Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Της Γιουμπάμπα τα καμώματα



     Άπειρες φορές έχει περάσει η Πίπη από τον ίδιο δρόμο, τόσες, που πίστευε ότι γνώριζε κάθε εκατοστό του, κάθε λακούβα, κάθε σπασμένη πλάκα πεζοδρομίου, κάθε ανωμαλία στο οδόστρωμα... Αμ' δε! 
     Όπως, λοιπόν, ανέβαινε τις προάλλες για πολλοστή φορά τον δρόμο (είναι ένας δρόμος αρκετά ανηφορικός), άκουσε έναν ήχο, σαν τρομπέτα. Κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά, δεν υπήρχε κανείς.
     - Ιδέα μου θα είναι, σκέφτηκε.
     Αλλά μόλις έκανε το επόμενό της βήμα, η τρομπέτα ξανακούστηκε.
     - Ποιος παίζει τρομπέτα; ρώτησε τότε η Πίπη, αφού ήταν σίγουρη πλέον ότι δεν ήταν η ιδέα της.
     - Κανείς, ακούστηκε μια φωνή.
     Η Πίπη δεν είδε κανέναν, αλλά η φωνή ακουγόταν από πολύ κοντά της.
     - Μα αφού την ακούω την τρομπέτα, είπε, προσπαθώντας να εντοπίσει από πού προερχόταν η φωνή.
     - Δεν είναι τρομπέτα, η μύτη μου είναι, που τη ρουφάω, είπε η φωνή, και ακούστηκε και πάλι η τρομπέτα.
   

    Τότε ήταν που η Πίπη εντόπισε από πού ερχόταν η φωνή. Και, είτε το πιστεύετε, είτε όχι, εκεί μπροστά της βρισκόταν ένας ινδικός ελέφαντας!
     - Άλλο πάλι κι αυτό, είπε η Πίπη, τι κάνεις εκεί μέσα, ολόκληρος ελέφαντας; 
     - Βοήθησέ με να βγω! της είπε ο ελέφαντας, και ρούφηξε ξανά τη μύτη του, που έτρεχε.
     - Ωραίος είσαι, είπε η Πίπη, πρώτα μπαίνεις μέσα στο δέντρο, και μετά ψάχνεις κάποιον να σε βγάλει από εκεί!
     - Μα δεν μπήκα μόνος μου εδώ, αντέτεινε εκείνος.
     - Η αλήθεια είναι, συνέχισε η Πίπη, ότι θα ήταν αρκετά δύσκολο να στριμωχτείς μέσα σε ένα δέντρο, πρέπει να προσπάθησες πολύ...
     - Μα δεν ακούς τι σου λέω; Δεν μπήκα μόνος μου εδώ!
     - Και, δηλαδή, ποιος σε έβαλε;
     - Η κακιά μάγισσα Γιουμπάμπα με έβαλε!
     - Γιουμπάμπα; Κάτι μου θυμίζει αυτό το όνομα...
     - Φυσικά και σου θυμίζει! Είναι η κακιά μάγισσα από τη Χώρα των Θαυμάτων!
     Τότε είναι που η Πίπη θυμήθηκε την ταινία Spirited Away που είχε δει πριν από χρόνια. Εκεί την είχε δει τη μάγισσα Γιουμπάμπα. Αλλά η μάγισσα ήταν πολύ κακιά και γι'αυτό επικίνδυνη. Η Πίπη δεν ήθελε καμία σχέση μαζί της. Ο ελέφαντας, όμως, έκλαιγε, και ρουφούσε τη μύτη του, και φαινόταν τόσο λυπημένος...
 

     - Τέλος πάντων, είπε η Πίπη, θα δω τι μπορώ να κάνω. Ξέρεις πού βρίσκεται η Γιουμπάμπα, για να πάω να της μιλήσω; Ίσως την πείσω να σε ελευθερώσει. Αλλά, σε προειδοποιώ: αν τη δω να εκνευρίζεται, δε θα επιμείνω. Δεν έχω καμία όρεξη να με κλείσει κι εμένα σε κανέναν κορμό...
     - Εδώ πιο πέρα βρίσκεται, είπε ο ελέφαντας, μόλις δυο δέντρα πιο πέρα. Πες της, σε παρακαλώ, ότι θα κάνω ό,τι θέλει, αν με ελευθερώσει.
     Και ξαναρούφηξε τη μύτη του.
     - Μην υπόσχεσαι πράγματα που ίσως δεν μπορείς να κάνεις, είπε η Πίπη. Δεν ξέρεις τι μπορεί να σου ζητήσει για αντάλλαγμα.
     - Πες της το, είπε ο ελέφαντας.
     Η Πίπη προχώρησε λίγο παραπάνω. Στο μεθεπόμενο δέντρο είδε, πράγματι, μια γυναίκα. Δεν της θύμισε την Γιουμπάμπα, όμως. Η γυναίκα μάλλον ήταν αφρικανή, φορούσε στο κεφάλι της ένα μαντήλι, όπως φορούν οι γυναίκες στο Τσαντ, και είχε πολύ σαρκώδη χείλη.
     Η Πίπη επέστρεψε στον ελέφαντα.
     - Δεν την βρήκα τη Γιουμπάμπα, του είπε, εκεί που με έστειλες υπάρχει μόνο μία αφρικανή γυναίκα από το Τσαντ, μάλλον.
     - Η Γιουμπάμπα είναι, είπε εκείνος, ξεχνάς ότι είναι μάγισσα και μπορεί να μεταμορφώνεται σε ό,τι θέλει; Πήγαινε πάλι, θα δεις ότι είναι αυτή!
     Ξαναπήγε η Πίπη στο δέντρο και πάλι είδε την αφρικανή. Αλλά τότε, ως δια μαγείας, πρόσεξε ότι στο μαντήλι της αφρικανής είχαν εμφανιστεί δύο μάτια, ενώ αυτό που νόμιζε για μύτη της αφρικανής, στην πραγματικότητα ήταν ένα σαγόνι! Και μπροστά στα μάτια της εμφανίστηκε η Γιουμπάμπα!


     - Καλησπέρα, της είπε η Πίπη.
     - Τι θέλεις; τη ρώτησε η Γιουμπάμπα.
     - Ήθελα να σου ζητήσω μια χάρη.
     - Και γιατί να σου την κάνω; Τι θα κάνεις εσύ για εμένα;
     - Δεν μπορώ να κάνω και πολλά πράγματα, είπε η Πίπη, θα το εκτιμούσα πολύ, όμως, αν ελευθέρωνες αυτόν τον δόλιο τον ελέφαντα, που τον έκλεισες μέσα στον κορμό του δέντρου. Δεν ξέρω τι σου έκανε και τον τιμώρησες έτσι, αλλά σίγουρα το έχει μετανιώσει...
     - Ξέρει εκείνος, είπε η Γιουμπάμπα. Και το καλό που σου θέλω, φύγε και άσε με στην ησυχία μου.
     - Μα δεν τον ακούς; Όλο κλαίει και ρουφάει τη μύτη του, και ακούγεται σαν τρομπέτα, δε σε ενοχλεί ο ήχος της τρομπέτας;
     - Αυτή την στιγμή μόνο εσύ με ενοχλείς. Και καλύτερα να φύγεις, μη σε φυλακίσω κι εσένα με τον ίδιο τρόπο.
     - Σκέψου το, τουλάχιστον...
     - Διαταγές δε δέχομαι! είπε η Γιουμπάμπα και την αγριοκοίταξε. Άμπρ...
     Τότε η Πίπη πραγματικά τα χρειάστηκε και απομακρύνθηκε τρέχοντας από τη Γιουμπάμπα, κι ας ήταν ανηφορικός ο δρόμος. Ούτε να κοιτάξει πίσω της δεν τόλμησε!
     Έφτασε στη Χώρα του διαμερίσματος λαχανιασμένη, αλλά σώα και αβλαβής. Τι το ήθελε να ενοχλήσει τη Γιουμπάμπα; Στο τσακ τα είχε γλιτώσει τα μάγια! 
     - Τέρμα οι καλοσύνες, σκέφτηκε, όποιος κλείστηκε μέσα σε κορμό, ας μείνει εκεί, εγώ δεν το διακινδυνεύω να βρεθώ φυλακισμένη!
          Αλλά μπορεί η Πίπη να πρόλαβε να φύγει προτού η Γιουμπάμπα πει "Άμπρα-κατάμπρα", όμως τα μάγια της Γιουμπάμπα, μάλλον, δεν τα γλίτωσε. Έτσι, από εκείνη τη μέρα ο δρόμος γέμισε παρουσίες. Και να που σε μια διασταύρωση, η Πίπη βρέθηκε τετ-α-τετ με ένα γυμνόστηθο μπούστο, που δεν είχε ξαναδεί ποτέ της.


      Η Πίπη δεν πίστευε στα μάτια της. Πού βρέθηκε αυτό το μπούστο; Περίεργο! Και, χωρίς να πει τίποτα, συνέχισε τον δρόμο της πολύ σκεφτική. Και αργά το απόγευμα, που ξαναπέρασε από το ίδιο σημείο, πρόσεξε πως το μπούστο όχι απλώς συνέχιζε να βρίσκεται εκεί, αλλά και ότι ήταν κάτι περισσότερο από ένα γυμνόστηθο μπούστο. Θα μπορούσε άνετα να είναι ένα γυμνόστηθο άγαλμα της Ελευθερίας. Ή, ακόμα καλύτερα, θα μπορούσε να είναι η Ελευθερία που οδηγεί το λαό, του Ντελακρουά.


     - Τι κοιτάς; τη ρώτησε η Ελευθερία. 
     - Τίποτα, είπε η Πίπη.
     - Πώς "τίποτα"; Αφού εμένα κοιτάς! Μήπως η γύμνια μου σε σοκάρει;
     - Όχι, αλλά αναρωτιέμαι πότε ήρθες εδώ.
     - Δε θυμάμαι, είναι πολύς καιρός.
     - Δεν μπορεί, εγώ τόσα χρόνια περνάω από εδώ και δε σε είδα ποτέ.
     - Εγώ, πάλι, σε έχω δει άπειρες φορές να περνάς. Και σήμερα το πρωί σε είδα πάλι, που πέρασες προς την αντίθετη κατεύθυνση.
     - Μα πώς γίνεται να μη σε έχω δει τόσο καιρό;
     - Πού να ξέρω; Μήπως περπατάς με τα μάτια κλειστά;
     Η Πίπη άρχισε να αναρωτιέται, αν και ήταν σχεδόν σίγουρη ότι περπατούσε με τα μάτια ανοιχτά. Μάλλον θα επρόκειτο για σύμπτωση.
     Αλλά και την επόμενη μέρα, καθώς κατηφόριζε από τον ίδιο δρόμο, εμφανίστηκε μπροστά της ένα άλλο δέντρο. Το δέντρο ήταν θηλυκό, προφανώς, και πολύ περήφανο για τα οπίσθιά του. Τύφλα να'χει η Τζένιφερ Λόπεζ!
     

     - Δεν είμαστε καλά! είπε έκπληκτη η Πίπη.
     - Τι συμβαίνει; ρώτησε το δέντρο.
     - Συγγνώμη, πότε ήρθες εσύ εδώ; ρώτησε η Πίπη.
     - Πού να θυμάμαι; Είναι τόσος καιρός!
     - Μα εγώ δε σε είχα δει ποτέ.
     - Και τι φταίω εγώ που δεν βλέπεις μπροστά σου;
     - Ε, όχι και δεν βλέπω!
     - Αν έβλεπες, θα με είχες δει. Και τώρα, σε παρακαλώ, πήγαινε πιο πέρα, δεν βλέπεις ότι έχω στολιστεί για να βγω στο νυφοπάζαρο; Σε λίγο θα αρχίσουν να καταφθάνουν οι γαμπροί...
       Η Πίπη απομακρύνθηκε άρον-άρον, ενώ το δέντρο τούρλωνε κι άλλο τα οπίσθιά του.
     - Μα δεν μπορεί να βρέθηκαν όλοι αυτοί ξαφνικά εδώ, είπε η Πίπη. Κάτι συνέβη, αλλά τι;
     Αλλά όσο κι αν το σκεφτόταν, απάντηση δεν έβρισκε. Και λίγα μέτρα πιο πέρα, βρέθηκε μπροστά σε ένα δέντρο πολύ προβληματισμένο. Το ένα του μάτι ήταν πιο ψηλά από το άλλο, και ήταν και και τα δυο τους λίγο αλλήθωρα. 


     - Κι άλλος τύπος μέσα σε δέντρο; είπε η Πίπη. Μα, από πού έρχονται όλοι;
     - Τι θέλεις να πεις; τη ρώτησε το δέντρο.
     - Εσύ, τώρα, από πού ήρθες;
     Το δέντρο αλληθώρισε λίγο ακόμα.
     - Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς, είπε ύστερα από λίγο.
     - Εννοώ αυτό που είπα. Από πού ήρθες;
     - Εδώ βρισκόμουν, είπε το δέντρο. Έχεις δει εσύ δέντρο να περπατάει;
     Και το δέντρο φάνηκε πολύ προβληματισμένο, σαν να έλυνε με το μυαλό του εξισώσεις.
     - Δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει, είπε η Πίπη. Όλα ήταν φυσιολογικά, αλλά εδώ και λίγες μέρες ο δρόμος έχει γεμίσει κόσμο: ελέφαντες, γυμνόστηθες Ελευθερίες, δέντρα με τουρλωτούς πισινούς, δέντρα αλλήθωρα, αφρικανές που μεταμορφώνονται σε μάγισσες...
     - Είπες μάγισσες; τη διέκοψε το δέντρο. Αχ, μήπως είδες τη Γιουμπάμπα, κατά τύχη; Κάπου εδώ τριγύρω θα είναι. Αν τη δεις, πες της σε παρακαλώ να με βγάλει από εδώ μέσα, ο κορμός είναι στενός και με σφίγγει...
     - Α, όχι άλλες χάρες! είπε η Πίπη και έφυγε βιαστικά. Αρκετά ασχολήθηκα! Ας γεμίσει ο δρόμος με κουκουβάγιες, καμηλοπαρδάλεις, στρουθοκαμήλους και αγάλματα, δε με νοιάζει! Εγώ τη Γιουμπάμπα δεν την ξαναπλησιάζω!


ΥΓ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου