Ο Φρανσουά Καρακόλ, αναστέναξε.
- Δεν μπορεί! είπε. Μάλλον έκανα λάθος.
Κοίταξε τα ποσά. Τόσο το φως, τόσο το νερό, τόσο το τηλέφωνο, τόσο το σούπερ μάρκετ. Έκανε πάλι την άθροιση. Ήταν σωστή.
- Αμελί! φώναξε.
- Τι συμβαίνει; ρώτησε η γυναίκα του.
- Ξοδεύεις πολλά, της είπε.
- Μα τι λες; Μόνο τα βασικά αγοράζω. Ούτε κομμωτήριο δεν πήγα το τελευταίο τρίμηνο!
- Και πώς αυξήθηκαν τόσο οι λογαριασμοί; Ο λογαριασμός του ρεύματος είναι μισή φορά επάνω από τον προηγούμενο!
- Δεν ξέρω πώς έγινε. Αφού βλέπεις, σπάνια ανάβω πλέον το φως, μέχρι και τα κουμπιά σου με το φως του κεριού τα ράβω...
- Ε, τότε, θα ανάβεις τον φούρνο συχνά, δεν μπορεί...
- Από πέρυσι έχω να τον ανάψω τον φούρνο, από τότε που είχαμε καλέσει τη θεία σου την Λουίζ και είχα φτιάξει σουφλέ τυριών και κουνουπίδι ογκρατέν, που είναι τα αγαπημένα της, δε θυμάσαι;
- Α, ναι...
- Και να το εκτιμούσε, τουλάχιστον! Στον Αντουάν πήγε και το έγραψε το εξοχικό στη Νίκαια!
- Ωραίο ήταν αυτό το εξοχικό...
- Ωραίο, δε λες τίποτα! Ξέρεις πόσα θα'πιανε, χωρίς καν να χρειαστεί ανακαίνιση;
- Μη μου το θυμίζεις αυτό, είπε ο Φρανσουά. Ακόμα τον κλαίω τον οικογενειακό μου πύργο δίπλα στο Λίγηρα!
- Δε σου είπε κανείς να τον πουλήσεις στο ένα πέμπτο της αξίας του.
- Ξεχνάς ότι κινδύνευα με φυλάκιση, λόγω χρεών; Πού θα έβρισκα άλλον αγοραστή, και τόσο γρήγορα μάλιστα;
- Θα μπορούσες να παζαρέψεις λίγο καλύτερα την τιμή.
- Με τον ίδιο μου το δικηγόρο να παζαρέψω, βρε γυναίκα; Και πώς να παζαρέψω; Εκείνος έτρεχε για τις υποθέσεις μου, ήξερε τα πάντα για μένα, ήξερε πόσο επειγόμουν για ρευστό.
- Και το εκμεταλλεύτηκε δεόντως. Ωραίος δικηγόρος!
- Ακόμα και έτσι, πάντως, το ποσό που πήραμε δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητο, και τα χρέη μου εξόφλησα και γλίτωσα τη φυλάκιση, και κάναμε και εκείνο το δεκαήμερο ταξίδι στη Βουργουνδία.
- Ωραία ήταν στη Βουργουνδία. Μακάρι να μπορούσαμε να ξαναπάμε!
- Τρελλάθηκες; Η Βουργουνδία είναι απλησίαστη!
Η γυναίκα του αναστέναξε.
- Τέλος πάντων, είπε ο Φρανσουά, ας επιστρέψουμε στους λογαριασμούς. Αν δεν ανάβεις τον φούρνο, πώς το εξηγείς που αυξήθηκε ο λογαριασμός του ρεύματος;
- Δεν ξέρω, θα ακρίβηνε το τιμολόγιο.
- Πάλι;
- Πάλι.
- Και στο σουπερμάρκετ τι αγοράζεις, ράβδους χρυσού; Τι λογαριασμοί είναι αυτοί;
- Ακρίβηναν όλα, σου το έχω ξαναπεί. Και μη νομίζεις ότι τα ζαρζαβατικά που αγοράζω για τις σαλάτες που τρώμε είναι φτηνά, φτηνότερα θα μας κόστιζε να τρώγαμε ράβδους χρυσού.
- Αν μειώναμε το μπρι;
- Πάνω από έξι μήνες έχω να αγοράσω μπρι.
- Το ροκφόρ, τότε;
- Ούτε ροκφόρ αγοράζω από πρόπερσι. Τα έχω κόψει τα τυριά, δεν το πήρες είδηση;
- Ε, τότε, δε σωζόμαστε από πουθενά, είπε ο Φρανσουά.
- Γιατί, τη βενζίνη που βάζεις κάθε τόσο, δεν την υπολογίζεις; είπε η γυναίκα του. Έχει γίνει κι αυτή πανάκριβη.
- Την υπολογίζω, πώς δεν την υπολογίζω! Αλλά χωρίς βενζίνη δεν κινείται το αυτοκινούμενο, μου είναι απαραίτητη.
Η γυναίκα του αναστέναξε. Θυμήθηκε την εποχή που δεν είχαν το αυτοκινούμενο. Θυμήθηκε τον οικογενειακό πύργο δίπλα στον Λίγηρα, που δεν χρειαζόταν βενζίνη, αλλά είχε τεράστιο κόστος συντήρησης.
- Δεν έχουμε τίποτα άλλο να πουλήσουμε; ρώτησε.
- Αν η θεία Λουίζ μου είχε γράψει το εξοχικό στη Νίκαια, δε θα το σκεφτόμουν δεύτερη φορά, θα το πουλούσα με συνοπτικές διαδικασίες. Αλλιώς, τι άλλο να πουλήσω; Δεν έχει μείνει τίποτα πλέον. Ξεχνάς ότι μέχρι και τον τίτλο μου, του κόμη Ντελ' Εσκαργκό, αναγκάστηκα να τον πουλήσω για φραγκοδίφραγκα σε εκείνον τον τυρέμπορο από την Ορλεάνη; Και πάλι καλά να λέμε, με εκείνα τα χρήματα κουτσοβγάλαμε δύο ολόκληρα χρόνια...
- Αν καλούσαμε τον Αντουάν για φαγητό και τον πείθαμε να μας λυπηθεί και να μας το δώσει το εξοχικό; Εκείνος έχει κι άλλο.
- Για να ξανανάψεις το φούρνο και να χρεωθούμε ακόμα περισσότερο; Άσε καλύτερα! Εξάλλου, τον ξέρω τον Αντουάν, δεν υπάρχει περίπτωση να μας λυπηθεί, πάντα ήταν ο πιο εγωιστής κι ο πιο μοναχοφάης από όλα μου τα ξαδέρφια.
- Και τι μπορούμε να κάνουμε;
- Δεν ξέρω, αλλά το σίγουρο είναι πως αυτή η χώρα δεν είναι πλέον για το πορτοφόλι μας. Πολύ φοβάμαι ότι θα πρέπει να μεταναστεύσουμε σε κάποια χώρα πιο οικονομική, αλλιώς θα αναγκαστούμε να βγούμε στη ζητιανιά. Και αυτό δεν είναι πρέπον για έναν κόμη, έστω και ξεπεσμένο.
Μια γκριμάτσα τρόμου σχηματίστηκε στο πρόσωπο της Αμελί.
- Έλα, μην τρομάζεις, είπε ο Φρανσουά, θα κάνω πρώτα έρευνα αγοράς. Θα ρωτήσω, θα μάθω. Και μόνο τότε θα ξεκινήσουμε.
- Προλαβαίνω, τουλάχιστον, να πάω στο κομμωτήριο για τελευταία φορά;
- Παλάβωσες, βρε γυναίκα; Κομμωτήριο, με τέτοιες τιμές; Δεν βγαίνουμε, λέμε!
- Έλεγα, επειδή τα μαλλιά μου έχουν μακρύνει πολύ, έχουν ήδη φτάσει πιο κάτω από τον ώμο...
- Αν θέλεις, σε κουρεύω εγώ, και κάνουμε και οικονομία. Μην ανησυχείς, ήμουν κουρέας στον στρατό και ξέρω. Έχω κουρέψει και πρόβατα μια φορά, όταν ήμουν μικρός.
Η γυναίκα του αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να επιστρέψει στις παλιές, παραδοσιακές πλεκτές κοτσίδες.
- Άσε καλύτερα, είπε. Αρχίζω να τα συνηθίζω έτσι.
Έτσι, λοιπόν, ο Φρανσουά άρχισε την έρευνα αγοράς του και η Αμελί άρχισε να αποχαιρετάει τις λιγοστές της φίλες, που σύντομα θα τις έχανε για πάντα. Και μια ωραία πρωία, ο Φρανσουά ανακοίνωσε στην Αμελί:
- Βρήκα πού θα πάμε! Είναι μία χώρα ευάερη, ευήλια, με εξαιρετικά χαμηλή φορολογία, και πολλές θέσεις πάρκινγκ για αυτοκινούμενα, ό,τι πρέπει για εμάς, δηλαδή!
- Είναι σίγουρο αυτό;
- Σιγουρότατο! Το επιβεβαίωσα από πολλές πλευρές!
- Ε, τότε, τι να πω; Πάμε.
- Δες πόσα χρήματα έχει ο κουμπαράς, θα χρειαστεί να φουλάρουμε το ντεπόζιτο. Η χώρα αυτή βρίσκεται λίγο μακριά.
Και αφού φουλάρισαν το ντεπόζιτο, ο Φρανσουά και η Αμελί ξεκίνησαν το μακρύ τους ταξίδι. Αλλά στη διαδρομή συνάντησαν κι άλλα πολλά αυτοκινούμενα, που πήγαιναν προς την ίδια κατεύθυνση με εκείνους. Και τον Φρανσουά τον έλουσε κρύος ιδρώτας, μήπως, τελικά, δεν κατάφερνε να βρει χώρο να παρκάρει στη χώρα της επαγγελίας. Και δωσ'του να πατάει το γκάζι, και να προσπερνά τα άλλα αυτοκινούμενα...
Η διαδρομή γινόταν όλο και πιο ανηφορική καθώς πλησίαζαν, και μόλις η χώρα άρχισε να διακρίνεται από μακριά, ο δρόμος έγινε σχεδόν κατακόρυφος. Αλλά ο Φρανσουά δε φοβήθηκε, και αυτός, και η Αμελί, φορούσαν ζώνες ασφαλείας. Και το πόδι του έμεινε κολλημένο στο γκάζι.
Ήταν αργά το απόγευμα όταν πέρασαν τα σύνορα και βρέθηκαν στη χώρα της επαγγελίας. Μόνο ένα άλλο αυτοκινούμενο βρισκόταν εκεί πιο πέρα, παρκαρισμένο σε μια σκιά. Είχαν προλάβει όλες τις θέσεις πάρκινγκ, ευτυχώς. Ο Φρανσουά εντόπισε μία καλή, πολύ ευήλια θέση και κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Αλλά λίγο προτού φτάσει, η μηχανή του αυτοκινούμενου βουβάθηκε και το αυτοκινούμενο έμεινε στη μέση του δρόμου: είχε τελειώσει η βενζίνη.
- Και τώρα, τι κάνουμε; ρώτησε η Αμελί.
- Τι να κάνουμε; Καλά είναι και εδώ.
- Ναι, αλλά πού θα βρούμε βενζίνη; Έχει πρατήρια σε αυτή τη χώρα;
- Τι να την κάνουμε τη βενζίνη, σάμπως θα πάμε πουθενά;
- Δε θα πάμε; Δηλαδή, εδώ θα μείνουμε για πάντα;
- Αν είμαστε τυχεροί. Αλλά, τώρα, ας αφήσουμε τα λόγια. Πάω να ξαπλώσω. Πτώμα είμαι από τις τόσες ώρες οδήγησης!
Και λίγα λεπτά αργότερα, ο μόνος ήχος που ακουγόταν στο αυτοκινούμενο ήταν το ροχαλητό του Φρανσουά. Αλλά εμένα μου δημιουργήθηκε μια απορία: είναι σίγουρο ότι αυτή η χώρα η ευάερη, η ευήλια, με την εξαιρετικά χαμηλή φορολογία, είναι η Χώρα της πίσω βεράντας;
