Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Ονοματοδοσία μετ'εμποδίων



     Στην Υπηρεσία ονοματοδοσιών υπήρχε μια μικρή ουρά. Το μωρό κουνήθηκε στην αγκαλιά της μαμάς του και άρχισε να γκρινιάζει. Εκείνη το κούνησε λίγο και του ψιθύρισε ένα παιδικό τραγουδάκι στο αυτί.
     - Ο επόμενος! είπε ο υπάλληλος της Υπηρεσίας.
     - Εμείς είμαστε, είπε η μητέρα και έκανε ένα βήμα μπροστά.
     - Ω, τι χαριτωμένο μωρό! είπε ο υπάλληλος και πλησίασε προς το μωρό.
     Εκείνο τον κοίταξε συνοφρυωμένο.
     - Μάλιστα, είπε ο υπάλληλος, ας ρίξουμε μια ματιά στα διαθέσιμα ονόματα, υπάρχουν πολλά, είμαι σίγουρος ότι θα βρείτε το κατάλληλο για την μπεμπούλα σας.
     - Ε, όχι και μπεμπούλα, είπε η μητέρα ενοχλημένη. Για δείτε εδώ, σας φαίνεται αυτό για μπεμπούλα;
     Ο υπάλληλος απέφυγε ευγενικά να κοιτάξει προς τα απόκρυφα του βρέφους, και μέσα του το λυπήθηκε λίγο.
     - Ω, με συγχωρείτε, είπε, σε αυτήν την ηλικία όλα τα μωρά μοιάζουν.
     Η μητέρα δεν είπε τίποτα. Το μωρό συνέχιζε να τον κοιτάζει συνοφρυωμένο.
     - Σας μοιάζει κιόλας, πρόσθεσε ο υπάλληλος. Στριμμένο άντερο, σαν τη μάνα του, σκέφτηκε από μέσα του.
     Το μωρό έκανε να κλάψει.
     - Ελπίζω να μην αργήσουμε, είπε η μητέρα.
     - Όχι, όχι, μην ανησυχείτε, η ονοματοδοσία είναι μία εντελώς απλή διαδικασία. Μισό λεπτό, να σας δώσω το βιβλίο με τα διαθέσιμα ονόματα.
     - Ξέρετε, θα ήθελα ένα όνομα εξωτικό, όπως Ουίλα.
     - Ουίλα δεν υπάρχει στη λίστα, πώς σας φαίνεται το Ανδρόνικος;
     - Υπάρχει μήπως το όνομα Τζέμπι; Ξέρετε, στα κορεατικά σημαίνει χελιδόνι…
     Κοίταξε τρυφερά το μωρό, το οποίο άρχισε να γκρινιάζει.
     - Λυπάμαι, κυρία μου, εδώ δεν υπάρχουν εξωτικά ονόματα…
     - Ούτε ένα Μάικλ, τουλάχιστον;
     - Αν έχετε τόσο μεγάλη επιθυμία για ξενόγλωσση ονοματοδοσία, γιατί δεν απευθύνεστε σε μια αντίστοιχη Υπηρεσία στο εξωτερικό; Εμείς βρισκόμαστε στην Ελλάδα, εννοείται ότι τα διαθέσιμα ονόματα θα είναι ελληνικά και μόνο. Το Αθηναγόρας σας φαίνεται μεγάλο;
     - Δεν χρειάζεται να είστε τόσο επιθετικός. Δεν είμαι καμία τυχαία, ξέρετε…
     - Με συγχωρείτε, δεν ήθελα να σας προσβάλω. Πώς σας φαίνεται το Αθηναγόρας, λοιπόν;
     - Αν το όνομα πρέπει οπωσδήποτε να είναι ελληνικό, θα ήθελα το Ξενοφών, ήταν το όνομα του αγαπημένου μου παππού…
     - Λυπάμαι, αλλά το Ξενοφών έχει δοθεί ήδη. Αν θέλετε κάτι από ξι έχω το Ξάνθιππος.
     - Μα πώς μπορέσατε να δώσετε το Ξενοφών; Πού θα βρω όνομα για το παιδί μου τώρα;
     - Ελάτε, μην κάνετε έτσι, υπάρχουν τόσα ονόματα διαθέσιμα, κάτι θα βρείτε…
     - Μα να διαλέγω από τα υπόλοιπα; Εγώ, μια κόρη αρχιστράτηγου;
     Τα μάτια του μωρού άρχισαν να γεμίζουν δάκρυα.
     - Ορίστε, δεν έχουμε απεριόριστο χρόνο στη διάθεσή μας, είπε εκνευρισμένη η μητέρα. Βλέπετε, είναι έτοιμος να ξεσπάσει σε κλάματα.
     - Βελισσάριος; πρότεινε ο υπάλληλος.
     - Κάλλιο να το πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια, που θα το πω Βελισσάριο! Ο ξάδερφός μου ο αντιπαθητικός λέγεται Βελισσάριος, βρείτε άλλο όνομα!
     - Ευγένιος;
     Κοίταξαν το μωρό, που άνοιξε το στόμα του και έβγαλε μία τσιρίδα, ενώ ένα δάκρυ που λαμπύριζε στην άκρη του ματιού του άρχισε να κατρακυλάει επάνω στο μάγουλό του.
     - Μπα! είπε ο υπάλληλος και γύρισε σελίδα.
     - Νικόδημος;
     - Όχι…
     - Βρασίδας;
     - Α-πα-πα…
     - Κλεόβουλος;
     - Ουααααα!!!!!!! έβαλε τα κλάματα το μωρό.
     - Βιαστείτε, καλέ! είπε η μητέρα, δεν βλέπετε που δεν κρατιέται;
     - Και τι θέλετε να κάνω, κυρία μου; Ένας απλός υπάλληλος είμαι, δεν είμαι αρχιεπίσκοπος! Πυθαγόρας;
     - Όχι…
     - Πέλοπας;
     - Ούτε.
     Το κλάμα του μωρού δυνάμωσε.
     - Για όνομα του Θεού, διαλέξτε ένα όνομα επιτέλους!
     - Και τι θέλετε, δηλαδή; Να φορτώσω στο παιδί μου ένα όνομα που δεν του ταιριάζει για να διεκπεραιώσετε εσείς την εργασία σας;
     - Σας παρακαλώ, τελειώνετε, έχουμε και εμείς σειρά, ακούστηκε μια άλλη μητέρα από το διάδρομο.
     - Να περιμένετε τη σειρά σας, όπως την περίμενα και εγώ!
     - Ναι, αλλά δεν μπορείτε να μονοπωλείτε την Υπηρεσία!
     - Πώς δεν μπορώ! Λοιπόν, κύριε, τι άλλα ονόματα έχετε;
     - Αίγισθος, Σόλων, Φωκίων.
     - Όχι.
     - Ερμής, Αριστείδης, Πάτροκλος.
     - Όχι.
     - Τελειώνετε, παρακαλώ, πρέπει να πάω να πάρω τον μεγάλο από τον παιδικό!
     - Δε με ενδιαφέρει, συνεχίστε, παρακαλώ!
     - Περικλής, Αναξίμανδρος, Επαμεινώνδας…
     - Έλεος, ένα όνομα της προκοπής δεν μπορείτε να μου βρείτε; Θα πλαντάξει στο κλάμα το καημένο…
     Ο υπάλληλος ένιωσε να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι, αλλά ευτυχώς θυμήθηκε τις ασκήσεις ελέγχου θυμού που είχε κάνει την προηγούμενη μέρα. Έκλεισε τα μάτια και πήρε μία αργή ανάσα.
     - Μα τι κάνετε, κοιμάστε; είπε η μητέρα.
     - Όχι, απλώς σκεφτόμουν… Λοιπόν, είπε συνωμοτικά, αυτό το όνομα το κρατούσα για το δικό μου το παιδί, όταν φτάσει η ώρα μου να γίνω και εγώ πατέρας, αλλά, χαλάλι σας, μπορείτε να το πάρετε εσείς.
     - Ποιο όνομα εννοείτε;
     - Ορέστης, είπε ο υπάλληλος και κάθησε αποκαμωμένος στην καρέκλα του.
     - Ορέστης; Μα αυτό είναι το όνομα του μπαμπά, τέλειο είναι!
     - Σας αρέσει, δηλαδή;
     - Είναι τέλειο, τέλειο, σας λέω!
     - Ωραία, λοιπόν, υπογράψτε εδώ, και το όνομα Ορέστης είναι δικό σας!
     Η μητέρα υπόγραψε και ο υπάλληλος έβαλε τον χάρακα επάνω από το όνομα Ορέστης και τράβηξε μια γραμμή.
     - Καλή τύχη να έχει, είπε ο υπάλληλος.
     Η μητέρα κοίταξε περήφανη το νεοφώτιστο κυκλώνα, που είχε κοκκινίσει από το κλάμα.
     - Ευχαριστώ, είπε.
     Έξω από την πόρτα της Υπηρεσίας ονοματοδοσιών η ουρά είχε μεγαλώσει. Η μητέρα πέρασε ανάμεσα από τις άλλες μητέρες και απομακρύνθηκε ικανοποιημένη.
     - Ο επόμενος! είπε ο υπάλληλος της Υπηρεσίας.

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Μανία καταδίωξης

     Η πόρτα αντήχησε από τα χτυπήματα. Κοίταξε το ρολόι του. Πολύ νωρίς για επισκέψεις. Άνοιξε την πόρτα. Ο άλλος όρμησε μέσα λες και τον κυνηγούσαν.
     - Κλείσε την πόρτα, είπε ξεψυχισμένα.
     Το πρόσωπό του ήταν κάτωχρο, λες και είχε δει φάντασμα.
     - Τι συνέβη; τον ρώτησε.
     - Κάποιος με καταδιώκει, είπε και τινάχτηκε, καθώς ακούστηκε ένας χτύπος στο παράθυρο. Να τος, αυτός είναι, με βρήκε!
     Στάθηκε για λίγο και τον κοίταξε. Ήταν χλωμός, βέβαια, αλλά τον ήξερε χρόνια…
     - Κοφ’την πλάκα, είπε άκεφα.
     Ο άλλος τον κοίταξε σαν χαμένος.
     - Ποια πλάκα; είπε. Εγώ μιλάω σοβαρά και εσύ νομίζεις πως σου κάνω πλάκα; Με καταδιώκει, σου λέω, δεν τον ακούς που χτυπάει το παράθυρο;
     Αργά-αργά, πλησίασε στο παράθυρο. Με μια απότομη κίνηση το άνοιξε και κοίταξε έξω.
     - Είδες; είπε. Δεν είναι κανείς, τα κλαδιά της λεμονιάς χτυπάνε στο παράθυρο από τον αέρα.
     - Μα, αφού τον είδα, γιατί δε με πιστεύεις;
     - Πολλά βιβλία μυστηρίου διαβάζεις τώρα τελευταία και σε έχουν επηρεάσει.
     - Δεν είναι η ιδέα μου, σου λέω!
     Ένιωσε να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Κι άλλες φορές του είχε κάνει πλάκα, αυτή τη φορά, όμως, το παράκανε. Άνοιξε την πόρτα και κοίταξε έξω.
     - Έλα εδώ, είπε επιτακτικά, έλα να μου τον δείξεις!
     Ο άλλος πλησίασε και κοίταξε διστακτικά έξω από την πόρτα. Η ορατότητα ήταν περιορισμένη, υπήρχε πυκνή ομίχλη.
     - Να τος, είπε χαμηλόφωνα.
     - Τον οδοδείκτη μου δείχνεις, καημένε; Δεν πας καλά, μου φαίνεται!
     - Μα γιατί δε με πιστεύεις; Κάποιος προσπαθεί να με σκοτώσει!
     - Και για ποιο λόγο;
     - Πού θες να ξέρω; Μπορεί να είναι τρελλός!
     - Τρελλός είσαι εσύ, αν νομίζεις ότι θα χάψω μια τέτοια ιστορία…
     - Αφού ήδη προσπάθησε να με σκοτώσει!
     - Και πώς προσπάθησε, δηλαδή;
     - Ένα θα σου πω: δεν είναι τυχαίο που εχθές το απόγευμα το αυτοκίνητό μου δεν έπαιρνε μπρος… Κάποιος «φρόντισε» γι’αυτό…
     - Το γεγονός ότι έχεις να πας το αυτοκίνητο για έλεγχο πάνω από πέντε χρόνια δεν έχει καμία σημασία, λες;
     - Κορόιδευε εσύ, εγώ μόνο ξέρω ότι γλίτωσα από του Χάρου τα δόντια!
     - Η δημιουργία ιστοριών από το τίποτα ήταν πάντα ένα από τα ταλέντα σου…
     - Φταίω εγώ που ήρθα σε εσένα για βοήθεια…
     - Θα αρχίσεις την κλάψα;
     - Αν μου δάνειζες, τουλάχιστον, μερικά λεφτά…
     - Για δανεικά ήρθες, βρε άχρηστε;
     - Μη με αποπαίρνεις, δε θέλω πολλά, ίσα-ίσα για να μην χρειαστεί να δώσω το ρόλεξ μου για ενέχυρο, σκέψου και τον τρελλό που με καταδιώκει… Λίγα δώσε μου και, ορίστε, σου αφήνω το ρόλεξ, καλύτερα σε εσένα, παρά σε έναν άγνωστο ενεχυροδανειστή…
     - Δεν έχω λεφτά, το αφεντικό μού χρωστάει πέντε μισθούς και εγώ χρωστάω τρία ενοίκια.
     - Μα, δεν είναι αμαρτία να χάσω το ρόλεξ;
     Τον κεραυνοβόλησε με ένα βλέμμα.
     - Καλά, τότε, ας πηγαίνω, είπε, και το κρίμα στο λαιμό σου, και για εμένα και για το ρόλεξ.
     Τον ξεπροβόδισε μέχρι την πόρτα.
     - Πόσο πυκνή είναι αυτή η ομίχλη, σκέφτηκε, αν δεν έμενα εδώ δε θα ήμουν σε θέση να διακρίνω πού είναι η ανατολή και πού η δύση…
     Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ο αέρας φυσούσε ακόμα. Λίγο πιο πέρα, αργά, αλλά σταθερά, ο οδοδείκτης άρχισε να κινείται…

ΥΓ: Αυτό ήταν το δεύτερο (και βάσει ψήφων και βάσει σειράς αποστολής) από τα δύο κείμενα με τα οποία η Πίπη συμμετείχε αυτή τη φορά στο διαδικτυακό δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις", ένα διαδικτυακό δρώμενο που διοργανώνει ακούραστα η Μεμαρία στο ιστολόγιό της mytripsonblog. Για άλλη μια φορά ευχαριστώ τη Μεμαρία για την άψογη διοργάνωση και την υπέροχη φιλοξενία, που εμένα προσωπικά με κάνει να θέλω να εγκατασταθώ μόνιμα στο "σπίτι" της. Δώσε θάρρος στο χωριάτη...