπησε το φλυτζάνι της στο μικρό τραπεζάκι του σαλονιού. Η μέρα έξω ήταν ιδιαίτερα μουντή και το σαλόνι ήταν ιδιαίτερα σιωπηλό. Πλησίασε στο ραδιόφωνο, το άναψε και άρχισε να ψάχνει τις συχνότητες των σταθμών. Το χέρι της σταμάτησε στο άκουσμα μιας μουσικής τζαζ.
     - Ό,τι πρέπει για μια μέρα όπως η σημερινή, σκέφτηκε η Αρτίστα.
     Γύρισε στην προηγούμενη θέση της και κάθησε στον καναπέ. Ήπιε άλλη μια γουλιά καφέ.
     - Τι μουσική είναι αυτή; ακούστηκε η φωνή της μητέρας Θεοδοσίας, που μόλις είχε βγει από το δωμάτιό της.
     - Είναι τζαζ, μητέρα, είπε η Αρτίστα όσο πιο ευγενικά μπορούσε.
     - Τι τζαζ και κουραφέξαλα; είπε η μητέρα Θεοδοσία με μια έκφραση απέχθειας στο πρόσωπό της. Γιατί δεν βάζεις κάτι άλλο;
     - Σαν τι άλλο, μητέρα;
     - Βάλε λίγη Μαρινέλλα, λίγη Μοσχολιού, έστω… Ακόμα και νέο κύμα μπορώ να ακούσω…. Αυτή η Χωματά, τώρα τελευταία, ακούγεται ότι είναι καλή αοιδός.
     Η Αρτίστα δεν θέλησε να σχολιάσει και πήγε πρόθυμα στο ραδιόφωνο. Βρήκε έναν άλλον σταθμό.
     - Ο Χιώτης πώς σας φαίνεται, μητέρα; ρώτησε. Παίζει μια τελευταία του επιτυχία, «Περασμένες μου αγάπες» είναι ο τίτλος, να το αφήσω;
     - Άσ’το, είπε η μητέρα Θεοδοσία, καλό είναι… Και πήγαινε, σε παρακαλώ, να μου σιδερώσεις τη γαλάζια μου τη νυχτικιά. Αυτή εδώ δεν με κολακεύει καθόλου.
     - Θα πάω, μητέρα, είπε υπάκουα η Αρτίστα.
     Πήγε στο δωμάτιο, όπου μία σκάφη με ασιδέρωτα ρούχα την περίμενε υπομονετικά. Η Αρτίστα αναστέναξε. Είχε έρθει η ώρα να βάλει σίδερο.
     Έστησε τη σιδερώστρα, έβαλε το σίδερο στην πρίζα, και άρχισε να σιδερώνει. Στο ραδιόφωνο, η Μαίρη Λίντα είχε ήδη τελειώσει το τραγούδι της. Ακούστηκε το σήμα του σταθμού και άρχισε το δελτίο ειδήσεων.
     - Πφφφ, ειδήσεις, είπε η μητέρα Θεοδοσία και εξαφανίστηκε, ενοχλημένη, στο δωμάτιό της.
     Η Αρτίστα έμεινε μόνη της να σιδερώνει. Οι ειδήσεις ήταν όλες μέσα στην αισιοδοξία. Φόροι, εγκλήματα, δηλώσεις πολιτικών… Η Αρτίστα άκουγε σχεδόν μηχανικά. Ξάφνου, την προσοχή της τράβηξε μία διαφορετική είδηση: σε ένα ορεινό χωριό στα Ιμαλάια, έλεγε η είδηση, είχε βρεθεί μία πηγή με θαυματουργό νερό, που, όπως φαινόταν, συντελούσε στην αντιστροφή της διαδικασίας της γήρανσης.
     Η Αρτίστα έβαλε ένα σεντόνι στη σιδερώστρα και συνέχισε το σιδέρωμα. Στο ραδιόφωνο, η είδηση συνεχιζόταν. Επιστήμονες από όλο τον κόσμο, συνέρρεαν στην περιοχή εκείνη των Ιμαλαΐων και έπαιρναν δείγματα του νερού, ενώ αναλύσεις επί αναλύσεων δεν είχαν καταφέρει να εντοπίσουν πού οφειλόταν αυτή του η ιδιότητα. Ήδη, ένας 70χρονος Γερμανός επιστήμονας, που είχε πιει από το συγκεκριμένο νερό, είχε δει σημαντική βελτίωση στη φυσική του κατάσταση, με την αρθρίτιδα να έχει σχεδόν εξαφανιστεί και την όρασή του να έχει βελτιωθεί κατά ογδόντα τοις εκατό!
     Μια αμερικανική εταιρεία είχε δείξει ενδιαφέρον να εκμεταλλευτεί εμπορικά την πηγή με το θαυματουργό νερό, ενώ είχαν αυξηθεί οι πτήσεις στην περιοχή κατά εκατόν τριάντα τέσσερα τοις εκατό, ακολουθώντας το όλο και αυξανόμενο ρεύμα των ηλικιωμένων τουριστών που επιθυμούσαν να ξανανιώσουν, πίνοντας νερό απευθείας από την πηγή. Σε ιατρικά ερευνητικά κέντρα στην Ελβετία υπήρχαν τεράστιες λίστες αναμονής, από ηλικιωμένους που ανυπομονούσαν να ενταχθούν σε προγράμματα έρευνας, που αφορούσαν τις επιπτώσεις του συγκεκριμένου νερού.
     Πολύ καλό ακουγόταν όλο αυτό, να’ταν άραγε αλήθεια;
     - Πάω στοίχημα ότι είναι πρωταπριλιά, σκέφτηκε η Αρτίστα.
     Αλλά, όχι, πότε ήταν που άλλαξε ο χρόνος και που έφτιαξε βασιλόπιτα; Μόλις προχθές είχαν φάει τα τελευταία κομμάτια. Όχι, πρωταπριλιά δεν ήταν.
Η Αρτίστα βυθίστηκε σε σκέψεις. Άραγε, το νερό αυτό ήταν πράγματι θαυματουργό; Και αν ξανάνιωνε το σώμα, δε θα ξανάνιωνε και το μυαλό; Μήπως εκτός από την όραση, βελτιωνόταν και η μνήμη;
     - Φαντάσου να έπινε από αυτό το νερό η μητέρα Θεοδοσία, θα ήταν πραγματική σωτηρία, σκέφτηκε η Αρτίστα.
     Ναι, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον αυτό. Ίσως έτσι να μην χρειαζόταν να αλλάζει τον σταθμό κάθε φορά που δεν έπαιζε Μαρινέλλα ή Μοσχολιού, ή, έστω Χιώτη. Ίσως να μην χρειαζόταν να σιδερώνει τη γαλάζια τη νυχτικιά.
     Και εκείνη θα έπινε από το νερό, γιατί όχι; Άσχημα θα ήταν να γινόταν πιο νέα, να είχε ενέργεια και όρεξη για να ταξιδεύει, να μαθαίνει νέα πράγματα, να βγαίνει, να διασκεδάζει… Και στο στεφάνι της θα έδινε να πιει, το αγαπούσε το στεφάνι της η Αρτίστα. Μαζί θα ταξίδευαν, μαζί θα διασκέδαζαν, μαζί θα ζούσαν τη δεύτερή τους νεότητα.
     - Τι μυρωδιά είναι αυτή; ακούστηκε και πάλι η φωνή της μητέρας Θεοδοσίας.
     Στο ραδιόφωνο οι ειδήσεις είχαν προ πολλού τελειώσει. Και η Αρτίστα συνειδητοποίησε ότι, εκτός από τα τόουστ, μπορούσε να καίει και τα σεντόουνια.  

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

Χωρίς ανακοινώσεις






     Η Χιονάτη κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και χαμογέλασε.
     - Χρόνια μου πολλά, είπε.
     Ο καθρέφτης της χαμογέλασε και εκείνος.
     - Χρόνια πολλά, της απάντησε. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, πρόσθεσε.
     Και αυτό ήταν αλήθεια. Ο χρόνος της είχε φερθεί ιδιαίτερα καλά. Είχαν βοηθήσει, βέβαια, και κάποιες καλλυντικές κρέμες, αλλά το πιο σημαντικό ήταν που το δέρμα της ήταν καλής ποιότητας. Της το είχε επιβεβαιώσει και ο βασιλικός δερματολόγος.
     Ακούστηκε ένα ελαφρύ χτύπημα στην πόρτα και η πόρτα μισάνοιξε. Ήταν η προσωπική της καμαριέρα.
     - Όλα έτοιμα, μεγαλειοτάτη, είπε η καμαριέρα.
     Η Χιονάτη χαμογέλασε ευγενικά.
     - Στολίστηκε η σάλα; Στρώθηκε το τραπέζι; Ετοιμάστηκαν τα φαγητά; Η τούρτα;
     - Όλα πηγαίνουν σύμφωνα με το πρόγραμμα, μεγαλειοτάτη. Τα φαγητά είναι έτοιμα για σερβίρισμα, η τούρτα στολίστηκε, τα πατώματα σφουγγαρίστηκαν, τα χαλιά τινάχτηκαν και τα έπιπλα ξεσκονίστηκαν εξονυχιστικά, τα τζάμια λάμπουν, οι καθρέφτες το ίδιο, το μεγάλο τραπέζι της σάλας στολίστηκε με τα λουλούδια που έφεραν πρωί-πρωί από το βασιλικό θερμοκήπιο, το κρασί που επιλέξατε από τη βασιλική κάβα βρίσκεται στη σωστή θερμοκρασία, και το φόρεμά σας είναι έτοιμο και φρεσκοσιδερωμένο.
     - Πολύ ωραία, είπε η Χιονάτη. Δεν πιστεύω να στείλατε προσκλήσεις!
     - Ούτε μία μεγαλειοτάτη. Σας θυμίζω και ότι όσοι βοήθησαν στη διοργάνωση της γιορτής έχουν ορκιστεί απόλυτη εχεμύθεια, οπότε δεν θα υπάρξουν διαρροές. Να φέρω το φόρεμά σας να το φορέσετε;
     - Αργότερα… Πήρε κανείς τηλέφωνο;
     - Όχι, μεγαλειοτάτη.
     - Θα πάρουν αργότερα, μάλλον. Φέρε μου, σε παρακαλώ, τον προσωπικό μου υπολογιστή και ύστερα πήγαινε να βοηθήσεις στην κουζίνα. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τη σύνδεση, φαντάζομαι…
     - Όχι, μεγαλειοτάτη. Η σύνδεση δουλεύει ρολόι.
     Η προσωπική καμαριέρα της Χιονάτης της έφερε τον υπολογιστή της και εξαφανίστηκε. Άνοιξε η Χιονάτη τον υπολογιστή και μπήκε στο φέισμπουκ. Την υποδέχτηκε η πληροφορία ότι η Bonnie Longhair, το ψευδώνυμο της Ραπουνζέλ, έπινε δηλητηριώδεις ουσίες στην τοποθεσία ΤΟ ΚΛΑΜΠ. Για του λόγου το αληθές, ακριβώς κάτω από την πληροφορία, υπήρχε μία φωτογραφία της Ραπουνζέλ, με ένα ποτό στο χέρι και κάτι άγνωστους τύπους στο τσακίρ κέφι δίπλα της, να χαμογελάει. Αυτό είχε γίνει πριν από δέκα ώρες.
     - Μπράβο ξενύχτι! σκέφτηκε η Χιονάτη.
     Αμέσως κάτω από τη φωτογραφία της Ραπουνζέλ, υπήρχε η φωτογραφία ενός ταψιού με ένα μπακλαβά, την οποία είχε αναρτήσει η She Hrazade, δηλαδή η Σεχραζάντ, και από κάτω έγραφε: Να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει.
     Η Χιονάτη ξερογλείφτηκε και κοίταξε ακόμα πιο κάτω. Η Cindy Tinyfoot, δηλαδή η Σταχτοπούτα, είχε αναρτήσει τη φωτογραφία ενός τζακιού και δήλωνε ότι κρύωνε, στην τοποθεσία ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΜΟΥ. Στην άκρη της φωτογραφίας φαινόταν η άκρη των μικροσκοπικών ποδιών της Σταχτοπούτας, που φορούσαν χοντρές κάλτσες.
     Η Χιονάτη αποφάσισε να δει τα μηνύματά της. Κανένα. Μα, κανένας δεν είχε θυμηθεί τα γενέθλιά της; Άλλες χρονιές κατακλυζόταν από μηνύματα και ευχές, και φέτος τίποτα; Ένιωσε μία έντονη παρόρμηση να δημοσιοποιήσει τα γενέθλιά της, αλλά κρατήθηκε. Όχι, το είχε υποσχεθεί στον εαυτό της. Δεν θα δημοσιοποιούσε τίποτα. Έτσι θα έβλεπε ποιοι την αγαπούσαν πραγματικά, ποιοι θυμούνταν μια τόσο σημαντική για εκείνη ημερομηνία.
     Μπήκε στο χρονολόγιο της Ωραίας Κοιμωμένης. Βασιλικός ύπνος, ήταν το σχόλιο της τελευταίας ανάρτησης και έδειχνε ένα τεράστιο κρεβάτι, καλυμμένο με ένα πολύχρωμο πάπλωμα, στην τοποθεσία COMFORT RESORT VILLAS.
     Ο Kontorevithoulis ποζάριζε με τρία μανεκέν, καπνίζοντας ένα πούρο και από κάτω έγραφε: #mikros_ sto_ mati#. Τα μανεκέν φορούσαν κοντά φορέματα, που του έφταναν στο ύψος των ματιών, και ο Κοντορεβυθούλης χαμογελούσε πονηρά.
     Η Χιονάτη αναστέναξε και κοίταξε το χρονολόγιο του Πινόκιο (Puppetboy). Ο Πινόκιο είχε αναρτήσει ένα ανέκδοτο και από κάτω σχολίαζε: 2good2btrue. Η Χιονάτη έκλεισε τον υπολογιστή προβληματισμένη.
     Ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα και εμφανίστηκε ξανά η καμαριέρα.
     - Μεγαλειοτάτη, έφεραν το ταχυδρομείο, ανακοίνωσε.
     - Επιτέλους, φερ’το αμέσως, είπε η Χιονάτη και έτρεξε στο σεκρετέρ της.
     Η καμαριέρα έφερε πέντε φακέλους. Δεν ήταν αυτό που ήλπιζε, αλλά καλοί ήταν και οι πέντε φάκελοι. Έπιασε τον πρώτο. Λογαριασμός ρεύματος. Δεν το έλεγες και ευχετήρια κάρτα. Τον άφησε αμέσως κάτω. Ο δεύτερος φαινόταν πιο ελπιδοφόρος. Διαφημιστικό για ινστιτούτο ομορφιάς. Κρίμα τη χαρά που έκανε. Ο τρίτος ήταν από τους εφτά νάνους.
     - Να που κάποιος το θυμήθηκε! αναφώνησε η Χιονάτη και άνοιξε τον φάκελο.
     Απογοητεύτηκε από τις πρώτες κιόλας γραμμές. Οι νάνοι απλώς της έγραφαν τα νέα τους. Τα αρθριτικά τούς ταλαιπωρούσαν όλους και ο Γκρινιάρης είχε ανεβάσει και υψηλή πίεση, ο Σοφός, δε, ήταν της γνώμης ότι είχε φτάσει πια η ώρα να βγουν στη σύνταξη. Οι νάνοι δεν ήξεραν τι να αποφασίσουν και ζητούσαν την γνώμη της.
     - Μέχρι κι οι νάνοι τα ξέχασαν τα γενέθλιά μου, είπε η Χιονάτη. Και τους θεωρούσα φίλους!
     Ο τέταρτος φάκελος ήταν από την Κοκκινοσκουφίτσα. Ήταν πρόσκληση σε πάρτυ γενεθλίων. Μωρέ, θράσος και αυτό, να ξεχνάει τα γενέθλια της Χιονάτης και να την προσκαλεί στα δικά της γενέθλια!
     - Σιγά μην πάω! είπε η Χιονάτη και έσκισε την πρόσκληση στα τέσσερα, προτού την πετάξει στο καλάθι των αχρήστων.
     Έριξε μια βιαστική ματιά και στον τελευταίο φάκελο: δεν ήταν καν για εκείνη, είχε γίνει λάθος από το ταχυδρομείο. Έλεος πια με τα ταχυδρομεία!
     Η Χιονάτη πήγε στον καθρέφτη.
     - Δεν μπορεί, είπε στο είδωλό της, είναι ακόμα νωρίς, ούτε πέντε δεν έχει πάει, αργότερα θα το θυμηθούν όλοι, τι που δεν έκανα ανακοίνωση μέσω φέισμπουκ ή που δεν έστειλα προσκλήσεις, όλοι τα ξέρουν τα γενέθλιά μου, κάπου θα τα έχουν σημειώσει, δεν μπορεί, σε κάποια ατζέντα ίσως, έτσι τα σημείωναν παλιά, είναι φίλοι, να δεις που θα έρθουν όλοι να μου ευχηθούν τελικά.
     Κάλεσε την καμαριέρα της. Είχε έρθει η ώρα να ντυθεί για τη γιορτή. Και αφού ντύθηκε με τη βοήθεια της καμαριέρας, κατέβηκε στη σάλα και έλεγξε τα πάντα: τα βρήκε όλα στην εντέλεια.
     Αλλά η ώρα περνούσε και κανένας δεν έδινε σημεία ζωής, ενώ το στομάχι της Χιονάτης άρχισε να γουργουρίζει (και τα βασιλικά στομάχια γουργουρίζουν όταν πεινάνε). Στο μεταξύ, γύρισε και ο άντρας της από τη δουλειά, και κάθησε στη συνηθισμένη του θέση για να φάει, και ούτε που πρόσεξε τον προσεγμένο διάκοσμο, ούτε το καινούργιο φόρεμα της Χιονάτης, που της πήγαινε τόσο πολύ…
     - Μήπως ξέχασες κάτι; τον ρώτησε και του χαμογέλασε.
     - Δεν νομίζω, είπε εκείνος, τα σκουπίδια τα πέταξα, είμαι σίγουρος.
     - Δε μιλάω για τα σκουπίδια, μιλάω για κάτι άλλο…
     - Κάτσε να φάμε και μου τα λες μετά, δε σε βλέπω από την πείνα! Εσύ δεν πεινάς;
     Η Χιονάτη κάθησε στο τραπέζι.
     - Δεν αλλάζεις καλύτερα; είπε ο βασιλιάς, θα το λερώσεις το καλό σου το φόρεμα, αμαρτία είναι, δεν έχουμε, δα, και καμιά γιορτή…
     Το λευκό πρόσωπο της Χιονάτης κοκκίνισε μονομιάς και μια ρυτίδα ζωγραφίστηκε ανάμεσα από τα φρύδια της, αλλά δεν είπε τίποτα.
     Τελείωσαν το φαγητό τους και οι υπηρέτες μάζεψαν τα πιάτα. Τότε πρόσεξε ο βασιλιάς και τα άλλα σερβίτσια.
     - Περιμένουμε κόσμο; είπε.
     - Από ό,τι φαίνεται όχι, είπε η Χιονάτη έτοιμη να βάλει τα κλάμματα.
     - Και τι τα θέλουμε τόσα σερβίτσια; Και τόσα λουλούδια στα βάζα, είναι απαραίτητα; Μήπως θέλεις να μου πεις κάτι; Πάλι είσαι έγκυος;
     Η Χιονάτη γύρισε τα μάτια προς το ταβάνι, εκεί που ένας τεράστιος πολυέλαιος έλαμπε σαν τον ήλιο.
     - Άναψες και το μεγάλο πολυέλαιο; Ξέρεις πόσο θα μας έρθει ο λογαριασμός του ρεύματος; Αχ, βρε γυναίκα, δεν θα έβλαπτε να κάναμε και λίγη οικονομία…
     - Αρκετά! φώναξε η Χιονάτη και πετάχτηκε όρθια. Γιατί το ένα, γιατί το άλλο, είναι τα γενέθλιά μου σήμερα, αναίσθητε! Αλλά πού να το θυμηθείς!
     - Σήμερα είναι; Δεν είσαι έγκυος, δηλαδή;
     - Τι έγκυος; Ξύπνα, έχω γενέθλια λέμε!
     - Καλά, περιστεράκι μου, μη θυμώνεις, έχεις γενέθλια, το κατάλαβα… Έχεις δίκιο, το ξέχασα, είμαι ένας γάιδαρος, αλλά δεν με βοηθάς κι εσύ… Το ξέρεις ότι οι άντρες έχουμε πρόβλημα στο να θυμόμαστε επετείους! Χρόνια πολλά, βασίλισσά μου, να σε χαίρομαι και να σε καμαρώνω, και χαλάλι ο πολυέλαιος… Πες μου τι δώρο θέλεις και θα σου το πάρω!
    - Τίποτα δε θέλω, να το θυμόσουν, τόσο σημαντική είμαι, λοιπόν, για εσένα, τόσο σημαντική για όλους, που κανένας δε θυμήθηκε τα γενέθλιά μου;
     - Και γι'αυτό στενοχωριέσαι, καρδούλα μου; Γιατί δεν το ανακοινώνεις στο φέισμπουκ να δεις για πότε θα σου ευχηθούν όλοι;
     Αντί για απάντηση, η Χιονάτη όρμησε στην τούρτα. Και χωρίς να περιμένει να τη σερβίρουν,  έκοψε μόνη της ένα μεγάλο κομμάτι. Και αφού το έφαγε, έκοψε και δεύτερο. Και σαν να γλυκάθηκε λίγο...

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2019

Το παρασκήνιο μιας επιλογής

                               

     Η Μαρία (η Κανελλάκη, ντε!) τοποθέτησε το τελευταίο της τρόπαιο στο ράφι. Ίσα-ίσα χώρεσε. Σύντομα θα χρειαζόταν και δεύτερο ράφι. Έπρεπε να τα ξεσκονίζει κιόλας τα τρόπαια, τι κουραστικό! Μήπως θα έπρεπε να τα σκεπάσει με κάτι να μην σκονίζονται; Με ένα σεντόνι, μήπως; Νοερά έφερε στο μυαλό της όλα τα σεντόνια που είχε στο σπίτι. Μπα, κανένα δεν ταίριαζε με το λεοπάρ της ταπετσαρίας του καναπέ. Θα έπρεπε να αγοράσει καινούργιο σεντόνι. Ή να αλλάξει ταπετσαρία. Αλλά της άρεσε πολύ το λεοπάρ.
     - Ο καφές! είπε ξαφνικά η Μαρία και έτρεξε στην κουζίνα.
     Ίσα που πρόλαβε. Ο καφές στο μπρίκι είχε ήδη φουσκώσει, ήταν ζήτημα δευτερολέπτων να χυθεί και να της κάνει την κουζίνα χάλια.
     Ανακουφισμένη, άδειασε το μπρίκι σε ένα λουλουδάτο φλυτζανάκι που ήταν ήδη τοποθετημένο στο τραπέζι.
     - Πολλές φουσκάλες, σκέφτηκε. Τι να σημαίνουν, άραγε;
     Άνοιξε ένα τρανζιστοράκι που ήταν επάνω στο τραπέζι και έψαξε τους σταθμούς. Σε έναν από τους σταθμούς, η Πρωτοψάλτη τραγουδούσε «η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα».
     - Μεγάλο πράγμα η σωτηρία της ψυχής, αλήθεια, σκέφτηκε η Μαρία.
     Και η Σωτηρία, η ξαδέρφη της, που ήξερε να λέει τον καφέ, κι αυτή μεγάλη ήταν. Να την έπαιρνε, άραγε, να τη ρωτούσε για τις φουσκάλες;
     Δίπλα της είχε το τελευταίο δελτίο του «Πάμε στοίχημα - Παίζοντας με τις Λέξεις». Κοίταξε τις αποδόσεις. 0,5 έγραφε δίπλα στο όνομά της, τη μικρότερη από όλες τις αποδόσεις. Κοινώς, τη θεωρούσαν σιγουράκι. Θυμωμένη, για την ευκολία με την οποία οι άλλοι έβαζαν ταμπέλες, ήπιε μια γουλιά καφέ. Όπως ήταν φυσικό, κάηκε.
Εκείνη ακριβώς την στιγμή, χτύπησε το τηλέφωνο.
     - Εμπρόθ, είπε η Μαρία, που δεν αισθανόταν την γλώσσα της από το κάψιμο.
     - Συγγνώμη, λάθος, ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής και η γραμμή έκλεισε.
     Η Μαρία άφησε το τηλέφωνο και άρχισε να απομακρύνεται, αλλά εκείνο ξαναχτύπησε.
     - Εμπρόθ, είπε η Μαρία, πιο θυμωμένα αυτή τη φορά.
     - Συγγνώμη, είπε η ίδια φωνή, δεν ξέρω πώς το έκανα πάλι, ήμουν σίγουρη ότι κάλεσα τη Μαρία την Κανελλάκη…
     - Εγώ είμαι, είπε η Μαρία.
     - Έλα, βρε Μαρία, και δεν σε γνώρισα! Τι κάνεις;
     - Καλά, τον καφέ μου έπινα και τθουρουφλίθτηκα…
     - Α, γι’αυτό μιλάς σαν ισπανίδα; γέλασε η Μεμαρία, αφού αυτή ήταν στο τηλέφωνο.
     - Μη γελάθ καθόλου, τθουρουφλίθτηκα, θου λέω, δεν νιώθω τη γλώθθα μου…
     - Εύχομαι να σου περάσει γρήγορα. Ξέρεις γιατί σε πήρα;
     - Όχι, πού να κθέρω;
     - Μπήκε ο Ιανουάριος!
     - Ε, και;
     - Μα, το ξέχασες; Είναι η σειρά σου να δώσεις τις λέξεις για το παιχνίδι!
     - Α, ναι, το παιχνίδι…
     - Λοιπόν; Ποιες είναι οι λέξεις σου;
     - Δεν τιθ έχω έτοιμεθ, θα θκεφτώ και θα θε πάρω αργότερα.
     - Α, καλά, μην αργείς όμως, η Πίπη και η Γούμαν έχουν αφηνιάσει…
     - Καλά, είπε η Μαρία και από μέσα της σκέφτηκε: είχα μια φαγούρα!
     Και τώρα ήταν πάλι μόνη, εκείνη, τα τρόπαια, το δελτίο του στοιχήματος, ο καφές, η τσουρουφλισμένη της γλώσσα, το τρανζίστορ, που τώρα έπαιζε μια διαφήμιση, και η λεοπάρ ταπετσαρία του σαλονιού. Τι λέξεις έπρεπε να επιλέξει, άραγε; Όλοι πίστευαν ότι το μυαλό της ήταν μια ανεξάντλητη πηγή ιδεών, αλλά ορίστε που τώρα δεν μπορούσε να σκεφτεί πέντε απλές λέξεις.
     Πήγε στη βιβλιοθήκη και πήρε ένα λεξικό. Θα διάλεγε στην τύχη. Πρώτη επιλογή: χαμαιλέοντας. Δεύτερη επιλογή: σεβάσμιος. Τρίτη επιλογή: στολίζω. Τέταρτη επιλογή: δρυς. Πέμπτη επιλογή: τεχνοκράτης.
     Κοίταξε τις λέξεις. Καθόλου άσχημα. Πήγε στο τηλέφωνο. Καθώς καλούσε τη Μεμαρία, ένα πονηρό χαμόγελο άνθισε στα χείλη της...