Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Ιστορία μιας εισβολής

                                               
     Ήταν κάποτε μια όμορφη βεράντα. Και η βεράντα αυτή είχε απ'όλα τα καλά: είχε φως και αέρα, είχε έπιπλα βεράντας, είχε και γλάστρες με φυτά.
     Τα φυτά ήταν πολλά και διάφορα, και τα πήγαιναν μεταξύ τους πολύ καλά. Ποτέ δεν είχαν τσακωθεί, ποτέ δεν είχαν επισκιάσει το ένα το άλλο, ήταν μια μεγάλη, αγαπημένη οικογένεια. Την άνοιξη, όταν τα περισσότερα φυτά ήταν ανθισμένα, ο αέρας πλημμύριζε από τις ευωδιές των λουλουδιών και ο ήλιος πάντα χαιρόταν να φωτίζει ένα τόσο πολύχρωμο μπαλκόνι.
     Βέβαια, πρέπει να αναγνωρίσουμε και τη συμβολή του άοκνου κηπουρού, που φρόντιζε τα φυτά, τα πότιζε όταν χρειαζόταν, τους έκοβε τα ξερά κλαδάκια, τους έριχνε λίπασμα, και τα καθάριζε από ό,τι μπορούσε να τα βλάψει.
     Όλα, λοιπόν, έβαιναν καλώς, μέχρι που ο άοκνος κηπουρός άρχισε να κουράζεται και άρχισε να ψάχνει τρόπους να ελαφρύνει τη δουλειά του. Τοποθέτησε, λοιπόν, ένα αυτόματο πότισμα στη βεράντα. Τέρμα πια η αγωνία να ποτίσει, ό,τι ώρα γύριζε από τις εξόδους του. Τώρα, στις 10 η ώρα ακριβώς, δύο φορές την ημέρα, θα ακουγόταν ένας ήχος φσσσσσσσ! και σε όλες τις γλάστρες ταυτόχρονα θα άρχιζε να τρέχει νερό.
     Έλα, όμως, που ο αυτοματισμός είχε και προβλήματα. Σε κάποια φυτά το νερό έπεφτε πολύ, οπότε χρειαζόταν να γίνεται συνέχεια ρύθμιση στη ροή του νερού. Επιπλέον, το αυτόματο πότισμα έπαιρνε και από μόνο του πρωτοβουλίες: άλλες φορές μείωνε την παροχή σε ορισμένες γλάστρες και άλλες φορές την αύξανε. Και δώσ'του τα νερά να τρέχουν στη βεράντα...
     Θύμα του αυτόματου ποτίσματος παρά τρίχα να πέσει μία καμέλια. Το κακό δεν ήταν εμφανές από την αρχή. Το φυτό αγκομαχούσε και βαριανάσαινε, διψούσε πολύ, αλλά ο κηπουρός κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Έτσι, όταν μια μέρα, ξαφνικά, η καμέλια έριξε μεμιάς πάνω από τα μισά της φύλλα και η βεράντα γύρω από την γλάστρα της καμέλιας απόκτησε ένα πράσινο χαλί, ο κηπουρός τρόμαξε. Έπεσε επάνω στην καμέλια, όπως οι γιατροί πέφτουν επάνω σε έναν πολυτραυματία: μαλάξεις, ηλεκτροσόκ, μετάγγιση αίματος...
     Ευτυχώς, η καμέλια σώθηκε την τελευταία στιγμή, αφού προηγουμένως ποτίστηκε άφθονα, πολλές φορές στη σειρά. Με λίγα φύλλα, είναι η αλήθεια, αλλά τουλάχιστον την γλίτωσε. Ο κηπουρός ανάσανε βαθιά.
     Όμως, τα παθήματα πρέπει να γίνονται μαθήματα. Πάλι ο κηπουρός επαναπαύθηκε και νέα απειλή εμφανίστηκε. Αυτή τη φορά, η απειλή ήταν εξωτερική.
     Ήταν άνοιξη και τα φυτά ετοιμάζονταν να ανθίσουν άλλη μια φορά. Ήταν γεμάτα φρέσκα, πράσινα, γυαλιστερά φυλλαράκια, και μικρά, χαριτωμένα μπουμπουκάκια. Τι όμορφη που θα ήταν η βεράντα αυτή τη φορά! Ο κηπουρός ένιωθε μεγάλη ικανοποίηση.
     Δεν πρόσεξε όμως, απορροφημένος όπως ήταν σε άλλες ασχολίες, ότι όπως θαύμαζε εκείνος τη βεράντα τη θαύμαζαν και άλλοι... Έτσι, σιγά-σιγά, έντομα-κομάντος, άρχισαν να εισβάλλουν στη βεράντα και, ντυμένα με στολές παραλλαγής, να κρύβονται στα φυλλώματα... Και εκεί που τα φυτά ήταν στην καλύτερή τους φάση, άρχισαν ένα-ένα να μαραίνονται.
     Πρώτα μαράθηκαν τα μπουμπούκια, ύστερα άρχισαν να μαραίνονται και τα φύλλα. Το κακό είχε ήδη προχωρήσει, όταν το πήρε είδηση ο κηπουρός. Έπαθε σοκ. Δεν ήξερε ποιο να πρωτοφροντίσει και τι να πρωτοκάνει. Έφτιαξε φόρμουλα και ψέκασε όλα τα φυτά, ξανά και ξανά, χωρίς όμως ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Έκοψε, όπου μπορούσε, τα άρρωστα κομμάτια και τα πέταξε, όπως κόβουν ένα πόδι που έχει γάγγραινα για να σώσουν τον ασθενή. Άρχισε να κοιτάζει όλα τα φύλλα, ψάχνοντας να βρει ενόχους...
     Ακρίδες, σκαθάρια, πεταλούδες, ένα σωρό έντομα εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων εκκαθάρισης. Οι κάμπιες είχαν καταλάβει όλο το χώρο. Κάποιες λεπτές, σαν κλωστές, και κάποιες χοντρές, σαν δάχτυλα ανθρώπου. Μέχρι και μια κατσαρίδα βρέθηκε, αλλά αυτή είχε πέσει θύμα χημικού πολέμου, προτού καν φτάσει στη βεράντα. Κοινώς, ευτυχώς που είχε γίνει απολύμανση.
     Τα έντομα εξολοθρεύτηκαν. Ο εχθρός αποδεκατίστηκε. Είναι όμως αλήθεια ότι ο πόλεμος σημαίνει απώλειες και για τις δύο πλευρές. Η επιχείρηση "εκκαθάριση βεράντας" ολοκληρώθηκε, αλλά η βεράντα θύμιζε βομβαρδισμένο τοπίο. Πού είναι τα μυρωμένα τριαντάφυλλα; Πού είναι τα άνθη του αγιοκλήματος; Μέχρι και την κορυφή του γκι έφαγαν τα άτιμα τα έντομα!
     Σιγά-σιγά, η βεράντα άρχισε να βρίσκει τους παλιούς της ρυθμούς. Όμως, κανένας δεν θα ξεχάσει τους νεκρούς του πολέμου: ένα χρυσάνθεμο, μία λεμονίτσα δύο ετών, και έναν νεοφερμένο βασιλικό. Υπάρχουν, βέβαια, και οι τραυματίες: τρεις μισοξεραμένες τριανταφυλλιές, ένα κουτσουρεμένο αγιόκλημα, ένα ακρωτηριασμένο γκι, να θυμίζουν ότι ο πόλεμος καλά κρατεί, και αν ο εχθρός δεν βρίσκεται αυτήν την στιγμή στη βεράντα, αυτό είναι εντελώς προσωρινό, τα μάτια πρέπει να είναι ορθάνοιχτα και τα αυτιά το ίδιο.
     Βέβαια, θα πει κάποιος ότι και τα έντομα έχουν δικαιώματα. Έτσι είναι, αλλά ο καθένας έχει επίσης δικαίωμα να υπερασπίζεται την περιοχή του, με όποιον τρόπο επιθυμεί. Βρε, ουστ!

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Σε παρελθόντα χρόνο



     Πότε ήταν που τους βρήκες, πότε ήταν που προβληματίστηκες για το αν θα πρέπει να αναθερμάνεις τους δεσμούς με το παρελθόν σου, πότε πήρες την απόφαση... Διστακτικά στην αρχή, με το φόβο ότι οι επανασυνδέσεις κρύβουν αρκετά δυσάρεστα πράγματα, ότι οι αναμνήσεις σου θα ραγίσουν, σαν ευαίσθητα μουσειακά εκθέματα που αν βγουν από τις προθήκες τους κινδυνεύουν από την επαφή τους με τον αέρα. Πιο χαλαρά στη συνέχεια, αλλά και πάλι με επιφυλάξεις. Καλύτερα μέσα στον διαδικτυακό χώρο. Καλύτερα εκεί που όλοι είναι ψηφιακές οντότητες. Με φωτογραφίες ή χωρίς, με πληροφορίες ή χωρίς, με σχόλια ή χωρίς.
     Κι όμως, η πρόσκληση ήρθε και προσωπικά σε εσένα. "Θα έρθεις;" έλεγε. Είπες "ίσως". Τελικά όμως έφτασες πρώτη στο ραντεβού. Και σε τι μέρος...
     Το σχολείο σου, ο καθημερινός σου χώρος επί τρία χρόνια ανοίγει, ειδικά γι'αυτήν την ημέρα. Για να θυμηθούμε τα παλιά, έλεγε η πρόσκληση. Και εσύ είσαι εκεί, πρώτη από όλους, ψάχνοντας με αγωνία τη σωστή είσοδο. Και αφού την βρεις, περιμένοντας να δεις ποιοι θα εμφανιστούν. Εσύ, που εγκατέλειψες τον ψηφιακό σου εαυτό στο σπίτι, να περιμένεις τη συνάντηση του χθες με το σήμερα...
     Και να, ένας-ένας καταφθάνουν. Δεν είναι πολλοί, οι περισσότεροι δεν μπόρεσαν. Όμως, έστω και ένας είναι κάτι. Είμαστε δυο, είμαστε τρεις...
     "Δεν κάνουμε μια βόλτα στο σχολείο;" προτείνει ένας. Ξεκινάτε.
     "Εκεί κάναμε γυμναστική". "Εκεί ήταν τα γραφεία των καθηγητών". "Εκεί ήταν τα εργαστήρια". "Εκεί ήταν η τάξη μου. Ή μήπως δεν ήταν εκεί;"
     Η μνήμη δε βοηθάει. Και η βόλτα συνεχίζεται, σε ένα σχολείο που υπήρξε δικό σας, και που τώρα πια δεν είναι. Να η τάξη σου της πρώτης. Και της δευτέρας. Και της τρίτης. Εδώ καθόσουν με τον Παναγιώτη στα διαλείμματα. Εκεί καθόταν ο Γιώργος... Εδώ καθόσουν και ο Μενέλαος από το πίσω θρανίο σου έκανε καντάδα. Τι να κάνει τώρα ο Μενέλαος; Εκείνος ο τοίχος ήταν μπλε και του είχατε βάλει αστέρια. Και ένα φεγγάρι. Τώρα είναι γυμνός. Αυτή τη γέφυρα περνούσες κάθε μέρα στη δευτέρα για να πας στην τάξη σου. Εκείνα τα δέντρα τα έχουν φυτέψει τα παιδιά. Κοίτα πώς μεγάλωσαν! Εκεί ήταν το κυλικείο. Εκεί κάνατε την έκθεση ζωγραφικής. Εκεί ήταν τα σχεδιαστήρια. Εκεί ήταν η αίθουσα των εκδηλώσεων. Εκεί παίζατε βόλεϊ τη μέρα που είχαν πει ότι είχε μπει βόμβα στο σχολείο.
     Στέκεσαι έξω από κάθε μία από τις αίθουσες όπου πέρασες εκείνα τα χρόνια και αφουγκράζεσαι. Ήχοι από το παρελθόν, ήχοι εφηβικών φωνών, σύρσιμο θρανίων, τετράδια ανοιγμένα, ζωή... Απόλυτη ησυχία τώρα. Τι ερημιά που αποπνέει το σχολείο! Πόσο βαθιά μέσα στην ψυχή σου την αισθάνεσαι αυτήν την ερημιά!
     Επιστρέφεις εκεί που είναι μαζεμένοι οι υπόλοιποι. Εύθυμες συζητήσεις, προσπάθεια να θυμηθείτε ο ένας τον άλλο... Αυτά τα μάτια, αυτό το χαμόγελο... Δεν ξεχνιούνται τα μάτια που κοιτάχτηκαν σε τέτοιες ηλικίες. Κουρνιάζουν υπομονετικά μέσα μας και περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να ξανααναδυθούν από το βάθος του μυαλού. Και όταν βγουν στην επιφάνεια, φέρνουν μαζί τους και κάτι από τα παλιά, κάτι από την αίσθηση της αιωνιότητας που χαρακτηρίζει τους νέους ανθρώπους.
     Λες "παιδιά" και όλοι γυρνάνε, παρόλο που οι περισσότεροι έχουν παιδιά οι ίδιοι, και κάποιοι μάλιστα έχουν μεγάλα παιδιά. Μιλάς με ανθρώπους που μπορεί να μην είχατε ανταλλάξει καμία κουβέντα τότε, και όμως μιλάς σαν να ήσουν από πάντα μαζί τους. Επειδή κουβαλάτε το ίδιο παρελθόν. Επειδή σας ενώνει το ίδιο χθες. Το παρελθόν ενώνει. Το παρελθόν είναι παρόν. Όπως είστε και εσείς.
     Τι ωραίο που ήταν το σχολείο σας! Πόσο το αγαπούσατε όλοι! Και πόσο πρωτοποριακό για την εποχή του! Και πόσα πράγματα κάνατε! Και οι καθηγητές! Πόσο τους ενδιέφερε να κάνουν το κάτι παραπάνω, να ξεφύγουν από το αυστηρό σχολικό πρόγραμμα και να δώσουν κάτι από την ψυχή τους σε ένα σχολείο, που δεν είναι μόνο τοίχοι, είναι και ανθρώπινα μυαλά σε αναβρασμό, όνειρα, ελπίδες, φιλίες, έρωτες, αγάπη... Αυτός ο χώρος είναι γεμάτος αγάπη, γι'αυτό φαντάζει τόσο άδειος τώρα. Και εσείς με αγάπη ήρθατε, προσκυνητές του παρελθόντος σας, να δηλώσετε ότι είστε ακόμα εδώ και να διεκδικήσετε ένα νέο μέλλον. "Είμαστε η πρώτη φουρνιά μαθητών", λέτε με καμάρι σε όποιον σας ρωτάει. Σας κοιτάνε εντυπωσιασμένοι, τόσα χρόνια μετά κι όμως κρατάτε ακόμα τους δεσμούς σας ζωντανούς...
     Η ώρα περνάει και πρέπει να αποχωρήσετε. Τώρα δεν είστε μικρά παιδιά που διεκδικούν την παραμονή τους έξω από το σπίτι μέχρι αργά. Οι περισσότεροι έχουν υποχρεώσεις. Μαζεύετε τα φαγητά και τα ποτά που είχατε φέρει, κλείνετε τη μουσική, μαζεύετε τα σκουπίδια, βγάζετε φωτογραφίες για να προσθέσετε και νέες αναμνήσεις στις ήδη υπάρχουσες, ανταλάσσετε υποσχέσεις για νέες συναντήσεις στο μέλλον. Δίνετε τα χέρια. "Χάρηκα" λες και το εννοείς. Συνειδητοποιείς ότι πρώτη φορά σφίγγεις τόσο πολύ τα χέρια άλλων ανθρώπων.
     Αποχαιρετάς τους άλλους και φεύγεις μέσα στο σκοτάδι. Και καθώς προχωράς στους νυχτερινούς δρόμους, επιστρέφοντας στο σπίτι σου, τα μάτια σου είναι δακρυσμένα...
 

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Λόγω της ημέρας




Μια φορά κι έναν καιρό,
κράτος δημοκρατικό,
την τιβί την κρατική
έκλεισε εν μία νυκτί.

Άραγε, θα ξανανοίξει
προτού να περάσει η κρίση;
Μήπως έκλεισε για πάντα,
(τι Ελλάντα, τι Ουγκάντα);

Η ποιότητα κοστίζει
και αφέντες δεν γνωρίζει,
μα εμείς έχουμε boss
και είναι και Γερμανός.

Πλάκωσε η καγκελαρία,
δεν σηκώνουνε αστεία,
ένα-ένα τα κεφάλια
πέφτουν σαν τα πορτοκάλια.

Πρέπει να προσαρμοστούμε
και μακάρι να σωθούμε,
με τη μουσική του Βάιλ,
ας φωνάξουμε όλοι "Χάιλ!"

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Αταίριαστες σκέψεις δίπλα στη θάλασσα

 

      Το θαλασσινό αεράκι σε χτυπάει απαλά στο πρόσωπο. Η θάλασσα έχει ένα υπέροχο τυρκουάζ χρώμα. Άνθρωποι διαφόρων ηλικιών και διαφόρων σωματοτύπων απολαμβάνουν, καθένας με τον τρόπο του, αυτήν την ωραία μέρα στην παραλία.
     Είναι Ιούνιος ακόμη, οι παραλίες δεν έχουν γεμίσει ασφυκτικά με κόσμο. Γι'αυτό και είχες την τύχη να βρεις ένα ολόκληρο πεύκο για τον εαυτό σου. Ένα εύρωστο, γερό πεύκο, με πυκνή και ευχάριστη σκιά. Από αυτήν την προνομιακή σου θέση, έχεις τώρα την πολυτέλεια να τους παρατηρείς όλους και ταυτόχρονα να χαλαρώνεις, ξαπλωμένος νωχελικά επάνω στην ψάθα σου.
     Πόσες μνήμες ξυπνούν από το βαθύ τους ύπνο και έρχονται να σε βρουν, η μια μετά την άλλη, και να σου θυμίσουν εκείνες τις μακρινές εποχές που ήσουν παιδί, που η μυρωδιά της θάλασσας για εσένα ήταν ανακατεμένη με τη μυρωδιά του αντηλιακού και του βραστού αυγού μετά το μπάνιο... Πόσο πιο απλά ήταν τα πράγματα τότε!
     Το αεράκι σηκώνει την άμμο και προσπαθεί να σε σηκώσει μαζί με την ψάθα, δεν είναι όμως αρκετά δυνατό. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Χαλάρωσε και απόλαυσε το θέαμα. Ανάσανε βαθιά τον αλμυρό αέρα. Κοίτα ψηλά τον ήλιο, που σου παίζει κρυφτό ανάμεσα από τις πευκοβελόνες.
     Από το ανοιχτό σου ραδιόφωνο ακούγεται μουσική. Προσπαθείς να βρεις μια μουσική που να ταιριάζει με τις εικόνες που βλέπεις γύρω σου. Τι να είναι; Κλασσική; Μοντέρνα; Λαϊκή; Ελληνική; Ξένη; Αλλάζεις τους σταθμούς, προσπαθώντας να βρεις την τέλεια μουσική για τις στιγμές που ζεις. Ξαφνικά, σταματάς την αναζήτηση. Στο ραδιόφωνο ακούγεται το Dust in the wind.
     Μελαγχολικό τραγούδι, ναι, καθόλου κατάλληλο για παραλία. Κι όμως, γιατί εσένα σου φαίνεται ότι έδεσε αρμονικά ο ήχος με την εικόνα; Το μυαλό σου κατακλύζεται από σκέψεις. Βλέπεις τα παιδιά που πλατσουρίζουν στη θάλασσα, τα ζευγαράκια που ερωτοτροπούν, τους νεαρούς με τις ρακέτες... Dust in the wind...
     Σκέφτεσαι αμέτρητους νεαρούς, με ρακέτες ή χωρίς, ζευγαράκια, περισσότερο ή λιγότερο εκδηλωτικά, οικογένειες, σωσίβια με ζωάκια, ομπρέλες, κάστρα στην άμμο, κυνηγητά, γέλια, όλους αυτούς τους ανθρώπους που πέρασαν ή θα περάσουν από αυτήν ή από οποιαδήποτε άλλη παραλία, απολαμβάνοντας το καλοκαίρι. Νιώθεις έντονα ότι τις εικόνες που βλέπεις τις έχουν ξαναδεί, ίσως όχι αυτούσιες αλλά τις έχουν ξαναδεί, κι άλλα ζευγάρια μάτια. Και όπως βλέπεις τους ανθρώπους γύρω σου, η εικόνα σιγά-σιγά ξεθωριάζει, σβήνει.
     Dust in the wind. Το αεράκι φυσάει απαλά και τα διαλύει όλα, τα σκορπίζει όπως σκορπίζει την άμμο. Πού πάνε τα γέλια, τα τρεχαλητά; Πού πάνε τα φιλιά, οι αγκαλιές, οι τσακωμοί; Τι μένει τελικά;
     Είσαι εδώ και αύριο δεν θα είσαι. Κανείς δεν θα γνωρίζει το πέρασμά σου. Μόνο υποθέσεις θα μπορεί να κάνει. Αυτή την άμμο ίσως την όργωσαν τα βήματα κάποιου άλλου, θα σκέφτεται, αυτά τα πεύκα ίσως έριξαν τη σκιά τους και σε άλλους ανθρώπους, αυτή η θάλασσα ίσως αγκάλιασε και άλλα κορμιά... Κι όπως τα βήματα ενός άλλου όργωσαν κάποτε αυτήν την άμμο, έτσι την οργώνουν και τα δικά μου σήμερα, όπως αυτά τα πεύκα έριξαν τη σκιά τους άλλοτε σε κάποιους άλλους, έτσι χαρίζουν και σε εμένα τον ίσκιο τους τώρα, όπως αγκάλιασε η θάλασσα τόσα κορμιά στο παρελθόν, έτσι ακριβώς αγκαλιάζει και εμένα σήμερα.
     Και κάποια μέρα, δεν έχει σημασία πότε ακριβώς, ο άνθρωπος που έκανε αυτές τις σκέψεις δε θα υπάρχει πια και θα έρθουν άλλοι άνθρωποι να κάνουν τις ίδιες σκέψεις, ή παρόμοιες, και ο μόνος κοινός παρονομαστής όλων αυτών των ανθρώπων είναι τελικά η σκόνη, αυτή η σκόνη που χορεύει στον αέρα, η σκόνη που μένει και τα σκεπάζει όλα.
     Dust in the wind. Είτε μιλάμε για έναν τυφώνα, είτε για μια θαλασσινή αύρα.

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Σκλάβοι

 
     Είναι πρωί. Το αμπάρι του πλοίου είναι γεμάτο ασφυκτικά. Μαύρο και μόνο μαύρο το χρώμα. Μαύροι και μόνο μαύροι το εμπόρευμα. Όρθιοι, ο ένας δίπλα στον άλλο. Ο ιδρώτας κάνει τα μαύρα κορμιά να γυαλίζουν, όπως γυαλίζουν και τα ασπράδια των ματιών. Πάει πια η αγαπημένη Αφρική, με την πυκνή της βλάστηση και τα μοναδικά της αρώματα. Πάνε οι ήχοι της ζούγκλας, η απεραντοσύνη του ουρανού, οι ζεστές μέρες, οι δροσερές νύχτες. Πάνε οι γυναίκες, τα παιδιά, οι μανάδες. Πάει η ζωή.
     Μόνο ο ήχος του τύμπανου, που δίνει ρυθμό στους κωπηλάτες ακούγεται. Μπουμ-μπουμ, μπουμ-μπουμ... Το πλοίο είναι μεγάλο, αλλά η θάλασσα ακόμα μεγαλύτερη. Τα νερά είναι άγρια, τα ξύλα του πλοίου, τα σχοινιά του, όλα τρίζουν. Χορεύει το πλοίο και μαζί με αυτό χορεύει και το αμπάρι του, μαζί με αυτό χορεύει και το εμπόρευμα. Και οι σκλάβοι, που έμαθαν να πατούν σε στέρεα γη και να γιορτάζουν τη ζωή χορεύοντας και τραγουδώντας, χτυπώντας τα πόδια τους με δύναμη, τώρα θρηνούν χορεύοντας βουβά, ακολουθώντας ακούσια την κίνηση του πλοίου.
     Ποιος ξέρει πού θα καταλήξουν; Ποιος ξέρει πώς θα είναι ο ουρανός και τι μυρωδιές θα έχει η γη και τι τραγούδια θα λένε τα πουλιά εκεί που πάνε; Ένα μόνο ξέρουν. Είναι σκλάβοι. Και αυτό σημαίνει ότι δεν τους ανήκει τίποτα, ούτε καν το όνομά τους. Νέα ονόματα τους περιμένουν και δουλειά πολλή και μέρες ατελείωτες. Και η ζωή αλλού θα υπάρχει, με τις χαρές της, τα τραγούδια της, τα χρώματα, τις ευωδιές...
     Το πλοίο γέρνει επικίνδυνα, καθώς βυθίζεται ανάμεσα από δύο τεράστια κύματα. Γέρνει, αλλά δεν θα βουλιάξει. Θα φτάσει με ασφάλεια τελικά στον προορισμό του. Και όταν από το κατάρτι, ψηλά, ακουστεί η φωνή "Στεριά μπροστά μας!", θα ξέρουν όλοι ότι το ταξίδι δεν τελείωσε, αλλά ότι θα συνεχιστεί σε νέα, πιο επικίνδυνα και άγνωστα νερά.
     Όμως δεν είμαι μέσα στο πλοίο. Δεν ακούω "μπουμ-μπουμ", δεν χορεύω στο ρυθμό των κυμάτων. Είναι πρωί και είμαι μέσα στο λεωφορείο. Ακούω μόνο τη μουσική στα αυτιά μου και χορεύω στο ρυθμό του ανώμαλου οδοστρώματος. Γύρω μου, θαρρείς στιβαγμένοι, οι συνεπιβάτες μου, συνοδοιπόροι σε αυτήν την καθημερινή διαδρομή μου προς τη δουλειά.
     Ναι, είμαι στο λεωφορείο, μια σύγχρονη σκλάβα ανάμεσα σε άλλους, επίσης σύγχρονους, σκλάβους, που άφησε πίσω το ζεστό της κρεβατάκι, το ξημέρωμα, το γάλα με κακάο, τα λουλούδια στη βεράντα... Στο τέρμα της διαδρομής μου ξέρω τι θα βρω. Με περιμένει μια μέρα στη δουλειά, γεμάτη υποχωρήσεις και συμβάσεις, τόσο μακριά από τα "θέλω" μου και τόσο κοντά στα "πρέπει"...
     Ποια ζωή αφήνουμε καθημερινά και σε ποια ζωή μπαίνουμε; Και πώς ξοδεύονται έτσι άσκοπα η ζωή μας, τα όνειρά μας, οι επιθυμίες μας; Πόσο έξω από τη ζωή μας είναι η ζωή τελικά;
     Ερωτήματα που πονάνε, είτε απαντηθούν είτε όχι. Αλλάξαμε τόνο στη δουλεία, αλλά αυτό δεν την έκανε λιγότερο καταπιεστική. Και όπως πάνε τα πράγματα, λυπάμαι που το λέω, η δουλεία θα επανακτήσει τον τόνο της.