Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Αλλαγή πορείας


     Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, που λέτε, ένα κοπάδι πρόβατα. Και τα πρόβατα ζούσαν αγαπημένα σε ένα λιβάδι και βοσκούσαν όλη μέρα. Λύκοι δεν υπήρχαν, ούτε βοσκός υπήρχε να τα φυλάει. Μόνα τους είχαν οργανώσει τη ζωή τους. Και περνούσαν μια χαρά.
     Και ξυπνούσαν το πρωί με την αυγούλα, και απλώνονταν στο λιβάδι και έτρωγαν τα δροσερά τους χορταράκια, τα νοτισμένα από την πρωινή δροσιά. Και τα αρνάκια έπαιζαν κυνηγητό ανάμεσα στα δέντρα, και κυλιούνταν στα χορτάρια και στόλιζαν τα κεφάλια τους με λουλούδια του αγρού.
     Βέβαια, μη νομίσετε ότι ήταν όλα τέλεια στη ζωή τους. Το λιβάδι που ζούσαν ήταν μικρό και δεν υπήρχε μεγάλη ποικιλία στο φαγητό, ούτε υπήρχε τόσο πολύ χορτάρι. Όμως, ακόμα κι έτσι, το λιβάδι τους παρείχε ό,τι χρειάζονταν για να ζήσουν.
     Και κάποτε τα πρόβατα έμαθαν ότι άλλα πρόβατα που ζούσαν σε άλλα λιβάδια περνούσαν πολύ καλύτερα, και είχαν μεγαλύτερη ποικιλία σε φαγητό και μεγαλύτερη ποσότητα. Και άρχισαν και εκείνα να επιθυμούν μεγαλύτερη αφθονία στη ζωή τους. Και αποφάσισαν να κάνουν το λιβάδι τους ίδιο με τα άλλα λιβάδια, εκείνα των άλλων προβάτων.
     Όμως, αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο και κάτι θα πρέπει να έκαναν λάθος τα πρόβατα της ιστορίας και το λιβάδι τους, αντί να ομορφαίνει και να εμπλουτίζεται σε ποσότητα και ποικιλία τροφής, άρχισε να φτωχαίνει. Πολύ σύντομα, τα πρόβατα ανακάλυψαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το λιβάδι τους. Να έφταιγαν τα εισαγόμενα χορτάρια από τα άλλα λιβάδια; Να έφταιγε που είχαν μάθει να τρώνε περισσότερο από όσο έτρωγαν παλιότερα; Γεγονός, πάντως, ήταν, ότι το φαγητό πλέον δεν έφτανε για όλους.
     Μαζί με τη μείωση της τροφής, άρχισε να αλλάζει και η συμπεριφορά των προβάτων. Άρχισαν το ένα να κατηγορεί το άλλο για ό,τι συνέβαινε.
     - Εσύ φταις! έλεγε το ένα πρόβατο. Εσύ φταις, επειδή τρως πολύ!
     - Κάθε άλλο, απαντούσε εκείνο. Αυτός που φταίει είσαι εσύ, που δεν συντηρείς καλά τις προμήθειες και σαπίζουν.
     - Όχι, πεταγόταν ένα τρίτο πρόβατο. Αυτός που φταίει είναι εκείνος εκεί. Είμαι σίγουρος ότι κλέβει το φαγητό όλων μας και το κρύβει στην αποθήκη του.
     - Όχι, διαφωνώ, έλεγε ένα τέταρτο. Αυτοί που φταίνε είναι αυτοί που κάνουν πολλά παιδιά. Αφού βλέπουν ότι το φαγητό δεν φτάνει για όλους, τι τα κάνουν;
     - Ε, όχι, δεν έχεις δίκιο... Πιο πολύ φταίνε οι γέροι που δε λένε να πεθάνουν. Ξέρεις πόσο χορτάρι τρώνε οι γέροι;
     Αυτά και άλλα πολλά έλεγαν τα πρόβατα μεταξύ τους και, όπως καταλαβαίνετε, τα πρόβατα δεν ζούσαν πια και τόσο αγαπημένα.
     Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη και έπρεπε να βρεθεί λύση. Και η λύση βρέθηκε: έπρεπε να βρουν ένα άλλο λιβάδι, πιο μεγάλο και πιο πλούσιο σε τροφή. Έτσι δεν θα υπήρχαν προβλήματα. Αλλά, υπήρχε ένα τέτοιο λιβάδι, και αν ναι, πού βρισκόταν;
     - Υπάρχει αυτό το λιβάδι που ζητάτε, τους είπε ένα κοράκι που περνούσε από εκεί και το ρώτησαν. Υπάρχει, αλλά είναι μακριά.
     - Δεν πειράζει, είπαν τα πρόβατα. Εμείς θα πάμε. 
     Και ξεκίνησαν τα πρόβατα. Και πήγαιναν, και πήγαιναν, και πήγαιναν... Και όταν άρχισαν να κουράζονται, ακόμα και τότε δεν σταμάτησαν. Επειδή έπρεπε να φτάσουν στο λιβάδι. Και συνέχισαν να προχωράνε, και τα αρνάκια έκλαιγαν και ζητούσαν συνέχεια να φάνε, και οι γέροι φώναζαν και έλεγαν πως κουράστηκαν, και οι προμήθειες λιγόστευαν, αλλά τα πρόβατα συνέχιζαν, επειδή το τέλος της διαδρομής πλησίαζε. Ναι, ήταν σίγουρα, ύστερα από εκείνη την στροφή θα έφταναν επιτέλους στο λιβάδι!
     Αλλά έφταναν στην στροφή και το λιβάδι ακόμα δεν το έβλεπαν. Και συνέχιζαν τον δρόμο τους, μέχρι την επόμενη στροφή. Και τότε κάποια πρόβατα σκέφτηκαν μήπως είχαν πάρει λάθος δρόμο, και μήπως εκείνος ο δρόμος δεν οδηγούσε στο λιβάδι. Αλλά όχι, δεν μπορεί, ένας ήταν ο δρόμος. Στο τέλος έπρεπε να φτάσουν στο λιβάδι. Και θα έφταναν. Αρκεί να έκαναν λίγη ακόμα υπομονή.
     Και κάποια πρόβατα είπαν ότι ο δρόμος είχε γίνει πολύ ανηφορικός, και μήπως πήγαιναν προς την κορυφή του βουνού; Αλλά στην κορυφή του βουνού δεν υπήρχαν λιβάδια, μόνο χιόνια. Και τότε άρχισαν να προσέχουν ότι όντως ο δρόμος ήταν ανηφορικός, αλλά τόσο δρόμο είχαν διανύσει ήδη, αμαρτία να γυρίσουν πίσω... Και, ναι, ήταν αρκετά πιθανό ο δρόμος εκείνος να μην οδηγούσε στο λιβάδι των ονείρων τους.
     Και τα πρόβατα στενοχωρήθηκαν πολύ. Είχαν κουραστεί από το περπάτημα, και δεν είχαν πολλές δυνάμεις ακόμα. Αλλά τι θα έπρεπε να κάνουν;
     - Θα πρέπει να πάρουμε άλλο δρόμο, είπε ένα πρόβατο.
     - Άλλο δρόμο; είπε το πρόβατο που ήταν επικεφαλής. Μα τι λες; Και όλο το περπάτημα που έχουμε κάνει μέχρι τώρα το κάναμε άδικα;
     - Μα αφού είναι εμφανές ότι από αυτόν τον δρόμο δεν θα φτάσουμε ποτέ στο λιβάδι!
     - Ποιος το λέει; Είσαι τεμπέλης και βαριέσαι να περπατήσεις, αυτό είσαι!
     - Μα όχι, απλώς πρέπει να πάρουμε άλλο δρόμο. Να, εκείνος εκεί, για παράδειγμα, μου φαίνεται καλύτερος.
     - Μας κοροϊδεύεις; Εκείνος εκεί πάει προς το δάσος! Ποιος ξέρει τι κρύβεται εκεί μέσα;
     - Λύκοι κρύβονται, πετάχτηκε ένα άλλο πρόβατο.
     - Λύκοι; ανατρίχιασαν τα πρόβατα στο άκουσμα της λέξης.
     - Ναι, λύκοι, και θα μας φάνε, και δεν θα μείνει κανένας ζωντανός. Ενώ, αν συνεχίσουμε στον δρόμο που αρχίσαμε, τι μπορούμε να πάθουμε; Το μόνο που μπορεί να συμβεί είναι να συνεχίσουμε το περπάτημα.
     - Ναι, είπαν μερικά πρόβατα, αλλά δεν αντέχουμε άλλο περπάτημα, πονάνε τα πόδια μας.
     - Ναι, αλλά στο δάσος έχει λύκους.
     - Ναι, αλλά αν καταφέρουμε από τον άλλο δρόμο να φτάσουμε στο λιβάδι;
     - Μη λέτε βλακείες, δεν φταίει ο δρόμος που πήραμε, φταίει ο τρόπος που τον περπατάμε.
     - Λες;
     - Είμαι σίγουρος!
     - Μην τον ακούτε, είπε το πρόβατο που πρότεινε να αλλάξουν δρόμο. Κάνει λάθος. Ο δρόμος που πήραμε δεν θα μας οδηγήσει ποτέ στο λιβάδι.
     - Ναι, αλλά στο δάσος έχει λύκους.
     - Και τσακάλια θα έχει.
     - Σωστά, και τσακάλια. Πώς τα ξέχασα τα τσακάλια;
     - Είναι άγρια και τα τσακάλια.
     - Πω-πω, δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι!
     - Ας αποφασίσουμε τι θα κάνουμε, είπε τότε το πρόβατο επικεφαλής. Θέλετε να αλλάξουμε δρόμο ή να αλλάξουμε τρόπο;
     Και τα πρόβατα αποφάσισαν. Και άκουσα ότι κάποιος τα είδε να περπατάνε στα δύο πόδια...

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

Αδιέξοδο φλερτ

     - Δεσποινίς! φώναξε εκείνος και κορδώθηκε.
     Εκείνη δεν του έδωσε την παραμικρή σημασία.
     - Σε εσάς μιλάω, καλέ! συνέχισε αυτός και άρχισε να την ακολουθεί.
     Τσιμουδιά αυτή. Τι θράσος, Θεέ μου!
     - Πώς είναι το ονοματάκι σας;
     Αν είναι δυνατόν! Και ποιος είναι αυτός που θα του πει και το όνομά της; Γνωρίζονταν και από εχθές; Καλά της το έλεγε η μαμά της... "Προσοχή στους άντρες", της έλεγε, "μην πιστεύεις λέξη από όσα σου λένε! Μακριά!"
     - Σταθείτε, καλέ! Μα γιατί, δεν μου μιλάτε; Γιατί με πληγώνετε; Σταθείτε λίγο, που έχω να σας πω... Δεσποινίς!
     Α, δεν θα γλίτωνε από αυτόν! Και οι δασκάλες της στο Κολλέγιο την είχαν προειδοποιήσει... "Προσοχή στους άντρες", έλεγαν, "είναι πλάσματα ασταθή και αφερέγγυα, τη μια σου κάνουν τα γλυκά μάτια και την άλλη... από εκεί πάνε κι οι άλλοι!"
     - Μα, ελάτε, σταθείτε, δεν είμαι κανένας τυχαίος, έχω καλό σκοπό!
     Εδώ που τα λέμε, δεν ήταν κι άσχημος. Λίγο που τον είδε με την άκρη του ενός ματιού, σαν καλός της φάνηκε. Πολύ επιδειξίας, βέβαια, αλλά καθόλου άσχημος. Και αν πίστευε τα όσα έλεγαν οι δασκάλες, τότε οι άντρες ήταν η προσωποποίηση του Σατανά, αλλά πώς είχαν γεννηθεί και εκείνες; Πατεράδες δεν είχαν; Ας μην ήταν, λοιπόν, τόσο απόλυτη. Δεν χρειαζόταν να τον αποπάρει...
     - Σας παρακαλώ, κύριε, του είπε, μην με ενοχλείτε, βιάζομαι!
     - (Αχά! σκέφτηκε εκείνος. Το γκομενάκι ανταποκρίνεται. Ας κορδωθώ λίγο ακόμα.)
     Και φούσκωσε κι άλλο.
     - Πού πηγαίνετε, αν επιτρέπεται;
     - (Μήπως του έδωσα θάρρος; αναρωτήθηκε εκείνη.) Να με συγχωρείτε, αλλά αυτό δεν σας αφορά...
     - Μη μου πείτε ότι πηγαίνετε στον αρραβωνιαστικό σας...
     - (Ασ'τον να αναρωτιέται. Μην του δίνω και πολύ θάρρος, εγώ έχω ανατροφή, δεν είμαι καμία του δρόμου...)
     - Εμ, βέβαια, τόσο όμορφη κοπέλα, λογικό είναι, στον αρραβωνιαστικό σας πηγαίνετε. Τι κρίμα, έρχομαι δεύτερος! Αλλά, τουλάχιστον, δεν θα μπορούσατε να μου πείτε το όνομά σας; Θα το έχω σαν παρηγοριά...
     - (Τι να κάνω τώρα; Να του πω ότι δεν έχω αρραβωνιαστικό ή να τον αφήσω να αμφιβάλλει;) Ναι, στον αρραβωνιαστικό μου πηγαίνω, και είναι και πολύ ζηλιάρης, γι'αυτό σας παρακαλώ να σταματήσετε να με ακολουθείτε!
    -  (Ναι, σιγά μην είναι αρραβωνιασμένη! Όλες το ίδιο λένε.) Μα γιατί να ζηλέψει; Τόσο επικίνδυνο με θεωρείτε;
     - (Ωχ, μάλλον με κατάλαβε. Τι λένε τώρα;)
      - ...Εδώ που τα λέμε, δεν είμαι και για πέταμα. Και μόνο την κορμοστασιά μου να δείτε, καταλαβαίνετε αμέσως ότι είμαι ένας άντρας με προοπτικές... Για κοιτάξτε! είπε και έκανε έναν γύρο γύρω από τον εαυτό του, για να της δώσει την ευκαιρία να τον θαυμάσει.
     - (Τι κορμί είναι αυτό!)
     - Ελπίζω, τουλάχιστον, ο αρραβωνιαστικός σας να σας εκτιμάει. Είστε μια κοπέλα που αξίζει τα καλύτερα.
     Εκείνη συνέχισε να περπατάει, αλλά η προσοχή της ήταν στραμμένη σε αυτόν.
     - ...Εγώ, αν δηλαδή ήσαστε δικιά μου αρραβωνιαστικιά, θα σας είχα στα ώπα-ώπα. Αλλά, δυστυχώς, με πρόλαβε άλλος...
     - (Αχ, μωρέ, γλυκούλης είναι. Τι να κάνω; Αλλά, αν σταματήσω και του δώσω σημασία, μήπως με θεωρήσει εύκολη; Δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να σχηματίσει άσχημη εντύπωση για εμένα...)
     - (Τι θα γίνει, τι άλλο θέλει να της πω; Την πολύ δύσκολη μου κάνει, αλλά τι θα γίνει, ως πότε θα συνεχιστεί αυτό; Δεν γουστάρω και τόση χυλόπιτα, θίγομαι ως άντρας, πώς να το κάνουμε, εδώ έχω ρίξει καν και καν, και θα βγει τώρα ένα κοριτσάκι να μου κάνει γυμνάσια;)
     - (Ίσως αν του πω το όνομά μου να μην είναι και τόσο κακό. Και τι θα πάθω, δηλαδή, αν του πω το όνομά μου; Αλλά, μπορώ άραγε να τον εμπιστευτώ;)
     - (Δεν ξέρω κι αν αξίζει τον κόπο. Κι αν μου βγει καμιά από εκείνες τις κακομαθημένες, που θέλουν πάντα να γίνεται το δικό τους; Ναι, να μου το θυμηθείς που έτσι θα γίνει! Εμ, βέβαια, τόση ώρα με έχει και με ψήνει και ούτε το όνομά της δε μου λέει... Και είμαι σίγουρος ότι με γουστάρει... ωπ! τι έχουμε εδώ; Τι είσαι εσύ, παιδί μου; Πω! Πω! Τι θείο πλάσμα! Πού κρυβόσουν τόσον καιρό; Μωρό μου, σου'ρχομαι!) Δεσποινίς! Δεσποινίς!
     - (Ε, λοιπόν, θα του το πω το όνομά μου. Θα του το πω κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει... μα πού είναι;)
     Αλλά εκείνος είχε ήδη ανοίξει τα φτερά του και είχε πετάξει προς άλλη περιστέρα, και ξεκινούσε νέο κύκλο κορταρίσματος.
     Αχ, σκέφτηκε η περιστέρα, τελικά είχαν δίκιο οι δασκάλες μου. Οι άντρες είναι πλάσματα αφερέγγυα, τη μια σου τάζουν τον ουρανό με τ'άστρα και την άλλη μην τους είδατε! Πάλι καλά που δεν του είπα το όνομά μου!     

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

Με μουσική υπόκρουση

     Βρίσκεσαι στον δρόμο. Από μπροστά σου περνάνε διάφορα οχήματα, το ένα πίσω από το άλλο, σε έναν ατελείωτο αγώνα δρόμου. Η μέρα είναι συννεφιασμένη και φυσάει. Και εσύ βρίσκεσαι εκεί, στον δρόμο. Δεν έχει σημασία το γιατί.
     Τα δέντρα, παρασυρμένα από τον αέρα, χορεύουν τα κλαδιά τους. Πράσινο του πεύκου, της λεύκας, του κυπαρισσιού, της ελιάς, του ευκαλύπτου, χορεύουν αλλάζοντας χρώμα, ανάλογα με το πότε οι ακτίνες του ήλιου, καθώς περνάνε ανάμεσα από τα σύννεφα, πέφτουν επάνω τους. Ροζ και άσπρο της πικροδάφνης, κόκκινο και μωβ της μπουκανβίλιας, και άσπρο του αγιοκλήματος, μετέχουν και εκείνα στο χορό. Και όλα χορεύουν στον ίδιο ρυθμό, αλλά τόσο διαφορετικά... Και εσύ βρίσκεσαι εκεί.
     Και σηκώνεις τα μάτια στον ουρανό. Σύννεφα πολλά, μεγάλα και στρουμπουλά, σπρωγμένα από τον αέρα κινούνται γρήγορα, αλλά αυτοκρατορικά, προς τα αριστερά σου. Δεν είναι άσπρα αυτά τα σύννεφα. Ούτε γκρίζα είναι. Είναι και άσπρα, και γκρίζα. Και όλο τρέχουν, λες και πρέπει κάτι να προλάβουν. Και πίσω από αυτά τα σύννεφα, πιο ψηλά, άλλα σύννεφα, πιο αχνά, σαν ξασμένο βαμβάκι, μοιάζουν να κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς τα δεξιά. Όμως πρόκειται για οφθαλμαπάτη. Τα μακρινά σύννεφα ίσως και να μην κινούνται καθόλου. Αλλά έχεις την αίσθηση ότι υπάρχει μια σφαίρα γύρω από τη γη, γύρω από εσένα, που κινείται προς τα αριστερά, μέσα σε μια άλλη, μεγαλύτερη σφαίρα, που κινείται προς τα δεξιά. Και εσύ είσαι εκεί, στο κέντρο του σύμπαντος. Μικρός, αλλά και τόσο μεγάλος. Ασήμαντος, αλλά και τόσο σημαντικός.
     Πίσω από τα σύννεφα κρύβεται ο ήλιος. Πού και πού τα σύννεφα αφήνουν ένα άνοιγμα, και στα όρια αυτού του ανοίγματος τα σύννεφα ιριδίζουν. Κίτρινα και ροζ και μωβ και γκρίζα, όλα χορεύουν. Το φως εναλλάσσεται με το σκοτάδι, όπως στους πίνακες του Ελ Γκρέκο. Και ο ήλιος δεν αποκαλύπτεται, αλλά το ξέρεις ότι είναι εκεί. Το ξέρεις ότι είναι ο βασιλιάς του ουρανού. Και το ξέρεις ότι υπήρχε εκεί πριν από εσένα και θα υπάρχει και μετά. Όπως και τα σύννεφα, όπως και τα δέντρα. Και γύρω σου περνούν τα οχήματα, το ένα πίσω από το άλλο, αλλά ο άνεμος συνεχίζει να φυσάει. Και τα δέντρα συνεχίζουν να χορεύουν. Και ένας τεράστιος ευκάλυπτος κουνάει μεγαλειωδώς τα μεγάλα του κλαδιά, που μοιάζουν να προσπαθούν να φύγουν μακριά του. Και μερικά πεύκα πιο πέρα μοιάζουν να αυτομαστιγώνονται για κάποια, άγνωστη σε εσένα, αμαρτία. Και εσύ είσαι εκεί.
     Και τα σύννεφα πάνω από το κεφάλι σου συνεχίζουν να τρέχουν και να αλλάζουν σχήματα. Και, να, εκεί πέρα έχουν πυκνώσει και έχουν γίνει πιο γκρίζα, αλλά ακόμα ξεχωρίζουν τμήματα πιο ανοιχτόχρωμα, που ακόμα τα διαπερνάει το φως. Και διακρίνεις ακόμα τα ροζ και τα μωβ χρώματα, ακόμα και εκεί. Μήπως βρέξει; Και ο αέρας σου χαϊδεύει το πρόσωπο. Δυο πουλιά πετάνε ψηλά, σε έναν δικό τους, ιπτάμενο χορό. Μακάρι να γινόσουν ένα με τα σύννεφα, να χόρευες και εσύ στον ουρανό. Αλλά είσαι εκεί, στον δρόμο, δίπλα από τα οχήματα, που τρέχουν στις μικρές, καθημερινές τους διαδρομές. Ενώ στον ουρανό διαδραματίζεται κάτι απείρως μεγαλύτερο, κάτι αιώνιο και πανέμορφο.
     Ο άνθρωπος δεν φτιάχτηκε για να σέρνεται στη γη, φτιάχτηκε για να κοιτάζει τον ουρανό, κι ας φτιάχτηκε από τον ταπεινό πηλό. Επειδή έχει θεϊκή πνοή μέσα του, επειδή μπορεί και δακρύζει όταν συναντήσει την ομορφιά, επειδή μπορεί να νιώσει μέσα του να πάλλεται η δύναμη της ζωής. Και έχει δικαίωμα να ονειρεύεται, και να αισθάνεται, και να νιώθει βασιλιάς. Κι ας νιώθει ταυτόχρονα, κι ας είναι τόσο μικρός. Κι ας είναι τα πόδια του στη γη. Κι ας μην έχει φτερά για να πετάξει. Κι ας είναι απλώς ένας άνθρωπος.
     Αυτά όλα σκέφτεσαι, ενώ πάνω από το κεφάλι σου τα σύννεφα τρέχουν αλλάζοντας σχήματα, ενώ γύρω σου τα δέντρα τινάζουν πέρα-δώθε τα κλαδιά τους, ενώ τα μαλλιά σου χαστουκίζουν το πρόσωπό σου, ενώ όλα κινούνται τόσο συντονισμένα. Και, παρ'όλο που νιώθεις σαν παραφωνία μέσα σε όλο αυτό, είναι τέτοια η ανάταση της ψυχής σου, που ίσως και να πετάς. Ίσως και να βρίσκεσαι ψηλά, ανάμεσα στα σύννεφα, και να μην το έχεις καταλάβει. Ίσως και να πετάς μαζί με τα πουλιά, ίσως να χαιρετάς τον ήλιο, χωρίς τον φόβο να καείς, ίσως να χαιρετάς τα δέντρα, ίσως να χορεύεις στον αέρα, όπως εκείνη εκεί η πεταλούδα...
     Ίσως να έγινες ακτίνα του ήλιου, ίσως πάλι να έγινες σύννεφο στρουμπουλό και αφράτο, ίσως να έγινες λουλούδι, ή φύλλο ή κλαδί, ίσως και δέντρο ολόκληρο. Ίσως να έγινες αέρας, ίσως να έγινες ένας κόκκος άμμου, ένα μικρό, ταπεινό χαλίκι. Και είναι η ψυχή σου απόλυτα συντονισμένη με το σύμπαν. Παρ'όλο που βρίσκεσαι στον δρόμο. Παρ'όλο που δίπλα σου περνάνε οχήματα, το ένα πίσω από το άλλο. 
     Και νιώθεις μια σταγόνα αιωνιότητας να τρέχει στις φλέβες σου...