Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Ηρωική αδυναμία

 

      "Ο χορός κάνει καλό", σου λένε. "Ο χορός δίνει υγεία", σε διαβεβαιώνουν. Τότε, γιατί ξύπνησες ύστερα από μια βραδυά χορού με πόνους στους αστραγάλους;
     Βέβαια, είναι αλήθεια, δεν είσαι πια παιδάκι. Είναι αλήθεια ότι τα έχεις τα χρονάκια σου, και οι κλειδώσεις σου κάνουν "κρακ-κρακ" και λαχανιάζεις στις ανηφόρες, και - ας είμαστε ειλικρινείς - είναι καιρός που τις ανηφόρες τις αποφεύγεις όπως ο διάβολος το λιβάνι. Όμως, τι στο καλό, τόσος πόνος στους αστραγάλους;
     Χωρίς να το θέλεις, σου έρχεται στο μυαλό ο Αχιλλέας. Και εκείνος εκεί πονούσε. Εντάξει, όχι στους αστραγάλους ακριβώς, λίγο πιο πέρα, μια φτέρνα ευαίσθητη είχε και την πλήρωσε με τη ζωή του. Και εσύ έχεις δύο αστραγάλους, και πονάνε και οι δυο.
     Μεγαλοφυείς οι αρχαίοι. "Παν μέτρον άριστον", έλεγαν. Πώς, λοιπόν, να επιβιώσει ένας θνητός σαν τον Αχιλλέα, χωρίς να ξεπεραστεί το μέτρο; Τον φαντάζεσαι μπροστά σου, ψηλό, γεροδεμένο, με ατσάλινα μπράτσα, ατρόμητο, γενναίο (αχ!), ένα ανθρώπινο υπερόπλο, τέλειο σχεδόν, αν εξαιρέσεις αυτό το μικρό τμήμα του σώματος, αυτή την φτέρνα την ύπουλη. Και τι ακραίο, στα όρια του αστείου, ένας ολόκληρος ήρωας, άτρωτος στα βέλη του εχθρού, να πεθαίνει από ένα μόνο βέλος επιδέξια ριγμένο, ενώ ο οποιοσδήποτε άλλος το μόνο που θα πάθαινε στη θέση του θα ήταν ένας βαρύς τραυματισμός. Ε, διάολε, δεν του τρύπησε την καρδιά το βέλος, την φτέρνα του τρύπησε!
     Όμως, ποιοι είμαστε εμείς να αμφισβητήσουμε ολόκληρο Όμηρο; Έτσι κι αλλιώς, όταν οι αρχαίοι έλεγαν κάτι, εννοούσαν συνήθως κάτι άλλο, ακόμα βαθύτερο. Έτσι, η Αχίλλειος πτέρνα έγινε συνώνυμη της κάθε είδους αδυναμίας που ο καθένας μας έχει. Και μήπως αλήθεια δεν είναι ότι ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του αδύνατο σημείο;
     Περπατάς, λοιπόν, στον δρόμο, ανάμεσα από δεκάδες άλλους Αχιλλείς, αρσενικούς και θηλυκούς, και καθώς περπατάς νιώθεις έντονα ότι ο καθένας από αυτούς περπατάει με τη δική του μικρή, ευαίσθητη φτέρνα. Να, εκείνος εκεί ο νεαρός θέλει να περνιέται για σπουδαίος, περπατάει με ύφος και στυλ, κρατώντας το χαρτοφύλακά του λες και περιέχει το μυστικό της αιώνιας ζωής, ενώ μέσα του ποιος ξέρει πόσες ανασφάλειες τον κατατρώνε. Και εκείνη εκεί η κοπέλα, ισορροπεί επάνω στα ψηλοτάκουνά της, προσπαθώντας να κρύψει τη δικιά της φτερνίτσα, που μπορεί κάλλιστα να είναι η ανασφάλειά της για το μικρό της ύψος. Εκείνος εκεί ο κύριος παριστάνει συνεχώς τον έξυπνο, ενώ μέσα του γνωρίζει ότι δεν είναι και κανένας φωστήρας, και ο άλλος πιο πέρα παριστάνει τον γυναικοκατακτητή, αν και έχει φάει ουκ ολίγες χυλόπιτες.
     Και πηγαίνουν οι Αχιλλείς στον δρόμο, περήφανοι και καμαρωτοί, χωρίς αυτό διόλου να τους κάνει άτρωτους, καθώς υπάρχει εκείνη η άτιμη η φτέρνα, έτοιμη να τους προδώσει στην πρώτη επίθεση. Και είναι έντονη η αντίθεση του γενναίου, άτρωτου ήρωα με την ταπεινή, αδύναμη φτέρνα. Ίσως επειδή οι αρχαίοι ήθελαν να μας πουν ότι όσο δυνατότερο το θηρίο, τόσο ευκολότερα πέφτει. Ο Αχιλλέας προδόθηκε από την φτέρνα του, ο Γολιάθ σκοτώθηκε από μία ταπεινή πετρούλα, τα σαγόνια του κροκόδειλου, καθώς λένε, έχουν μεγάλη δύναμη όταν κλείνουν, αλλά καθόλου δύναμη για να ανοίξουν. Κανένας δεν είναι ανίκητος, ούτε καν ο δυνατότερος από όλους. Και αυτό είναι, αν μη τι άλλο, ένα ενθαρρυντικό μήνυμα.
     Παίρνουμε, λοιπόν, παραμάσχαλα τις ανασφάλειές μας και προχωράμε προσπαθώντας να επιβιώσουμε, ελπίζοντας ότι η δικιά μας φτέρνα θα γλιτώσει από τα βέλη. Προχωράμε και ελπίζουμε. Όποια, όμως, κι αν είναι η αδύναμη φτέρνα του καθενός, ένα πράγμα πρέπει να θυμόμαστε: εκτός από τους Αχιλλείς, στη ζωή υπάρχουν και οι Πάρηδες, ακροβολισμένοι παντού τριγύρω, που σκοπό έχουν να εντοπίσουν τις ευαίσθητες φτέρνες και να τους επιτεθούν με τα βέλη τους. Και αλίμονο στον Αχιλλέα που θα βρεθεί στο στόχαστρο του Πάρη. Είναι χαμένος από χέρι. Ή, μάλλον, από φτέρνα.

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Αναμνηστική φωτογραφία



      - Κικιρίκου! φώναξε το πρόβατο νούμερο 3. Κάντε ησυχία!
     Τα άλλα πρόβατα υπάκουσαν.
     - Ήρθαμε εδώ, συνέχισε το πρόβατο νούμερο 3, για να διασκεδάσουμε, να περάσουμε ωραία, και να γιορτάσουμε το γεγονός της έλευσης του νέου χρόνου.
     - Ζήτω! φώναξαν όλα τα πρόβατα μαζί.
     - Ωραία είναι εδώ, γαβ! είπε το πρόβατο νούμερο 2.
     - Ναι, συμφώνησε, το πρόβατο νούμερο 7, ωραία είναι, αλλά δεν ξσσσσέρω αν θα μασςςςςςςςςς ικανοποιήσσσσσσσσει το μενού... το βλέπω λίγο περιορισσσσσσσσσσσσσσμένο. Τέλοςςςςςςς πάντων, το μενού είναι το λιγότερο, αςςςςς καθήσσσσσσσσσσσσουμε, είπε και σύρθηκε μέχρι την καρέκλα του.
     - Η αλήθεια είναι, είπε το πρόβατο νούμερο 8, ότι λίγο τυράκι θα ήταν μία εξαιρετική πρόταση, και στην προφορά της λέξης "τυράκι" τα μουστάκια του τρεμοπαίξανε ελαφρά.
     Ήταν προφανές ότι του άρεσε πολύ το τυρί.
     - Και κανένα κοτοπουλάκι δε θα ήταν κακό, πρόσθεσε η προβατίνα νούμερο 5, ενώ μάζευε τη φουντωτή, κόκκινη ουρά της για να μην της την πατήσει το πρόβατο νούμερο 1.
     - Αούουουοουυου! φώναξε όλο ενθουσιασμό το πρόβατο νούμερο 9. Ήρθε το πρώτο πιάτο!
     - Ζήτω! φώναξαν όλα τα πρόβατα μαζί.
     Και έπεσαν όλα με τα μούτρα στο πρώτο πιάτο, που ήταν μια σαλάτα με μαρούλι.
     - Γαβ! Γαβ! φώναξε το πρόβατο νούμερο 2. Δεν τραγουδάμε και το τραγούδι του μαντριού;
     - Ναι, είπαν όλα τα πρόβατα με ένα στόμα, το τραγούδι του μαντριού, το τραγούδι του μαντριού!
     Και με αυτά τα λόγια, ξεκίνησαν να τραγουδάνε:
    
     "Είμαστε δέκα πρόβατα πολύ αγαπημένα,
     περνάμε πάντοτε καλά γιατί είμαστε καλά παιδιά
     και το μαντρί μας δεν είναι σαν κανένα.
     Τι ωραία, τι καλά, κι όλοι μας περνάμε ωραία,
     τι ωραία, τι καλά, κάνουμε καλή παρέα!

     Εμπρός, λοιπόν, όλο μπροστά, τραβάμε με τραγούδι
     και ο δεσμός πάντα βαστά, πολλή η αγάπη στην καρδιά
     και το μαντρί μας, όμορφο σαν λουλούδι.
     Τι ωραία, τι καλά, κι όλοι μας περνάμε ωραία,
     τι ωραία, τι καλά, κάνουμε καλή παρέα!"

     - Ζήτω! φώναξαν γεμάτα ενθουσιασμό.
     Και πάνω στην ώρα ήρθαν και τα υπόλοιπα φαγητά: αχνιστή βρουβόσουπα, τσουκνιδόπιτα με φτιαχτό φύλλο, βλήτα γιαχνί και λαχανοντολμάδες με γέμιση κολοκυθόσπορου! Τα πρόβατα έπεσαν με τα μούτρα στο φαγητό, και δεν ακουγόταν τίποτα εκτός από τις μασέλες τους, που ανεβοκατέβαιναν και μασούσαν χωρίς σταματημό. Ήπιαν και μπόλικο κρασί από σχοινόπρασσο, και ήρθαν στο κέφι.
     Και άρχισε η μουσική, και σηκώθηκαν να χορέψουν. Και εκεί το γλέντι άναψε.
     - Αγαπημένε μου φίλε, έλα να χορέψουμε μαζί! είπε το πρόβατο νούμερο 7 στο πρόβατο νούμερο 8.
     - Έρχομαι, καλέ μου φίλε, απάντησε το πρόβατο νούμερο 8.
     Και αγκαλιάστηκαν και χόρεψαν, και το πρόβατο νούμερο 7 σερνόταν με ιδιαίτερη χάρη, είναι αλήθεια, αλλά και το μουστάκι του προβάτου νούμερο 8 τρεμούλιαζε τόσο χαριτωμένα...
     - Ας τσουγκρίσουμε, κικιρίκου! φώναξε το πρόβατο νούμερο 3.
     - Στην υγειά σου, φίλε μου! είπε η προβατίνα νούμερο 5 και τσούγκρισε το ποτήρι της, ενώ η φουντωτή, κόκκινη ουρά της χόρευε στο ρυθμό της μουσικής.
     - Έλα να χορέψουμε, γλυκιά μου, της είπε το πρόβατο νούμερο 9.
     - Πολύ ευχαρίστως, του είπε αυτή και χαμογέλασε, δείχνοντας τα λαμπερά της δόντια.
     - Αούουουουουουου! φώναξε το πρόβατο νούμερο 9. Αδειάστε την πίστα, να χορέψω με την υπέροχή μου ντάμα!
     Και αγκαλιάστηκαν και χόρεψαν οι δυο τους με πάθος, μόνο που η προβατίνα έπρεπε συνέχεια να προσέχει την ουρά της να μην της την πατήσει το πρόβατο νούμερο 9, που το είχε παρασύρει η μουσική και έκανε τη μία φιγούρα μετά την άλλη.
     - Τι ωραία που περνάμε, νιάου! είπε η προβατίνα νούμερο 4 και έριξε μια λάγνα ματιά προς το πρόβατο νούμερο 8, το οποίο κοκκίνησε λίγο.
     Και ήρθε και το επιδόρπιο. Και έπεσαν με τα μούτρα στην τάρτα με γλυκόριζα και στο σορμπέ με φρούτα του δάσους, και πασαλείφτηκαν τα μουσούδια τους.
     - Ωραίο ήταν, είπε το πρόβατο νούμερο 7 ενώ γλειφόταν με τη διχαλωτή του γλώσσα.
     - Ναι, γαβ! γαβ!, συμφώνησε το πρόβατο νούμερο 2. Ήταν όλα εξαιρετικά. Αν είχαν κόκαλα, θα τα έγλειφα ευχαρίστως.
     - Βρε, παιδιά, φώναξε τότε ξαφνικά, το πρόβατο νούμερο 10, να βγάλουμε φωτογραφία, να θυμόμαστε για πάντα αυτή την όμορφη γιορτή.
     - Ναι, ναι, φωτογραφία! φώναξαν όλα μαζί.
     Και ήρθε ο φωτογράφος του μαγαζιού, και τα πρόβατα στήθηκαν για τη φωτογραφία δίπλα-δίπλα, και μάζεψαν ό,τι ουρές περίσσευαν και έστρωσαν τα μουστάκια τους, και χαμογέλασαν πλατιά. Και άστραψε το φλας, και βγήκε η φωτογραφία, και ήταν πολύ επιτυχημένη, τόσο, που δε φαινόταν ποια πρόβατα ήταν τα αληθινά και ποια τα ψεύτικα.

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Πάρτυ γενεθλίων



      Ο μικρός δράκος ήταν δυστυχισμένος. Από το πρωί που είχε ξυπνήσει δεν είχε σταματήσει να κλαίει. Καυτά δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά του και ύστερα έσταζαν στο πάτωμα κάνοντας πλιτς! πλιτς! Μία παρέα από δέκα μυρμήγκια παρά τρίχα να πνιγούν στη λιμνούλα που δημιουργήθηκε από τα δάκρυά του. Ευτυχώς που το καλοκαίρι είχαν μάθει κολύμπι, στο κάμπινγκ που είχαν πάει για διακοπές.
     - Μην κλαις, παιδί μου, έλεγε η μαμά του στο μικρό δράκο, θα πρηστούν τα μάτια σου και δε θα βγεις καλός στις φωτογραφίες.
     - Δε με νοιάζει, έλεγε εκείνος και συνέχιζε να κλαίει.
     - Μην κλαις και θα σου φτιάξω το φαγητό που σου αρέσει, δρακόσουπα με ραπανάκια.
     - Δε με νοιάζει, δε θα φάω! φώναζε και δώσ'του κλάμα.
     - Μην κλαις και δε θα σου δώσω το δώρο σου, και είναι τόσο ωραίο!
     - Δε με νοιάζει, δε θέλω δώρα!
     - Μην κλαις και το απόγευμα θα έρθουν οι φίλοι σου...
     - Δε με νοιάζει, δεν έχω φίλους!
     Μάταια η μαμά δράκαινα προσπαθούσε να παρηγορήσει το μοναχογιό της, εκείνος ήταν απαρηγόρητος. Η μαμά δράκαινα δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Μια τέτοια μέρα, μέρα γενεθλίων και ο γιος της να είναι τόσο στενοχωρημένος!
     Δεν ήταν η πρώτη φορά που γινόταν αυτό, όμως ήταν η πρώτη φορά που ο μικρός δράκος δεν ήθελε να κάνει πάρτυ γενεθλίων. Και ο λόγος; Ήταν απλός: δεν μπορούσε να σβήσει τα κεράκια. Μάταια φυσούσε και ξεφυσούσε, τα κεράκια αντί να σβήνουν άναβαν περισσότερο.
     Στα πρώτα του γενέθλια κανένας δεν έδωσε μεγάλη σημασία. Μικρός είναι, είπαν, και δεν ξέρει ακόμα πώς να σβήνει τα κεριά. Δεν έχει μάθει πώς φυσάνε. Όταν, όμως, στα δεύτερα γενέθλιά του, τα δύο κεράκια της τούρτας άναψαν ολόκληρα μέχρι που κάηκαν τελείως, άρχισαν να το σχολιάζουν. Ναι, εντάξει, πέρυσι ήταν μικρός και δεν ήξερε, φέτος όμως;
     Άλλο ένα πάρτυ γενεθλίων έφτασε και ο μικρός δράκος ξαναδοκίμασε να σβήσει τα κεράκια. Άδικος κόπος. Αυτή τη φορά, ίσως επειδή φύσηξε πιο δυνατά, όχι μόνο κάηκαν τα κεριά, άρπαξε και η τούρτα από επάνω και από άσπρη που ήταν έγινε κατάμαυρη. Το δωμάτιο γέμισε καπνό και χρειάστηκε να ανοίξουν τα παράθυρα. Και ήταν χειμώνας και έξω έκανε κρύο. Μεγάλη αποτυχία εκείνο το πάρτυ.
     Και μήπως υπήρξε και κανένα πάρτυ γενεθλίων που να είναι επιτυχημένο; Κάθε φορά, όταν πήγαινε να φυσήξει, όσο προσεκτικά και αν φυσούσε, δεν κατάφερνε να σβήσει τα κεριά. Και κάθε φορά το πάρτυ διαλυόταν και τα άλλα παιδιά έφευγαν βιαστικά. Σε δύο περιπτώσεις, εκτός από την τούρτα, πήραν φωτιά και τα κωνικά καπελάκια που η μαμά του είχε αγοράσει για να φορέσουν οι μικροί καλεσμένοι.
     Έτσι, λοιπόν, αυτή τη φορά ο μικρός δράκος αποφάσισε ότι δεν ήθελε να κάνει πάρτυ γενεθλίων. Γιατί να το κάνει, άλλωστε, αφού δεν μπορούσε να σβήσει τα κεριά της τούρτας; Κάποια παιδιά είχαν ήδη αρχίσει να τον κοροϊδεύουν. Και, ο καημενούλης, ήταν πολύ ευαίσθητος και δεν άντεχε τα πειράγματα.
     Όμως οι μαμάδες είναι πολύ έξυπνα πλάσματα και μπορούν να βρουν λύση σε όλα τα προβλήματα. Έτσι, η μαμά δράκαινα είχε μια καταπληκτική ιδέα και γι'αυτό κλείστηκε στην κουζίνα και δεν άφησε κανέναν να μπει εκεί. Όταν, ύστερα από μερικές ώρες, τελείωσε και βγήκε έξω, πήρε τηλέφωνο στις εφημερίδες και κάλεσε μερικούς δημοσιογράφους. Ύστερα, αφού οι δημοσιογράφοι υποσχέθηκαν ότι θα πήγαιναν στο πάρτυ γενεθλίων του γιου της, πήγε στο δωμάτιό του να του αναγγείλει τα νέα.
     - Φέτος θα κάνεις το καλύτερο πάρτυ, του είπε.
     - Δε θέλω πάρτυ, σου είπα, είπε εκείνος.
     - Σε παρακαλώ, είπε η μαμά δράκαινα, καν'το για εμένα.
     - Όχι.
     - Μα θα περάσεις ωραία, θα το δεις...
     - Δε θέλω, είπα!
     - Κάνε μου αυτή τη χάρη, είπε η μαμά δράκαινα, και αν και αυτό το πάρτυ δε σου αρέσει, δε θα σου κάνω άλλο, το υπόσχομαι.
     Ο πειρασμός ήταν μεγάλος, και ο μικρός δράκος δεν μπόρεσε να αρνηθεί.
     Έτσι, λοιπόν, η μαμά στόλισε το σπίτι και ο μικρός δράκος φόρεσε τα καλά του τα ρούχα, αυτά από δέρμα φιδιού που τόσο του πήγαιναν.
     - Κλείσε τα μάτια σου, του είπε η μαμά του, καθώς τον οδηγούσε στο σαλόνι, όπου βρίσκονταν ήδη οι δημοσιογράφοι.
     Ο μικρός δράκος υπάκουσε.
     - Άνοιξέ τα τώρα και φύσα, είπε η μαμά του.
     Ο μικρός δράκος άνοιξε τα μάτια του, και τι να δει; Μπροστά του ήταν ένα μεγάλο πυρέξ. Στο πυρέξ υπήρχε μια βελούδινη, κίτρινη κρέμα, που ήταν σκεπασμένη από ένα στρώμα λαμπερή, κρυσταλλική ζάχαρη.
     - Πού είναι η τούρτα; ρώτησε.
     - Φύσα! του είπε η μαμά του.
     Και τότε, ο μικρός δράκος φύσηξε. Και από το στόμα του βγήκε φωτιά, όπως πάντα. Και η φωτιά έπεσε επάνω στη ζάχαρη, που άναψε κατευθείαν. Και η ζάχαρη έκανε φουσκαλίτσες, πολλές, μικρές φουσκαλίτσες και άλλες, μεγαλύτερες, και το χρώμα της σκούρυνε, και ύστερα κρύωσε απότομα και έγινε μια ωραία, λαχταριστή, καφεκόκκινη καραμέλα.
     - Α! φώναξαν γεμάτοι θαυμασμό οι δημοσιογράφοι. Αυτή είναι η μεγαλύτερη κρεμ μπρουλέ που έχουμε δει! Και τι πρωτότυπος τρόπος παρασκευής!
     Και δωσ'του να βγάζουν φωτογραφίες και να αναβοσβήνουν τα φλας και έφαγαν όλοι από την κρεμ μπρουλέ, που ήταν πεντανόστιμη, και την επόμενη μέρα όλος ο κόσμος μιλούσε για το πάρτυ γενεθλίων του μικρού δράκου και όλοι ήθελαν να είναι εκεί. Και από τότε, ο μικρός δράκος δεν ξαναέκλαψε τη μέρα των γενεθλίων του, αλλά περίμενε αυτή τη μέρα με ανυπομονησία, όπως με ανυπομονησία την περίμεναν και όλοι οι υπόλοιποι, καθώς σκέφτονταν τη θεσπέσια κρεμ μπρουλέ της μαμάς δράκαινας και τους έτρεχαν τα σάλια.

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Και με το φως του λύκου πηγαινοέρχονται



      Αγέλες λύκων παντού. Και κοπάδια κουκουβάγιες. Και νυχτερίδες. Και αρουραίοι. Τρέχουν και κρύβονται πολύ πριν βγει ο ήλιος. Κρύβονται προτού οι πρώτες ακτίνες τρυπήσουν τα σκοτάδια της νύχτας. Προτού κελαηδήσουν τα πρωινά πουλιά.
     Αγέλες λύκων παντού. Με τα μάτια να γυαλίζουν, τα δόντια τους σφιγμένα. Περπατούν στο σκοτάδι βιαστικά, έτοιμοι να αμυνθούν ή να επιτεθούν, αν χρειαστεί. Έτοιμοι να γρυλίσουν, δείχνοντας απειλητικά τα μυτερά τους δόντια.
     Αγέλες λύκων παντού. Πολλοί μαζί, αλλά ο καθένας μόνος του. Τι σημασία έχει που ανήκουν στο ίδιο είδος; Ο καθένας είναι για τον εαυτό του, χωρίς την πολυτέλεια να νιώθει τον εαυτό του.
     Αγέλες λύκων παντού. Χωμένοι σε σκοτεινά υπόγεια ή ανήλιαγα ισόγεια, σε γυάλινα ή πέτρινα κουτιά, δεν έχει σημασία. Δεμένοι εκεί μέσα με αλυσίδες αόρατες. Με αλυσίδες πολύ δυνατές.
     Αγέλες λύκων παντού. Και μένουν κλεισμένοι μέσα όλη τη μέρα. Και ακούνε μακριά, πολύ μακριά, τον αέρα που φυσάει, ακούνε την βροχή που πέφτει, νιώθουν τον ήλιο που ζεσταίνει τον αέρα. Αλλά μένουν κλεισμένοι εκεί. Όλη τη μέρα. Όλη τη μέρα.
     Αγέλες λύκων παντού. Που μόνο όταν αρχίσει να πέφτει ξανά το σκοτάδι, μόνο τότε βγαίνουν από τις κρυψώνες τους. Μόνο τότε πατάνε το πόδι τους στο κρύο πεζοδρόμιο. Μόνο τότε σηκώνουν τα μάτια τους στον ουρανό, και περιμένουν να βγει το φεγγάρι. Και όταν βγει το φεγγάρι, τότε μόνο, καμιά φορά, τους πιάνει μια μελαγχολία. Και τότε ουρλιάζουν προς το μέρος του, επειδή...
     Επειδή τότε μόνο, τότε, νιώθουν κάτι μέσα τους να δονείται. Και είναι ο εαυτός τους, αυτός ο ξεχασμένος τους εαυτός που τους φωνάζει, τι κάνεις; είσαι λύκος! ΕΙΣΑΙ ΛΥΚΟΣ! είσαι ένα με το φεγγάρι, το φεγγάρι είναι η πατρίδα σου, εσύ δε γεννήθηκες για τη γη, είσαι φτιαγμένος από φεγγαρόσκονη... Ουρλιάζουν οι λύκοι, λάμπει το φεγγάρι. Ουρλιάζουν οι λύκοι, δονείται το σύμπαν.
     Και ύστερα, είτε ούρλιαξαν είτε όχι, οι λύκοι αποσύρονται. Κρύβονται μέσα στη φωλιά τους, περιμένοντας το επόμενο λυκαυγές, εκείνη τη μαγική ώρα που το σκοτάδι ακόμα βασιλεύει, για να μπορούν άνετα όλοι οι λύκοι να ξαναβγούνε για να πάνε στις φυλακές τους...