Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

Παράπλευρη απώλεια



     Τα κούτσουρα έτριξαν στο τζάκι και μια φωτεινή κουκίδα εκσφενδονίστηκε επάνω στην άσπρη, φουντωτή ουρά της Νιαουρίτσας.
     - Νιάου! Έκανε η Νιαουρίτσα και πετάχτηκε μακριά από το τζάκι.
     Ο Άη-Βασίλης πετάχτηκε από τον ύπνο του και η κουνιστή πολυθρόνα του άρχισε να κουνιέται.
     - Εσύ ήσουν, καημένη; ρώτησε τη Νιαουρίτσα, αλλά εκείνη μόνο τον κοίταξε με τα καταπράσινα μάτια της.
     - Με τρόμαξες, της είπε ο Άη-Βασίλης και ξανάκλεισε τα μάτια του.
     Αλλά δεν κατάφερε να ξανακοιμηθεί. Στο μυαλό του έρχονταν συνέχεια τα λόγια του γιατρού: «χρειάζεσαι επειγόντως ξεκούραση και αλλαγή περιβάλλοντος».
     «Δεν μπορώ να λείψω», είχε πει ο Άη-Βασίλης, «τι θα γίνουν τα παιδιά χωρίς δώρα;», αλλά ο γιατρός είχε κουνήσει το κεφάλι του και είχε πει ότι αυτό ήταν το τελευταίο που θα έπρεπε να τον απασχολεί, έπρεπε να δώσει προτεραιότητα στην υγεία του.
      «Ανάθεσε σε κάποιον από τους βοηθούς σου να μοιράσουν τα δώρα φέτος, αλλιώς τα παιδιά θα μείνουν και χωρίς δώρα και χωρίς Άη-Βασίλη» του είχε πει επί λέξει.
     - Βρήκα πού θα πάμε, ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του, καθώς έμπαινε στο δωμάτιο κρατώντας ένα περιοδικό. Πώς σου φαίνεται αυτό;
     Του κράτησε μπροστά του το περιοδικό. Μία φωτογραφία έδειχνε μια παραλία με λεπτή, λευκή άμμο, τυρκουάζ θάλασσα και δύο φοίνικες, στους οποίους είχε δεθεί μία αιώρα. Δίπλα, με μεγάλα γράμματα έγραφε: «ΦΕΤΟΣ, ΑΡΑΞΤΕ ΤΡΟΠΙΚΑ». Ο Άη-Βασίλης κοίταξε καλά-καλά τη φωτογραφία και αναστέναξε.
     - Δεν μπορώ να με φανταστώ σε μία τέτοια παραλία, είπε. Εγώ είμαι μαθημένος αλλιώς. Αν με δει ο ήλιος θα με κάψει.
     - Θα βάλεις αντηλιακό, του είπε η γυναίκα του. Εξάλλου, θυμάσαι τι είπε ο γιατρός. Χρειάζεσαι επειγόντως αλλαγή περιβάλλοντος.
     - Και ποιος θα μοιράσει τα δώρα, βρε γυναίκα;
     - Τόσους βοηθούς έχεις, βρες κάποιον και πες του να το αναλάβει αυτός φέτος.
     - Και πιστεύεις ότι μπορώ να εμπιστευτώ κάποιον και να τον αφήσω ολομόναχο να κάνει μια τόσο υπεύθυνη δουλειά; Ξέρεις πόσες φορές έχουν χάσει την πυξίδα και πηγαίναμε στα τυφλά, ή πόσες φορές γυρίζω στο έλκηθρο και κάποιος τάρανδος το έχει σκάσει, όσο εκείνοι λένε ανέκδοτα και τρώνε σοκολάτες;
     - Κάποιος θα είναι πιο υπεύθυνος.
     - Αμ’ το άλλο; Πού θα βρω βοηθό να του κάνει η στολή, που είναι όλοι τους πετσί και κόκαλο, λες και τρώνε αέρα κοπανιστό;
     - Αυτό διορθώνεται, θα γεμίσουμε την στολή με βαμβάκι.
     - Όλα εύκολα τα βλέπεις εσύ.
     Αλλά η γυναίκα του δεν απάντησε τίποτα, μόνο τον κοίταξε αυστηρά. Και ο Άη-Βασίλης αναστέναξε, επειδή κατάλαβε ότι δεν είχε επιλογή.
     Το ίδιο βράδυ οι δυο τους ξενύχτησαν, εξετάζοντας κάθε βοηθό εξονυχιστικά, μέχρι που κατέληξαν στον Τζίγκλμπελ, τον πιο παλιό από τους βοηθούς του Άη-Βασίλη, ο οποίος καθόταν πάντα δίπλα του στο έλκηθρο και ήξερε τη δουλειά πολύ καλύτερα από όλους. Και το επόμενο πρωί κάλεσαν τους βοηθούς και τους ανακοίνωσαν την απόφασή τους, δίνοντάς τους παράλληλα οδηγίες για να πάει καλά η επιχείρηση.
     Πολλοί βοηθοί άρχισαν να γκρινιάζουν, αλλά η γυναίκα του Άη-Βασίλη τους έριξε ένα βλέμμα από εκείνα που συνήθως έριχνε στον άντρα της και οι βοηθοί σώπασαν. Η γυναίκα του Άη-Βασίλη τους έβαλε να ορκιστούν ότι θα βοηθούσαν τον Τζίγκλμπελ στην αποστολή του, σαν να ήταν ο ίδιος ο Άη-Βασίλης, και πήρε τα μέτρα του Τζίγκλμπελ, για να του προσαρμόσει την στολή, την οποία γέμισε με βαμβάκι παντού, δίνοντας έμφαση στην κοιλιά.
     Την επόμενη μέρα, όλα ήταν κιόλας έτοιμα για το ταξίδι του Άη-Βασίλη. Ο Τζίγκλμπελ έβαλε τις βαλίτσες στο έλκηθρο και ο ίδιος τους συνόδευσε μέχρι το αεροδρόμιο, για να πάρουν το αεροπλάνο που θα τους οδηγούσε στην παραλία του περιοδικού. Ο Άη-Βασίλης ένιωσε σίγουρος για την επιλογή του, βλέποντας πόσο προσεκτικά οδηγούσε το έλκηθρο ο Τζίγκλμπελ.
     - Είδες που ανησυχούσες; του ψιθύρισε η γυναίκα του.
     Το αεροπλάνο απογειώθηκε και κατευθύνθηκε προς το Νότο, και το ιπτάμενο έλκηθρο του Άη-Βασίλη απογειώθηκε και τράβηξε προς το Βορρά. Και μόλις το έλκηθρο προσγειώθηκε, ο Τζίγκλμπελ στρώθηκε στη δουλειά.
     Όλοι ακολούθησαν το παράδειγμά του και δούλευαν με κέφι. Τα πακέτα με τα δώρα στιβάζονταν το ένα επάνω στο άλλο και η αποθήκη με τα δώρα γέμιζε με γοργούς ρυθμούς. Και η παραμονή της Πρωτοχρονιάς έφτασε.
     Ο Τζίγκλμπελ φόρεσε με προσοχή την κόκκινη στολή του Άη-Βασίλη και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Στο πρόσωπό του είχε βάλει μια ψεύτικη γενειάδα από βαμβάκι.
     - Ίδιος ο Άη-Βασίλης είμαι, σκέστηκε ο Τζίγκλμπελ.
     Τα δώρα φορτώθηκαν στο έλκηθρο με προσοχή και ο Τζίγκλμπελ πήρε στα χέρια του τα γκέμια. Σε ένα λεπτό το έλκηθρο ήταν κιόλας στον αέρα.
     Πολλά χιλιόμετρα πιο νότια, ο Άη-Βασίλης στριφογύρισε στο κρεβάτι του.
     - Τι συμβαίνει; τον ρώτησε η γυναίκα του.
     - Έχω αγωνία. Λες να τα καταφέρει ο Τζίγκλμπελ;
     - Σίγουρα θα τα καταφέρει. Κοιμήσου τώρα. Αύριο πρέπει να ξυπνήσουμε νωρίς. Το πλοίο που θα μας πάει στα ανοιχτά για να κολυμπήσουμε με τα δελφίνια φεύγει στις 8.
     Ο Άη-Βασίλης γύρισε από το άλλο πλευρό και ύστερα από λίγο, το μόνο που ακουγόταν ήταν το ροχαλητό του...
     Ο καιρός ήταν καλός εκείνο το βράδυ και το έλκηθρο έτρεχε χωρίς ιδιαίτερα σκαμπανεβάσματα. Πολύ σύντομα, ο Τζίγκλμπελ άρχισε το μοίρασμα των δώρων.
     - Ωραία που είναι! είπε ο Τζίγκλμπελ, μόλις επέστρεψε στο έλκηθρο από την πρώτη παράδοση. Κατέβηκα μέσα από την καμινάδα και πρόσεχα να μην πέσω, αλλά μέσα είχαν ένα πολύ όμορφο χριστουγεννιάτικο δέντρο και ήταν πολύ ζεστά. Ήπια λίγο γάλα και έφαγα και ένα μπισκότο με κομματάκια σοκολάτας, πολύ νόστιμο ήταν!
     Οι βοηθοί ετοίμασαν το επόμενο δώρο και οδήγησαν το έλκηθρο στο επόμενο σπίτι.
     - Αυτή τη φορά κατέβηκα πιο εύκολα, είπε ο Τζίγκλμπελ, μόλις επέστρεψε στο έλκηθρο. Ήπια γάλα και έφαγα και ένα μπισκότο με άρωμα κανέλλας, πολύ αρωματικό ήταν!
     Αυτό συνεχίστηκε όλο το βράδυ. Ο Τζίγκλμπελ ανεβοκατέβαινε στις καμινάδες και μετέφερε πακέτα με δώρα, πίνοντας, προτού φύγει από κάθε σπίτι, λίγο γάλα, και τρώγοντας και ένα μπισκότο. Οι βοηθοί είχαν αρχίσει να ζηλεύουν, αλλά τι να κάνουν, που είχαν ορκιστεί να τον βοηθήσουν; Και η νύχτα προχωρούσε, και μαζί με αυτήν προχωρούσε και το έλκηθρο, και μαζί με το έλκηθρο προχωρούσε και η παράδοση των δώρων.
     Κόντευε πια να ξημερώσει και ελάχιστα δώρα έμεναν να παραδοθούν. Οι βοηθοί είχαν αρχίσει να κουράζονται και να νυστάζουν, αλλά και ο Τζίγκλμπελ είχε αρχίσει να βαραίνει από το πολύ φαϊ.
     - Αυτό το μπισκότο είχε γεύση πορτοκάλι, είπε καθώς ανέβαινε στο έλκηθρο για εκατομμυριοστή φορά, νομίζω ότι έφαγα άλλα χίλια τριάντα δύο τέτοια μπισκότα απόψε, αλλά αυτό ήταν το καλύτερο με διαφορά. Φερ’τε το επόμενο δώρο!
     Ο Τζίγκλμπελ πήρε το δώρο που του έδωσαν και βούτηξε σε μια ακόμη καμινάδα. Οι βοηθοί έμειναν να αλληλοκοιτάζονται χωρίς να μιλάνε, αλλά η σιωπή τους έλεγε τόσα, μα τόσα πολλά… Ζήλευαν, ζήλευαν πολύ, που δεν τους είχε δοθεί και εκείνων η ευκαιρία να βουτάνε μέσα από καμινάδες, να μοιράζουν δώρα, να πίνουν γάλα και να τρώνε μπισκότα. Αλλά πιο πολύ τους ενοχλούσε όλη αυτή η έπαρση που είχαν αρχίσει να διακρίνουν στον αντικαταστάτη του Άη-Βασίλη. Αλλά, πάλι, είχαν ορκιστεί στη γυναίκα του Άη-Βασίλη…
     - Πάλι σοκολατένιο μπισκότο, είπε ο Τζίγκλμπελ και άπλωσε το χέρι του να πάρει το επόμενο δώρο, που ήταν και το τελευταίο.
     Το χρώμα του ουρανού πέρα μακριά, είχε αρχίσει να αλλάζει. Ίσα που προλάβαιναν.
     - Πάμε γρήγορα, είπε ο Τζίγκλμπελ, μόλις που πρόλαβα να το δαγκώσω το μπισκότο, πάμε να φύγουμε, έρχεται ο ήλιος!
     Αλλά οι βοηθοί άρχισαν να γελάνε, πνιχτά στην αρχή, πιο δυνατά στη συνέχεια. Και ο Τζίγκλμπελ άρχισε να αισθάνεται μια ψύχρα… Πόσο πολύ είχε πέσει η θερμοκρασία μέσα στα τελευταία λεπτά; Και γιατί γελούσαν τόσο πολύ οι βοηθοί;
     Το βλέμμα του Τζίγκλμπελ άρχισε να κατεβαίνει προς τα πόδια του, ακολουθώντας το βλέμμα των βοηθών, που τώρα πια έκλαιγαν από τα γέλια. Και τότε είδε τα πόδια του, αλλά δεν είδε το παντελόνι του Άη-Βασίλη!
     - Πάει το παντελόνι του Άη-Βασίλη, μου έπεσε! φώναξε ο Τζίγκλμπελ και οι βοηθοί γέλασαν ακόμα πιο δυνατά. Πρέπει να το πάρω πίσω!
     Αλλά τότε, οι πρώτες ακτίνες του ήλιου έκαναν την εμφάνισή τους στον ορίζοντα.
     - Δεν προλαβαίνουμε, είπαν οι βοηθοί, έρχεται η μέρα, πάμε να φύγουμε!
     Και το έλκηθρο, με τον ξεπαγιασμένο Τζίγκλμπελ και τους σκασμένους από τα γέλια βοηθούς, κατευθύνθηκε και πάλι προς το Βόρειο Πόλο.
     Πολλά χιλιόμετρα πιο πέρα, ο Άη-Βασίλης πετάχτηκε στον ύπνο του.
     - Τι συνέβη; τον ρώτησε η γυναίκα του.
     - Τίποτα, έναν εφιάλτη έβλεπα. Τι ώρα είναι;
     - Είναι νωρίς ακόμα. Κοιμήσου.
     - Κάνει λίγη ψύχρα ή μου φαίνεται;
     - Σκεπάσου και κοιμήσου.
     Και ο Άη-Βασίλης γύρισε πλευρό, σκεπάστηκε με προσοχή και ύστερα από λίγο κοιμόταν πάλι του καλού καιρού.
     Πού να’ξερε, ο καημένος, ότι μαζί με το τελευταίο δώρο της παραμονής είχε παραδοθεί και το αγαπημένο του παντελόνι…

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018

Βασιλική διαπραγμάτευση



      Η Σταχτοπούτα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και χαμογέλασε. Οι λεπτές ρυτίδες γύρω από τα μάτια της τονίστηκαν. 
     - Μια χαρά είμαι, σκέφτηκε.
Έφτιαξε λίγο μία μπούκλα, που έπεφτε ατημέλητα και χάιδευε το γυμνό της λαιμό και απομακρύνθηκε για να δει τον εαυτό της ολόκληρο. Το φόρεμά της ήταν λίγο πιο τεντωμένο από ό,τι θα το ήθελε στη μέση, αλλά δε φαινόταν άσχημο. Εξάλλου, θα φορούσε και ετόλ. Έβαλε δύο τσιροτάκια στα μικρά δάχτυλα των ποδιών της, για να τα ανακουφίσει από τους κάλους, και φόρεσε τα καινούργια της γοβάκια. Ξανακοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
     - Τα κοσμήματά μου ξέχασα, είπε.
Άνοιξε τη μπιζουτιέρα της και έβγαλε τα αγαπημένα της διαμαντένια σκουλαρίκια, καθώς και το μαργαριταρένιο της κολιέ.
     - Τώρα μάλιστα, είπε και χαμογέλασε ξανά.
Με προσοχή κάθησε στην πολυθρόνα που βρισκόταν κοντά στο τζάκι. Πήρε από δίπλα της ένα περιοδικό μόδας και άρχισε να το ξεφυλλίζει. Το ρολόι του τοίχου σήμανε εφτά. Η Σταχτοπούτα έπιασε μία κάρτα σε χρώμα ιβουάρ, την άνοιξε και τη διάβασε.
     - Πολύ αργεί ο βασιλιάς, μονολόγησε.
Απ’έξω ακούστηκαν καλπασμοί και ήχοι από ρόδες. Ύστερα, ακούστηκαν μερικά χλιμιντρίσματα και οι ρόδες σταμάτησαν.
     Η Σταχτοπούτα πετάχτηκε από την πολυθρόνα, έστρωσε το φόρεμά της και πήρε μια αρχοντική πόζα. Ακούστηκε ήχος κλειδιού και η βαριά πόρτα της εισόδου έτριξε καθώς άνοιγε σιγά-σιγά.
     - Καλώς ήρθες, είπε η Σταχτοπούτα.
     Ο βασιλιάς κοντοστάθηκε.
     - Για πού ετοιμάστηκες; τη ρώτησε.
     - Μα, για το ρεβεγιόν, φυσικά.
     - Ποιο ρεβεγιόν;
     - Έλα τώρα, μην κάνεις πως δε θυμάσαι!
     - Αλήθεια, δε θυμάμαι.
     Η Σταχτοπούτα του έδωσε την κάρτα. Εκείνος τη διάβασε βιαστικά.
     - Απόψε είναι; ρώτησε.
     - Απόψε.
     - Να πάρει! είπε ο βασιλιάς. Απόψε έλεγα να αράξω, να κάνω κανένα ποδόλουτρο και να μου κάνεις και εσύ ένα από εκείνα τα μασαζάκια που ξέρεις, να κοιμηθώ σαν πουλάκι και να ξυπνήσω αύριο το μεσημέρι.
     - Και δε θα πάμε στο ρεβεγιόν;
     - Ε, δε χάθηκε κι ο κόσμος αν δεν πάμε…
     - Και εγώ που το περίμενα πώς και πώς… Μέχρι κομμωτήριο πήγα για να φτιάξω το μαλλί…
     - Πάλι έξοδα, βρε γυναίκα; Τι θα κάνω με σένα; Δεν μπορούσαν να σε χτενίσουν εδώ, στο παλάτι;
     - Χρειαζόμουν και βαφή, είχαν αρχίσει να φαίνονται τα γκρίζα.
     - Και βαφή μπορούσαν να σου κάνουν.
     - Την άλλη φορά μπέρδεψαν το χρώμα και βγήκε μωβ, το θυμάσαι;
     - Ε, έτυχε!
     - Κι αν τύχαινε και πάλι; Εγώ δεν πάω στο ρεβεγιόν με μωβ μαλλιά!
     - Στα λόγια μου έρχεσαι!
     - Δηλαδή, τώρα, σοβαρά δε θα πάμε;
     - Αφού είμαι πτώμα, βρε γυναίκα, δεν καταλαβαίνεις;
     - Όλο τον χρόνο κλεισμένη στο παλάτι, μία φορά μου έτυχε κι εμένα μια ευκαιρία να βγω έξω, να διασκεδάσω, και εσύ μου το αρνείσαι!
     - Έτσι όπως το λες, είναι σαν να σε έχω φυλακισμένη…
     - Και δε με έχεις; Αφού δε με βγάζεις έξω! Η Χιονάτη βγαίνει με τον άντρα της κάθε βδομάδα, μερικές φορές και μεσοβδόμαδα, η Ωραία Κοιμωμένη με τον άντρα της δεν έχουν αφήσει θέατρο για θέατρο, αν πεις, δε, για την Ραπουνζέλ, όλο ταξίδια πάει με τον άντρα της.
     - Ξέρεις πόσο κοστίζει ένα ταξίδι;
     - Δε σου ζήτησα να με πας ταξίδι! Αν το ήξερα ότι ήσουν τόσο τσιγκούνης, δε θα σε είχα παντρευτεί. Καλύτερα να είχα μείνει στο πατρικό μου, να σκούπιζα και να σφουγγάριζα όλη μέρα, που στραβώθηκα και σε πήρα, και από τότε δεν έχω δει άσπρη μέρα, όλα τα μετράς, όλα τα υπολογίζεις, πόσο θα φάω, πόσο θα πιω, αν πήρα καινούργιο φόρεμα…
     - Πήρες καινούργιο φόρεμα;
     - …πόσο κάνει, αν πάρω καινούργια παπούτσια…
     - Πήρες καινούργια παπούτσια;
     - …τι είχαν τα παλιά…
     - Τι είχαν τα παλιά;
     - …αν πήγα κομμωτήριο, γιατί πήγα κομμωτήριο. Τι σου ζητάω, βρε σπαγγοραμμένε, να με βγάλεις μια μέρα κι εμένα έξω, να δω λίγο κόσμο, να χορέψω…
     - Θα χορέψεις κιόλας; Γι’αυτό όλο παίρνεις καινούργια παπούτσια!
     - Ε, δεν υποφέρεσαι!
     - Για στάσου, βρε γυναίκα! Για ποιον δουλεύω εγώ, δηλαδή, για εμένα; Ξέρεις τι δύσκολο είναι να κυβερνάς; Όλα από εμένα περνάνε. Όλη μέρα διευθετώ προβλήματα, δεν υπάρχει μέρα που να μη γίνει το κεφάλι μου καζάνι. Αλλά με βλέπεις να παραπονιέμαι;
     - Και εγώ έχω προβλήματα, ή νομίζεις ότι είναι εύκολο να έχεις ένα ολόκληρο παλάτι συγυρισμένο;
     - Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν παραπονιέμαι, επειδή όλα αυτά είναι απαραίτητα. Πώς θα τα βγάλουμε πέρα; Ή, μήπως, θέλεις να σου θυμίσω ότι δεν πήρα προίκα;
     - Σα δεν ντρέπεσαι! Το ήξερες πολύ καλά ότι ήμουν μια κοπέλα ορφανή, όταν με παντρεύτηκες.
     - Κι η Χιονάτη ορφανή ήταν, αλλά μια χαρά πύργο πήρε ο άντρας της…
     - Αφού τη δικιά μου την προίκα τη μοιράστηκαν οι δυο αδερφές μου, πώς αλλιώς  θα μπορούσαν να παντρευτούν με τα χάλια που είχαν;
     - Το γεγονός παραμένει ότι σε πήρα μόνο με τα ρούχα που φορούσες.
     - Αυτό δε σε πείραζε τότε…
     - Τότε ήμουν πρίγκηπας και με συντηρούσε ο πατέρας μου. Τώρα έγινα βασιλιάς και πρέπει να μας συντηρώ εγώ!
     - Τι να πω; Θα έπρεπε, τελικά, να είχα παντρευτεί το γιο του καρβουνιάρη…
     - Ποιος είναι ο γιος του καρβουνιάρη;
     - Εκείνος ήταν καλός, ήταν λεβέντης, ήταν κιμπάρης…
     - Αυτά δε μου τα’χες πει…
     - Δεν υπήρχε λόγος… Εξάλλου, αυτός τώρα παντρεύτηκε την κόρη του φούρναρη και καλοπερνάνε και οι δύο. Αλίμονο από κάτι άλλους που ξέρω…
     - Μου είχες πει ότι ήμουν η πρώτη σου αγάπη.
     - …αλλά, βέβαια, μου είχαν ξεσηκώσει τα μυαλά τα παραμύθια με τους πρίγκηπες, δεν μου έκανε ο φτωχός ο γιος του καρβουνιάρη… Καλά να πάθω!
     - Δεν το πιστεύω, σκέφτεσαι ακόμα τον γιο του καρβουνιάρη;
     - Εμ, να μην τον σκέφτομαι, με αυτά που μου κάνεις;
     - Ε, δεν είναι να απορεί κανείς, κι εσύ στις στάχτες μεγάλωσες…
     - Για πόσο ακόμα θα μου το χτυπάς αυτό;
     - Εσύ μου το θυμίζεις, άκου να σκέφτεται ακόμα το γιο του καβουρνιάρη! Βρε, εγώ είμαι βασιλιάς, έχω παλάτι, έχω άμαξα, άλογα, υπηρέτες, αυτός τι έχει;
     - Και που τα έχεις όλα αυτά, τι έγινε; Σε ένα ρεβεγιόν σου ζήτησα να με πας, να διασκεδάσω και εγώ μια φορά, και κάνεις λες και σου ζήτησα να πας να σκοτώσεις κανέναν δράκο!
     - Μα, είμαστε τώρα για έξοδα; Ξέρεις πόσο σανό τρώνε τα άλογα;
     - Χριστούγεννα είναι, επιτέλους, δεν αξίζουμε να κάνουμε κι εμείς κάτι διαφορετικό; Ο γιος του καρβουνιάρη με την κόρη του φούρναρη σίγουρα θα διασκεδάσουν απόψε…
     - Και εγώ θα διασκεδάσω, αν κάνω το ποδόλουτρό μου και μου κάνεις και εκείνο το μασαζάκι που λέγαμε… Και σταμάτα να μου λες για το γιο του καρβουνιάρη!
     - Λοιπόν, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, ετοιμάσου και άντε να πάμε, μην αργήσουμε και μας σχολιάζουν…
     - Μωρέ, και είχα μια σκασίλα!…
     - Λοιπόν, αν δεν με πας στο ρεβεγιόν, θα αναγκαστώ να διοργανώσω ρεβεγιόν εδώ, στο παλάτι, να μην έχουνε να λένε... Και φαντάζεσαι πόσο κοστίζει ένα ρεβεγιόν…
     - Ε, εντάξει, ας κάνουμε ένα πέρασμα, να μη λένε κιόλας πως δεν τους καταδεχόμαστε…
     - Η καλή σου η φορεσιά είναι επάνω στο κρεβάτι. Πρόσεξε να μην την τσαλακώσεις… Και να βάλεις το καλό σου το στέμμα, το γυάλισα σήμερα το πρωί. Και σου έβαψα και τις καλές σου τις μπότες, σαν καινούργιες έγιναν. Άντε, βιάσου! Η πρόσκληση λέει στις οχτώ και είναι ήδη εφτάμιση!


Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Της Μοίρας τα γραμμένα




Ο Λέανδρος κι η Ναυσικά ήτανε δύο νέοι,
άγνωστοι μεταξύ τωνε, μέναν στη Φιλοθέη.
Η Ναυσικά ήταν ξανθή κι είχε χοντρές πλεξούδες,
ο Λέανδρος ήταν μελαμψός, με Αιγύπτιους παππούδες.

Η μοίρα τους τους έριξε τον έναν παν’στον άλλον,
τράκαραν τα καρότσια τους στο σουπερμάρκετ, μάλλον.
Μια δέσμη φως ηλεκτρικό τους έπεσε στα μάτια,
κοιτάχτηκαν και οι καρδιές γίναν ευθύς κομμάτια.

Από εκείνο το συμβάν γίναν οι δυο ζευγάρι,
και στις μπουάτ τα δειλινά χορεύανε με χάρη.
Γνωρίσανε από κοντά κάθε δέντρο και θάμνο,
κάθε παγκάκι σκοτεινό και κάθε πλαζ με άμμο.

Έφτασαν τα μαντάτα τους εις των γονιών τα ώτα,
εφρύαξαν οι μάνες τους κατά τα ειωθότα.
Φώναξαν, λιποθύμησαν, έπαθαν την καρδιά τους,
αλλά δεν συγκινήθηκαν καθόλου τα παιδιά τους.

Της Ναυσικάς ο κύρης της, που ήταν δικηγόρος,
την έξοδο της στέρησε, για να μην γίνει ντόρος.
Κι η Ναυσικά κλειδώθηκε εις το δωμάτιό της,
δεν έπινε, δεν άγγιζε μπουκιά απ’το φαγητό της.

Του θανατά ταβλιάστηκε ο Λέανδρος στην κλίνη,
κι η μάνα του του έδινε κρυφά πενικιλλίνη.
Αντί για λόγια, στεναγμούς έβγαζε με ευχέρεια,
και οι γιατροί σηκώσανε, όλοι, ψηλά τα χέρια.

Οι δύο νέοι έλιωναν, σαφώς, μέρα τη μέρα,
και οι γονείς, ανήμποροι, κάναν τα μίση πέρα.
Με ανθοδέσμη ακριβή, στης Ναυσικάς το σπίτι,
ήρθε η αποκατάσταση, που η νεαρά εζήτει.

Ο γάμος τους ορίστηκε μια Κυριακή του Απρίλη,
τη γλώσσα τους να καταπιούν οι εχθροί μα και οι φίλοι.
Η εκκλησιά στολίστηκε με άνθη και κορδέλες,
όπως την ονειρεύονταν οι ανύπαντρες κοπέλες.

Ο Λέανδρος, στο σπίτι του, λίγο προτού να φύγει,
τον κόμπο της γραβάτας του, ένιωσε να τον πνίγει.
Μα κι η ξανθή η Ναυσικά, το νυφικό κοιτούσε,
και μπροστά στον καθρέφτη της, σιγά μονολογούσε.

Μήπως βιαζότανε πολύ; την πήρανε τα χρόνια;
Ήτανε, τάχα, έτοιμη για τέκνα και για εγγόνια;
Για να μην τα πολυλογώ, επέταξε το τούλι,
Και οι γονείς στην εκπομπή τρέχαν, της Νικολούλη.

Κι ο Λέανδρος ο μελαμψός, κι αυτός εξηφανίσθη,
κι η μάνα του απ’τον καημό σε μια μονή εκλείσθη.
Και για όποιον επιμύθιο ψάχνει να βρει, του λέω,
ποτέ δεν ξέρεις στη ζωή ποιο θα’ναι το μοιραίο.

Μπορεί η ζωή να σε τραβά γοργά κατά τη δύση,
και να νομίζεις πως λεφτά  θα τρέχουν απ’τη βρύση,
αλλά απ’την βρύση μόλις δεις νερό πως τρέχει, ίσως
να καταλάβεις, φίλε μου, πως δεν θα γίνεις Κροίσος.


ΥΓ: Αυτή ήταν η δεύτερη συμμετοχή της Πίπης στο τελευταίο "Παίζοντας με τις λέξεις" που διοργανώνει με επιτυχία η Μεμαρία στο ξαναβαφτισμένο της μπλογκ "Μ'ένα χάρτινο καραβάκι", και γράφτηκε εξαρχής με σκοπό να διασκεδάσει. Καλή διασκέδαση, λοιπόν!