Παρασκευή 2 Ιουνίου 2023

Δέκα χρόνια και δέκα μέρες

 


     - Δεν πάει άλλο, είπε ο γερο-ναυτικός, καθώς άδειαζε έναν κουβά με νερό στο θαλασσοδαρμένο κατάστρωμα του πλοίου.
     - Θυμφωνώ, είπε ένας άλλος, συνομίληκός του, ναυτικός και άρχισε να τρίβει το κατάστρωμα με μανία.
     - Θυμφωνείθ, αλλά δεν κάνειθ τίποτα.
     - Θαν τι να κάνω; Εθύ, δηλαδή, τι προτείνειθ;
     - Δεν κθέρω, αλλά αυτή η κατάθταθη δεν μπορεί να θυνεχιθτεί. Αμούθστακο παιδί ήμουν όταν κθεκινήθαμε και τώρα έχω καταντήθει ερείπιο.  
     - Ε, εντάκθει, κόπθε κάτι... Αμούθτακο παιδί δεν ήθουν!
     - Πάντωθ ήμουν πολύ νέοθ... Και κοίτα πώθ κατάντηθα!
     - Όλοι μαθ έχουμε τα χάλια μαθ, πήρε το λόγο ένας άλλος ναυτικός, που περνούσε από δίπλα τους και κοντοστάθηκε. Κοιτάκθτε τα δόντια μου, είπε και χαμογέλασε, εφτά μου έχουν μείνει όλα κι όλα!
     - Μια χαρά είθαι εθύ, είπε ο ναυτικός που κρατούσε τον άδειο πλέον κουβά, εγώ έχω μόνο τέθθερα.
     - Καταραμένο θκορβούτο! είπαν και οι τρεις με ένα στόμα.
     Μία πόρτα άνοιξε. Ο καμαρότος του καπετάνιου βγήκε κρατώντας έναν άδειο δίσκο. Οι τρεις ναυτικοί αναστέναξαν.
     - Εμείθ βαθανιδόμαθτε, αλλά υπάρχουν κι άλλοι που καλοπερνάνε, είπε με νόημα ο ναυτικός που κρατούσε την σφουγγαρίστρα. Ο καπετάνιοθ και το φιλαράκι του, καλοτρώνε...
     - Αυτοί έχουν και δόντια, σχολίασε ο ναυτικός με τα εφτά εναπομείναντα δόντια.
     Εκείνη την στιγμή, άνοιξε ξανά η πόρτα και εμφανίστηκε ένας καλοντυμένος άντρας, που κρατούσε παραμάσχαλα ένα βιβλίο.
     - Καλημέρα! είπε ο καλοντυμένος άντρας και χαμογέλασε, εμφανίζοντας μία πλήρη οδοντοστοιχία.
     - Αυτόθ μαθ έλειπε τώρα, είπε ο ναυτικός με τα εφτά δόντια. Αλλά, βέβαια, τι ανάγκη έχει αυτόθ;
     - Ωραία μέρα σήμερα, είπε ο καλοντυμένος άντρας.
     - Πού την είδε την ωραία μέρα; είπε ο ναυτικός με την σφουγγαρίστρα.
     - Ο ουρανός είναι τόσο υπέροχα γαλάζιος και αυτό το αεράκι είναι τόσο, μα τόσο αναζωογονητικό..., συνέχισε εκείνος. Τι τύχη να ταξιδεύουμε σε αυτά εδώ τα πλάτη!
     - Βρε, παιδιά, τι λέει ο μίθτερ; ρώτησε ένας κοκκινοτρίχης ναυτικός, που ήταν λίγο βαρήκοος. Τον πονάει η πλάτη;
     - Άθε με, γιατί θα τον βαρέθω! είπε αυτός με την σφουγγαρίστρα. Να μαθ τρώει η θάλαθθα και η αρμύρα, να μη μαθ έχει μείνει ούτε δόντι θτο θτόμα, και αυτόθ να τα βρίθκει όλα υπέροχα...
     - Τι τον θέλαμε αυτόν τον βλαμμένο θτο πλοίο; ρώτησε αυτός με τον κουβά. Δεν κάνει τίποτα, μόνο τρώει και θαυμάδει το τοπίο...
     - Είναι επιθτήμοναθ, λέει, φυθιοδίφηθ...
     - Τι είναι; ρώτησε ο βαρήκοος.
     - Φυθιοδίφηθ!
     - Θιγά, καλέ, μην φτύνειθ! Δε μου φτάνει η υγραθία τηθ θάλαθθαθ, να έχω και τη δική θου τώρα;
     Ο κοκκινοτρίχης απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας.
     - Και τι τον χρειαδόμαθτε εμείθ τον φυθιοδίφη; είπε αυτός με τα εφτά δόντια. Αφού θτεριά ακούμε και θτεριά δεν βλέπουμε!
     - Πεθ το πθέματα! Θυμπληρώθαμε κιόλαθ δέκα χρόνια που γυρνοβολάμε θαν την άδικη κατάρα, είπε αυτός με τον κουβά. Από το πολύ κούνημα πάνω θτο πλοίο, δε θα μπορούμε να περπατήθουμε θε θταθερό έδαφοθ...
     - Δέκα χρόνια και δέκα μέρεθ, τον διόρθωσε αυτός με την σφουγγαρίστρα. Εικοθιτρείθ Μαΐου ήτανε, το θυμάμαι πολύ καλά.
     Ο καλοντυμένος άντρας είχε ακουμπήσει στην κουπαστή. Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο καπετάνιος.
     - Α, δε βαθτιέμαι, θα του μιλήθω, είπε αυτός με τον κουβά και κατευθύνθηκε προς τον καπετάνιο.
     - Καλημέρα, Τζέικομπ, είπε ο καπετάνιος, καθώς περνούσε δίπλα του, πηγαίνοντας προς το πηδάλιο. Όλα καλά;
     - Καθόλου καλά, καπετάνιε, είπε εκείνος.
     - Τι συμβαίνει; 
     - Τι να θυμβαίνει; Ό,τι θυμβαίνει κάθε μέρα τώρα, εδώ και δέκα χρόνια.
     Αυτός με την σφουγγαρίστρα του έκανε νόημα για τις δέκα μέρες.
     - Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς, Τζέικομπ, είπε ο καπετάνιος.
     - Εννοώ, θα πάει μακριά αυτή η βαλίτθα; Δέκα χρόνια δεν τα λεθ και λίγα...
     - Ω, πετάχτηκε ο καλοντυμένος άντρας, που είχε στρέψει το ενδιαφέρον του στο διάλογο μεταξύ ναυτικού και καπετάνιου, δέκα χρόνια δεν είναι λίγα, αλλά δεν είναι και κάτι πρωτοφανές. Κι ο Οδυσσέας δέκα χρόνια έκανε να φτάσει στην Ιθάκη.
     - Ποιοθ έχει θτηθάγχη; ρώτησε ο κοκκινοτρίχης που είχε πλησιάσει κι αυτός.
     - Ο Οδυθθέαθ, λέει, του είπε ένας στραβοκάνης και λίγο αλλοίθωρος, που είχε έρθει κι αυτός κοντά. Βρε, παιδιά, ποιοθ είναι αυτόθ ο Οδυθθέαθ, που δεν τον κθέρει η μάνα του;
     - Κάτι τέτοια χαδά λένε όλοι αυτοί οι μορφωμένοι, σχολίασε αυτός με τα εφτά δόντια, και άντε να τουθ καταλάβειθ μετά...
     - Εμένα δε με νοιάδει πόθα χρόνια έκανε αυτόθ ο Οδυθθέαθ, συνέχισε ο Τζέικομπ. Εμένα με νοιάδει που μαθ έτακθαν πλούτη και καλοπέραθη, και μέχρι τώρα δεν είδαμε ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Πότε, επιτέλουθ, θα πιάθουμε θτεριά; Δεν μπορεί να υπάρχει θτον κόδμο τόθο νερό... Βαρέθηκα, θιχάθηκα το μπλε, θέλω επιτέλουθ να πατήθω χώμα...
     - Δίκιο έχει, πήρε το λόγο αυτός με την σφουγγαρίστρα, δεν είναι δωή αυτή, καπετάνιοθ είθαι, κάνε κάτι, οι προμήθειεθ τελείωθαν, έχουμε πει το πθωμί πθωμάκι, μόνο πθάρια τρώμε, ωθ πού θα πάει αυτό; 
     - Βλέπω ότι απόκτησες και δικηγόρο, Τζέικομπ, είπε ο καπετάνιος. Δε σου αρέσει η ζωή στο πλοίο, Τζορτζ; απευθύνθηκε σε αυτόν με την σφουγγαρίστρα. Δυστυχώς, δεν έχεις άλλη επιλογή, εδώ που είμαστε, καταμεσίς της θάλασσας.
     - Δέκα χρόνια είναι πάρα πολλά, καπετάνιε, είπε ο Τζέικομπ.
     - Είναι και οι δέκα μέρεθ, συμπλήρωσε ο Τζόρτζ.
     - Ναι, είναι και οι δέκα μέρεθ. Και, λοιπόν, ο κόμποθ έφταθε θτο χτένι, και εγώ δεν αντέχω άλλο!
     - Ούτε εγώ, είπε ο Τζορτζ.
     - Ούτε εγώ αντέχω, είπε ο κοκκινοτρίχης.
     - Ούτε εγώ, είπε και ο αλλοίθωρος στραβοκάνης.
     Ένας-ένας, όλοι οι ναυτικοί άρχισαν να διαμαρτύρονται.
     - Ε, ωραία, και τι θα κάνετε, δηλαδή, εδώ που είμαστε; είπε ο καπετάνιος. Θα φύγετε; Δεν μπορείτε!
     - Μπορούμε, όμωθ, να θε καθαιρέθουμε! είπε ο Τζέικομπ αποφασιστικά.
     - Να με καθαιρέσετε;
     - Ακριβώθ! Αν δεν είθαι εθύ άκθιοθ να μαθ οδηγήθειθ σε μια θτεριά, θα αναλάβουμε εμείθ!
      Μια στιγμιαία ησυχία εξαπλώθηκε στο πλοίο.
     - Ανταρθία! φώναξε ο κοκκινοτρίχης και σήκωσε την γροθιά του στον αέρα.
     - Ανταρθία! φώναξαν όλοι και τα μάτια τους γυάλισαν.
     Τα αίματα είχαν ανάψει για τα καλά και οι εξαγριωμένοι ναυτικοί είχαν αρχίσει να τον πλησιάζουν απειλητικά. Ο καπετάνιος έφερε το χέρι στη ζώνη του και συνειδητοποίησε ότι είχε αφήσει το όπλο του στην καμπίνα του. Ήταν χαμένος από χέρι. Λίγο πιο πέρα, ο καλοντυμένος άντρας είχε παγώσει κι αυτός απ'το φόβο του.
     Μια βραχνή φωνή ακούστηκε αχνά, μέσα στην οχλοβοή, αλλά κανείς δεν της έδωσε σημασία. Οι ναυτικοί είχαν ήδη περικυκλώσει τον καπετάνιο. Η φωνή ξανακούστηκε, λίγο πιο δυνατά αυτή τη φορά.
     - Κθηρά! είπε η φωνή. 
     - Παιδιά, ηθυχία! φώναξε ο Τζέικομπ. Κάτι είπε ο παρατηρητήθ.
     Όλοι σώπασαν.
     - Ε, εκεί πάνω, είπεθ κάτι; φώναξε ο Τζέικομπ προς το μεσιανό κατάρτι, κάνοντας τα χέρια του σαν χωνί.
     - Κθηράαααααα!!! φώναξε ο παρατηρητής, δείχνοντας ξεκάθαρα προς τα ανατολικά. 
    Όλοι έτρεξαν στην κουπαστή και έστρεψαν το βλέμμα τους προς τα ανατολικά. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Στο βάθος, πράγματι, διακρινόταν μια ξηρά.
     Την ίδια στιγμή, το γιασεμί, ο καλύτερος βιγλάτορας της Χώρας της μπροστινής βεράντας, διέκρινε στο βάθος του ορίζοντα ένα άγνωστο ιστιοφόρο, ακριβώς δέκα χρόνια και δέκα μέρες μετά τη γέννηση της Οξείας Γλωσσοπάθειας...

4 σχόλια:

  1. Ώπα! Να θεωρήσω ότι αυτή ήταν μια μοναδικά πρωτότυπη αναγγελία γενεθλίων του μπλογκ, Πίπη μου;
    Δέκα χρόνια κορίτσι μου;
    Πολύχρονο το δικτυακό σου σπιτικό, σού εύχομαι ειλικρινά τα καλύτερα. Πιστός σου ακόλουθος, το ξέρεις, το διαπιστώνεις. Με θετική μάλιστα αποδοχή.

    Υ.Γ. Βρε θηρίο, πώς τα κατάφερες και το έδεσες με αυτό σου το μικρό διήγημα αλλά και την ιδιαίτερη ...προφορά;

    Φιλιά και καλό μήνα, Πίπη μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ακριβώς αυτό είναι, Γιάννη μου, γιορτάζω τα δέκα χρόνια και τις δέκα μέρες της Γλωσσοπάθειας. Αλλά η αλήθεια είναι ότι ταλαιπωρήθηκα πολύ μέχρι να βρω τι να γράψω. Μόλις χθες μου ήρθε η ιδέα.
      Αρχικά σκέφτηκα την εποχή των ανακαλύψεων με τα πολύμηνα ταξίδια, σκέφτηκα τον Οδυσσέα που ταξίδευε δέκα χρόνια (βέβαια, εκείνος έπιανε στεριά τακτικά, αλλά δεν έπλεε σε έναν αχανή ωκεανό, στη Μεσόγειο ταξίδευε), ύστερα σκέφτηκα τον Δαρβίνο και φόρτωσα και έναν μορφωμένο επιβάτη στο πλοίο για να αναφέρει την ιστορία του Οδυσσέα, κατόπιν θυμήθηκα το σκορβούτο που ρίχνει τα δόντια, οπότε οι ναυτικοί θα ήταν φαφούτηδες (θα μου πεις, βέβαια, ο καπετάνιος και ο φυσιοδίφης πώς την γλίτωσαν, αυτοί πώς δεν έπαθαν σκορβούτο, αλλά, εντάξει, ποιητική αδεία τους άφησα όλα τα δόντια στη θέση τους), και τους έκανα όλους ψευδούς.
      Τα υπόλοιπα τα ξέρεις.
      Σε ευχαριστώ πολύ για τις ευχές. Και εγώ εύχομαι να καταφέρω να συνεχίσω τις αναρτήσεις, για να διασκεδάζουμε όλοι μαζί εδώ μέσα.
      Πολλά φιλιά και καλό μήνα και σε εσένα

      Διαγραφή
  2. Α πολύχρονη η γλωσσοπαθεια!! Πολύχρονη και η Πίπη που κρατά το πηδάλιο θε πείθμα των καιρών και των δυθκολιών!
    Μου άρεσε η ιδέα σου... πολύ ευφάνταστη και με δίδαγμα για την έλλειψη της βιταμίνης C!! Πόσα μάθαμε παρέα, πόσο χαμογελάσαμε τόσα χρόνια, πόσο μας έλειψε η Πίπη όταν η θαλασσοταραχή -προφανώς- δεν την άφηνε να μας διηγηθει ό,τι συνέβαινε!!
    Να σαι καλά Πίπη μου και πάντα δημιουργική
    Φιλιά πολλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριθτώ πολύ για τιθ ευχέθ, Άννα μου! Κι εθύ να είθαι καλά, να με επιθκέπτεθαι και να θε επιθκέπτομαι!
      Χαίρομαι που σου άρεσε η ιδέα μου και, κυρίως, χαίρομαι που μου ήρθε αυτή η ιδέα από το πουθενά, και πάνω που πίστευα ότι θα περνούσε η μέρα και θα έπρεπε να εγκαινιάσω άλλο τρόπο εορτασμού (δέκα χρόνια και είκοσι μέρες, φερ'ειπείν)...
      Φιλάκια πολλά και από εμένα

      Διαγραφή

To comment or not to comment? That is the question