Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Μαθητευόμενος γλύπτης

     Ε, ναι, λοιπόν, είναι αλήθεια: πολύ τον πείραζε τον Άνεμο, που όλοι τον θεωρούσαν ρηχό και άνευ ουσίας. Πώς ήταν αυτό δυνατόν; Αφού εκείνος είχε ανησυχίες, ήταν καλλιτέχνης κατά βάθος, πώς και δεν το έβλεπαν; Η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Έπρεπε να κάνει κάτι.
     - Θα ασχοληθώ με την τέχνη, είπε. Θα δουν όλοι ότι έχω περιεχόμενο.
     Αλλά με τι να ασχοληθεί; Η ζωγραφική του άρεσε, αλλά και ο Ήλιος την είχε για χόμπυ, και μάλιστα είχε ιδιαίτερο ταλέντο στο να φτιάχνει καταπληκτικές χρωματικές συνθέσεις: τι μωβ, τι πορτοκαλί, τι χρυσαφιά χρώματα που είχε βγάλει η παλέτα του Ήλιου!
     Το σκέφτηκε, λοιπόν, ο Άνεμος, και αποφάσισε να μην ασχοληθεί με τη ζωγραφική. Δεν του άρεσε να τον συγκρίνουν, και μάλιστα με τον Ήλιο, άσε που μπορεί και ο Ήλιος να παρεξηγόταν, αν νόμιζε ότι ο Άνεμος τον αντιγράφει...
     - Ε, λοιπόν, και εγώ θα ασχοληθώ με την γλυπτική, είπε ο Άνεμος. Βέβαια, αυτή είναι τέχνη, και μάλιστα σε τρεις διαστάσεις. Πολύ καλύτερη από τη ζωγραφική.
     Πώς να ξεκινήσει, όμως, αν πρώτα δεν κάνει μερικά μαθήματα; Και πήρε, λοιπόν, έναν δάσκαλο, και ο δάσκαλος άρχισε να μιλάει για τα εργαλεία που χρειαζόταν και ο Άνεμος έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Τόσα πολλά εργαλεία για να φτιάξεις ένα γλυπτό;
     - Καλά, καλά, είπε στον δάσκαλο, δείξε μου εσύ τις τεχνικές και εγώ θα τις εφαρμόσω με τον δικό μου τρόπο.
     - Δηλαδή;
     - Θα χρησιμοποιώ το στόμα μου.
     - Το στόμα σου;
     - Φυσικά, δεν έχεις ακούσει να μιλάνε για ζωγραφική με το στόμα;
     - Ναι.
     - Ε, εγώ θα κάνω γλυπτική με το στόμα. Και έχω και το κατάλληλο υλικό. Θα πλάθω τα σύννεφα σε αγάλματα φυσώντας με το στόμα μου. Θα είναι πολύ καλό, θα το δεις.
     Πολύ αμφέβαλλε ο δάσκαλος, αλλά δεν του είπε τίποτα, αφού τον είδε τόσο αποφασισμένο. Είχε και ανάγκη από λεφτά, δεν είναι τώρα καιροί να στενοχωρείς τους μαθητές σου... 
     Έτσι, ο Άνεμος ξεκίνησε μαθήματα γλυπτικής. Και πολύ του άρεσαν, αλλά η γλυπτική αποδείχτηκε δυσκολότερη από όσο φανταζόταν. Ποτέ δεν πετύχαινε αυτό που είχε στο μυαλό του. Πότε φυσούσε πιο δυνατά από ό,τι έπρεπε, πότε φυσούσε προς λάθος κατεύθυνση, και πάντα του έβγαινε κάτι διαφορετικό. Έφταιγαν και τα σύννεφα, βέβαια, που αποδείχτηκε ότι ήταν ένα πολύ ασταθές υλικό.
     Ο Άνεμος δεν το έβαλε κάτω και συνέχισε τις προσπάθειές του. Και όταν συναντούσε κάποιο ανθρώπινο γλυπτό στη γη καθόταν και το μελετούσε, για να παίρνει ιδέες. Πολύ του άρεσαν τα αγάλματα, και πιο πολύ τα πιο μοντέρνα. Αλλά, παρ'όλες τις προσπάθειες και παρ'όλη τη μελέτη, εκείνος συνέχισε να μην παρουσιάζει ιδιαίτερη πρόοδο και, καθώς τα αγάλματά του δεν έβγαιναν όπως τα ήθελε, τα κατέστρεφε σχεδόν αμέσως.
     Είχε αρχίσει να απογοητεύεται, όταν κατά τη διάρκεια μιας βόλτας του είδε το άγαλμα ενός δρομέα. Ήταν ένα μοντέρνο άγαλμα, σαν εκείνα που του άρεσαν, φτιαγμένο από γυαλί. Ο Άνεμος εντυπωσιάστηκε. Ένα τέτοιο άγαλμα ήθελε να φτιάξει και εκείνος. Και βάλθηκε να το φτιάξει. 
     Βρήκε, λοιπόν, ένα ωραίο, εύπλαστο σύννεφο, και άρχισε να το φυσάει, πότε από τη μία, πότε από την άλλη, μέχρι που το σύννεφο άρχισε να αποκτά σιγά-σιγά σχήμα. Και ήταν σχεδόν έτοιμο, όταν πρόσεξε ότι η μία πλευρά του αγάλματος δεν είχε το σωστό σχήμα. Φύσηξε, τότε, για να διορθώσει το λάθος, αλλά μάλλον έβαλε περισσότερη δύναμη από όση χρειαζόταν και το αποτέλεσμα δεν ήταν αυτό που ήθελε. Ξαναφύσηξε, τότε, για να διορθώσει το καινούργιο λάθος, αλλά και πάλι, αντί να διορθώσει αυτό το λάθος έκανε ένα καινούργιο.
     Φυσούσε και ξεφυσούσε ο Άνεμος, αλλά μάταια. Το άγαλμα όλο και άλλαζε όψη, πότε επεκτεινόταν προς τη μία, πότε προς την άλλη κατεύθυνση, και ο Άνεμος δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με το έργο του.
     Δεν καταλαβαίνω, βέβαια, γιατί. Όχι, αν δεν με πιστεύετε, δείτε και μόνοι σας. Δεν μοιάζει με δρομέα το σύννεφο της φωτογραφίας; Και όχι μόνο μοιάζει με δρομέα, αλλά αν προσέξει κανείς μπορεί να δει ότι ο δρομέας κρατάει στο χέρι του ένα κύπελο καφέ, που αχνίζει κιόλας! 
     Χωρίς να είμαι τεχνοκριτικός, θα έλεγα ότι ο δρομέας είναι ένα από τα καλύτερά του έργα. Και, ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω τι τον έπιασε τον Άνεμο και το αμέσως επόμενο λεπτό φύσηξε και τον κατέστρεψε. Τώρα πια ο μόνος δρομέας είναι εκείνος ο φτιαγμένος από γυαλί... 

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Ανάποδη ροή


     - Τακ-τικ! έκανε το μεγάλο ρολόι στο σαλόνι.
     - Τσικ! Τσικ! έκανε το κούτσουρο στη φωτιά που έκαιγε στο τζάκι.
     - Κρικ! Κρικ! έκανε η κουνιστή πολυθρόνα καθώς ταλαντευόταν.
     - Μμμμμ-μμμμ-μμμμμ-μμμ, σιγοτραγουδούσε η γυναίκα του γερο-Χρόνου, που καθόταν στην κουνιστή πολυθρόνα και έπλεκε, με τα γυαλιά της κατεβασμένα χαμηλά στη μύτη της.
     - Χρρρρρρρρρρρρρρ! Χρρρρρρρρρρρρρρφσσσσσσσσσς! ροχάλιζε ο γερο-Χρόνος, νανουρισμένος από το τραγούδι της γυναίκας του, καθώς κοιμόταν, καθισμένος αναπαυτικά στη δική του πολυθρόνα, με το βιβλίο του ακουμπισμένο ανοιχτό επάνω στη φουσκωτή κοιλιά του και μια πολύχρωμη, πλεκτή κουβερτούλα ριγμένη στα πόδια του.
     - Ρρρρρρρρ, έκανε και η γάτα που καθόταν δίπλα στο παράθυρο του σαλονιού.
     - Τακ-τικ! ξαναέκανε το μεγάλο ρολόι.
     - Τσικ! Τσικ! ξαναέκανε το κούτσουρο στη φωτιά.
     - Κρικ! Κρικ! συνέχισε να τρίζει η κουνιστή πολυθρόνα.
     - Μμμμμ-μμμμ-μμμμμμ, συνέχισε το τραγούδι της η γυναίκα του γερο-Χρόνου, πάνω στην κουνιστή πολυθρόνα.
     - Χρρρρρρρρ! Χρρρρρρρρρρφσσσσσσσς! συνέχισε το ροχαλητό του ο γερο-Χρόνος, σκεπασμένος με την πλεκτή του κουβερτούλα.
     - Ρρρρρρρρ, συνέχισε να γουργουρίζει η γάτα, που νόμιζε ότι ο γερο-Χρόνος της μιλούσε.
     - Τακ-τικ!
     -  Τσικ! Τσικ!
     - Κρικ! Κρ...
     Και τότε η γυναίκα του γερο-Χρόνου σταμάτησε για λίγο το τραγούδι της. Η αμυγδαλιά που ήταν έξω από το παράθυρο ήταν γεμάτη μπουμπούκια.
     - Παράξενο! είπε η γυναίκα του γερο-Χρόνου.
     - Κρικ! Κρικ! ξανάρχισε να τρίζει η κουνιστή πολυθρόνα ύστερα από λίγο.
     - Μμμμμ-μμμμ-μμμμμμμ, ξανάρχισε το τραγούδι της η γυναίκα του γερο-Χρόνου.
     - Χρρρρρρρρρρρφσσσσσσσσς! ροχάλισε ο γερο-Χρόνος, που δεν είχε σταματήσει στιγμή το ροχαλητό του.
     - Ρρρρρρρρ, γουργούρισε και η γάτα.
     - Τακ-τικ!
     - Τσικ! Τσικ!
     - Κρικ! Κρι...
     - Η ιδέα μου θα είναι, είπε η γυναίκα του γερο-Χρόνου.
     - Κρικ! Κρικ!
     - Μμμμμμμ-μμμμμμμ-μμμμ...
     - Χρρρρρρρφσσσσσσσσσσσσσς!!!
     - Ρρρρρρρρρρ...
     - Τακ-τικ!
     - Τσικ! Τσικ!
     - Κρι...
     - Δεν μπορεί...
     Η γυναίκα του γερο-Χρόνου άφησε το πλεκτό της και σηκώθηκε από την πολυθρόνα της. Πλησίασε τον άντρα της και τον σκούντηξε.
     - Τι συμβαίνει; τη ρώτησε εκείνος.
     - Δεν ξέρω, αλλά νομίζω ότι η αμυγδαλιά εχθές είχε λουλούδια.
     - Και γι'αυτό με ξύπνησες, βρε γυναίκα; Άσε με και με έκοψες επάνω στο καλύτερο...
     - Νιάου, έκανε η γάτα, σαν να συμφωνούσε.
     - Ναι, είπε η γυναίκα και τον ξανασκούντηξε, αλλά σήμερα η αμυγδαλιά έχει μπουμπούκια!
     Ο γερο-Χρόνος άνοιξε τα μάτια του. Μόνο το ένα φαινόταν ολόκληρο, το άλλο το μισοέκρυβε το άσπρο, παχύ του φρύδι.
     - Ιδέα σου θα είναι, είπε.
     - Δεν είναι η ιδέα μου, θυμάμαι καλά, του είπε εκείνη. Εχθές υπήρχαν λουλούδια και σήμερα τα λουλούδια έχουν γίνει μπουμπούκια!
     - Αυτό δεν γίνεται, της είπε ο γερο-Χρόνος. Άσε με να κοιμηθώ, σε παρακαλώ, και είμαι κουρασμένος.
     Η γυναίκα του δεν επέμεινε άλλο. Εξάλλου, μπορεί πράγματι να είχε κάνει λάθος.
     - Τακ-τικ! έκανε το ρολόι.
     - Τσικ! Τσικ! έκανε το κούτσουρο.
     - Κρικ! Κρικ! ξανάρχισε το τρίξιμό της η κουνιστή πολυθρόνα.
     - Μμμμμμμμμ-μμμμμ-μμμμμμ..., ξανάρχισε το τραγούδι και το πλέξιμο η γυναίκα του γερο-Χρόνου.
     - Χρρρρρρρφσσσσσσσσσσς! ξανάρχισε το ροχαλητό εκείνος.
     - Ρρρρρρρρρ, ξανάρχισε να γουργουρίζει η γάτα.
     - Τακ-τικ!
     - Τσικ! Τσικ!
     - Κρικ! Κρικ!
     - Τοκ! Τοκ! ακούστηκε από την πόρτα και μεμιάς σταμάτησαν τα κρικ! κρικ! και τα μμμμμμμμμμμ-μμμμμμμ-μμμμμμμμμ. Τα τακ-τικ, τα τσικ! τσικ! και τα χρρρρρρφσσσσσσσσς! συνεχίστηκαν κανονικά.
     - Ποιος είναι; ρώτησε η γυναίκα του γερο-Χρόνου.
     - Ταχυδρόμος! ακούστηκε η φωνή του ταχυδρόμου. Φέρνω γράμμα από τον Άγιο Βασίλη.
     Η γυναίκα του γερο-Χρόνου άνοιξε την πόρτα.
     - Είδα κάτι παράξενο καθώς ερχόμουν εδώ σήμερα, είπε ο ταχυδρόμος. Νομίζω ότι τα λουλουδάκια που είχαν φυτρώσει τις προάλλες ξαναχώθηκαν μέσα στη γη! Να είναι η ιδέα μου;
     - Τι να σου πω; είπε εκείνη. Και εμένα μου φαίνεται ότι τα λουλούδια της αμυγδαλιάς ξανάγιναν μπουμπούκια, αλλά ο άντρας μου λέει ότι είναι η ιδέα μου.
     - Ε, τότε η ιδέα μας θα είναι...
     - Ναι, έτσι φαίνεται...
     Και ο ταχυδρόμος έφυγε, ενώ η γυναίκα του γερο-Χρόνου του πήγε το γράμμα και τον σκούντηξε να ξυπνήσει.
     - Τι έγινε πάλι, βρε γυναίκα; είπε εκείνος. Γιατί με ξυπνάς;
     - Γράμμα από τον Άγιο Βασίλη.
     - Τι περίεργο, αυτός δεν μας γράφει σχεδόν ποτέ. Να δεις που κάτι θα του συμβαίνει. Για άνοιξέ το και διάβασε να δούμε...
      Η γυναίκα του άνοιξε τον φάκελο, ξεδίπλωσε το γράμμα και άρχισε να διαβάζει. Πράγματι, ο Άγιος Βασίλης δεν ήταν καθόλου καλά. Ήταν πολύ προβληματισμένος, έλεγε. Από εκεί που είχε τελειώσει τη δουλειά του και χαλάρωνε στον κήπο του φροντίζοντας τα λουλούδια και τα ζαρζαβατικά του, είδε ότι επέστρεψε ο χιονιάς, και ότι η μέρα σαν να μίκρυνε λίγο, και τα λουλούδια ξαναμπήκαν στη γη, και στα βουνά ξανάπεσε χιόνι και μάλλον θα έπρεπε να επιστρέψει στο εργαστήριό του και να αρχίσει να φτιάχνει πυρετωδώς παιχνίδια, αφού από ό,τι φαινόταν, αντί για Πάσχα πλησίαζαν Χριστούγεννα και πάλι...
     - Μα τι λέει; αναρωτήθηκε ο γερο-Χρόνος. Πώς είναι δυνατόν να ξανάρχονται τα Χριστούγεννα; 
     - Κι ο ταχυδρόμος μου το είπε αυτό για τα λουλούδια που ξαναμπήκαν στη γη, είπε η γυναίκα του. Για να μην σου ξαναπώ για τα λουλούδια της αμυγδαλιάς που ξανάγιναν μπουμπούκια...
     - Αυτό δεν γίνεται! είπε ο γερο-Χρόνος και σηκώθηκε από την πολυθρόνα του. Δεν μπορεί να ξαναμπούν τα λουλούδια στη γη! Δεν μπορεί τα λουλούδια να ξαναγίνουν μπουμπούκια!
     - Τακ-τικ! έκανε το μεγάλο ρολόι στο σαλόνι, σαν να υπογράμμιζε αυτό που μόλις είχε πει ο γερο-Χρόνος.
     - Ο χρόνος έχει μία φορά, συνέχισε ο γερο-Χρόνος, κινείται προς τα εμπρός, πάντα προς τα εμπρός, ποτέ πίσω!
     - Τακ-τικ! ξαναέκανε το μεγάλο ρολόι στο σαλόνι.
     Και τότε ο γερο-Χρόνος το πρόσεξε. Και συνειδητοποίησε ότι το ρολόι έκανε "τακ-τικ" και όχι "τικ-τακ", όπως ήταν το σωστό.
     - Το ρολόι φταίει! είπε αμέσως. Αυτό πηγαίνει ανάποδα, γι'αυτό και πάμε προς τα Χριστούγεννα! Έναν μάστορα, γρήγορα έναν μάστορα!
     Και τώρα ο γερο-Χρόνος δεν μπορεί να καθήσει αναπαυτικά στην πολυθρόνα του, να σκεπαστεί με την πολύχρωμη, πλεκτή του κουβερτούλα και να κοιμηθεί ροχαλίζοντας, αφού δεν μπορεί να ησυχάσει αν πρώτα δεν λυθεί το πρόβλημα του ρολογιού. Και η γυναίκα του φώναξε τον ταχυδρόμο και του είπε να φέρει επειγόντως τον ρολογά στο σπίτι για να φτιάξει το ρολόι. Και ο ταχυδρόμος ψάχνει να βρει τον ρολογά, αλλά εκείνος είναι σε ένα σεμινάριο για ρολογάδες στην Ελβετία. Και αν δεν τον βρει εγκαίρως, πολύ φοβάμαι ότι όπου να'ναι θα πρέπει να ξαναστολίσουμε δέντρο.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Γιορτή για λίγους


    
Ο Πινόκιο έκανε έναν τελευταίο έλεγχο: όλα εντάξει. Το σπίτι έλαμπε από καθαριότητα - ας είναι καλά η φίλη του η Σταχτοπούτα που το είχε κάνει λαμπίκο - , όλα ήταν στη θέση τους, τα βάζα ήταν γεμάτα με όμορφα λουλούδια, οι κουρτίνες φρεσκοπλυμένες, τα τζάμια πεντακάθαρα...      Στην κουζίνα, βαλμένα με τάξη, βρίσκονταν τα φαγητά και τα ποτά: κρασιά από τη κοιλάδα του Λίγηρα, μοναστηριακές μπύρες από τη Γερμανία, χαβιάρι από τη Ρωσία, ελβετικά τυριά με τρύπες, γαλλικά τυριά με μούχλες, αλλαντικά από την Ισπανία, ελιές μεγάλες σαν καρύδια από την Ελλάδα, πίτες με φύλλο σπιτικό... Μια γάστρα έκρυβε ένα ροδοκοκκινισμένο, μοσχομυριστό κατσικάκι, λαχανοντολμάδες κολυμπούσαν σε μια κίτρινη θάλασσα από αυγολέμονο, μέσα σε μια βαθιά πιατέλα, ενώ σε ένα ταψί που βρισκόταν στο φούρνο ροδοψημένες πατατούλες απολάμβαναν την τροπική θερμοκρασία. Σε μία κατσαρόλα που αναπαυόταν σε ένα μισάνοιχτο μάτι της κουζίνας βρισκόταν ένα κρεμώδες ριζότο, ενώ σε ένα δεύτερο ταψί βρισκόταν ένας εξαιρετικός και καθόλου δεύτερος μουσακάς... 
     Σαλάτες υπήρχαν δύο ειδών, και οι δύο με υλικά από τον λαχανόκηπο του γερο-Τζεπέτο. Και φρούτα υπήρχαν από τον κήπο, με εξαίρεση τα μήλα, που δεν τα αγαπούσε καθόλου η Χιονάτη.
     Και ύστερα ήταν και τα γλυκά: τρεις διαφορετικές τούρτες σοκολάτα, τιραμισού, που άρεσε πολύ στον Πινόκιο, τρουφάκια, καρυδόπιτα, μπακλαβαδάκια... Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Ο μπουφές ήταν για όλα τα γούστα. Όλοι οι φίλοι του θα ευχαριστιούνταν και με το παραπάνω.
     Τι άλλο έμενε να κάνει; Α, ναι, να ντυθεί. Έτρεξε βιαστικά να αλλάξει. Έπρεπε να βάλει τα καλά του. Δεν άρμοζε στον οικοδεσπότη να είναι ντυμένος με φόρμα και αθλητικά παπούτσια. Άνοιξε διάπλατα την ντουλάπα του και διάλεξε προσεκτικά τα ρούχα του. Χτένισε και τα μαλλιά του και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Κούκλος ήταν. Κυριολεκτικά.
     Έβαλε να παίζει μουσική. Επέλεξε ένα σιντί με βιεννέζικα βαλς, για να τιμήσει την Σταχτοπούτα, που τον είχε βοηθήσει τόσο πολύ με το συγύρισμα. Θα χαιρόταν πολύ η Σταχτοπούτα όταν το άκουγε. Και θα χαιρόταν ακόμα περισσότερο, όταν θα της πρότεινε να ανοίξουν μαζί το χορό. Ψοφούσε για χορούς η Σταχτοπούτα. Έτσι είχε γνωρίσει και τον άντρα της, εξάλλου.
     Θυμήθηκε την πλάκα που της είχε κάνει, όταν της είχε πει ότι κατά λάθος είχε σπάσει το γυάλινο γοβάκι της. Η καημένη, το είχε πιστέψει στην αρχή και είχε στενοχωρηθεί. Τι πλάκα που είχε τότε!
     Και την Ωραία Κοιμωμένη θυμήθηκε. Που είχε πάει σιγά-σιγά δίπλα της, την ώρα που κοιμόταν, και την είχε τραντάξει φωνάζοντας "Σεισμός!". Πολύ αστεία ήταν, έτσι που είχε αρχίσει να τρέχει, αλαφιασμένη, πέρα-δώθε με το νυχτικό!
     Η ώρα ήταν έξι. Τι ώρα τους είχε πει; Κατά τις εφτά. Ο Πινόκιο χόρεψε όλα τα βαλς, ένα-ένα. Δεν του άρεσε να κάθεται άπραγος, όσο περίμενε τους φίλους του. Το σιντί τελείωσε και το έβαλε να παίζει από την αρχή.
     - Εφτά η ώρα! έλεγε το μεγάλο ρολόι τοίχου που είχε στο σαλόνι.
     - Εφτά η ώρα, σκέφτηκε και ο Πινόκιο, τώρα θα αρχίσουν να καταφθάνουν ένας-ένας. Να δεις που πρώτος θα ερχόταν ο Κοντορεβυθούλης. Εκείνος ήταν πάντα συνεπής στα ραντεβού του.
     Τι χαζούλης, όμως, που ήταν ο Κοντορεβυθούλης! Και πώς το είχε πιστέψει την άλλη φορά ότι είχε ψηλώσει στ'αλήθεια, όταν ο Πινόκιο του είχε βάλει μπροστά του έναν παραμορφωτικό καθρέφτη!
     Όμως, πού ήταν όλοι;
     Το ρολόι τώρα έδειχνε εφτά και είκοσι. Ήχοι άμαξας ακούστηκαν από μακριά.
     - Η Χιονάτη θα είναι, σκέφτηκε ο Πινόκιο. Και αμέσως θυμήθηκε την τελευταία φορά που είχαν ειδωθεί, όταν την άφησε για λίγο να πιστέψει ότι η κακιά μητριά είχε αναστηθεί και την αναζητούσε. Δεν είχε και τόσο χιούμορ, για να λέμε την αλήθεια, η Χιονάτη. Είχε λιποθυμήσει και έμεινε μια ολόκληρη ώρα πεσμένη στο πάτωμα.
     Η άμαξα πέρασε, αλλά δεν σταμάτησε μπροστά στο σπίτι του Πινόκιο. Η κοιλιά του άρχισε να γουργουρίζει. Λιγουρευόταν τους λαχανοντολμάδες και το τιραμισού. Αλλά δεν θα ήταν σωστό να φάει προτού έρθουν οι καλεσμένοι του. Όχι, θα έπρεπε να κρατηθεί. Αλλά οι δείκτες του ρολογιού συνέχισαν να γυρίζουν γύρω-γύρω, και όλο γύριζαν, αλλά κανένας από τους φίλους του Πινόκιο δεν έλεγε να φανεί.
     - Μα, πότε θα έρθουν; αναρωτιόταν.
     Το χαβιάρι θα χαλούσε, αν το άφηνε κι άλλο έξω από το ψυγείο. Και τα τυριά είχαν αρχίσει να μαλακώνουν. Να τους έπαιρνε τηλέφωνο, να ρωτούσε τι είχε συμβεί; Όχι, δεν θα ήταν σωστό. Θα έπρεπε να περιμένει λίγο ακόμη. Και οι δείκτες του ρολογιού συνέχισαν να γυρίζουν γύρω-γύρω. Και τώρα η ώρα ήταν οκτώ. Το σιντί τελείωσε για δεύτερη φορά.
     Βήματα ακούστηκαν να πλησιάζουν. Επιτέλους! Να δεις που είχε έρθει ο Παπουτσωμένος γάτος. Πώς θα μπορούσε, άραγε, να του κρύψει τις μπότες και να τον αφήσει ξυπόλητο, να μην μπορεί να μιλήσει; Τι πλάκα που θα είχε τότε!
     Τα βήματα έφτασαν έξω από την πόρτα και ένα χέρι την χτύπησε. Ο Πινόκιο έτρεξε όλος χαρά να ανοίξει. Δεν ήταν ο Παπουτσωμένος γάτος, ούτε ο Κοντορεβυθούλης ήταν. 
     - Έχεις γράμμα, του είπε ο ταχυδρόμος και του έδωσε έναν φάκελο. Ξέχασα να σου το δώσω το πρωί.
     - Ευχαριστώ, είπε ο Πινόκιο και πήρε τον φάκελο από τα χέρια του ταχυδρόμου.
     Ήταν ένα γράμμα. Ένα γράμμα που τον ενημέρωνε ότι οι φίλοι του είχαν αποφασίσει να του κάνουν πλάκα, όπως έκανε και εκείνος. Είχαν αποφασίσει να του πουν ψέματα ότι θα πήγαιναν στη γιορτή του και να τον αφήσουν μόνο του. Ήθελαν, με αυτόν τον τρόπο, να του δώσουν ένα μάθημα για να σταματήσει να κάνει πλάκες και να λέει ψέματα.
     Το γράμμα το είχαν υπογράψει όλοι. Μέχρι και η Σταχτοπούτα το είχε υπογράψει, κάτω-κάτω. Η Σταχτοπούτα, αυτή η καλή κοπέλα;
     Ένα δάκρυ κύλησε κατά μήκος της μακριάς μύτης του Πινόκιο και ύστερα έριξε βουτιά προς το πάτωμα. Και ο Πινόκιο κατευθύνθηκε, σέρνοντας τα βήματά του, προς την κουζίνα. Σε μια κίτρινη θάλασσα από αυγολέμονο, οι λαχανοντολμάδες έριχναν τις τελευταίες τους απλωτές.