Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Δύο χρόνια και δυο μέρες








     Ε, λοιπόν, ψέματα δεν θα πω. Δεν ήταν σαν σήμερα. Ούτε σαν χθες ήταν. Ήταν όμως σαν προχθές, που αυτό το μπουκαλάκι άρχισε το ταξίδι του στην κυβερνοθάλασσα. Επειδή, τι άλλο είναι ένα μπλογκ, από ένα μπουκαλάκι που ρίχνεται στη θάλασσα του κυβερνοχώρου, ελπίζοντας να βρει παραλήπτη;
     Βέβαια, εδώ που τα λέμε, τη μέρα που ξεκίνησε αυτό το ταξίδι, αυτή η ελπίδα δεν υπήρχε καν στο μυαλό του ναυαγού. Τη μέρα που ξεκίνησε αυτό το ταξίδι, στις 23 Μαϊου 2013, ο ναυαγός διασκέδαζε τη βαρεμάρα του περιεργαζόμενος αυτό το πράγμα που λέγεται μπλογκ. Α, δεν μπορώ να πω, πλάκα είχε. Και πόσες πολλές επιλογές υπάρχουν για την εμφάνιση, και ποιο να πρωτοδιαλέξεις, και, άντε, διάλεξες μία μορφή, τι να γράψεις μέσα;
     Ο ναυαγός που λεγόταν Πίπη και ήμουν εγώ (ας μην κρυβόμαστε) έφτιαξε την πρώτη του ανάρτηση, κάτι σαν μήνυμα στον εαυτό του. Και γι'αυτό αποφάσισε να δημοσιεύσει την ανάρτησή του, αλλά να είναι ορατή μόνο από εκείνον. Και το αποτέλεσμα του άρεσε οπτικά. Και αυτό ήταν, ή αυτό θα ήταν, αν ο Βελζεβούλης δεν έχωνε την ουρά του. Και ο ναυαγός που λεγόταν Πίπη και ήμουν εγώ αναρωτήθηκε αν το μπλογκ θα φαινόταν διαφορετικά σε περίπτωση που γινόταν δημόσιο. Χαζή ερώτηση, το ξέρω, αλλά πώς να τα βάλεις με τον Βελζεβούλη;
     Και τότε ο ναυαγός αποφάσισε να το δοκιμάσει. Και, έκπληξη: το μπλογκ φαινόταν το ίδιο ακριβώς. Ο ναυαγός τότε σκέφτηκε να το ξανακάνει ιδιωτικό και ίσως να το σβήσει κιόλας, να σκίσει το χαρτάκι με το μήνυμα και να βάλει το μπουκάλι στην ανακύκλωση και τι σημαίνει μπλογκ να μην το πει ούτε του παπά, αλλά ήταν πια πολύ αργά. Κάποιος άγνωστος είχε ήδη διαβάσει την ανάρτηση, ή, τουλάχιστον, την είχε ανοίξει. Κιόλας; θα μου πείτε. Χελόου, τον Βελζεβούλη τον ξεχάσατε;
     Και ο ναυαγός αισθάνθηκε ντροπή απέναντι στον άγνωστο αναγνώστη. Πώς θα το ξανάκανε το μπλογκ ιδιωτικό τώρα; Πώς θα στερούσε το μπλογκ από τον αναγνώστη; Ήταν σαν να πρόσφερε φαγητό σε κάποιον με το ένα χέρι και πριν καλά-καλά ο άλλος φάει την πρώτη μπουκιά, τσουπ! να του το έπαιρνε πίσω με το άλλο. Ανεπίτρεπτα πράγματα.
     Έτσι έγινε και γεννήθηκε αυτό το μπλογκ, και σιγά-σιγά γέμισε με ιστορίες. Και σήμερα, δύο χρόνια και δυο μέρες ύστερα από εκείνη τη μέρα, πού βρίσκεται ο ναυαγός που λέγεται Πίπη και είμαι εγώ; Ε, μη νομίζετε ότι είναι πολύ διαφορετικός από εκείνο που ήταν τότε. Έχει μεγαλώσει λίγο, και έχει αποκτήσει μερικές ακόμα άσπρες τρίχες στα μαλλιά, και μια κοιλιά λίγο πιο στρογγυλή, η αλήθεια να λέγεται. Έχει επίσης και μεγαλύτερη έννοια για τους αναγνώστες, αφού αυτοί αυξήθηκαν και πλήθυναν την τελευταία χρονιά. Κι αν πέρυσι μιλούσαμε για 10, το πολύ 11 αναγνώστες, φέτος υπάρχουν 15 εγγεγραμμένοι!
     Μαζί με τους αναγνώστες αυξήθηκε και η ευθύνη και η προσπάθεια να βελτιώνονται οι ιστορίες, χωρίς πάντα να επιτυγχάνεται αυτό. Όμως, παράλληλα με την αύξηση των αναγνωστών υπήρξε και αύξηση των αναγνωσμάτων. Ο ναυαγός που λέγεται Πίπη και είμαι εγώ, την τελευταία χρονιά ανακάλυψε αρκετούς ακόμα ναυαγούς, τους οποίους παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον. Πρόκειται για άτομα αξιόλογα, με πολλούς προβληματισμούς και ενδιαφέροντα. Και χωρίς να τα γνωρίζει προσωπικά, ο ναυαγός έχει πάψει προ πολλού να αισθάνεται μόνος στην απέραντη κυβερνοθάλασσα.
     Δεν θα ήθελα να μακρυγορήσω, οπότε θα ολοκληρώσω την επετειακή μου ανάρτηση εδώ. Η μόνη ευχή που θα δώσω στο μπλογκ για τα δύο χρόνια και τις δυο μέρες του είναι αυτή που του έδωσα και πέρυσι, έναν χρόνο και μια μέρα μετά τη γέννησή του: εύχομαι να συνεχίσω να έχω ιδέες για να το τροφοδοτώ με διασκεδαστικές ιστορίες, έτσι ώστε να προσφέρει ευχαρίστηση στους αναγνώστες του.
     Και, εννοείται, ότι ελπίζω να ξαναγιορτάσω τα γενέθλιά του του χρόνου, έναν χρόνο και μια μέρα μετά τη σημερινή μέρα, τρία χρόνια και τρεις μέρες μετά τη γέννησή του. Εις το επανιδείν, λοιπόν!

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Αποτυχημένη ανατροπή

     Ήρθε ο καιρός που και τα πουλιά αποφάσισαν να κάνουν διαγωνισμό τραγουδιού. Και ο λόγος, αν και δεν τον ανακοίνωσαν, ήταν απλός: Είχαν βαρεθεί να ακούνε το αηδόνι να κοκορεύεται ότι τραγουδούσε καλύτερα από όλους και ήθελαν να του δώσουν ένα μάθημα.
     Προκηρύχθηκε, λοιπόν, ο διαγωνισμός, και όπως ήταν λογικό, όλα τα πουλιά δήλωσαν συμμετοχή. Και οι συμμετοχές ήταν τόσο πολλές, που τελικά αποφάσισαν το κάθε είδος να διαλέξει τον πιο καλλικέλαδο εκπρόσωπό του για να τραγουδήσει, αλλιώς ο διαγωνισμός δεν θα τελείωνε ποτέ.
     Έτσι και έγινε, και οι εκπρόσωποι επιλέχθηκαν, όχι χωρίς δυσκολίες, είναι αλήθεια, αλλά επιλέχθηκαν. Και άρχισαν τις πρόβες, και παντού αντηχούσαν τα κελαηδήματά τους. Και οι άνθρωποι νόμιζαν ότι τα πουλιά τρελλάθηκαν, αλλά δεν ήξεραν τι συνέβαινε στην πραγματικότητα. Και ευτυχώς, εδώ που τα λέμε, αλλιώς θα είχε εμπορευματοποιηθεί και αυτός ο διαγωνισμός.
     Και η βραδιά του διαγωνισμού έφτασε. Και όλα τα πουλιά έσπευσαν στο χώρο, για να απολαύσουν τους εκπροσώπους τους. Και ο χώρος φωτιζόταν από εκατοντάδες πυγολαμπίδες, που είχαν προσληφθεί γι'αυτόν τον σκοπό, με σύμβαση έργου. Και εκατοντάδες πεταλούδες επίσης στόλιζαν τον χώρο με τα πολύχρωμα φτερά τους, αλλά επρόκειτο για φιλική συμμετοχή.
     Και ξεκίνησε ο διαγωνισμός και ένα-ένα τα πουλιά άρχισαν να τραγουδούν. Και το αηδόνι τραγούδησε "Είναι όμορφη η νύχτα", που ήταν μια κλασσική μπαλάντα, αλλά το κοινό είπε ότι ήταν πολύ βαρετό. Ύστερα βγήκε η καρδερίνα και τραγούδησε "Της φυλακής τα σίδερα", με ένα σαφές πολιτικό μήνυμα, ζητώντας ελευθερία για τις φυλακισμένες καρδερίνες όλου του κόσμου, αλλά πολλοί είπαν ότι ο διαγωνισμός δεν έπρεπε να γίνει θέατρο πολιτικών διεκδικήσεων, αλλά ότι θα ταίριαζε πολύ καλύτερα κάτι πιο ανάλαφρο. 
     Ο αετός τραγούδησε "Μοιάζει ο κόσμος μια σταλιά, όταν τον δεις από ψηλά", αλλά το κοινό θεώρησε ότι ήταν μια κακόγουστη επίδειξη, και τι ήθελε δηλαδή, να τους θυμίσει ότι πετούσε ψηλότερα από όλους; Ύστερα βγήκε ένας κόρακας και τραγούδησε το τραγούδι "Μαύρα κοράκια", που ήταν μάλλον πολύ ροκ για τα γούστα του κοινού, που δεν του επιφύλαξαν και πολύ θερμό χειροκρότημα. Μετά τον κόρακα σειρά είχε το παγώνι, το οποίο είχε στολιστεί υπερβολικά για την περίσταση, και, εντάξει, καλό και το θέαμα, αλλά σημασία είχε το τραγούδι. Το τραγούδι που τραγούδησε λεγόταν "Την ουρά μου καμαρώνω", παρεμπιπτόντως.
     Η κίσσα τραγούδησε επίσης το τραγούδι "Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός", το οποίο δεν ενθουσίασε και πολύ το κοινό, αλλά η αλήθεια είναι ότι φορούσε στο πόδι της μια χρυσή αλυσίδα που πολύ συζητήθηκε. Ύστερα βγήκε ο κόκορας, που τραγούδησε "Όσο πιο πολλές, τόσο πιο καλά", αλλά στους κύκνους δεν άρεσε καθόλου, αφού ήταν πολύ προκλητικό για τα γούστα τους. Τι, δηλαδή, προέτρεπε τον κόσμο στην πολυγαμία; Αίσχος!
     Μεγάλη εντύπωση προκάλεσε ο παπαγάλος, που τραγούδησε στην γλώσσα των ανθρώπων, η αλήθεια είναι όμως ότι κανένα πουλί δεν κατάλαβε τίποτα, και ύστερα από λίγο το τραγούδι του είχε ξεχαστεί. Τον διαγωνισμό έκλεισε το χελιδόνι, με το τραγούδι "Ψαλίδισα τα όνειρά μου", κάπως μελαγχολικό και ίσως βαρύ.
     Ύστερα το κοινό κλήθηκε να ψηφίσει. Και, εννοείται, ότι κανένας δεν μπορούσε να ψηφίσει τον εκπρόσωπο του είδους του, για να είναι αντικειμενικά τα πράγματα. Και το κάθε πουλί σκεφτόταν τι να ψηφίσει, να ψηφίσει το ροκ τραγούδι του κόρακα; ά-πα-πα, όχι, τον αετό, μήπως; ούτε, ας ρίξει μια ψήφο στο αηδόνι, εντάξει, βαρετό ήταν, αλλά ήταν μια αξιοπρεπής μπαλάντα, πώς να το κάνουμε; εντάξει, λοιπόν, και μήπως να ψηφίσει το τραγούδι της καρδερίνας; ναι, αλλά πολύ νόημα, βρε αδερφάκι μου, ενώ το "Είναι όμορφη η νύχτα" ξεχείλιζε από ρομαντισμό, καλός ο ρομαντισμός, ε, δώσε μια ψήφο στο ρομαντισμό, και μήπως να ψηφίσει τον κόκορα; αλλά όχι, για να γίνει το τραγούδι του επιτυχία και να το τραγουδάνε όλοι, και να το ακούνε και τα παιδιά και να γίνονται γυναικάδες; ε, όχι! ενώ το αηδόνι, ε, ναι, το αηδόνι ήταν μια ασφαλής επιλογή, όπως και να το κάνεις, και ολοκληρώθηκε η ψηφοφορία, και μετρήθηκαν οι ψήφοι, και, έκπληξη! Νικητής το αηδόνι!
     Και το αηδόνι παρέλαβε το βραβείο του και τραγούδησε το νικητήριο τραγούδι άλλη μια φορά, και όλοι πείστηκαν ότι τελικά το καλύτερο τραγούδι ήταν το τραγούδι του αηδονιού, και οι υπόλοιποι διαγωνιζόμενοι αποχώρησαν, όχι και τόσο ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα. Και πιο άσχημα από όλους το πήρε ο κόρακας, που μίλησε για κυκλώματα και για φαβορί, και η καρδερίνα δεν είπε τίποτα αλλά συμφώνησε μαζί του. 
     Και, αν το καλοσκεφτεί κανείς, ο κόρακας δεν είχε και εντελώς άδικο. Ίσως όχι τόσο για τα κυκλώματα, όσο για τη δύναμη που ασκούν στο κοινό τα φαβορί...

Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Σκέψεις της εποχής

     Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες θυμάμαι τον εαυτό μου, πολλά χρόνια πριν, εννοείται. Και μου προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι σχεδόν δεν παίρνω είδηση πότε ξεκινούν και πότε τελειώνουν οι πανελλαδικές.
     Πόση διαφορά από τότε που το θέμα με αφορούσε άμεσα! Τότε, κατά την περίοδο των εξετάσεων, τα μέσα ενημέρωσης δεν είχαν άλλο θέμα να ασχοληθούν. Ήταν το κέντρο των ειδήσεων, το κέντρο των συζητήσεων, το κέντρο της ζωής μας όλης! Και όλοι μιλούσαν για τα θέματα, και αν ήταν πιο δύσκολα από πέρυσι, και αν μπήκαν θέματα διφορούμενα, και αν ήταν δύσκολο το θέμα της έκθεσης, και αν θα έπεφταν οι βάσεις, και πότε θα έβγαιναν τα αποτελέσματα...
     Θαρρείς ότι το θέμα των εξετάσεων ήταν οικογενειακό θέμα. Επειδή δεν έδιναν εξετάσεις μόνο οι υποψήφιοι, έδιναν και οι οικογένειές τους, και κυρίως οι μανάδες που προσπαθούσαν να βοηθήσουν τα παιδιά τους, αλλά πολλές φορές είχαν περισσότερο άγχος οι ίδιες. Και μαζεύονταν οι γονείς έξω από τα εξεταστικά κέντρα και η εικόνα στους δρόμους ήταν ενός πανεθνικού συλλαλητηρίου...
     Ή μάλλον, έτσι μου φαινόταν εμένα. Ότι ο κόσμος δεν είχε καμία άλλη σκασίλα από το να μάθει αν ήταν δύσκολα τα θέματα και πώς τα πήγα στις εξετάσεις. Επειδή από αυτές κρινόταν το μέλλον μου. Ναι, σιγά!
     Είναι ενδιαφέρον το πόσα πράγματα σου φαίνονται σημαντικά σε βαθμό ζωής ή θανάτου, όταν είσαι μικρός, και το πόσο ασήμαντα είναι στην πράξη, κάτι που το καταλαβαίνεις μεγαλώνοντας. Βέβαια, σε αυτό φταίει και το σύστημα που έχουμε φτιάξει, που είναι γεμάτο από μονόδρομους. Βρε σεις, ο μόνος μονόδρομος στη ζωή είναι να τη ζήσεις! Όλα τα άλλα αποτελούν πολλαπλές επιλογές.
     Θυμάμαι πώς ένιωσα όταν βγήκαν τα αποτελέσματα, την πρώτη φορά που έδωσα. Δεν είχα πάει φροντιστήριο και είχα διαβάσει μόνη μου και, παρ'όλο που δεν είχα πέσει κάτω από τη βάση, είχα γράψει πολύ χαμηλά (με εξαίρεση την έκθεση). Θυμάμαι ότι σκέφτηκα "με κάτι τέτοια κάποιοι αυτοκτονούν", και ένιωθα πραγματικά ότι και εγώ θα μπορούσα να αυτοκτονήσω αν ήμουν περισσότερο θαρραλέα, αφού δεν είχα καταφέρει να γράψω, έστω ικανοποιητικά. Τόσα χρόνια που ήμουν πολύ καλή μαθήτρια είχαν πάει χαμένα. 
     Και όμως ξαναέδωσα την επόμενη χρονιά και τα πήγα καλύτερα, και οι βάσεις ανέβηκαν, αλλά εγώ μπήκα σε μία σχολή. Και αργότερα, όταν έφτασα στο πτυχίο πάλι συνάντησα ένα σωρό προβλήματα με την πτυχιακή μου (μέχρι που δολοφονήθηκε ο καθηγητής μου και έχασα ένα εξάμηνο μέχρι να με αναλάβει κάποιος άλλος) και έφτασα να νομίζω ότι δεν θα τελείωνα ποτέ την σχολή για να πάρω το πτυχίο μου, να ψάξω για δουλειά, να μπω σε μια σειρά. Κι όμως, τελείωσα πάνω στην ώρα για να δω την προκήρυξη που έγινε η αιτία να έχω σήμερα δουλειά. Αν είχα τελειώσει την σχολή ένα χρόνο νωρίτερα, πιθανώς δεν θα ήμουν εδώ που είμαι σήμερα.
     Και τώρα θυμάμαι όλα αυτά τα άγχη και σκέφτομαι ότι αν ήξερα εκ των προτέρων την κατάληξη, θα χαλάρωνα και θα απολάμβανα τις στιγμές που ζούσα. Πόσο άγχος και πόση στενοχώρια, χωρίς ουσιαστικό λόγο! Γι'αυτό τώρα προσπαθώ να είμαι πιο χαλαρή και να σκέφτομαι ότι όλα γίνονται για κάποιον σκοπό, και αυτό δεν σημαίνει ότι μοιρολατρώ, απλώς από το κάθε τι που συμβαίνει στη ζωή μας πρέπει να αντλούμε κάποιο μάθημα, αλλιώς δεν έχει νόημα.
     Και θα πρέπει, φυσικά, να απολαμβάνουμε τη ζωή μας όσο μπορούμε, αφού δεν έχουμε εγγύηση για το πόσο θα κρατήσει.
     Δεν έχω δικά μου παιδιά και ούτε πρόκειται να κάνω. Όμως, αν είχα, τέτοιες μέρες, αυτά τα πράγματα θα τους έλεγα. Ότι όταν βάζουν έναν στόχο πρέπει να εργάζονται σκληρά για να τον πετύχουν, αλλά παράλληλα να έχουν στο μυαλό τους ότι και οι αποτυχίες είναι μέρος της ζωής (και πολλές φορές ο κανόνας) και ότι πρέπει πάντα να αφήνουν χώρο στη ζωή τους και για αυτές. Και πως όταν συναντήσουν κάποια αποτυχία, να μην απογοητεύονται, αλλά να παίρνουν δύναμη και κουράγιο και να συνεχίζουν τον αγώνα τους. Και, φυσικά, να μην πιστέψουν ούτε για μια στιγμή ότι η ζωή τους κρίνεται ουσιαστικά από τις πανελλαδικές, ή ότι οι πανελλαδικές είναι οι μόνες εξετάσεις που θα κληθούν να δώσουν, επειδή οι εξετάσεις είναι στην πραγματικότητα μέρος της καθημερινότητας του ανθρώπου, παρ'όλο που μπορούν να πάρουν πολλές μορφές.
     Και, φυσικά, θα τους έλεγα, ότι ο άνθρωπος έχει την αξία που του δίνει ο χαρακτήρας και το ήθος του. Και αυτό δεν μαθαίνεται σε κανένα Πανεπιστήμιο. Και ότι μια επιτυχία τους στο Πανεπιστήμιο δεν θα με έκανε ποτέ να τα αγαπήσω περισσότερο. Επειδή η αγάπη της μάνας είναι μια αγάπη άνευ όρων.
     Και ύστερα θα τους έδινα μια ζεστή αγκαλιά και ένα φιλί και θα τους ευχόμουν "Καλή επιτυχία". Και την αγωνία μου θα την κράταγα για τον εαυτό μου. Επειδή, ψέματα δεν θα πω, θα είχα αγωνία. Όπως και να το κάνουμε, δεν θα έπαυα να είμαι μια ελληνίδα μάνα. 

Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

Μουουουουουου!!!!!!!!!!!!!


      Ήτανε δέκα, είκοσι, πενήντα αγελάδες, 
     μπορεί να ήταν κι εκατό, δεν κάνει διαφορά,
     τους άρεσε να βόσκουνε σε ηλιόλουστες πεδιάδες, 
     και αποφεύγαν τον σανό, ένιωθαν σιχασιά.

     Γάλα πολύ κατέβαζαν, οι αγρότες τις αρμέγαν, 
     πρωί και βράδυ ανελιπώς, γεμίζαν τον κουβά.
     Ήτανε νόστιμο πολύ, και με χαρά το πίναν, 
     παιδιά μα και ενήλικες, πριν πάνε στη δουλειά.

     Τις αγελάδες φύλαγαν καουμπόηδες με λάσο,
     ηχούσαν τα σπηρούνια τους, μέχρι πολύ μακριά,
     τους λύκους αποφεύγανε, που όλο παραφυλούσαν, 
     να φαν' τις αγελάδες τους, από το πουθενά.

     Μια μέρα είπε ένας τους πως βρήκε ένα μέρος, 
     δροσάτο και ηλιόλουστο, λιγάκι μακριά,
     κι όλοι μαζί αποφάσισαν εκεί να οδηγήσουν, 
     το αγελαδοκοπάδι τους, κι αρχίσανε δουλειά.

     Ι-χά! Ι-χά! και Άιντε μπρος! ακούγονταν στον δρόμο, 
     κι ένα τραγούδι έπιασαν να λένε δυνατά,
     και το κοπάδι πήγαινε και πήγαινε συνέχεια, 
     και πλησιάζαν συνεχώς όλο και πιο κοντά.

     Το μονοπάτι δύσβατο, ήταν μακρύς ο δρόμος, 
     και ανηφορικός πολύ, μέχρι τον ουρανό.
     Οι αγελάδες μπήκανε η μια πίσω απ'την άλλη, 
     και προχωρούσανε σιγά, πίσω απ'τον οδηγό.

     Κατάκοποι όλοι έφτασαν στο δροσερό λιβάδι, 
     κι οι αγελάδες όρμησαν, τρέχοντας με χαρά,
     να φάνε φρέσκο, δροσερό, και νόστιμο χορτάρι, 
     που από την πείνα ένιωθαν μία λιγοθυμιά.

     Τι νόστιμο που ήτανε! Χαλάλι του ο κόπος, 
     που έκαναν μέχρι να'ρθούν μέχρι εδώ ψηλά!
     Μόνο να μην φαινότανε κανένας κακός λύκος,
     και έληγε απότομα το γλέντι κι η χαρά.

     Τρώγανε όλες με όρεξη το δροσερό χορτάρι, 
     και οι κοιλιές τους πρήζονταν, φουσκώνανε πολύ,
     και μουγκανίζαν τρώγοντας κι είχαν χαρά μεγάλη, 
     που άλλο μέρος σαν κι αυτό δεν είχαν ξαναδεί.

     Μα ξάφνου εμφανίστηκε, Θεέ μου, ένας λύκος, 
     ψηλός και επικίνδυνος, πανούργος και κακός,
     Μελίγκρες! φώναξε ευθύς, προτού να τις σκοτώσει, 
     και η πεδιάδα ερήμωσε εντός μίας νυκτός.