Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Κόντρα στα προγνωστικά


     Η σημερινή συννεφιασμένη μέρα και κυρίως το σημερινό συννεφιασμένο απόγευμα, για κάποιον λόγο που εγώ δεν εννοώ επακριβώς, μου έφερε στο μυαλό τα παιδικά παραμύθια. Ίσως επειδή μου δημιούργησε την αίσθηση ότι περπατούσα σε ένα ομιχλώδες δάσος και από κάπου θα πεταγόταν μπροστά μου η Κοκκινοσκουφίτσα. 
     Επειδή θέλω να είμαι ακριβής, η Κοκκινοσκουφίτσα δε φάνηκε. Μεγάλη γαϊδουριά εκ μέρους της, νομίζω. Τέλος πάντων, εγώ είμαι ανώτερος άνθρωπος και δεν πρόκειται να δώσω συνέχεια, συνειδητοποίησα όμως ότι ο μήνας έχει σχεδόν τελειώσει και εγώ το μόνο που έχω γράψει είναι μία ιστορία. Και, καθώς, μπορώ να φανταστώ την απογοήτευση του μεγάλου πλήθους των πιστών ακολούθων της Πίπης, αποφάσισα να σας μιλήσω για το Μήτσο.
     Ο Μήτσος, και μη σας ξεγελάσει το όνομά του, ήταν από πολύ καλή οικογένεια, αυτό που λέμε "του σαλονιού". Στα ώπα-ώπα τον είχαν, στα πούπουλα μεγάλωσε, με τα αφράτα του τα μαξιλάρια, τα ζεστά του κουβερτάκια, το εκλεκτό του φαγητό, την καθημερινή περιποίηση... Πάντα στην τρίχα, καλοχτενισμένος και με τα νύχια του λιμαρισμένα, ήταν μια απόλαυση να τον βλέπεις. 
     Ο Μήτσος είχε και μερικούς φίλους, τάλε κουάλε σαν αυτόν, μεγαλωμένους στα πούπουλα, με του πουλιού το γάλα. Η παρέα μαζευόταν τακτικά, πότε στο σπίτι του ενός, πότε στο σπίτι του άλλου, και διασκέδαζαν διαβάζοντας ποίηση και παίζοντας μπριτζ. Ο Μήτσος, βέβαια, ίσως και λόγω του ονόματός του, ήταν το πειραχτήρι της παρέας και είχε το γενικό πρόσταγμα για το καθετί. Οι φίλοι του τον θαύμαζαν πολύ για το δυναμισμό του, αλλά έβρισκαν το όνομά του πολύ λαϊκό για την κοινωνική του θέση.
     Αλλά ο Μήτσος δεν στενοχωριόταν ιδιαίτερα, καθώς πίστευε πως το όνομά του ήταν υπεύθυνο για το δυναμισμό του, και όχι μόνο αυτό, αλλά περνούσε στην αντεπίθεση και κορόιδευε τους φίλους του.
     - Προτιμώ να με λένε Μήτσο, τους έλεγε, παρά να με λένε Κόμη, Συρανό ή Μίνωα. Πώς θα κυκλοφορούσα στον δρόμο αν με έλεγαν έτσι;
     - Δε συμφωνώ, έλεγε ο Κόμης.
     - Διαφωνώ ριζικά, έλεγε ο Συρανό.
     - Δεν ξέρεις τι λες, έλεγε ο Μίνωας.
     - Και πότε κυκλοφόρησες εσύ στον δρόμο; ρώτησε ο Συρανό. Εσύ δεν το κουνάς ρούπι από τον καναπέ.
       - Δεν έχεις δίκιο, είπε ο Μήτσος. Εγώ πάντα κυκλοφορούσα στον δρόμο, εσείς είστε κλεισμένοι μέσα και δεν το βλέπετε.
     - Σε προκαλώ, είπε ο Συρανό. Αν είσαι μάγκας, βγες στον δρόμο τώρα.
     Ο Μήτσος σκέφτηκε. Σαν πολύ δεν του έμπαιναν οι φίλοι του; Ε, λοιπόν, εκείνος θα τους έδειχνε. Όχι μόνο θα έβγαινε στον δρόμο για να τους αποδείξει ότι δε φοβόταν, θα έβγαινε νύχτα. Ναι, αυτό θα τους αποστόμωνε όλους.
     - Θα βγω αύριο το βράδυ, είπε στο Συρανό.
     - Αύριο βράδυ; ρώτησαν όλοι με μια φωνή.
     - Ναι, αύριο βράδυ.
     Έναν φόβο, βέβαια, τον είχε. Και σαν τι θα μπορούσε όμως να πάθει; Αυτός ήταν Μήτσος, δεν ήταν κανένας τυχαίος. Και - γιατί να το κρύψουμε, άλλωστε; - ήταν άσος στην ξιφασκία, ήξερε και μπάντμιντον, ποιος θα τα έβαζε μαζί του; Όχι, τίποτα δε θα του συνέβαινε. Θα έβγαινε στον δρόμο και οι φίλοι του θα έβλεπαν πόσο ατρόμητος ήταν.
     Και το επόμενο βράδυ ήρθε. Και ο Μήτσος πρόβαλε στην εξώπορτα, και διέσχισε το κατώφλι και βγήκε στο πεζοδρόμιο, και άρχισε να περπατάει, ενώ οι φίλοι του τον κρυφοκοίταζαν από την πόρτα, που εκείνοι δεν τολμούσαν να διαβούν. Και η νύχτα ήταν σκοτεινή, αλλά πολύ ήρεμη. Και ο Μήτσος περπατούσε με βήμα αργό, νωχελικό, παρ'όλο που ένα τρέμουλο μέσα του το ένιωθε. Και άρχισε να απομακρύνεται κι άλλο από το σπίτι του. Και όσο απομακρυνόταν, τόσο το τρέμουλο μειωνόταν.
     Ε, ναι, τελικά, τα είχε καταφέρει, και όλοι είχαν δει πόσο θαρραλέος ήταν.
     - Από εδώ και εμπρός, θα ακούνε "Μήτσος" και θα τρέμουν οι άλλοι, σκέφτηκε ο Μήτσος.
     Και κορδώθηκε λιγάκι. Και ύστερα από λίγο κορδώθηκε κι άλλο, καθώς λίγο πιο πέρα, μέσα στα σκοτάδια, αχνοφάνηκε ένας μικρόσωμος τύπος. Περπατούσε σχετικά αργά, και κάτι έψαχνε.
     - Εκείνος εκεί ο τύπος είναι ό,τι πρέπει, σκέφτηκε ο Μήτσος. Ένα "μπου!" να του κάνω, θα το βάλει στα πόδια.
     Και χωρίς να κάνει φασαρία, άρχισε να πλησιάζει το μικρόσωμο τύπο, ο οποίος, έτσι απορροφημένος που ήταν, δεν τον πήρε είδηση και συνέχισε την αναζήτησή του.
     - Θα τον πάρω στο κυνήγι και θα τον κάνω να τρομάξει τόσο, που δε θα ξανακυκλοφορήσει στην περιοχή, συνέχισε ο Μήτσος τις σκέψεις του, καθώς τώρα είχε πλησιάσει αρκετά.
     Αλλά, πάνω που ο Μήτσος θα ορμούσε στο μικρόσωμο τύπο, ο τύπος τον πήρε είδηση και αμέσως γύρισε και τον κοίταξε.
       - Για δες, σκέφτηκε ο Μήτσος, δείχνει σαν να μη φοβήθηκε καθόλου. Αλλά εγώ δε μασάω, εμένα με λένε Μήτσο, θα του δείξω εγώ.
     Και άρχισε να τον πλησιάζει απειλητικά, ενώ παράλληλα θαύμαζε το εξαιρετικά μυώδες κορμί του μικρόσωμου τύπου.
     - Θα σου δείξω εγώ, είπε ο Μήτσος, ενώ ο άλλος τον κοίταζε ακινητοποιημένος.
     Και εκεί που ο Μήτσος ήταν έτοιμος να ορμήσει, ο άλλος έριξε έναν πήδο τόσο αποφασιστικά, που ο Μήτσος οπισθοχώρησε αμέσως.
     - Τώρα θα δεις τι θα πάθεις... γατάκι! είπε ο μυώδης τύπος.
     Και έκανε άλλο ένα απειλητικό άλμα προς τη μεριά του Μήτσου. Και τόσο άγρια τον κοίταζε, και τόσο πολύ γυάλιζαν τα μάτια του στο σκοτάδι, που ο Μήτσος οπισθοχώρησε για τα καλά.
     - Μπου! έκανε ο άλλος.
      Και ο Μήτσος βάλθηκε να τρέχει τρομαγμένος.
     - Χέστη! φώναξε ο άλλος. Νόμιζες ότι θα τα βάλεις μαζί μου;
     Αλλά ο Μήτσος είχε γυρίσει κιόλας στο σπίτι του, αποφασισμένος να μην ξαναβγεί ποτέ από εκεί. Κρίμα που είχε μάθει και ξιφασκία και μπάντμιντον. Σε τίποτα δεν του είχαν χρησιμεύσει.
     Ήμουν παρούσα στην σκηνή αυτή και μου έκανε μεγάλη εντύπωση, ομολογώ, καθώς φανταζόμουν ότι ο Μήτσος θα κατατρόπωνε τον αντίπαλό του και δεν είχα προβλέψει στο ελάχιστο την τροπή που πήραν τα πράγματα. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι έφταιγε. Ίσως έφταιγε που ο Μήτσος δεν είχε ξαναβγεί στον δρόμο, ίσως έφταιγε που ήταν βράδυ. Ίσως, πάλι, έφταιγε που ο μυώδης τύπος ήταν ένας εξαγριωμένος αρουραίος και ο Μήτσος μία καλοθρεμμένη σπιτόγατα.

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Αδερφή εξ'ουρανού

     Μια φορά κι έναν καιρό, στη μακρινή Λαπωνία, σε ένα μικρό, αλλά καλοφτιαγμένο ιγκλού, ζούσε ένας νέος εσκιμώος, που τον έλεγαν Ακίκο. Ο Ακίκο ήταν ορφανός από γονείς και έμενε μόνος του, αλλά ζούσε μια χαρά. Και αυτό επειδή είχε μάθει όλες τις τέχνες των εσκιμώων τέλεια, αφού τον είχαν διδάξει, εκτός από τον πατέρα του, και οι δυο του παππούδες, όταν ζούσαν φυσικά. Και μπορεί ο Ακίκο να κυνηγούσε, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι τα ζώα δεν τα αγαπούσε. 
     Μια μέρα, λοιπόν, εκεί που προσπαθούσε να ανοίξει μια τρύπα στον πάγο για να ψαρέψει, ο Ακίκο άκουσε ένα κλάμα. Στην αρχή νόμιζε ότι ήταν κάποιο παιδί, αλλά εκεί που βρισκόταν ήταν ερημιά, οπότε πίστεψε ότι έκανε λάθος και συνέχισε τη δουλειά του. Όμως οι φωνές συνεχίζονταν και ο Ακίκο άρχισε να ανησυχεί. Άφησε τη δουλειά του και άρχισε να ψάχνει από πού ακούγονταν οι φωνές.
     Και δεν άργησε να το ανακαλύψει. Ένα σκυλάκι ήταν πιασμένο σε μια παγίδα, από εκείνες που ο Ακίκο έβαζε για να πιάσει αρκούδες, και όλο έκλαιγε και ικέτευε με το βλέμμα του τον Ακίκο να το σώσει.
     Όπως μπορείτε να φανταστείτε, ο Ακίκο δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη για να βγάλει το σκυλάκι από την παγίδα, και όχι μόνο αυτό, αλλά το πήρε μαζί του και το έφερε στο ιγκλού του για να το γιατροπορέψει. Σύντομα, το σκυλάκι ήταν εντελώς καλά, και ακολουθούσε τον Ακίκο παντού. Ο Ακίκο ονόμασε το σκυλάκι, που ήταν θηλυκό, Σούκι, και το πρόσεχε πολύ.
     Σε λίγο καιρό ο Ακίκο, που όπως είπαμε ήταν ένα καλό και άξιο παληκάρι, παντρεύτηκε μια καλή κοπέλα, που την έλεγαν Σαίκο, και το ιγκλού του γέμισε ευτυχία. Η Σαίκο συμπάθησε πολύ τη Σούκι και την περιποιόταν σαν να ήταν το παιδί της: της έδινε να τρώει τις καλύτερες νοστιμιές από το κρέας που έφερνε ο Ακίκο, της έφτιαχνε ζεστά σκεπάσματα για το κρεβατάκι της και τη γέμιζε με χάδια.
     Και ήρθε ο καιρός που η Σαίκο πάχυνε πολύ και οι κινήσεις της δυσκόλεψαν, αλλά που τα μάγουλά της κοκκίνησαν περισσότερο από ό,τι ήταν συνήθως, και που τα μάτια του Ακίκο γέμισαν με μία έντονη λάμψη. Και η Σούκι κατάλαβε ότι κάτι θα άλλαζε στην οικογένεια, αλλά δεν ήξερε τι ακριβώς. Και μία κρύα, χειμωνιάτικη νύχτα, με τα υπέροχα χρώματα του σέλαος να έχουν επιδοθεί σε έναν ξέφρενο χορό, το ιγκλού γέμισε με διαπεραστικά νιαουρίσματα και η Σούκι διαπίστωσε ότι τώρα πια στο ιγκλού βρισκόταν κι άλλος ένας.
     Ήταν η κόρη του Ακίκο, η Γιούκι, και το νεαρό ζευγάρι ήταν πολύ ευτυχισμένο. Η Σούκι δεν πολυκατάλαβε πώς ένας τόσος δα μπόγος που κουνιόταν και έβγαζε τέτοιες τσιρίδες δημιουργούσε τόση χαρά στα αφεντικά της, όμως οι περιποιήσεις που δεχόταν δεν σταμάτησαν και ο μικρός μπόγος έδειχνε να τη συμπαθεί, οπότε άρχισε και εκείνη να κουνάει την ουρά της με χαρά, όταν το μωρό την κοίταζε και της χαμογελούσε.
     Όμως, η ευτυχία των δύο νέων δεν επρόκειτο να συνεχιστεί για πολύ. Η Σαίκο ανέβασε υψηλό πυρετό και άρχισε, μέρα τη μέρα, να λιώνει. Τα μάγουλά της έχασαν το κόκκινο χρώμα τους και τα μάτια της έχασαν τη ζωντάνια τους. Και μια μέρα, τα μάτια της Σαίκο έκλεισαν για πάντα.
     Ο Ακίκο ήταν απαρηγόρητος. Τι θα έκανε τώρα, μόνος, με ένα μωρό παιδί στην αγκαλιά; Ποιος θα φρόντιζε τη μικρή Γιούκι, όταν εκείνος θα πήγαινε να κυνηγήσει; Δύο μερόνυχτα πέρασε κλαίγοντας, δίπλα στη μικρή Γιούκι, που πεινούσε, και την τρίτη μέρα δεν άντεξε και τον πήρε ο ύπνος.
     Δίπλα στον Ακίκο και τη Γιούκι, η Σούκι είχε καταλάβει ότι το μωρό θα πέθαινε χωρίς τη μαμά του και άρχισε να κλαίει και εκείνη. Ήθελε να σώσει τη Γιούκι, όπως την είχε σώσει και εκείνη ο Ακίκο. Ήθελε να βοηθήσει τον Ακίκο να ξαναβρεί τη δύναμή του. Αλλά, τι μπορούσε να κάνει ένα μικρό σκυλάκι;
     Όμως το σέλας, που άκουσε το κλάμα της Σούκι, αποφάσισε να βοηθήσει. Και γι'αυτό, άρχισε να κατεβαίνει από τον ουρανό πιο χαμηλά, και όλο πιο χαμηλά, ώσπου έφτασε και κάλυψε το ιγκλού του Ακίκο, το οποίο έπαψε να είναι άσπρο. Και το σέλας άρχισε να χορεύει γύρω από το ιγκλού, και τα χρώματα στο ιγκλού εναλάσσονταν, και αυτό συνεχίστηκε ώρα πολλή. Και ύστερα το σέλας άρχισε να ξανανεβαίνει στον ουρανό, αφήνοντας το ιγκλού άσπρο και πάλι.
     Όταν ο Ακίκο άνοιξε τα μάτια του την επόμενη μέρα, το πρώτο που συνάντησε ήταν τα μάτια ενός μικρού κοριτσιού.
     - Ποια είσαι; το ρώτησε.
     - Είμαι η Σούκι, απάντησε το κορίτσι.
     - Η Σούκι; Και πού είναι η κόρη μου, η Γιούκι;
     Αντί για απάντηση, ένα μικρό κουταβάκι τον πλησίασε και κόλλησε επάνω του. Και ο Ακίκο τα κατάλαβε όλα. Ότι οι θεοί τον είχαν λυπηθεί και είχαν μεταμορφώσει τη Γιούκι σε κουταβάκι, για να αντέξει ευκολότερα τώρα που ήταν ορφανή, και τη Σούκι την είχαν μεταμορφώσει σε παιδάκι, για να μπορεί να φροντίζει τη Γιούκι.
     - Αφεντικό, είπε η Σούκι, τόσο εσύ όσο και η γυναίκα σου με φροντίσατε σαν να ήμουν παιδί σας, άσε με τώρα κι εγώ να φροντίσω τη Γιούκι, σαν να ήταν η μικρή μου αδερφή.
     Ο Ακίκο ευχαρίστησε τους θεούς για τη βοήθεια που του είχαν στείλει και αγκάλιασε με αγάπη τη Γιούκι και τη Σούκι. Και από τότε, η Γιούκι και η Σούκι έγιναν αχώριστες. Και όταν οι άλλοι εσκιμώοι έβλεπαν τη Σούκι να κουβαλάει στην πλάτη της τη Γιούκι σαν να ήταν μωρό, τους φαινόταν πολύ παράξενο. Δεν ήξεραν ότι το κουταβάκι ήταν η κόρη του Ακίκο, η μικρή της αδερφή.