Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Με καθυστέρηση ετών



-   Καλημέρα! ήταν σαν να έλεγε το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού του Άη-Βασίλη, έτσι καθώς πεταγόταν μέσα από την τρύπια κάλτσα.
Ο Άη-Βασίλης αναστέναξε. Σηκώθηκε και πήγε στο συρτάρι με τις κάλτσες. Έψαξε να βρει μια κάλτσα χωρίς τρύπα, αλλά δεν τα κατάφερε. Πήρε ένα ζευγάρι στην τύχη και το φόρεσε επάνω από τις κάλτσες που είχε φορέσει ήδη. Το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού δεν φαινόταν πια.
-   Ξύπνησες; ακούστηκε από την κουζίνα η φωνή της γυναίκας του.
-   Ναι, απάντησε.
-   Σου ετοίμασα το πρωινό σου. Έλα να φας.
Ο Άη-Βασίλης πήγε στην κουζίνα και κάθησε στο τραπέζι.
-   Σου έφτιαξα βάφλες, του είπε η γυναίκα του.
Ο Άη-Βασίλης ένιωσε το στόμα του να πλημμυρίζει από σάλια, τα οποία όμως του κόπηκαν απότομα, όταν είδε ότι επάνω στις φρεσκοψημένες βάφλες βρίσκονταν ατζούγιες με ντομάτα και κάπαρη.
-   Δεν πεινάω ιδιαίτερα, είπε, ελπίζοντας να μην ακούγονται τα γουργουρητά του στομαχιού του. Θα πιω μόνο έναν καφέ.
Η γυναίκα του έφερε την αγαπημένη του κούπα, που ήταν γεμάτη με αχνιστό, μοσχομυριστό καφέ. Ο Άη-Βασίλης την έφερε στα χείλη του και άρχισε να πίνει.
-   Φτου! έκανε μόλις ο καφές έφτασε στην γλώσσα του. Τι έκανες, βρε γυναίκα; Αλάτι έβαλες στον καφέ;
Η γυναίκα του τον κοίταζε έκπληκτη.
-   Το αλάτι και η ζάχαρη μοιάζουν, είπε μόνο.
-   Πού είναι η στολή μου; ρώτησε ο Άη-Βασίλης και σηκώθηκε από το τραπέζι.
-   Μέσα, την έχω κρεμάσει δίπλα στο τζάκι για να είναι ζεστή.
-   Πάω να ντυθώ. Έχω ήδη αργήσει.
Πήγε στο καθιστικό. Δίπλα στο τζάκι ήταν πράγματι κρεμασμένη μια στολή. Αλλά ήταν δική του αυτή η στολή;
-   Βρε γυναίκα, γιατί η στολή μου είναι ροζ;
-   Είχε γαριάσει λίγο και την έβαλα στην χλωρίνη.
-   Στην χλωρίνη; Μέχρι κι εγώ το ξέρω ότι τα χρωματιστά δεν μπαίνουν στην χλωρίνη! Πώς θα την φορέσω τώρα;
-   Και τι πειράζει;
-   Μα είναι η καλή μου η στολή, και η καλή μου η στολή είναι κόκκινη, όλος ο κόσμος το ξέρει!
-   Ε, και ποιος θα τη δει; Βράδυ θα είναι, σκοτάδι θα είναι, σιγά μην το καταλάβουν…
Ο Άη-Βασίλης έπιασε την στολή του και την κοίταξε και από τις δύο πλευρές. Στην πλάτη υπήρχε μία μεγάλη στάμπα από σίδερο.
-   Και αυτό εδώ τι είναι; ρώτησε τη γυναίκα του, που εκείνη την ώρα έμπαινε στο δωμάτιο.
-   Ε, τι, ασιδέρωτη θα τη φορούσες;
Ο Άη-Βασίλης αναστέναξε. Η κατάστασή της είχε αρχίσει να χειροτερεύει. Τη μια έκαιγε το φαγητό, την άλλη ξεχνούσε αναμμένο το θερμοσίφωνα με τις ώρες, έβαζε αλάτι στον καφέ, χλωρίνη στα χρωματιστά… Καταραμένο Αλτσχάιμερ!
Το ρολόι χτύπησε οκτώ φορές.
-   Ώρα να πηγαίνω, είπε ο Άη-Βασίλης και φόρεσε τη ροζ στολή του.
-   Στο καλό, είπε η γυναίκα του και γύρισε στην κουζίνα.
-   Ελπίζω να μη βάλει φωτιά στο σπίτι μέχρι να γυρίσω, σκέφτηκε ο Άη-Βασίλης.
Πήγε στον στάβλο και έζεψε τους τάρανδους στο έλκηθρο. Οι βοηθοί του έφεραν τους σάκους με τα δώρα. Μόλις τον είδαν, με το ζόρι συγκράτησαν τα γέλια τους.
-   Έγινε κάτι και γελάτε; ρώτησε εκείνος αυστηρά.
-   Όχι, τίποτα, απάντησαν εκείνοι και έφυγαν βιαστικά, για να γελάσουν με την ησυχία τους.
Ο Άη-Βασίλης διατήρησε την αυτοκυριαρχία του. Στο κάτω-κάτω της γραφής, η μέρα αυτή ήταν αφιερωμένη στα παιδιά. Θα έβαζε, λοιπόν, στην άκρη τα προσωπικά του θέματα, και θα τα αντιμετώπιζε ξανά από την επόμενη μέρα.
-   Ες αύριον τα σπουδαία! είπε και έπιασε τα γκέμια των ταράνδων του.
Στην στιγμή, το έλκηθρο βρέθηκε ψηλά στον αέρα και ο Άη-Βασίλης ένιωσε τα άσπρα του μαλλιά να κυματίζουν στον ψυχρό αέρα.
-   Πάρε εσύ τα γκέμια, είπε στον έναν από τους βοηθούς του που τον συνόδευαν.
Ύστερα, πήρε τον ένα σάκο και τον άνοιξε. Ο σάκος ήταν γεμάτος γράμματα.
-   Ας διαβάσω το πρώτο, είπε ο Άη-Βασίλης. «Καλέ μου Άη-Βασίλη, ήμουν καλό παιδί, μπλα-μπλα-μπλα,… θέλω μία μεγάλη αρκουδίτσα, με αγάπη, Μαίρη». Λοιπόν, ας πάμε μια μεγάλη αρκουδίτσα στη Μαίρη, που ήταν καλό κορίτσι.
Είπε, και έβαλε το χέρι του στον άλλο σάκο, αυτόν με τα δώρα. Ως δια μαγείας, όταν έβγαλε το χέρι του από το σάκο, αυτό κρατούσε μια μεγάλη αρκουδίτσα, με ένα κόκκινο κασκόλ. Ύστερα, το έλκηθρο σταμάτησε ακριβώς πάνω από την καμινάδα ενός σπιτιού, και ο Άη-Βασίλης πήδηξε μέσα.
Δεν άργησε να εμφανιστεί  και πάλι, όχι μαυρισμένος και βρώμικος από τον καπνό, αλλά πεντακάθαρος, μέσα στη ροζ στολή του. Οι βοηθοί του γέλασαν λίγο, αλλά με ένα βλέμμα του σταμάτησαν αμέσως.
-   Για να δούμε το επόμενο γράμμα, είπε ο Άη-Βασίλης. «Αγαπημένε μου Άη-Βασίλη, σου γράφω αυτό το γράμμα επειδή θέλω να μου φέρεις ένα κόκκινο φορτηγό, είσαι ο καλύτερος,… και εγώ ήμουν καλό παιδί,… διάβαζα τα μαθήματά μου,… ο φίλος σου, Μανώλης». Εντάξει, λοιπόν, Μανώλη, θα το πάρεις το δώρο που ζήτησες.
Και έβαλε το χέρι του μέσα στο σάκο με τα δώρα, και όταν το έβγαλε αυτό κρατούσε ένα όμορφο, κόκκινο φορτηγό. Και πάλι ο Άη-Βασίλης βούτηξε μέσα σε μια καμινάδα, και πάλι πρόβαλε ύστερα από λίγο, χαμογελαστός και ροζ.
Και το επόμενο γράμμα ήταν της Βαγγελιώς, και το επόμενο από αυτό της Ελένης, και μετά του Στέλιου, και του Θοδωρή, και του Αντρέα, και της Ανδρομάχης… Και κάθε φορά ο Άη-Βασίλης διάβαζε το γράμμα του παιδιού και ύστερα έβγαζε ένα παιχνίδι από το σάκο και βούταγε μέσα σε μια καμινάδα, μέχρι να ξαναβγεί από εκεί, το ίδιο χαμογελαστός και το ίδιο ροζ όπως την πρώτη φορά.
Και αυτό συνεχίστηκε όλη τη νύχτα, και οι δύο σάκοι – ο σάκος με τα γράμματα και ο σάκος με τα δώρα – άρχισαν σιγά-σιγά να αδειάζουν. Ο Άη-Βασίλης άρχισε να νιώθει κούραση – σε τελευταία ανάλυση, τα είχε τα χρονάκια του. Όμως δεν μπορούσε και να αφήσει παραπονεμένα τα παιδιά, τόσα ωραία γράμματα του είχαν στείλει! Έπρεπε να συνεχίσει.
Και συνέχισε να βουτάει μέσα στις καμινάδες, παρ’όλο που τώρα τον πονούσε η μέση του και όλο και κάποιο βογγητό του ξέφευγε στη διαδρομή. Και τα αστέρια λαμπύριζαν στον ουρανό ακόμα, αλλά η νύχτα έφτανε στο τέλος της. Ο Άη-Βασίλης άρχισε να περιμένει την ώρα της επιστροφής, για να βουτήξει τα κουρασμένα του πόδια σε μια λεκάνη με ζεστό νερό, και ύστερα να πιει ένα μεγάλο φλιτζάνι γάλα με νόστιμα μπισκότα σοκολάτας, με την προϋπόθεση η γυναίκα του να τα είχε φτιάξει σωστά, βέβαια, και να μην είχε ξεχάσει κανένα υλικό, ούτε να είχε βάλει αλάτι αντί για ζάχαρη, όπως είχε κάνει το πρωί στον καφέ του.
Έβαλε το χέρι του στο σάκο. Ένα γράμμα έμενε μέσα. Επιτέλους! Η δουλειά του θα τελείωνε σύντομα. Άνοιξε το γράμμα. Το χαρτί ήταν κιτρινισμένο, το ίδιο και ο φάκελος. Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν παιδικός, αλλά του φάνηκε πολύ γνωστός.
-   Δεν είναι δυνατόν! αναφώνησε.
Οι τάρανδοι ταράχτηκαν και ευτυχώς που ο βοηθός του συγκράτησε τα γκέμια, αλλιώς μπορεί και να αναποδογύριζε το έλκηθρο.
-   Τι συνέβη; ρώτησαν όλοι οι βοηθοί μαζί.
Αλλά ο Άη-Βασίλης δεν απάντησε. Κοιτούσε τον φάκελο που περιείχε το γράμμα. Τα μάτια του είχαν αρχίσει να γυαλίζουν περισσότερο από το συνηθισμένο. Άρχισε να διαβάζει:
«Αγαπημένε μου Άη-Βασίλη, δεν με ξέρεις αλλά εγώ σε ξέρω καλά. Δεν σου είχα γράψει ποτέ γράμμα μέχρι σήμερα, επειδή δεν ήξερα να γράφω. Φέτος, όμως, που πήγα σχολείο και έμαθα να γράφω και να διαβάζω, και επειδή ήμουν καλό κορίτσι, θα ήθελα να σου ζητήσω ένα δώρο. Το δώρο που θα ήθελα να σου ζητήσω είναι μία κούκλα με ροζ μαλλιά. Θα την ονομάσω Ροζαλία, και θα την αγαπάω πολύ, και θα την παίρνω μαζί μου παντού. Θα είναι η καλύτερή μου φίλη.
Το ξέρω ότι υπάρχουν πολλά παιδάκια που σε περιμένουν, και ίσως να μην μπορέσεις να μου φέρεις την κούκλα που σου ζήτησα. Ίσως πάλι το γράμμα μου να χαθεί στον δρόμο και να μην το πάρεις ποτέ. Εγώ, πάντως, θα σε περιμένω την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, κι αν δεν έρθεις, δεν πειράζει, είμαι αρκετά μεγάλη και καταλαβαίνω. Έτσι κι αλλιώς, να ξέρεις ότι σε αγαπάω πολύ, επειδή μου θυμίζεις τον παππού μου, που με παίρνει στα γόνατά του και μου λέει παραμύθια.
Καλή χρονιά, Άγιε μου Βασίλη!»  
-   Κλαις, Άη-Βασίλη; ρώτησαν οι βοηθοί.
-   Τελειώσαμε και φέτος, είπε εκείνος. Γυρίζουμε στο σπίτι!
Έπιασε τα γκέμια και έστριψε το έλκηθρο. Ύστερα από λίγο, είδαν το σπίτι του Άη-Βασίλη με την καμινάδα του να καπνίζει.
-   Θα μπω από την καμινάδα, είπε ο Άη-Βασίλης στους βοηθούς του. Εσείς να πάτε τους ταράνδους στον στάβλο και ύστερα να πάτε να ξεκουραστείτε.
Οι βοηθοί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι. Πρώτη φορά ο Άη-Βασίλης έμπαινε στο σπίτι του με αυτόν τον τρόπο.
-   Α, παρά τρίχα να το ξεχάσω, είπε ο Άη-Βασίλης, και βούτηξε το χέρι του στο σάκο με τα δώρα. Όταν το ξανάβγαλε, κρατούσε μια κούκλα με ροζ μαλλιά.
-   Πηγαίνετε τώρα, είπε και βούτηξε στην καμινάδα.
Μέσα στο σπίτι υπήρχε ησυχία. Μόνο στην κουζίνα ακούγονταν βήματα.
-   Ήρθες; ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του. Πώς πήγε η δουλειά;
Ο Άη-Βασίλης μπήκε στην κουζίνα. Η γυναίκα του ετοίμαζε το γάλα του.  Στο χέρι της κρατούσε ένα κουταλάκι γεμάτο με μία άσπρη σκόνη. Το βάζο με τη ζάχαρη ήταν επάνω στον πάγκο της κουζίνας. Δίπλα στο φλιτζάνι με το γάλα, ανοιχτό, βρισκόταν το βάζο με το αλάτι. Ανοιχτό ήταν και το μάτι της κουζίνας.
Η γυναίκα του έμεινε να τον κοιτάζει. Το κουτάλι έπεσε από το χέρι της και το αλάτι σκόρπισε επάνω στο τραπέζι.
-   Ροζαλία! είπε μόνο.
Ο Άη-Βασίλης της έδωσε την κούκλα. Εκείνη την πήρε και την έσφιξε στην αγκαλιά της.
-   Ευχαριστώ, Άη-Βασίλη, ψιθύρισε.
Ο Άη-Βασίλης έσβησε το μάτι της κουζίνας, μάζεψε το σκορπισμένο αλάτι από το τραπέζι και πήγε να αλλάξει. Έβγαλε την στολή του και την έβαλε προσεκτικά επάνω στην κρεμάστρα. Με το χέρι του, σκούπισε τα μάτια του που είχαν θολώσει από τα δάκρυα. Τότε μόνο πρόσεξε ότι το ροζ της στολής ήταν ακριβώς ίδιο με το χρώμα των μαλλιών της κούκλας.

12 σχόλια:

  1. αχ Πίπη μου!!!!
    Τη λάτρεψα την ιστορία σου!
    Μαγεία και συγκίνηση μαζί!!!
    Σε ευχαριστώ πολύ πολύ!
    Χρόνια πολλά και καλά μάτια μου!
    Καλή Πρωτοχρονιά να έχεις!
    Σε φιλώ ♥

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι, νομίζω ότι είναι η καλύτερη ιστορία με τον Άγιο Βασίλη που έχω γράψει ως τώρα. Να έχεις και εσύ μια πολύ όμορφη Πρωτοχρονιά, και μια ακόμα πιο όμορφη χρονιά!

      Διαγραφή
  2. Η συγκινητική σου ιστορία μού άφησε την εντύπωση ενός κύκλου, ενός κύκλου ζωής στον οποίο το άλλοτε κοριτσάκι, γερνώντας και αρρωσταίνοντας, ξαναγίνεται παιδί. Γιατί παιδί μπορεί κανείς να είναι τόσο στην αρχή, όσο και πλησιάζοντας στο τέλος της ζωής του. Με έκανες να σκεφτώ την τρίτη ηλικία με την ιστορία σου (αν και είχε πρωταγωνιστή τον Αγιο-Βασίλη). Που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε, ειδικά τέτοιες μέρες αφιερωμένες... σε κάθε λογής παιδιά. Χρόνια σου πολλά και καλά και ένα πολύ ευτυχισμένο νέο έτος, σου εύχομαι! :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έχεις δίκιο για τον κύκλο. Αυτό που ήθελα να πω ουσιαστικά ήταν ότι οι μόνες σταθερές μας βρίσκονται στην παιδική μας ηλικία και εκεί θα πρέπει να ανατρέχουμε για να βρίσκουμε τον εαυτό μας.
      Πολλές ευχές και από εμένα, υγεία και ό,τι άλλο επιθυμείς.
      Φιλάκια πολλά

      Διαγραφή
  3. Πόσο συγκινητική η ιστορία σου!
    Η Ροζαλία μπορεί να καθυστέρησε πολύ, αλλά ήρθε τελικά!
    Χρόνια πολλά και καλά σου εύχομαι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ποτέ δεν είναι αργά για να πάρει κανείς αυτό που του χρωστάει η ζωή.
      Χρόνια πολλά και σε εσένα, με ό,τι επιθυμεί η καρδιά σου.

      Διαγραφή
  4. Μου άρεσε πολύ η ιστορία σου.
    Καλή χρονιά σου ευχομαι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ πολύ. Χαίρομαι που σου άρεσε η ιστορία μου.
      Να έχεις και εσύ μία πολύ όμορφη χρονιά και ο Άη-Βασίλης να σου φέρει όποιο δώρο επιθυμεί η καρδούλα σου.

      Διαγραφή
  5. Χαίρομαι που σε γνωρίζω μ' αυτή την τόσο συγκινητική και πρωτότυπη και υπέροχη ιστορία!!!!!
    Καλή χρονιά να έχεις, όπως την επιθυμείς!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ πολύ για τις ευχές σου. Χαίρομαι που σου άρεσε η ιστορία μου, και εμένα μου άρεσε πολύ όταν την έγραφα.
      Καλή χρονιά και σε εσένα, γεμάτη δώρα (από αυτά που αξίζουν, όχι τα άλλα).
      Πολλά φιλιά και ευχαριστώ για την επίσκεψη.

      Διαγραφή
  6. Καλησπέρα και χρόνια πολλά
    Πολύ συγκινητική η ιστορία σου.
    Εύχομαι ο νέος χρόνος να σου φέρει ό,τι επιθυμείς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ πολύ, αγαπητέ μου Dennis. Και εσύ να έχεις μια πολύ όμορφη χρονιά, με υγεία και ό,τι άλλο επιθυμείς, για εσένα και την οικογένειά σου. Και του χρόνου!

      Διαγραφή

To comment or not to comment? That is the question