Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2022

Αλλαγή σχεδίων



     Η Γούμαν άνοιξε τα μάτια της. Μια ηλιαχτίδα είχε στρογγυλοκαθήσει στο πρόσωπό της.
     - Επιτέλους, ήλιος! είπε και τεντώθηκε. Μπρρρ! έκανε, καθώς τα χέρια της βγήκαν έξω από τα σκεπάσματα. Ήλιος με δόντια!
     Κοίταξε το ρολόι που βρισκόταν στο κομοδίνο. Εφτά η ώρα! Μόνο; Τι ιδέα ήταν αυτή που είχε, να κοιμηθεί με ανοιχτά τα παντζούρια! Ορίστε τώρα, ξύπνια από τις εφτά! Χώθηκε στα σκεπάσματα και γύρισε πλευρό. 
     Ένας κοκκινολαίμης θεώρησε σκόπιμο να κάνει πρόβα έξω ακριβώς από το παράθυρό της. Αδύνατον να ξανακοιμηθεί. Σηκώθηκε, φόρεσε τη ζεστή της ρόμπα και πήγε μέχρι το παράθυρο. Τα χιόνια των προηγούμενων ημερών είχαν λιώσει, αλλά το τζάμι ήταν θολό. Τι κρύο ήταν αυτό!
     - Ας μην πάω καλύτερα, είπε. Ας κάτσω μέσα και σήμερα. Θα ανάψω και το τζάκι, θα ψήσω και κάστανα... Ας πάω αύριο, καλύτερα, μία μέρα δεν κάνει διαφορά... 
     Αλλά ένας κόκκινος κύκλος γύρω από την ημερομηνία στο ημερολόγιο του τοίχου την επέπληξε αυστηρά. Ένα κόκκινο βέλος έδειχνε τον κόκκινο κύκλο και κάτι ήταν γραμμένο με κόκκινα γράμματα στην πίσω άκρη του κόκκινου βέλους. "Ταχυδρόμος!", έλεγαν τα κόκκινα γράμματα. Η Γούμαν αναστέναξε. Έπρεπε να πάει. 
     Ντύθηκε ζεστά και ξεκίνησε. Ο δρόμος δεν είχε πολλή κίνηση και δεν άργησε καθόλου να φτάσει στην αγαπημένη της γειτονιά. Πέρασε μπροστά από τα άλλα, γνώριμα σπιτάκια - θα πήγαινε και καμιά επίσκεψη, μία από αυτές τις μέρες, υποσχέθηκε στον εαυτό της -, χωρίς ούτε να κοντοσταθεί, και συνέχισε με γρήγορο βήμα. Το δικό της σπιτάκι ήταν επάνω σε μια απότομη ανηφόρα, που τη νύχτα φαινόταν ότι οδηγούσε κατευθείαν στο φεγγάρι.
     - Τι το ήθελα το οικόπεδο με θέα; σκέφτηκε η Γούμαν, καθώς προσπαθούσε να ελέγξει το λαχανητό της.
     Όταν έφτασε, σχεδόν της είχε κοπεί η ανάσα. Αλλά η θέα από εκεί ψηλά ήταν υπέροχη, φαινόταν μέχρι και η θάλασσα! Της Γούμαν της άρεσε πολύ η θάλασσα και σκέφτηκε ότι ίσως χρειαζόταν μια αλλαγή. Ίσως θα έπρεπε να πουλήσει το εξοχικό της και να φτιάξει ένα άλλο, δίπλα στη θάλασσα, να κάνει και τα μπάνια της το καλοκαίρι. Μια ματιά, όμως, στο παραμελημένο της εξοχικό ήταν αρκετή για να καταλάβει ότι στην τωρινή του κατάσταση δεν θα βρισκόταν κανείς που να θέλει να το αγοράσει.
     Άνοιξε το γραμματοκιβώτιο και ένα μεγάλο πακέτο φακέλων χύθηκε έξω. Ήταν γράμματα φίλων, ως συνήθως, και, ευτυχώς, ούτε ένας λογαριασμός. Το μάτι της έπεσε σε έναν φάκελο μέσα στον κήπο. Κοιτώντας πιο προσεκτικά, είδε κι άλλους φακέλους πεταμένους λίγο πιο πέρα. 
     - Θα ήταν τόσοι πολλοί οι φάκελοι που δε χωρούσαν στο κουτί και ο ταχυδρόμος τους πέταξε μέσα στον κήπο, σκέφτηκε. Μα, τόση αλληλογραφία, πια; Ούτε ο Άη-Βασίλης να ήμουν, χι-χι-χι!
     Άνοιξε με λίγη δυσκολία την καγκελόπορτα - σίγουρα χρειαζόταν λίγο λάδωμα - και μπήκε στον κήπο. Έσκυψε και μάζεψε τους φακέλους. Και αυτοί από φίλους. Μα τι επίμονοι άνθρωποι! Αφού τους επισκεπτόταν, πού και πού, και αφού τους καλούσε και πότε-πότε στο σπίτι, γιατί παραπονιούνταν; Διέσχισε αργά τη χορταριασμένη αυλή. Εδώ είχε φυτέψει μια τριανταφυλλιά, εκεί είχε βάλει βολβούς, να και η αμυγδαλιά, που καμάρωνε ολάνθιστη! Αλλά, την καημένη, ένα κλαδί της ήταν σπασμένο!
     - Θα έσπασε τις προάλλες, με τα χιόνια, σκέφτηκε η Γούμαν, πόσο θα πονάει, η καημένη, ας πάω να τη σουλουπώσω λίγο...
     Και προτού το καταλάβει, είχε ήδη πάρει ένα πριόνι και πριόνιζε το αχρηστευμένο κλαδί της αμυγδαλιάς, που τώρα φάνηκε ακόμα πιο καμαρωτή.
     - Τι όμορφη που είναι έτσι ανθισμένη, θαύμασε η Γούμαν, αλλά όλη αυτή η αγριάδα τριγύρω δεν αφήνει να φανεί η ομορφιά της σε όλο της το μεγαλείο. Μεγάλο πρόβλημα η αγριάδα, έχει εξαπλωθεί παντού. Μέχρι και την τριανταφυλλιά έχει καλύψει, έχει πνίξει όλα τα λουλούδια, πώς θα ανθίσουν μόλις έρθει η Άνοιξη;
     Και μια και δυο, η Γούμαν άρπαξε το κλαδευτήρι και όρμησε στην αγριάδα, που είχε το θράσος να καταλάβει τον άλλοτε πανέμορφο κήπο. Ο κήπος γέμισε κομμένα κλαδιά και το κλάδεμα αποκάλυψε - εκτός από τα λουλούδια, που ξανάβλεπαν τον ήλιο ύστερα από αρκετό καιρό - ένα σωρό αγριόχορτα, που είχαν βρει ευκαιρία να κρυφτούν κάτω από την αγριάδα και να κατσικωθούν στον κήπο για τα καλά.
     Αλλά η Γούμαν είχε πάρει φόρα και όρμησε στα αγριόχορτα όπως ο πετρίτης στο θήραμά του. Τα αγριόχορτα δεν είχαν την παραμικρή ελπίδα και στις στοίβες των κομμένων κλαδιών προστέθηκαν και πολλά λοφάκια ξεριζωμένων αγριόχορτων. Το επόμενο βήμα, φυσικά, ήταν να μαζευτούν όλα τα κομμένα κλαδιά και τα ξεριζωμένα αγριόχορτα. Οκτώ μεγάλες σακούλες σκουπιδιών γέμισε η Γούμαν.
     - Επιτέλους, τελείωσα! είπε και σκούπισε τον ιδρώτα της.
     Ο κήπος φαινόταν πλέον πολύ ομορφότερος από πριν. Το χώμα του, όμως φαινόταν ταλαιπωρημένο και στεγνό σαν τσιμέντο. Αν τον σκάλιζε λίγο, τα φυτά του θα την ευγνωμονούσαν αιώνια. Οπότε, η Γούμαν έπιασε την αξίνα και άρχισε το σκάλισμα. Σε λίγο ο κήπος ήταν πλέον έτοιμος να υποδεχτεί την Άνοιξη. Αλλά, επειδή η Γούμαν δεν κάνει μισές δουλειές, πήρε το φτυάρι της και σκόρπισε λίπασμα στις ρίζες όλων των φυτών.
     - Τώρα, μάλιστα! είπε γεμάτη ικανοποίηση.
     Είχε πλέον αλλάξει γνώμη για την απόφασή της να αγοράσει εκείνο το οικόπεδο και να χτίσει το εξοχικό της τόσο ψηλά. Ο κήπος ήταν πανέμορφος και φροντισμένος και θα γινόταν ακόμα πιο υπέροχος μόλις άνθιζαν τα λουλούδια. Αλλά το σπιτάκι στο βάθος του κήπου σαν να την κοίταζε με παράπονο.
     - Ας ρίξω μια ματιά και στο σπίτι, να πάρω και μια ανάσα από τις δουλειές του κήπου, σκέφτηκε η Γούμαν.
     Το σπίτι ήταν σκοτεινό και μύριζε κλεισούρα. Η Γούμαν σήκωσε το γενικό διακόπτη και άναψε τα φώτα. Ύστερα, άνοιξε ένα-ένα τα παράθυρα και άφησε τον παγωμένο αέρα να γεμίσει κάθε σπιθαμή του σπιτιού. Πόσο της είχαν λείψει αυτοί οι τοίχοι!
     Κάθησε στην σκονισμένη της πολυθρόνα και πήρε τους φακέλους στα γόνατά της. Άνοιξε τον πρώτο. "Μας έλειψες", έλεγε το γράμμα. Άνοιξε τον δεύτερο. "Πότε θα σε ξαναδούμε;", ρωτούσε. Άνοιξε έναν τρίτο. "Σε περιμένουμε να ξανάρθεις".
     - Τα ίδια και τα ίδια, μονολόγησε.
     Άφησε τους φακέλους στο τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα της. Τους καταλάβαινε. Φίλοι της ήταν και τους έλειπε. Και σε εκείνη έλειπαν, γι'αυτό κιόλας τους επισκεπτόταν πού και πού, γι'αυτό τους καλούσε και πότε-πότε... Αλλά η συντήρηση ενός εξοχικού είναι δύσκολη υπόθεση, κι εκείνοι θα έπρεπε να το ξέρουν. Ορίστε, τόσες ώρες της είχε πάρει μόνο η συντήρηση του κήπου!
     Τεντώθηκε στην πολυθρόνα της. Το μάτι της έπεσε στην απέναντι γωνία του τοίχου. Μία αράχνη επιδείκνυε περήφανα το εργόχειρό της. Ποιος την είχε προσκαλέσει εκείνη την αράχνη; Και, δηλαδή, θα έπρεπε να ξαραχνιάσει τώρα; Δεν είχε καμία όρεξη!
     Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και πήγε στην κουζίνα να πιει νερό. Στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχε ένα άλμπουμ φωτογραφιών. Θα είχε μείνει εκεί από την τελευταία της επίσκεψη. Πήρε το άλμπουμ και το άνοιξε. Φωτογραφίες από περασμένα χρόνια, από συνάξεις με τους φίλους, είτε στο δικό της σπίτι, είτε στα σπίτια εκείνων. Χαμόγελα, μεζεδάκια στα τραπέζια, ποτήρια υψωμένα, ποτήρια που τσούγκριζαν, βραδιές ποίησης, επιτραπέζια, σκυταλοδρομίες, αγκαλιές, θαλπωρή... Ωραίες εποχές! "Μας έλειψες", "Γύρνα πίσω", "Σε περιμένουμε"...
     Η Γούμαν έκλεισε το άλμπουμ και το πήγε στη θέση του. Έριξε μια ματιά γύρω της.
     - Έχω περάσει πολύ ωραίες στιγμές εδώ, σκέφτηκε με νοσταλγία.
     Το στομάχι της άρχισε να γουργουρίζει. Κόντευε μεσημέρι. Θα έπρεπε να φύγει. Άρχισε να κλείνει ένα-ένα τα παράθυρα. Αλλά καθώς έκλεινε το δωμάτιο του υπνοδωματίου της, το μάτι της έπεσε σε μια χελιδονοφωλιά, που βρισκόταν ακριβώς επάνω από το παράθυρο. Έρημη, φυσικά, αφού ακόμα ήταν χειμώνας, αλλά τόσο καλοφτιαγμένη, που άντεχε καρτερικά να περιμένει την επιστροφή των χαρωπών ενοίκων της. Το χέρι της έμεινε ακίνητο, να κρατάει το παντζούρι.
     - Σε λίγο καιρό θα γυρίσουν τα χελιδόνια, σκέφτηκε η Γούμαν και χαμογέλασε.
     Ένα κουμπί της ζακέτας της αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να αφήσει το μάταιο τούτο κόσμο. Τσικ! ακούστηκε ο ήχος του κουμπιού, καθώς έπεσε στο πάτωμα. Η Γούμαν έσκυψε και το μάζεψε. Πήγε στο μεγάλο, χρωματιστό κουτί, όπου βρισκόταν η αγαπημένη της συλλογή με τα κουμπιά, και το έβαλε μέσα. Το κουτί ήταν σχεδόν γεμάτο. Σύντομα θα χρειαζόταν και δεύτερο. Πήγε ξανά στο παράθυρο και άπλωσε το χέρι της να πιάσει το παντζούρι. Θα χαίρονταν πολύ τα χελιδόνια, όταν θα έβλεπαν τον φροντισμένο της κήπο. Θα τιτίβιζαν όλη μέρα από τη χαρά τους! Πόσο τα αγαπούσε τα χελιδόνια!
     Το χέρι της έμεινε μετέωρο. Και η Γούμαν πήρε μια απόφαση. Και άρπαξε την σκούπα και το φαράσι και άρχισε το καθάρισμα. Τι κι αν το στομάχι της γουργούριζε; Όλο και κάποιος φίλος θα είχε φτιάξει κάτι να τη φιλέψει, έστω κι αν αυτό ήταν ένα πιάτο ταπεινά ρεβύθια, εξάλλου εκείνη δεν ήταν δύσκολη στο φαγητό. Και οι αράχνες εκδιώχθηκαν, και τα χαλιά τινάχτηκαν, και τα έπιπλα και τα φωτιστικά ξεσκονίστηκαν, μέχρι και οι κουρτίνες πλύθηκαν! Η Γούμαν δούλευε σαν να μην υπήρχε αύριο, είχε γυρίσει στη φωλιά της όπως θα γύριζαν και τα χελιδόνια. 
     Ήταν κατάκοπη, αλλά η φωλιά της πλέον έλαμπε από πάστρα! Γεμάτη χαρά, έτρεξε στο τηλέφωνο. Αλλά, όχι, δε θα τους το έκανε τόσο εύκολο! Πήγε στο γραφείο της και έβγαλε μια στοίβα φακέλους. Κάθε φάκελος είχε μέσα μία λευκή καρτούλα. Έπρεπε να βιαστεί, για να προλάβει ανοιχτό το ταχυδρομείο.
     Η Γούμαν έγραψε με καλλιγραφικά γράμματα τις διευθύνσεις των φίλων της επάνω στους φακέλους. Για το περιεχόμενο, είχε αποφασίσει να είναι λιτή και περιεκτική. "Ανοίξαμε και σας περιμένουμε", έγραφε η καρτούλα. 
     

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2022

Ομοιοπαθητική



     Το κουδούνι χτύπησε επίμονα. Η γυναίκα σηκώθηκε από το τραπέζι της κουζίνας, όπου έπινε τον καφέ της διαβάζοντας ένα έντυπο οδηγιών, και πήγε να ανοίξει. 
     - Τι ωραία έκπληξη είναι αυτή! είπε και χαμογέλασε.
     - Καλημέρα, μαμά! είπε ο ελαφρώς αξύριστος νέος άντρας και μπήκε στο σπίτι. Τι κάνεις;
     - Έφτιαξα καφέ, θέλεις;... Αλλά γιατί είσαι έτσι αξύριστος;
     - Έφυγα λίγο βιαστικά και το ξέχασα, φαίνεται τόσο πολύ;
     - Ε, όχι πολύ... Να σου φτιάξω καφέ, λοιπόν; 
     - Αφού επιμένεις, φτιάξε μου έναν.
     - Είναι πολύ εύκολο: βάζεις καφέ, ζάχαρη και νερό σε ένα μπρίκι, βάζεις το μπρίκι στη φωτιά και γίνεται!  
     - Ενδιαφέρον.... Τι είναι αυτό;
     - Μίξερ λέγεται. Με αυτό φτιάχνεις γλυκά.
     - Πώς λειτουργεί; 
     - Δεν ξέρω ακόμα, προς το παρόν διαβάζω τις οδηγίες, είμαι ακόμα στα τεχνικά χαρακτηριστικά. Αλλά πόσο δύσκολο να είναι; Πιο δύσκολο από τον καφέ, λες;
     - Δεν ξέρω να σου πω.
     - Ε, πού να ξέρεις κι εσύ;... Καινούργιο πουκάμισο είναι αυτό που φοράς;
     - Όχι, γιατί ρωτάς;
     - Δε θυμάμαι να είχες ποτέ σου ροζ πουκάμισο...
     - Δεν είναι ροζ, άσπρο είναι.
     - Θα ορκιζόμουν ότι είναι ροζ.
     - Απλώς άλλαξε χρώμα στο πλυντήριο...
     - Γίνονται τέτοια θαύματα με το πλυντήριο; Α, δεν το ήξερα! Εγώ νόμιζα ότι το πλυντήριο είναι μόνο για να καθαρίζει τα ρούχα, δεν ήξερα ότι τα βάφει κιόλας!
     - Φαίνεται ότι αν μπουν λευκά και χρωματιστά ρούχα μαζί στο πλυντήριο, τα λευκά ρούχα αλλάζουν χρώμα...
     - Εκπληκτικό! Έχω μία άσπρη μπλούζα που την έχω βαρεθεί λίγο. Δε θα μου κακοφαινόταν μια αλλαγή, νομίζω το σιέλ μου πηγαίνει πολύ... 
     Η γυναίκα έβαλε το μπρίκι στη φωτιά.
     - Θα δεις τι γρήγορα που γίνεται, είπε. Μόνο θα πρέπει να έχω το νου μου να μην ξεχειλίσει το μπρίκι. Προχθές αφαιρέθηκα λίγο και γέμισε όλη η κουζίνα καφέ. Τρεις ώρες μου πήρε μετά να καθαρίσω! Ίσως, βέβαια, γι'αυτό να φταίει και λίγο που δεν έχω μάθει ακόμα καλά τη σωστή τεχνική... Αλλά εχθές βρήκα ένα κανάλι στο διαδίκτυο που δείχνει κόλπα σχετικά με το καθάρισμα, οπότε θα τη βελτιώσω την τεχνική μου, πού θα πάει; 
     Ο καφές άρχισε να φουσκώνει. Η γυναίκα έσβησε το μάτι και άδειασε τον καφέ σε ένα φλυτζάνι.
     - Ω, είπε, έκανε και φουσκάλες! Ξέρεις, οι φουσκάλες σημαίνουν λεφτά, λένε...
     - Στο παλάτι ο καφές δεν είχε φουσκάλες.
     - Και τα είδες τα αποτελέσματα... Και το κατακάθι του καφέ δίνει πληροφορίες για το μέλλον, αν ξέρεις να το διαβάζεις. Είναι μία γειτόνισσα που ξέρει και προσφέρθηκε να μου μάθει. Θα ξεκινήσω μαθήματα από αύριο, δεν κρατιέμαι! Μα τι έχεις, παιδί μου, είσαι καλά;
     - Καλά είμαι.
     - Στη δουλειά καλά, ή δεν ξεκίνησες ακόμα;
     - Ξεκίνησα, καλά είναι... 
     - Δε δουλεύεις σήμερα;
     - Έχω άδεια.
     - Α, φαίνεται πως έχεις καλό αφεντικό. Έχω ακούσει ότι οι περισσότεροι δε δίνουν εύκολα άδεια στο προσωπικό τους, ειδικά όταν είναι καινούργιοι στη δουλειά... Εσύ δεν είσαι άπειρος, βέβαια, έχεις μία σχετική προϋπηρεσία, κάτι έμαθες δίπλα στον πατέρα σου.
     - Πάντως, παρ'όλη την προϋπηρεσία, δεν είναι και πολύ εύκολη δουλειά.
     - Εννοείται αυτό, η διοίκηση επιχειρήσεων ποτέ δεν ήταν εύκολη, δε θυμάσαι τον πατέρα σου τι αγώνα έδινε καθημερινά; Θέλει μεγάλη τέχνη να κάνεις τους άλλους να δουλεύουν για εσένα και να είναι και ευχαριστημένοι.
     - Αλήθεια, πού είναι ο μπαμπάς;
     - Έχει πάει στο φυτώριο για να αγοράσει λίπασμα. Έχει ξετρελλαθεί με την κηπουρική, όλο το πρωινό του το περνάει πλέον στον κήπο, ούτε η βροχή, ούτε το κρύο δεν τον σταματάει... Άρχισε να καλλιεργεί και λαχανικά, φαντάσου! Σε λίγο θα τρώμε τις δικές μας ντομάτες και τα δικά μας καρότα. Τα καρότα, βέβαια, βρίσκονται ολόκληρα μέσα στη γη, πρέπει να σκάψεις για να τα βγάλεις, αλλά τον πατέρα σου δεν τον πειράζει να σκαλίζει τη γη, έτσι κι αλλιώς φοράει γάντια, όταν δουλεύει στον κήπο.
     - Προσαρμόστηκε γρήγορα ο μπαμπάς στη νέα κατάσταση, από ό,τι φαίνεται, αλλά δε μου κάνει εντύπωση. Γι'αυτό και υπήρξε πολύ επιτυχημένος.
     - Και ακόμα είναι επιτυχημένος, τι κι αν δεν είναι πλέον βασιλιάς; Η δουλειά δεν κάνει τον άνθρωπο, ο άνθρωπος κάνει τη δουλειά!
     - Αυτό πού το άκουσες;
     - Πουθενά δεν το άκουσα, το διάβασα στον ημεροδείκτη.
     - Σοβαρά;
     - Ναι, είναι θαυμάσιο το τι μπορεί να μάθει κανείς από έναν ημεροδείκτη! Κάθε μέρα έχει και μία διαφορετική σοφία. Σήμερα έλεγε ότι ουδείς πιο αχάριστος από τον ευεργετηθέντα, καλό, ε; Μα δοκίμασε τον καφέ σου, θα κρυώσει!
     Ο γιος ήπιε μια γουλιά καφέ.
     - Μμμ, καλό τον έφτιαξες, σχεδόν σαν αυτόν που πίναμε στο παλάτι είναι.
     - Εγώ νομίζω ότι αυτός είναι καλύτερος. Στο παλάτι ποτέ δεν είχε φουσκάλες!
     Ο γιος ήπιε άλλη μια γουλιά.
     - Η γυναίκα σου τι κάνει; Πώς και δεν ήρθε μαζί σου, να σου κάνει παρέα;
     - Είχε πονοκέφαλο, μου είπε.
     - Α, το καημένο το κορίτσι! Εύχομαι να είναι περαστικά...
     - Μμμ...
     - Τι "μμμ", παιδί μου; 
     - Τίποτα.
     - Σίγουρα; Μήπως είναι κάτι που θέλεις να μου πεις; Συνέβη κάτι που θα έπρεπε να ξέρω;
     - Τίποτα δε συνέβη, μην ανησυχείς... Αλλά τη γυναίκα μου θα τη χωρίσω!
     - Τι θα κάνεις;
     - Θα τη χωρίσω!
     - Γιατί, παιδί μου; Δεν είναι όμορφη; Δεν είναι ευγενική; Μήπως δεν είναι από βασιλική γενιά; Αλλά, τι λέω; Το τεστ του ρεβυθιού δεν κάνει ποτέ λάθος, η γυναίκα σου ήταν η μόνη από τόσες που δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι εξαιτίας του.
     - Αυτό είναι και το πρόβλημα!
     - Δηλαδή;
     - Τι δηλαδή; Δεν περνάει μέρα που να μη μου το χτυπάει! "Τι θα φάμε σήμερα;" τη ρωτάω, "Και πού να ξέρω;" μου λέει, "κάτι εκλεκτό και νόστιμο, φαντάζομαι". "Εννοώ, τι έχεις σκοπό να μαγειρέψεις", της εξηγώ, "Εγώ θα πρέπει να μαγειρέψω;" με ρωτάει. "Ποιος άλλος;" τη ρωτάω, "εγώ θα πάω στη δουλειά", "Α, εγώ δεν ξέρω από αυτά", μου λέει, "εγώ είμαι μια πραγματική πριγκήπισσα, το ήξερες, εξάλλου"! "Ναι", της λέω, "αλλά τα πράγματα άλλαξαν λίγο, τον θρόνο τον χάσαμε, δεν έχουμε πια παλάτι...", και τότε βάζει τα κλάματα. Πάω να την αγκαλιάσω, να την ηρεμήσω λίγο, "Μη!" φωνάζει, "είναι ανάγκη να με ακουμπάς επάνω ακριβώς στη μελανιά"; "Ποια μελανιά;" τη ρωτάω, "Τη μελανιά που μου έκανε το ρεβύθι, τότε που με τη μάνα σου με βάλατε να κοιμηθώ σε εκείνο το άβολο κρεβάτι", μου λέει. "Ακόμα την έχεις τη μελανιά;" τη ρωτάω, "Τι εννοείς, ακόμα;" μου λέει, "αμφιβάλλω αν θα φύγει ποτέ...".
     - Πονάει ακόμα, ε;
     - Με κοροϊδεύεις κι εσύ, βρε μαμά; Δυο χρόνια πάνε από τότε, και κάταγμα να είχε θα είχε περάσει! Ως πού θα πάει αυτή η κατάσταση; Δεν την αντέχω, σου λέω!
     - Τι να σου πω, παιδί μου, θα χρειάζεται λίγο χρόνο ακόμα μέχρι να προσαρμοστεί, φαντάζομαι, κάνε λίγη υπομονή... Θέλεις να έρθετε για φαγητό αύριο; Ο γείτονας που μένει απέναντι πηγαίνει τακτικά για κυνήγι και εχθές μας έφερε μερικά  ορτύκια, για να μας ευχαριστήσει που του δανείσαμε το φτυάρι μας τις προάλλες με το χιόνι. Θα ψάξω για κάποια συνταγή και θα τα μαγειρέψω να τα φάμε. Θα πρέπει προηγουμένως να τα ξεπουπουλιάσω, βέβαια... Ε, εντάξει, κάποιον τρόπο θα βρω, ίσως βρω κάτι στο διαδίκτυο... Λοιπόν, τι λες;
     - Λέω ότι αύριο πάω στο δικηγόρο.
     - Κάνε λίγη υπομονή, παιδί μου, μπες για λίγο στη θέση της, να παντρεύεται έναν πρίγκηπα με προοπτικές και ξαφνικά να βρίσκεται παντρεμένη με ένα απλό ανώτερο στέλεχος εταιρείας...
     - Δηλαδή για εμένα δεν ήταν δύσκολη η απώλεια του θρόνου; Αλλά εκείνη ζει στον κόσμο της, να δεις που μέχρι και το πεντάρι ρετιρέ με θέα Ακρόπολη της ξίνισε!
     - Εδώ που τα λέμε, η θέα από τον πύργο ήταν καλύτερη...
     - Ξέρεις πόσα λεφτά κοστίζει το ρετιρέ;
     - ... και πέντε δωμάτια ίσως να φαίνονται λίγα, για μια νέα οικογένεια...
     - Ποια οικογένεια; Μόνοι μας είμαστε!
     - Προς το παρόν.
     - Εσένα μη σου θίξουμε τη νύφη! Δεν αντέχω, σου λέω! Πληρώνω κομμώτρια, στυλίστα, μασέρ, προσωπικό γυμναστή, πληρώνω και ντελίβερι, πού θα πάει αυτή η κατάσταση; Ένα μισθό παίρνω!
     - Φαντάζομαι θα σου δώσουν αύξηση, ύστερα από λίγο...
     - Και αυτή δε σηκώνει το χέρι της να ξυστεί! Το καταλαβαίνω ότι δεν ήταν μαθημένη στην απλή ζωή, αλλά ούτε εγώ ήμουν!
     - Έτσι είναι.
     - Δεν της ζήτησα να πιάσει και εκείνη δουλειά, αλλά ας μάθει, τουλάχιστον, να μαγειρεύει! Ή, έστω, να μην γκρινιάζει όλη την ώρα!
     - Έλα, παιδί μου, μη συγχύζεσαι, θα σου ανέβει η πίεση! Μήπως να ασχοληθείς κι εσύ με την κηπουρική; Ο πατέρας σου από όταν ξεκίνησε να ασχολείται, τα έκοψε τα χάπια για την πίεση, να ξέρεις...
     - Με κοροϊδεύεις, βρε μαμά; Πού να τον βρω τον χρόνο για την κηπουρική; Πέντε δουλειές πρέπει να κάνω για να συντηρώ τη γυναίκα μου! Δεν έχω αφήσει υπερωρία για υπερωρία! Σου λέω, δεν πάει άλλο: θα χωρίσω!
     - Ξανασκέψου το!
     - Το έχω σκεφτεί πολύ καλά! Θα χωρίσω και θα πάρω μια απλή κοπέλα.
     - Όταν λες απλή, τι εννοείς;
     - Εννοώ απλή, από ταπεινή οικογένεια.
     - Όχι δα!
     - Ναι! Ούτε θα μου ζητάει μεγαλεία, ούτε θα μου γκρινιάζει, και το καλύτερο: δε θα μου χτυπάει το ρεβύθι!
     Η μητέρα σηκώθηκε από το τραπέζι και πήγε στο παράθυρο.
     - Τι να σου πω, παιδί μου; Κάνε όπως νομίζεις, αλλά ίσως το μετανιώσεις αργότερα... Θα κάτσεις να φάμε το μεσημέρι; Θα χαρεί κι ο πατέρας σου.
     - Τι φαγητό έχει;
     - Ρεβύθια στο φούρνο.
     - Επίτηδες το κάνεις;
     - Γιατί το λες αυτό, παιδί μου; Πώς θα μπορούσα να το φανταστώ, όταν τα έφτιαχνα, ότι πλέον μισείς τα ρεβύθια;