Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Βιογραφικό σημείωμα

  

      - Ουά! έκλαψε ο νέος χρόνος τον Ιανουάριο, όταν γεννήθηκε.
     - Τι χαριτωμένο! είπαν όλοι.
     Οι μοίρες μαζεύτηκαν γύρω από την κούνια του για να το μοιράνουν.
     - Να'ναι γερό και καλότυχο, είπαν και οι τρεις.
     - Αγκού! είπε ο νεογέννητος χρόνος.
     Ήταν πράγματι ένα πανέμορφο μωρό, στρουμπουλό και ροδαλό. Και ήταν και πολύ χαμογελαστό. Χαμογελούσε και φώτιζε το προσωπάκι του. Και κάτω στη γη είχε καλοκαιρία και όλοι μιλούσαν για τις υπέροχες αλκυονίδες μέρες...
     Πολύ σύντομα, ο νέος χρόνος άρχισε να μπουσουλάει και κατά το Μάρτιο άρχισε να κάνει τα πρώτα του βήματα. Όμως ήταν ακόμα αδέξιος και, πότε έπεφτε κατά λάθος επάνω στον κουβά με το χιόνι και τον αναποδογύριζε, με αποτέλεσμα να χιονίζει ξαφνικά στη γη, πότε έπεφτε επάνω στη σακούλα με τους ανέμους, με αποτέλεσμα να ανοίγει η σακούλα και οι άνεμοι να το σκάνε και άντε να τους μαζέψεις...
     Όμως, ο χρόνος όλο και μεγάλωνε και σύντομα στάθηκε για τα καλά στα δυο του πόδια. Και άρχισε τις βόλτες στη γη και όλα ήθελε να τα μάθει, και του άρεσαν τα λουλούδια και τα ανθισμένα δέντρα και τα πουλιά που κελαηδούνε, και η Άνοιξη είχε έρθει και η γη έγινε μια απέραντη παιδική χαρά.
     Αλλά όλα κάποια στιγμή τελειώνουν, ακόμα και το παιχνίδι. Έφτασε το καλοκαίρι. Ο χρόνος ήταν πια ένας νέος, γοητευτικός άντρας, με ωραίο παράστημα. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι σταμάτησε να του αρέσει η διασκέδαση... Άρχισε να διασκεδάζει τα βράδια και να ξενυχτάει, και ξεχνούσε φυσικά να σβήνει τα φώτα νωρίς, και έτσι η μέρα κρατούσε πολύ και η νύχτα πολύ λίγο.
     Ο καιρός περνούσε πολύ γρήγορα. Σύντομα ήρθε το φθινόπωρο. Ο χρόνος τώρα είχε μεγαλώσει αρκετά. Οι κλειδώσεις του είχαν αρχίσει να τον ενοχλούν με την υγρασία και δεν προλάβαινε να τα φροντίζει όλα. Πότε κιτρίνιζαν τα φύλλα, πότε έπεφταν από τα δέντρα, πότε ξεσφιγγόταν το σκοινί που κρατούσε κλειστό το σακί με τους ανέμους, επειδή δεν είχε πολλή δύναμη για να το σφίξει, και ξέφευγε κάποιος άνεμος, πότε έφευγαν τα πουλιά και πήγαιναν μακριά χωρίς εκείνος να πάρει χαμπάρι... Πάνε πια οι κραιπάλες του καλοκαιριού. Τώρα ο χρόνος ήταν σοβαρός.
     Έτσι έφτασε και ο Δεκέμβριος και μπήκε ο χειμώνας. Ο χρόνος πια ήταν ένας σεβάσμιος παππούλης με άσπρα μαλλιά και αρθριτικά. Δεν μπορούσε πια να τρέχει στα λιβάδια, ούτε να διασκεδάζει μέχρι αργά. Το μόνο που έκανε ήταν να περπατάει σέρνοντας τα βήματά του, αλλά ακόμα και αυτό τον κούραζε αφάνταστα. Επίσης, τον έπαιρνε συχνά ο ύπνος, και ξεχνούσε να ανάψει τα φώτα, με αποτέλεσμα η μέρα να κρατάει λίγο και η νύχτα πάρα πολύ. Ήταν που ξεχνούσε κιόλας, λόγω ηλικίας...
     Και ξαφνικά, μια μέρα, τον φώναξε ο μπαμπάς του, ο Αέναος Χρόνος και του είπε: όπως ξέρεις, σε λίγες μέρες θα πρέπει να αποσυρθείς. Όπου να'ναι θα γεννηθεί ο αδερφός σου, ο επόμενος χρόνος.
     Ο γέρος χρόνος τον άκουσε με δυσκολία, καθώς με τον καιρό είχε γίνει και βαρήκοος. Κούνησε το κεφάλι του αργά-αργά.
     - Το ξέρεις, φυσικά, συνέχισε ο Αέναος Χρόνος, ότι προτού φύγεις, θα πρέπει να συμμαζέψεις. Δεν είναι σωστό για το νέο βρέφος να βρει τη γη ακατάστατη.
     Ο γέρος χρόνος ξανακούνησε το κεφάλι.
     - Πρέπει να παραδεχτείς ότι ήσουν αρκετά ζωηρός και απρόσεκτος, είπε ο Αέναος Χρόνος.
     Ο γέρος χρόνος δε μίλησε.
     - Είναι αλήθεια ότι η γη είναι πολύ ακατάστατη. Γι'αυτό, πριν να φύγεις θα πρέπει να την συγυρίσεις, το ακούς; Αλλιώς, θα σε τιμωρήσω παραδειγματικά.
     Ο Αέναος Χρόνος ήταν πολύ σοβαρός όταν τα έλεγε αυτά. Προφανώς τα εννοούσε.
     Ο γέρος χρόνος άρχισε τότε να μαζεύει. Αλλά πόσα πράγματα θα έπρεπε να μαζέψει! Η γη ήταν γεμάτη σκουπίδια, βρώμικη πολύ, δε θα προλάβαινε τη γέννηση του νέου χρόνου. Και μην ξεχνάμε ότι έτρεμαν τα χέρια του και δεν μπορούσε να κάνει και πολύ προσεκτική δουλειά.
     Οι μέρες περνούσαν, η τελευταία μέρα του χρόνου πλησίαζε, τα περιθώρια στένευαν. Ο γέρος χρόνος δεν είχε και πολλές επιλογές. Αποφάσισε να πλύνει τη γη επειγόντως. Και δωσ'του να ρίχνει νερά και να σφουγγαρίζει, και να αδειάζει τους κουβάδες με τη βροχή απανωτά επάνω στη γη.
     - Δεν προλαβαίνω, σκεφτόταν κάθε φορά που άδειαζε έναν κουβά.
     Και τα νερά έπεφταν πάνω στη γη, και το μετεωρολογικό δελτίο, που είχε καταλάβει πού το πήγαινε ο γέρος χρόνος, μιλούσε για βροχές.
     - Πρέπει να καθαρίσω, έλεγε ο γέρος χρόνος. Αλλιώς θα τιμωρηθώ.
     Και το πλύσιμο της γης συνεχιζόταν. Και απ'όσο ξέρω, ακόμα συνεχίζεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

To comment or not to comment? That is the question