Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Τέσσερα χρόνια και τέσσερεις μέρες (και μία ιστορία)

     Και συμπληρώθηκαν τέσσερα χρόνια και τέσσερεις μέρες. Τέσσερα χρόνια και τέσσερεις μέρες που υπάρχει αυτό εδώ το μπλογκ, και που υπάρχουν και οι ιστορίες του. Κάποιες μικρές, κάποιες μεγαλύτερες, κάποιες λυπημένες, κάποιες άλλες χαρούμενες, κάποιες σοβαρές, κάποιες τσαχπίνες...
     Τον τελευταίο καιρό, όμως, τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά στο χώρο της Γλωσσοπάθειας. Τον τελευταίο καιρό όλα κινούνται υποτονικά, όλα βρίσκονται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Και δεν φτάνει μόνο αυτό. Τον τελευταίο καιρό και κάποια φιλικά μπλογκ έχουν σιγήσει, άλλα προσωρινά, άλλα μόνιμα, με αποτέλεσμα οι αράχνες και οι ιστοί τους σιγά-σιγά να επεκτείνονται στο μικρό κυβερνοσύμπαν της Γλωσσοπάθειας.
     Και όμως, αυτόν τον καιρό, το γεμάτο σκόνες και αράχνες, τον παλαβό καιρό με το κιλτ (με τα σκωτσέζικα ντους, δηλαδή), η Πίπη άκουσε μία φωνούλα.
     - Ε, ψιτ! της φώναξε η φωνούλα και η Πίπη, παρ'όλο που το όνομά της δεν είναι Ψιτ, γύρισε.
     - Ποιος είναι; ρώτησε.
     - Εγώ, είπε η φωνή.
     - Ποιος εσύ; ξαναρώτησε η Πίπη.
     - Εγώ, ο δεινόσαυρος, απάντησε η φωνή.
     - Δεν υπάρχουν πια δεινόσαυροι, είπε η Πίπη, έχουν εξαφανιστεί, καλύτερα να μου πεις ποιος πραγματικά είσαι...
     - Μα είμαι δεινόσαυρος! επέμεινε η φωνή.
     - Και τότε, πού είσαι; Γιατί δε σε βλέπω; ρώτησε η Πίπη, που συνέχιζε να πιστεύει ότι οι δεινόσαυροι δεν υπάρχουν.
     - Ακριβώς μπροστά σου είμαι, της είπε η φωνή.
     Αλλά η Πίπη μπροστά της έβλεπε μόνο ένα χαρτί.
     - Μπροστά μου δεν υπάρχει τίποτα, είπε.
     - Μα δεν μπορεί να μη με βλέπεις, ειδικά εσύ!
     Αυτό το "ειδικά εσύ", δεν μπορώ να πω, της κέντρισε το ενδιαφέρον της Πίπης. Αλλά μπροστά της συνέχιζε να μην υπάρχει τίποτα.
     - Μα γιατί δε σε βλέπω; ρώτησε. Μπροστά μου υπάρχει μόνο ένα κομμάτι χαρτί.
     - Ε, η αλήθεια είναι πως πρέπει να ψάξεις λίγο για να με βρεις... Για δίπλωσε στη μέση το χαρτί που βλέπεις μπροστά σου.
     Η Πίπη το δίπλωσε.
     - Ακόμα δεν βλέπω τίποτα, είπε.
     - Δίπλωσέ το και από την άλλη πλευρά.
     - Τίποτα ακόμα.
     - Δίπλωσέ το και χιαστί...
     Και η Πίπη συνέχισε να διπλώνει, να ξεδιπλώνει, να τσακίζει, σύμφωνα με τις οδηγίες της φωνής. Και το χαρτί συνέχεια άλλαζε σχήματα, και η Πίπη συνέχιζε να διπλώνει και να ξεδιπλώνει, ώσπου ξαφνικά, πάνω που πήγαινε να απογοητευτεί, να' σου μπροστά της ένας δεινόσαυρος!
     - Είδες που είχα δίκιο; της είπε ο δεινόσαυρος. Είδες που βρισκόμουν ακριβώς μπροστά σου;
     Η Πίπη είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα. Μα, ολόκληρος δεινόσαυρος να χωράει σε ένα τόσο δα χαρτί;
     - Υπάρχουν και άλλοι σαν κι εσένα; ρώτησε.
     - Ουουου! Όσοι θέλεις! Άλλα όλους πρέπει να τους ανακαλύψεις. Και, εννοείται, δεν υπάρχουν μόνο δεινόσαυροι. Υπάρχουν και κάθε λογής ζώα: πουλιά, ψάρια, πεταλούδες, ρινόκεροι, ελέφαντες... Όρεξη μόνο να έχεις και θα τα ανακαλύψεις όλα!
     Και η Πίπη πολύ ενθουσιάστηκε με αυτήν την ανακάλυψη, και παρ'όλο που προβληματιζόταν πολύ σχετικά με την απουσία ιστοριών και την πιθανότητα να συμπληρωθούν τέσσερα χρόνια και τέσσερεις μέρες από τη δημιουργία της Γλωσσοπάθειας χωρίς να υπάρξει ανάρτηση, βάλθηκε να ψάχνει. Και η αλήθεια είναι ότι μέχρι τώρα έχει ανακαλύψει και μερικά ζώα ακόμα. Τρέμε ζωικό βασίλειο!

     ΥΓ: Είναι αλήθεια ότι ένα μπλογκ για να διατηρηθεί χρειάζεται χρόνο και ενέργεια. Πραγματικά θαυμάζω όσους έχουν καταφέρει να διατηρήσουν ένα μπλογκ για χρόνια, και με συχνές μάλιστα αναρτήσεις. Εγώ σίγουρα δεν ανήκω σε αυτήν την κατηγορία. Η Οξεία Γλωσσοπάθεια μοιάζει περισσότερο με έναν διάττοντα αστέρα, παρά με ένα φωτεινό ήλιο. Αλλά στο ουράνιο στερέωμα υπάρχει χώρος και για ήλιους και για διάττοντες αστέρες.
     Πέρασα κάποιο διάστημα που οι αναρτήσεις έβγαιναν αβίαστα σχεδόν, επί εβδομαδιαίας βάσης. Τους τελευταίους μήνες αυτό δε συμβαίνει και είναι αλήθεια ότι δε μου είναι ευχάριστο. Και άλλοι θα το γνωρίζουν εκ πείρας, ότι η καθημερινότητα τις περισσότερες φορές λειτουργεί ως μία μαύρη τρύπα που απορροφά θετική ενέργεια. Αρκεί να αναφέρω ότι την ανάρτηση με το δεινόσαυρο ήθελα να την κάνω εδώ και πάνω από μία βδομάδα, και κατέληξα να τη συμπεριλάβω στην ανάρτηση για τα γενέθλια του μπλογκ.
     Αυτή η κατάσταση μου είναι αρκετά δυσάρεστη, αλλά δεν μπορώ και δε θέλω να καταπιεστώ για κάτι που ξεκίνησα έτσι, για την πλάκα μου. Και επειδή οι βεβιασμένες αναρτήσεις μου είναι σχεδόν αδύνατες, αποφάσισα να αφεθώ να με παρασύρει το ρεύμα. Κοινώς, η Γλωσσοπάθεια παίρνει κάποιες ανάσες και επανέρχεται, όποτε υπάρξει κάτι νέο. Οι αγαπητοί μου ακόλουθοι νομίζω ότι θα δείξουν κατανόηση, και κάθε νέα ανάρτηση θα τη βλέπουν σαν ένα Κίντερ έκπληξη (να σημειωθεί ότι η Κίντερ δεν είναι χορηγός του μπλογκ και ότι η Πίπη δεν τρώει Κίντερ έκπληξη).
     Και μην ανησυχείτε για εμένα: είμαι καλά!

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Αρχοντικό με τα όλα του




     Μεγάλωσε και ο Μάιος και έγινε κοτζάμ παληκάρι. Και τι παληκάρι, σαν τα κρύα τα νερά:  με τα πυκνά του τα μαλλιά, με το γοητευτικό του το χαμόγελο, με τους δικέφαλους, τρικέφαλους, τετρακέφαλους τους γυμνασμένους, με κάτι από φέτες στην κοιλιακή χώρα, με τις φαρδιές του τις πλάτες...
     Περπατούσε ο Μάιος και στο διάβα του θέριζε καρδιές, όπως θερίζει η θεριζοαλωνιστική τα σπαρτά. Όλες οι γυναίκες βαριαναστενάζανε όταν τον έβλεπαν, και έγραφαν το όνομά του στα λευκώματά τους, το κεντούσαν σε σεμεδάκια, το έκαναν τατουάζ…
     Κανένας πιο ευάλωτος στη γοητεία, όμως, από το γόη, και ο Μάιος ερωτεύτηκε. Και ερωτεύτηκε τη Λουλουδιά, κορίτσι από σπίτι, με γαλλικά και πιάνο, με μπαμπά, μαμά και λοιπούς συγγενείς, με χρυσές κοτσίδες και ρόδινα μάγουλα, δόντια μαργαριταρένια και μάτια μελιά.
     Αλλά, είπαμε, ερωτιάρης-ερωτιάρης, αλλά και τίμιος, και «να το πάρεις το κορίτσι, να το πάρεις, μην το παιδεύεις» τραγουδούσε η γειτονιά, σε διάφορους τόνους. Και ένα απόγευμα, που ο ήλιος ήταν ιδιαίτερα λαμπρός, ο Μάιος, ντυμένος με το καλό του το κουστούμι, με τα μαλλιά του καλοχτενισμένα και  με μια τεράστια ανθοδέσμη στα χέρια, χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού της Λουλουδιάς.
     Και ο Μάιος, που είχε και λίγο τρακ – να τα λέμε αυτά – , ζήτησε το χέρι της Λουλουδιάς από τον μπαμπά της, αλλά ρώτησε κιόλας – επειδή καλά είναι τα μελιά τα μάτια και τα χρυσά τα μαλλιά, καλά είναι και τα δόντια τα μαργαριταρένια, αλλά και εκείνος δεν ήταν κανένας τυχαίος – τι θα έπαιρνε για προίκα.
     Και ο μπαμπάς της Λουλουδιάς του είπε να μη νομίζει ότι η κόρη του ήταν καμιά ξεβράκωτη, όχι, και τα βρακιά της τα είχε, και τα κομπινεζόν της τα δαντελένια, και πέντε σετ σεντόνια για το νυφικό το κρεβάτι, συν μία κουβέρτα πλεκτή από τα χέρια της γιαγιάκας της, που ήταν άσος στο βελονάκι…
Και ο Μάιος συμφώνησε ότι ναι, καλά ήταν τα βρακιά και τα κομπινεζόν, καλά και τα σεντόνια και η κουβέρτα, αλλά καλό θα ήταν να υπήρχε και ένα σπίτι για να στεγάσουν τον έρωτά τους τα δύο πιτσουνάκια. Και τότε ο μπαμπάς της Λουλουδιάς τον διαβεβαίωσε πως και σπίτι υπήρχε, και μάλιστα παλιό αρχοντικό, αρχοντικό με τα όλα του, δίπατο, με μαρμάρινη σκάλα και ξύλινα πατώματα.
     Και έδωσαν τα χέρια, και ύστερα από λίγο έγινε και ο γάμος. Και οι καλεσμένοι ήταν πολλοί, και οι περισσότεροι έφεραν ποτήρια, λεμονοστίφτες και τοστιέρες, αλλά τον Μάιο δεν τον πολυενδιέφεραν αυτά, αφού είχε δίπλα του τη Λουλουδιά. Και οι δύο νέοι πήγαν να μείνουν στο δίπατο αρχοντικό με τη μαρμάρινη την σκάλα και τα ξύλινα τα πατώματα, και ξεκίνησαν τον έγγαμο βίο τους με τους καλύτερους οιωνούς.
     Όμως, καθώς φαίνεται, την ευτυχία τους κάποιος τη ζήλεψε και τους μάτιασε. Δεν εξηγείται αλλιώς το πώς, σχεδόν αμέσως μετά το γάμο, το αρχοντικό άρχισε να εμφανίζει τα πρώτα προβλήματα. λες και ήταν το πρώτο χαμόσπιτο. Και πότε μάγκωνε η πόρτα και δεν άνοιγε, πότε έπεφτε η ασφάλεια και έπρεπε να κατέβουν στο υπόγειο να την ανεβάσουν, πότε έπεφτε κάποιος σοβάς…
     Και, σαν να μην έφτανε αυτό, ξαφνικά το αρχοντικό πλημμύρισε. Κάποιος σωλήνας στο μπάνιο έσπασε και τα νερά ξεχύθηκαν σε όλο το σπίτι. Η Λουλουδιά είδε με τρόμο να πλημμυρίζουν τα ξύλινα πατώματα και δεν ήξερε τι να κάνει… Και, βέβαια, η πρώτη της σκέψη ήταν να ζητήσει την παρέμβαση του άντρα της, ε, τι στο καλό, άντρας ήταν, δεν ήταν μόνο κοιλιακοί, οι άντρες είναι καλοί σε αυτά. Και ο Μάιος πήρε κάτι εργαλεία που είχε και μπήκε στο μπάνιο, αλλά ύστερα από λίγο τα νερά που έβγαιναν από εκεί ήταν περισσότερα, καθώς είχε σπάσει άλλος ένας σωλήνας…
     Δεν υπήρχε άλλη λύση, από το να φωνάξουν υδραυλικό. Έλα, όμως, που δεν βρήκαν κανέναν διαθέσιμο. Και δωσ’του να τρέχουν τα νερά και να πλημμυρίζει το σύμπαν, και δωσ'του να βρέχονται τα ξύλινα πατώματα, και να δούμε τώρα κι αυτά πώς θα φτιαχτούνε…
     Αλλά, σαν να μου φαίνεται ότι βρέθηκε τελικά υδραυλικός για το δίπατο αρχοντικό. Τα νερά σταμάτησαν, οι δρόμοι άρχισαν να στεγνώνουν. Εκτός κι αν ο υδραυλικός ήταν κανένας κομπογιαννίτης, οπότε να περιμένουμε κι άλλη βροχή… 

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Γαϊδουρινό πείσμα


     Ε, λοιπόν, είναι αλήθεια: η Πίπη πήγε εκδρομή. Και πήγε εκδρομή σε ένα νησί με θάλασσα τυρκουάζ και όμορφες παραλίες. Αλλά μη νομίζετε ότι η Πίπη πήγε στο νησί για να αράξει. Το αντίθετο, μάλιστα. Όλη την ώρα γυρνούσε, και τα μάτια της σάρωναν τον ορίζοντα για φωτογραφικά θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της Μίνας της Σιβυλλικής, η οποία τη συνόδευε στην εκδρομή.
     Και πήγε η Πίπη και σε ένα άλλο νησάκι, μικρό, τοσοδούλι, αλλά και νοικοκυρεμένο. Και βάλθηκε να το εξερευνήσει, παρέα με τη Μίνα τη Σιβυλλική. Και άρχισαν οι δυο τους να ανηφορίζουν από το λιμάνι, και όλο ανηφόριζαν, και τα δάχτυλα της Πίπης κάθε τρεις και λίγο πρήζονταν από τη ζέστη και γίνονταν σαν λουκάνικα Φρανκφούρτης, και της Πίπης της άνοιγε η όρεξη...
     Και έφτασαν σε ένα μέρος που ήταν αρκετά ψηλά, και εκεί η Πίπη άκουσε ένα πουλί που είχε μια περίεργη φωνή, αλλά τι πουλί ήταν αυτό μη με ρωτήσετε, δεν ξέρω. Και ούτε η Πίπη το ήξερε, και γι'αυτό προσπάθησε να ηχογραφήσει το πουλί με το κινητό της, χωρίς επιτυχία όμως, αφού η φωνή του πουλιού καταγράφηκε πολύ αχνά...
     Όση ώρα η Πίπη ηχογραφούσε, η Μίνα προχωρούσε. Έτσι η Μίνα απομακρύνθηκε αρκετά από την Πίπη και όταν η Πίπη το πήρε είδηση, άρχισε να ανηφορίζει και πάλι, με μεγάλους διασκελισμούς. Όμως, τότε η Πίπη άκουσε μία φωνή.
     - Γεια σου, της είπε εκείνος.
     - Γεια σου και εσένα, του απάντησε η Πίπη.
     - Πώς σε λένε; τη ρώτησε.
     - Πίπη, είπε η Πίπη, εσένα πώς σε λένε;
     - Δεν έχει και τόση σημασία, της απάντησε. Μόνη σου είσαι;
     - Όχι, απάντησε η Πίπη, είμαι μαζί με μία φίλη μου.
     - Α...
     - Εσύ, μόνος σου είσαι;
     - Ε, σε γενικές γραμμές, ναι... Είναι βέβαια και όλες αυτές οι μύγες, αλλά είναι πολύ κουτσομπόλες και δεν τις αντέχω... το κεφάλι μου βουίζει από τα κουτσομπολιά τους.
     Η Πίπη πρόσεξε ότι πράγματι, υπήρχαν πολλές μύγες γραπωμένες επάνω του.
     - Δεν κάθεσαι να μου κάνεις λίγη παρέα; τη ρώτησε.
     - Πρέπει να προλάβω τη φίλη μου, απάντησε η Πίπη.
     - Μην ανησυχείς για τη φίλη σου, της είπε, έτσι κι αλλιώς δεν θα προχωρήσει πολύ ακόμη. Και σίγουρα θα μας συναντήσει στην επιστροφή.
     - Ναι, αλλά δεν είναι σωστό να την αφήσω μόνη της στην ερημιά, είπε η Πίπη.
     - Έχεις φέισμπουκ; τη ρώτησε.
     - Έχω, απάντησε η Πίπη.
     - Θέλεις να γίνουμε φίλοι; τη ρώτησε. Θα με βρεις ως "Gaidaros", το πρώτο γράμμα κεφαλαίο, Έχω για προφίλ μία φωτογραφία μου, όπου τρώω ένα καρότο. Πού πας;
     - Δε σου είπα; είπε η Πίπη, πάω να βρω τη φίλη μου.
     - Γύρνα πίσω! της φώναξε.
     Αλλά εκείνη είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται.
     - Πού πας; της φώναξε εκείνος. Μόνο μου θα με αφήσεις;
     Κανένας δεν του απάντησε. Η Πίπη είχε κιόλας εξαφανιστεί στην επόμενη στροφή του δρόμου.
     - Ας βγάλουμε και καμιά φωτογραφία, είπε η Πίπη στη Μίνα όταν την πρόλαβε.
     Και οι δυο τους άρχισαν να βγάζουν φωτογραφίες.
     Και αφού έβγαλαν αρκετές φωτογραφίες, οι δύο φίλες άρχισαν να κατηφορίζουν. Και έφτασαν και πάλι στο σημείο όπου βρισκόταν εκείνος.
     - Θα σου γνωρίσω έναν φίλο, είπε η Πίπη στη Μίνα. Ε, εσύ! του φώναξε όταν τον είδε.
     Αλλά εκείνος ούτε που γύρισε να την κοιτάξει.
     - Επέστρεψα! είπε η Πίπη. Έφερα και τη φίλη μου να σου τη συστήσω.
     Τσιμουδιά εκείνος.
     - Ξέρεις, συνέχισε η Πίπη, θα πρέπει να φύγω από το νησί σε λίγη ώρα, ήρθε η ώρα να σε αποχαιρετήσω.
     Αλλά εκείνος της έριξε μόνο μία πολύ λοξή, ενοχλημένη ματιά και η Πίπη κατάλαβε πως της κρατούσε μούτρα.
     - Δε θα μου πεις, λοιπόν, ούτε ένα "γεια"; είπε η Πίπη.
     Αλλά εκείνος δεν κούνησε ούτε βλέφαρο. Η Πίπη έβλεπε την ώρα να περνάει, έπρεπε να φύγει.
     - Τελευταία του ευκαιρία, σκέφτηκε. Φεύγω τώρα, του είπε.
     Αλλά εκείνος παρέμενε στη θέση του, και μάλιστα μασούσε και ένα χορτάρι. Ήταν σαφές: δεν ήθελε να της μιλήσει.
     - Παλιογάιδαρε! είπε η Πίπη καθώς κατηφόριζε προς το λιμάνι.
     Και τάχυνε το βήμα της για να προλάβει το πλοίο της επιστροφής.
     

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Ξυπνήματα

     Ξανάρχισαν να ξεπετάγονται τα νέα φύλλα. Και ξανάρχισαν να ξεπετάγονται τα πρώτα μπουμπούκια. Και όπου σταθείς και όπου βρεθείς, υπάρχει ένας διάχυτος θόρυβος που συνυπάρχει με όλους τους άλλους θορύβους της καθημερινότητας, και γι'αυτό οι περισσότεροι δεν τον αντιλαμβάνονται. 
     Μόνο αυτοί που έχουν πολύ ευαίσθητη ακοή και αυτοί που ακούν πολύ προσεκτικά μπορούν να ακούσουν αυτόν τον διάχυτο θόρυβο. Και αν προσέξουν πολύ, μα πάρα πολύ, και αν προσπαθήσουν να ακολουθήσουν αυτόν τον θόρυβο, τότε σιγά-σιγά οι ήχοι που τον απαρτίζουν αρχίζουν να ξεχωρίζουν, και αν συγκεντρωθούν κι άλλο, τότε αρχίζουν να ξεδιαλύνουν αυτούς τους ήχους, τους τόσο αχνούς και αέρινους...
     Και καταλαβαίνουν ότι οι ήχοι αυτοί δεν είναι τίποτα άλλο από ψιθύρους, πολλές μικρές, αχνές, σαν παιδικές, φωνές ακούγονται, άλλες ντροπαλές, άλλες πιο τζαναμπέτισσες, αλλά όλες μαζί δημιουργούν ένα διαρκές σούσουρο, σαν ένα πολυάσχολο μελίσσι.
     Δεν είναι ανθρώπινες αυτές οι φωνές, είναι οι φωνές των δέντρων, και των λουλουδιών, και των φύλλων, και είναι και οι φωνές των πουλιών που μπερδεύονται και αυτές, ας μην τα αγνοούμε τα πουλιά, και μοιάζουν λες και τα νέα φύλλα, τα νέα λουλούδια, τα  νέα κλαδιά, λες και διστάζουν να ξεπροβάλλουν. Είναι λες και παίζουν κρυφτό και φοβούνται ότι αν δεν ξεμυτίσουν τη σωστή στιγμή, αυτός που τα φυλάει θα τα βρει και θα χάσουν.
     Αλλά στον αέρα πλανάται και ένα τραγούδι, ένα τραγούδι που δεν απευθύνεται σε ανθρώπινα αυτιά και γι'αυτό κανείς δεν μπορεί να το ακούσει. Και το τραγούδι αυτό το τραγουδούν πανέμορφες σειρήνες, που τάζουν σε όποιον τις ακολουθήσει ολόκληρο τον κόσμο σε μια στιγμή. 
     Και είναι τόσο όμορφο το τραγούδι των σειρήνων, που τα φύλλα και τα λουλούδια αρχίζουν ένα-ένα να ξεμυτίζουν από τις κρυψώνες τους. Και τα κλαδιά καλύπτονται σιγά-σιγά με πράσινα φυλλαράκια και με πολύχρωμα, μυρωδάτα λουλούδια.
     Και ο αέρας γεμίζει μεθυστικές μυρωδιές, και γεμίζει και γύρη, και όπως ξεμυτίζουν τα φύλλα και τα μπουμπούκια επάνω στα κλαδιά, έτσι ξεμυτίζουν και τα χαρτομάντηλα που συνοδεύουν όλες τις αλλεργίες...
     Και κοιτάζεις το ημερολόγιο και συνειδητοποιείς ότι η Άνοιξη έχει έρθει εδώ και καιρό και ότι κοντεύει και να τελειώσει. Και αναλογίζεσαι πόσο γρήγορα τρέχει ο καιρός... Αλλά τότε σηκώνεις τα μάτια και βλέπεις την Άνοιξη να σου χαμογελάει έξω από το παράθυρό σου. Και, παρ'όλο που ο χρόνος περνάει τόσο γρήγορα, εσένα, τελικά, δε σε νοιάζει και τόσο...

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Άγριο κυνηγητό

   
     Καιρό έχει να εμφανιστεί η Πίπη, όμως η αλήθεια είναι ότι η Χώρα του διαμερίσματος είναι πολύ ήσυχη και το ίδιο είναι και οι Χώρες της μπροστινής και της πίσω βεράντας, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του δυόσμου, του δεντρολίβανου, της λεβάντας και της πασχαλιάς. Οι θάνατοι φαίνεται να οφείλονταν σε φυσικά αίτια, φήμες όμως λένε ότι τόσοι θάνατοι μαζεμένοι δεν μπορεί να ήταν τυχαίοι.
     Τέλος πάντων. Η ουσία είναι ότι η Πίπη δεν βρίσκει καμία ιστορία να πει, και αυτό την έχει οδηγήσει στη σιωπή. Το μόνο που της μένει να κάνει, αφού της τελείωσαν οι ιστορίες, είναι να ασχολείται με την καθημερινότητά της, η οποία, σε αντίθεση με τα όσα διαβάζετε εδώ μέσα, είναι τόσο, μα τόσο πεζή και βαρετή... Όμως, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, γι'αυτό η Πίπη συνεχίζει να έχει τα αυτιά και τα μάτια της ανοιχτά.
     Κοντά στη Χώρα του διαμερίσματος, υπάρχει ένας κορμός δέντρου. Δε φαίνεται κάτι το ιδιαίτερο, μόνο που σε ένα σημείο του, όπου άλλοτε ξεφύτρωνε ένα κλαδί, τώρα υπάρχει μία σειρά ομόκεντρων κύκλων. Κανείς δε φαίνεται να τον προσέχει, αυτόν τον κορμό. Να, όμως, που η Πίπη τον πρόσεξε. Και όχι μόνο τον πρόσεξε, αλλά και αναρωτήθηκε: Τι να ήταν, άραγε, αυτό το βαθούλωμα στον κορμό;
     Η Ρίνα η Μινωταυρίνα, η καλή φίλη της Πίπης, της είπε ότι ίσως ήταν χρονομηχανή, κάτι που η Πίπη δεν είχε σκεφτεί καθόλου. Όσο, όμως, το σκεφτόταν, τόσο περισσότερο πιθανή της φαινόταν αυτή η εξήγηση. Και μια και δυο, πήγε στον κορμό και στάθηκε μπροστά στο βαθούλωμα.
     Το κοίταζε, το κοίταζε, το κοίταζε, και όλο και το κοίταζε, αλλά αυτό παρέμενε ίδιο και απαράλλαχτο. Μπα, μάλλον λάθος θα είχε κάνει η Ρίνα η Μινωταυρίνα. Αλλά, τότε, σαν να της φάνηκε της Πίπης ότι άκουσε φωνές. Κοίταξε γύρω της, δεν υπήρχε κανείς. Και τότε, από πού έρχονταν οι φωνές;
     Δε θα το πιστέψετε, αλλά οι φωνές έρχονταν από τον κορμό! Και όσο πλησίαζε η Πίπη το αυτί της στον κορμό, τόσο οι φωνές δυνάμωναν! Όμως, επειδή δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι έλεγαν οι φωνές, η Πίπη πλησίασε τον κορμό ακόμα περισσότερο. Έφτασε πια τόσο κοντά, που λίγο έλειπε το κεφάλι της να χωνόταν μέσα στον κορμό.
     Και τότε, η Πίπη ένιωσε μία δύναμη να την τραβάει, και η δύναμη αυτή την τραβούσε προς το κέντρο των ομόκεντρων κύκλων, και η Πίπη προσπάθησε να αντισταθεί, αλλά δεν τα κατάφερε, και τότε οι κύκλοι άρχισαν να μεγαλώνουν και η Πίπη άρχισε να μικραίνει... Και προτού το καταλάβει, η Πίπη είχε μπει μέσα στους ομόκεντρους κύκλους και προχωρούσε γοργά προς το κέντρο!
     Οι φωνές είχαν δυναμώσει πάρα πολύ, το ίδιο και η δύναμη που τραβούσε την Πίπη. Και τότε η Πίπη βρέθηκε σε ένα μέρος μαγικό! Και το μέρος εκείνο ήταν γεμάτο περίεργα πλάσματα, και δέντρα που τραγουδούσαν, και πουλιά που μιλούσαν, και λουλούδια από ζαχαρωτά, και πολλά άλλα θαυμαστά πράγματα. Και εκεί, ανάμεσα σε όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα, κουτσομπόλες ιστορίες, ντυμένες με τα καλά τους, περνούσαν μπροστά από την Πίπη δυο-δυο, πιασμένες αγκαζέ, σιγοψιθυρίζοντας μεταξύ τους, ενώ άλλες ιστορίες, πιο χαλαρές εκείνες, ήταν ξαπλωμένες στο γρασίδι και έκαναν ηλιοθεραπεία και άλλες, πιο αθλητικές, έπαιζαν ρακέτες...
     Και η Πίπη κατάλαβε πού είχαν εξαφανιστεί τόσο καιρό οι ιστορίες, και τις πλησίασε, αλλά εκείνες έκαναν σαν να μην υπήρχε, και κοιτάζονταν μεταξύ τους, και χαχάνιζαν, ή συνέχιζαν την ηλιοθεραπεία και τις ρακέτες. Και η Πίπη τους φώναξε, και μόνο τότε εκείνες συνειδητοποίησαν την παρουσία της. Και την κοίταξαν, και ύστερα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, και μία από αυτές, μία ιστορία με ένα φόρεμα πουά, τη ρώτησε τι ήθελε. Και τότε η Πίπη τους ζήτησε να γυρίσουν μαζί της στη Χώρα του διαμερίσματος, ή έστω στις Χώρες της μπροστινής και της πίσω βεράντας, αν το προτιμούσαν. 
     Αλλά εκείνες αρνήθηκαν και είπαν ότι εκεί περνούσαν πολύ καλά και δεν είχαν κανέναν σκοπό να αφήσουν την καλοπέρασή τους. Και η Πίπη, αφού τους υποσχέθηκε ό,τι μπόρεσε να τους υποσχεθεί, χωρίς αποτέλεσμα όμως, αποφάσισε ότι άλλος τρόπος από το να τις πάρει μαζί της με το ζόρι δεν υπήρχε. Και προσπάθησε να πιάσει μία ιστορία, αλλά εκείνη της ξέφυγε μέσα από τα χέρια της. Και η Πίπη προσπάθησε να πιάσει μια άλλη ιστορία, αλλά και εκείνη της ξέφυγε. Και βούτηξε η Πίπη ένα δίχτυ για πεταλούδες, που βρήκε επάνω σε ένα παγκάκι, και άρχισε να κυνηγάει τις ιστορίες. Και έτρεχαν πολύ γρήγορα οι ιστορίες, και όλο της ξέφευγαν της Πίπης, παρ'όλο που κρατούσε και δίχτυ. Και ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι, αλλά η Πίπη δεν το έβαζε κάτω. Και το κυνηγητό συνεχιζόταν. Και οι φωνές και τα τρεχαλητά αντηχούσαν από άκρη σε άκρη στο μαγικό εκείνο μέρος.
     Αν κάποιος περάσει δίπλα από τον κορμό, το πιθανότερο είναι να μην του δώσει σημασία και να τον προσπεράσει. Αν, όμως, σταθεί μπροστά στον κορμό και αφουγκραστεί λίγο, ίσως και να ακούσει τις φωνές των ιστοριών. Και τότε σίγουρα θα σταθεί και θα πλησιάσει κοντά για να ακούσει καλύτερα. Και αν πλησιάσει πολύ κοντά, ίσως να βρεθεί κι εκείνος μέσα στο μαγικό μέρος με τις ιστορίες. Και ίσως να βοηθήσει την Πίπη στο κυνήγι.
     Αλλά, μεταξύ μας, πιο πιθανό είναι να μείνει εκεί μέσα η Πίπη, κυνηγώντας ιστορίες...

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Όπου κι αν είναι


     Υπάρχουν σχολεία μοντέρνα, μεγάλα, με ευρύχωρες, φωτεινές αίθουσες, με εργαστήρια, με αίθουσες εκδηλώσεων, με γήπεδα βόλεϊ και μπάσκετ. Υπάρχουν σχολεία μικρά, παλιά, στριμωγμένα ανάμεσα από πολυκατοικίες, με μικρά προαύλια, με σπασμένα τζάμια στα παράθυρα και χωρίς καλοριφέρ. Υπάρχουν σχολεία διώροφα, υπάρχουν σχολεία ισόγεια, υπάρχουν σχολεία με κεραμίδια και σχολεία χωρίς. Και κάποια στέκονται αγέρωχα και καμαρωτά, ενώ κάποια άλλα καμπουριάζουν και σκύβουν το κεφάλι.
     Και όταν περνάς μπροστά από ένα σχολείο, στο νου σου έρχονται χαρούμενες φωνές, και κυνηγητά. Και σκέφτεσαι πόσα παιδιά τάχα να έχουν περάσει από τις αίθουσές του, και με τι όνειρα διάβαιναν το κατώφλι του. Και αναρωτιέσαι πόσα από εκείνα τα παιδιά εκπλήρωσαν τα όνειρά τους, και πόσα τα απογοήτευσε η ζωή. Και θλίβεσαι για εκείνα που απογοητεύτηκαν, και χαίρεσαι για εκείνα που δεν το έβαλαν κάτω, αλλά προχώρησαν.
     Και είναι και κάποια σχολεία, που κρύβονται ντροπαλά εκεί που ούτε το φαντάζεσαι. Και περνάς από μπροστά τους, και ούτε που μπορείς να φανταστείς ότι εκεί, πίσω από τα κλειστά με ξύλινα πατζούρια παράθυρα, κάποτε μορφώνονταν παιδιά. Πώς να φανταστείς ότι αυτά τα σκουριασμένα κάγκελα κάποτε αγκάλιαζαν προστατευτικά παιδικά κορμάκια; Και μήπως μπορείς να φανταστείς ότι εκεί, στο βάθος, πέρα-πέρα, στο μέρος που τώρα κρύβεται από γλάστρες με φυτά, σε εκείνο το κρυμμένο σήμερα μέρος, βρισκόταν κάποτε "το μέρος";
     Κι όμως, έτσι ήταν. Εκεί πίσω βρισκόταν "το μέρος", που ήταν ημιυπαίθριες, τούρκικες τουαλέτες. Ναι, εκεί ήταν. Και απ'έξω από τις τουαλέτες, παιδιά με μπλε ποδιές, με άσπρα γιακαδάκια και άσπρες κορδέλες στα μαλλιά, έπαιζαν σκοινάκι και κουτσό. Και επάνω σε εκείνο το τσιμέντο που κάλυπτε την πίσω αυλή, τα παιδιά με τις μπλε ποδιές έκαναν κατακόρυφο χωρίς φόβο μήπως χτυπήσουν, τα ίδια παιδιά που, χρόνια αργότερα θα γέμιζαν τα παιδιά τους προστατευτικά μαξιλάρια.
     Ναι, τίποτα δε θυμίζει το παρελθόν, αλλά το παρελθόν βρίσκεται εκεί. Βρίσκεται στον στενό, ήσυχο δρόμο, που τότε αποτελούσε το προαύλιο, και που αντηχούσε από τις φωνές των παιδιών, που έπαιζαν παιχνίδια, πάντα ομαδικά, σε μια εποχή που τα ομαδικά παιχνίδια ήταν η πρώτη επιλογή, καθώς ήταν και τα πιο διασκεδαστικά. Να και η φθαρμένη σκάλα, που οδηγεί στο υπερυψωμένο ισόγειο, εκεί που έκαναν μάθημα η τρίτη και η τετάρτη. Πόσο μικρή φαντάζει σήμερα! Κι όμως, αυτή η τόσο μικρή σκαλίτσα ήταν ικανή να "στεγάσει" τέσσερα-πέντε παιδιά, που κρύβονταν εκεί προσπαθώντας να δουν κάτω από τη φούστα εκείνης της ηλικιωμένης, αυστηρής δασκάλας με τα γυαλιά. Και ούτε που τους είχε περάσει από το μυαλό να κάνουν το ίδιο στη δική τους τη δασκάλα...
     Να και η κατηφόρα, ναι, αυτή η μικρή κατηφόρα, που φαίνεται στα δεξιά. Δε φαινόταν και τόσο μικρή τότε, το αντίθετο μάλιστα. Πόσες φορές τα παιδιά έπαιρναν φόρα στην κορυφή της κατηφόρας και έτρεχαν προς τα κάτω με ορμή, με τα χέρια ανοιχτά, ελπίζοντας πως, αν έτρεχαν λίγο πιο γρήγορα, ίσως και να πετούσαν! Εκεί, στη βάση της κατηφόρας, βρισκόταν και το "μαγαζάκι", από όπου ψώνιζαν τα παιδιά κάτι χωνάκια με ροζ ζάχαρη, που έμοιαζαν με παγωτά. Και τα περισσότερα παιδιά είχαν μαζί τους πτυσσόμενα, πλαστικά ποτηράκια, για να πίνουν νερό από την βρύση, αν και η συγκεκριμένη γενιά ήξερε πολύ καλά να πίνει νερό και από το λάστιχο...
     Αλλά όλα αυτά κανείς δεν μπορεί να τα φανταστεί, βλέποντας αυτό το διώροφο σπίτι. Και όλοι το προσπερνούν αδιάφορα, και ίσως πολλοί θα προτιμούσαν να γκρεμιστεί, και να χτιστεί στη θέση του ένα σύγχρονο σπίτι με μεγάλα μπαλκόνια, με κήπο και υπόγειο γκαράζ.
     Κι όμως, αυτοί που ξέρουν και αυτοί που το θυμούνται, πάντα το χαϊδεύουν νοσταλγικά με το βλέμμα τους. Επειδή, το πιο σίγουρο πράγμα στον κόσμο είναι ότι το σχολείο δεν είναι μόνο τοίχοι, και αίθουσες, και αυλές. Το σχολείο είναι, πάνω απ'όλα, ψυχές. Ψυχές που ανοιγοκλείνουν τα φτεράκια τους, ανυπομονώντας να πετάξουν. Ψυχές που χρειάζονται δυνατά φτερά, αλλά και λίγο αεράκι κάτω από αυτά. Κι ας γίνονται όλα αυτά σε ένα απλό, ταπεινό διώροφο.    


Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Βαρύ το τίμημα

  
     - Ε, τι σπρώχνεις; ρώτησε ο πιο μικρόσωμος.
     - Δεν σπρώχνω, αλλά πήγαινε πιο πέρα, δεν βλέπεις ότι δε χωράμε; του απάντησε ο άλλος.
     - Πώς δε χωράμε, τόσο χώρο έχετε από εκεί, επέμεινε αυτός.
     - Βρε, δεν καταλαβαίνεις τι σου λένε; Δε χωράμε.
     - Είπα μην σπρώχνεις!
     - Δεν σπρώχνω.
     - Σπρώχνεις!
     - Δεν σπρώχνω.
     - Σπρώχνεις!
     - Ε, ναι, λοιπόν, σπρώχνω, αφού δεν καταλαβαίνεις! Κάτσε στη μεριά σου, τόσο χώρο έχεις από εκεί!
     - Δε με βολεύει από εδώ, γιατί δεν έρχεστε εσείς;
     - Εμάς η θέση μας είναι από εδώ, είπαν με ένα στόμα και οι υπόλοιποι τρεις, από το μεγαλύτερο μέχρι το μικρότερο, δε θέλουμε να αλλάξουμε. Να κάτσεις εκεί που είσαι!
     - Έτσι λένε όλοι οι βολεμένοι, είπε προκλητικά.
     - Ποιον είπες βολεμένο, βρε αλήτη; Έχε χάρη που είσαι μια χαψιά και φοβάμαι μη σε ισοπεδώσω, αλλιώς θα σου'λεγα...
     - Αφήστε τον, βρε παιδιά, δεν βλέπετε ότι πάει γυρεύοντας για καυγά;
     - Ποιον θα ισοπεδώσεις, βρε καραγκιόζη;
     - Έλα, τώρα, σταμάτα, εντάξει, το έκανες το κομμάτι σου, γύρνα στη θέση σου και δεν έγινε τίποτα...
     - Μωρέ τι μας λες; Δεν πάω πουθενά, εσείς να πάτε πιο πέρα! Και σταμάτα να με σπρώχνεις, είπα!
     - Δηλαδή, τώρα τι θέλεις; Να μαλώσουμε θέλεις;
     - Τόση ώρα, δηλαδή, τι κάνουμε, δε μαλώνουμε; Χέστη!
     - Ποιον είπες χέστη, ρε; Παρ'το πίσω!
     - Δεν παίρνω πίσω τίποτα!
     - Μαλώνεις, ρε;
     - Τι;
     - Ρωτάω αν μαλώνεις.
     - Ναι, ρε, μαλώνω, γιατί, τι θα μου κάνεις;
     - Τώρα θα δεις τι θα σου κάνω!
     Και προτού ξαναπαντήσει ο άλλος, του έδωσε μια γροθιά στο πρόσωπο.
     - Στο πρόσωπο, βρε γελοίε; Στο πρόσωπο; Τώρα θα δεις!
     Και του έδωσε μία κλωτσιά.
     - Σου άρεσε; 
     Αντί απάντησης, ο άλλος του έδωσε μία γροθιά στην κοιλιά. Και το γρονθοκόπημα συνεχίστηκε εκατέρωθεν αρκετή ώρα.
     - Κοίτα τι μου έκανες! άρχισε να διαμαρτύρεται ο πιο μικρόσωμος. Γέμισα καρούμπαλα!
     - Αυτό να το σκεφτόσουν προτού τα βάλεις μαζί μου, μάγκα του γλυκού νερού...
     - Ωχ-ωχ-ωχ! το κεφαλάκι μου, θα χρειαστώ επίδεσμο, να δεις που έπαθα διάσειση...
     - Βάλε επίδεσμο, βάλε βραχιόλι, βάλε τιάρα, αρκεί να μείνεις στη μεριά σου, επιτέλους!
     - Θα πάω όπου μου αρέσει, κι αν θέλεις ξαναχτύπα με, δε σε φοβάμαι!
     - Φαίνεται, το ξύλο που έφαγες δε σου έγινε μάθημα, είπε ο άλλος και τον κοίταξε απειλητικά.
     Αυτές τις κουβέντες άκουσε και η Πίπη και αποφάσισε να επέμβει.
     - Ησυχία και οι δυο σας! είπε.
     - Μα... ξεκίνησε να λέει κάτι ο ένας.
     - Δεν έχει μα, απάντησε η Πίπη. Δεν ντρέπεστε, να παλεύετε σαν τους αλήτες;
     - Αυτός φταίει, είπε ο ένας και έδειξε τον άλλον.
     - Αυτός φταίει, είπε και ο άλλος και έδειξε αυτόν.
     - Σταματήστε, δε θέλω να σας ακούω, είπε η Πίπη. Και για να είμαι σίγουρη ότι δε θα με ξαναενοχλήσετε, θα σας χωρίσω.
     Είπε και έβαλε ένα διαχωριστικό ανάμεσά τους. Δεν το έβαλε, όμως, στον πιο μεγαλόσωμο, το έβαλε στον πιο μικρόσωμο. Κι αυτό, επειδή η Πίπη δεν είναι χαζή. Και ξέρει πολύ καλά, ότι για τον κάλλο στο μικρό της δαχτυλάκι ευθύνεται το ίδιο το μικρό το δαχτυλάκι και κανένας άλλος. 
     - Καλά να πάθεις! είπαν τα υπόλοιπα δάχτυλα στο μικρό το δαχτυλάκι.
     - Δε θα μου φύγει το καρούμπαλο; Θα δείτε! είπε αυτό.
     - Σιωπή! είπε και η Πίπη.
     Επειδή η Πίπη έχει πάντα τον τελευταίο λόγο.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Θέμα γραναζιού


     Στο σπίτι του γερο-Χρόνου κάθε μέρα είναι γιορτή. Βλέπετε, ο γερο-Χρόνος κατοικεί μαζί με τις τέσσερεις γυναίκες του, τις Εποχές, με όλα του τα παιδιά, τους Μήνες, και με όλα του τα εγγόνια, τις Μέρες. Ευτυχώς που το σπίτι του είναι τεράστιο, με πολλούς ορόφους και αμέτρητα δωμάτια, αλλιώς δε θα χωρούσαν τόσοι νοματαίοι...
     Στο σπίτι του γερο-Χρόνου υπάρχει και ένα ξεχωριστό δωμάτιο. Είναι ένα τεράστιο δωμάτιο, γεμάτο ρολόγια. Για να μπεις μέσα σε αυτό το δωμάτιο πρέπει να φορέσεις ωτασπίδες, αλλιώς σε ξεκουφαίνουν τα δεκάδες τικ-τακ. Επειδή τα ρολόγια είναι πολύ ευαίσθητα, κανείς δεν μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με τα ρολόγια, μόνο η καθαρίστρια μπαίνει κάθε μέρα και τα ξεσκονίζει. Η καθαρίστρια δε φοράει ωτασπίδες. Δεν της χρειάζονται, αφού είναι κουφή.
     Κανένα ρολόι δεν είναι ίδιο με τα υπόλοιπα και όλα έγιναν ύστερα από ειδική παραγγελία. Ο γερο-Χρόνος παράγγελνε ένα ρολόι κάθε φορά που αποκτούσε μία εγγονούλα, και γι'αυτό όλα τα ρολόγια είναι σημαντικά γι'αυτόν.
     Σήμερα, όμως, ξημέρωσε μια δύσκολη μέρα για το σπίτι του γερο-Χρόνου. Και ενώ όλα ήταν έτοιμα για τη γιορτή της 15ης Ιανουαρίου, τίποτα δεν πήγαινε όπως θα έπρεπε. Τα μπαλόνια για το πάρτυ ξεφούσκωναν αμέσως, η σαντιγύ για την τούρτα νερούλιαζε, τα αναψυκτικά στο ψυγείο αντί να παγώνουν έβραζαν, το φόρεμα της 15ης Ιανουαρίου ξηλώθηκε, τα μαλλιά της δεν έστρωναν...
     Η 15η Ιανουαρίου έβαλε τα κλάματα. Το πάρτυ της θα τιναζόταν στον αέρα. Τι θα έτρωγαν οι καλεσμένοι; Τι θα έπιναν; Πώς θα την έβλεπαν σε αυτά τα χάλια;
     - Παππού! φώναξε. Κοίτα πώς είναι το φόρεμά μου! Πώς θα κάνουμε τη γιορτή μου σήμερα;
     - Κύριε, είπε μία μαγείρισσα που εκείνη την ώρα είχε μπει στο δωμάτιο, η μαγιονέζα έκοψε. Είναι η δέκατη που μου κόβει σήμερα!
     - Κύριε, είπε και μια υπηρέτρια, μόλις έσπασαν όλα τα γλυπτά από πάγο, το πάτωμα του σαλονιού γέμισε παγάκια! Πρώτη φορά συμβαίνει αυτό!
     - Περίεργα πράγματα! είπε ο γερο-Χρόνος και σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, που έτριξε απειλητικά. Τι να συμβαίνει, άραγε;
     Στηριζόμενος στο μπαστούνι του με την ασημένια λαβή, ο γερο-Χρόνος πήγε μέχρι τον τοίχο που βρισκόταν το ημερολόγιο. Αυτό που είδε εκεί, δεν του άρεσε καθόλου.
     - Μα, η ημερομηνία δεν είναι σωστή, είπε, εδώ δείχνει 14 Ιανουαρίου!
     Ο γερο-Χρόνος έπιασε το χαρτάκι που έγραφε 14 Ιανουαρίου και το έσκισε. Μα, μόλις το έσκισε, το χαρτάκι πέταξε από το χέρι του και ξανακόλλησε επάνω στο ημερολόγιο!
     - Μυστήρια πράγματα! είπε ο γερο-Χρόνος.
     Και ξανάσκισε το χαρτάκι. Και εκείνο ξαναπέταξε πίσω στη θέση του. Από το σαλόνι ακούστηκαν τα γοερά κλάματα της 15ης Ιανουαρίου, που έβλεπε το πάτωμα γεμάτο παγάκια.
      - Κύριε, είπε και μια υπηρέτρια, που έμοιαζε να είχε δει φάντασμα, τα λουλούδια από τα βάζα πέταξαν και γύρισαν στο θερμοκήπιο!
     Και τότε ο γερο-Χρόνος κατάλαβε.
     - Φωνάξτε το ρολογά! είπε.
     Και ο ρολογάς ήρθε, κρατώντας ένα βαλιτσάκι με τα σύνεργά του.
     - Ένα ρολόι έχει σταματήσει, του είπε ο γερο-Χρόνος. Πρέπει να το βρεις και να το φτιάξεις, αλλιώς δε θα έρθει ποτέ η επόμενη μέρα.
     - Μην ανησυχείτε, κύριε, είπε ο ρολογάς, και δεν υπάρχει ρολόι που να μην μπορώ να επισκευάσω.
     Από μέσα ακούγονταν τα κλάματα της 15ης Ιανουαρίου, που σίγουρα θα είχε ανακαλύψει κάποια καινούργια καταστροφή.
     - Μόνο βιάσου, σε παρακαλώ, αυτή η εγγονή μου είναι πολύ κλαψιάρα και δεν την αντέχω.
     Ο γερο-Χρόνος οδήγησε το ρολογά έξω από το δωμάτιο με τα ρολόγια και του έδωσε δύο ωτασπίδες.
     - Θα τις χρειαστείς, του είπε.
     Ο ρολογάς φόρεσε τις ωτασπίδες και μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Έμεινε έκθαμβος από το πλήθος και την ομορφιά αυτών των ρολογιών, που ήταν στολισμένα με κάθε λογής παραστάσεις.
     - Ποιο είναι το χαλασμένο ρολόι; είπε δυνατά, αφού δεν άκουγε με τις ωτασπίδες.
     - Δε θυμάμαι ποιο απ'όλα, είπε με νοήματα ο γερο-Χρόνος. Βλέπεις, είναι πάρα πολύς καιρός που τα αγόρασα.
     Και ο ρολογάς βάλθηκε να ψάχνει το χαλασμένο ρολόι ανάμεσα σε όλα εκείνα τα θαυμάσια ρολόγια και κάθε τρεις και λίγο ξεχνούσε τον σκοπό του και απόμενε να θαυμάζει...
     - Αργείς ακόμα; του είπε ο γερο-Χρόνος ύστερα από λίγο. Η εγγονή μου κοντεύει να πάθει υστερία...
     - Είναι δύσκολο να το εντοπίσω χωρίς να ακούω, είπε και ο ρολογάς και συνέχισε το ψάξιμο.
     Και ύστερα από αρκετό ψάξιμο και πολύ περισσότερο χάζεμα, ο ρολογάς το εντόπισε το χαλασμένο ρολόι. Ήταν ένα ρολόι με χρυσό περίβλημα, και μια παράσταση χιονισμένου τοπίου επάνω. Μόνο που οι νιφάδες του χιονιού είχαν σταματήσει να πέφτουν.
     - Αυτό είναι! είπε ο ρολογάς και ξεκρέμασε το ρολόι από τον τοίχο.
     Και το άνοιξε, και φόρεσε στο μάτι του το μεγεθυντικό του φακό, και άρχισε να βγάζει ένα-ένα τα γραναζάκια και τα ελατήρια του ρολογιού. Και ανακάλυψε ότι ένα μικρό, τόσο δα, γραναζάκι, είχε χάσει μερικά δοντάκια.
     - Πού τα έχασες τα δόντια σου; ρώτησε ο ρολογάς το γραναζάκι.
     Εκείνο κατέβασε το κεφάλι του και ντροπιασμένο ομολόγησε ότι έτρωγε πολλά γλυκά και δεν έπλενε τα δόντια του πριν πάει για ύπνο.
     - Δεν το ξέρεις ότι αυτός είναι ο πιο σίγουρος τρόπος να χάσεις τα δόντια σου; του είπε ο ρολογάς και έβαλε στο γραναζάκι μέσα στο κουτί με τα άρρωστα γρανάζια.
     Ύστερα έβγαλε από την τσάντα του ένα άλλο γρανάζι.
     - Ποια είναι η πρώτη φροντίδα το πρωί και η τελευταία το βράδυ; το ρώτησε.
     - Το πλύσιμο των δοντιών! είπε δυνατά το γρανάζι και χαμογέλασε, δείχνοντας όλα τα δόντια του.
     - Κοίτα να με βγάλεις ασπροπρόσωπο, είπε ο ρολογάς και τοποθέτησε το γρανάζι στη θέση του φαφούτικου.
     Ύστερα, ξαναέβαλε, ένα-ένα, όλα τα γρανάζια και τα ελατήρια που είχε το ρολόι, το έκλεισε και το κούρδισε. Και οι νιφάδες του χιονιού άρχισαν να πέφτουν στο χιονισμένο τοπίο και ήταν μια μαγεία!
     Ο ρολογάς κρέμασε το ρολόι πίσω στη θέση του και βγήκε από το δωμάτιο των ρολογιών.
     - Κουράστηκα, αλλά τα κατάφερα, είπε στο γερο-Χρόνο.
     - Για να δούμε, είπε και ο γερο-Χρόνος και πήγε στο ημερολόγιο.
     Και προς μεγάλη του χαρά, το ημερολόγιο έδειχνε 15 Ιανουαρίου.
     - Επιτέλους! είπε.
     Ο γερο-Χρόνος τέντωσε το αυτί του να ακούσει. Ησυχία! Το σπίτι είχε επιστρέψει στην ομαλότητα.
     - Παππού! ακούστηκε η φωνή της 15ης Ιανουαρίου και ο γερο-Χρόνος τινάχτηκε ανήσυχος.
     - Τι τρέχει πάλι; είπε.
     - Πώς σου φαίνεται το φόρεμά μου; ρώτησε η εγγονή του. Δεν είναι πολύ ωραίο;
     - Ωραίο είναι.
     - Και τα μαλλιά μου πώς σου φαίνονται;
     - Ωραία.
     - Όλα είναι έτοιμα, παππού. Και το σαλόνι είναι πολύ όμορφα στολισμένο, με πολύχρωμα μπαλόνια και με γλυπτά από πάγο, και τα βάζα είναι γεμάτα με λουλούδια. Και τα φαγητά είναι όλα πεντανόστιμα, αν πεις, δε, για την τούρτα...υπέροχη! Μα, εσύ, παππού, ακόμα δεν ντύθηκες, πώς θα υποδεχτούμε τους καλεσμένους; Βιάσου, όπου να'ναι έρχονται!
     Και ο γερο-Χρόνος ξανασηκώθηκε από την πολυθρόνα του και βιάστηκε να πάει να αλλάξει, αλλιώς ποιος την ακούει την γκρινιάρα τη 15η Ιανουαρίου;

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Της τύχης και των κυκλωμάτων


    Το πώς ήρθαν οι γιορτές, ούτε που το κατάλαβε η Πίπη. Πολλά τα τρεχάματα στη δουλειά, είχε πέσει και είχε χτυπήσει και ο Κλαδευτηροχέρης και έμεινε στο κρεβάτι πάνω από μήνα, στο τσακ πρόλαβε πάλι να στολίσει το Χριστουγεννιάτικο δέντρο της. Παραμονή Χριστουγέννων το βράδυ, και εκείνη συναρμολογούσε, και κρεμούσε φωτάκια και στολίδια... 
     Τουλάχιστον, πρόλαβε να αγοράσει και δύο καινούργια στολίδια για το δέντρο της, τελευταία στιγμή και αυτό. Βλέπετε, από όταν μετακόμισε στη Χώρα του διαμερίσματος και άρχισε να στολίζει το δικό της δέντρο, είχε αποφασίσει ότι κάθε χρόνο θα αγόραζε ένα-δυο καινούργια στολίδια, ούτως ώστε κανένα δέντρο να μην είναι ακριβώς ίδιο με εκείνο της προηγούμενης χρονιάς. Και ενώ στην αρχή το δέντρο της είχε ελάχιστα στολίδια (κάτι που συμπλήρωνε με φιόγκους ή γλειφιτζούρια), σιγά-σιγά άρχισε να γεμίζει και τώρα έχει τόσα που δεν ξέρει πια πού να τα πρωτοκρεμάσει...
     Και ήρθε η σημερινή μέρα, η μέρα του ξεστολίσματος, και αυτή πάντα είναι μια δύσκολη μέρα για την Πίπη, επειδή το έχει συνηθίσει πια το δέντρο και δε θέλει να το ξεστολίσει... Αλλά, επειδή είναι λογικός άνθρωπος η Πίπη, ξέρει ότι το ξεστόλισμα δεν μπορεί να το αποφύγει. Και έτσι, ξεκίνησε να ξεστολίζει.
     Πήρε, λοιπόν, το κουτί όπου βάζει τα στολίδια και πήγε κοντά στο δέντρο, για να αρχίσει το ξεστόλισμα. Και εκεί που ανοίγει το κουτί και αρχίζει να βγάζει τα χαρτιά με τα οποία τυλίγει τα στολίδια, τι βλέπει; Ότι μέσα στο κουτί υπήρχαν κι άλλα τρία στολίδια! Τρία στολίδια που είχαν μείνει τυλιγμένα μέσα στα χαρτιά, και συγκεκριμένα, ένας Άγιος Βασίλης, ένας χιονάνθρωπος και ένα αγγελάκι.
     - Πώς τα ξέχασα αυτά; αναρωτήθηκε η Πίπη.
     Αλλά σκέφτηκε ότι δε θα τα πρόσεξε, μέσα στη βιασύνη της να στολίσει το δέντρο τελευταία στιγμή, και η απορία της λύθηκε.
     - Γιατί δε μου φωνάξατε όταν είδατε ότι σας ξέχασα; τα ρώτησε.
     - Φυσικά και φώναξα, είπε ο Άγιος Βασίλης. Φώναζα συνέχεια "Χο-χο-χο!", αλλά πόνεσε ο λαιμός μου και στο τέλος σταμάτησα να φωνάζω.
     - Εγώ προσπάθησα να βγω από το κουτί, είπε ο χιονάνθρωπος, αλλά το είχες κλείσει καλά και δεν μπορούσα.
     Το αγγελάκι δεν είπε τίποτα. Ήταν πολύ ντροπαλό.
     - Και καλά εγώ, είπε η Πίπη και στράφηκε προς τα στολίδια που κρέμονταν από το δέντρο, εγώ δεν τα είδα, εσείς δεν μπορούσατε να πείτε τίποτα;
     - Εγώ δεν κατάλαβα τίποτα, είπε ένας άλλος χιονάνθρωπος, που φορούσε ένα μαύρο καπέλο, αλλά το καπέλο το είχε κατεβάσει τόσο χαμηλά, που η Πίπη δεν μπορούσε να δει αν έλεγε αλήθεια ή ψέματα.
     - Ούτε εγώ το κατάλαβα, είπε ένας άλλος χιονάνθρωπος, με σκουφί και κασκόλ, και τα μάγουλά του κοκκίνησαν ελαφρά...
     - Εγώ δεν έβλεπα τίποτα από εδώ ψηλά, είπε ένα αγγελάκι με φουσκωτά μάγουλα.
     Τα μάγουλά του δεν κοκκίνησαν, αλλά της Πίπης της φάνηκε ότι το στεφανάκι του χοροπήδησε λίγο...
     - Τι βεντετισμοί είναι αυτοί; είπε η Πίπη. Δε σας έχω πει ότι θα πρέπει να είστε όλα αγαπημένα; Τόσο πολύ θα σας πείραζε να έβαζα και αυτά τα τρία στολίδια στο δέντρο;
     - Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς, είπε ένας Άγιος Βασίλης με κόκκινα μάγουλα και φουσκωτή κοιλιά. Εμείς έχουμε πάντα την αγκαλιά μας ανοιχτή.
     - Ναι, σας θυμάμαι και από πέρυσι, είπε η Πίπη. Ένα ινδικό στολίδι έφερα και σχεδόν κάνατε επανάσταση!
     - Όκι, όκι, είπε το ινδικό στολίδι, όλα τα παιντιά εντώ με ποροσέκουν, είναι πολύ καλά παιντιά.
     Ένας τάρανδος εκεί παραδίπλα φάνηκε να μαζεύει τα πίσω πόδια του...
     - Είναι αλήθεια, είπε ο τάρανδος, τον προσέχουμε, και μάλιστα πολύ!
     - Θα έπρεπε να ντρέπεστε! είπε η Πίπη και άρχισε να ξεστολίζει το δέντρο.
     - Μα γιατί το λες αυτό; είπε ένα αστεράκι, αλλά η Πίπη δεν απάντησε.
     Και το ξεστόλισμα ξεκίνησε. Ένα-ένα, τα στολίδια ξεκρεμάστηκαν και ξαναμπήκαν στο κουτί. Μαζεύτηκαν και τα φωτάκια, αποσυναρμολογήθηκε και το δέντρο, όλα έτοιμα για την αποθήκη. 
     Αλλά η Πίπη ακόμα αισθανόταν ένοχη, που ξέχασε τα τρία αυτά στολίδια, και που τώρα θα περιμένουν έναν χρόνο για να ξαναστολίσουν το δέντρο.
     - Τι να κάνω για να εξιλεωθώ; αναρωτήθηκε η Πίπη.
     Και αποφάσισε να αφιερώσει στα τρία παραπεταμένα στολίδια την πρώτη ανάρτηση της νέας χρονιάς. 
     - Θα γράψω μια ανάρτηση για εσάς, τους είπε. 
     Και τότε ακούστηκε ένα κρακ! και η Πίπη άνοιξε το κουτί με τα στολίδια. Και είδε ότι μία γριά μπάλα είχε σπάσει. Να έσκασε από το κακό της; Να έφαγε καμιά γερή κλωτσιά, μέσα στο κουτί;
     - Όταν λέω εγώ ότι είστε κομπλεξικά... μονολογούσε η Πίπη, καθώς μάζευε τα κομμάτια της σπασμένης μπάλας.
     Και το μόνο σίγουρο είναι ότι του χρόνου η Πίπη θα έχει ένα στολίδι λιγότερο.

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Απεργιακές κινητοποιήσεις



     Τελευταία νέα από το στρατηγείο του Άη-Βασίλη. Συνεχίζεται για τρίτη εβδομάδα η απεργία των ξωτικών που εργάζονται στις παραδόσεις. Υπενθυμίζουμε ότι τα ξωτικά ξεκίνησαν την απεργία τους διεκδικώντας ανταλλαγή πόστου με τα ξωτικά που εργάζονται στις κατασκευές και στις συσκευασίες.
     Σύμφωνα με το συνδικαλιστικό εκπρόσωπο των ξωτικών που εργάζονται στις παραδόσεις, τα ξωτικά ουσιαστικά διεκδικούν ίσα δικαιώματα με τους υπόλοιπους συναδέλφους τους που εργάζονται σε συνθήκες ελεγχόμενης θερμοκρασίας και υγρασίας, κάτι το οποίο είναι αδύνατο για όσους εργάζονται στις παραδόσεις, καθώς εκείνοι εκτίθενται σε εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες. Να θυμίσουμε ότι οι παραδόσεις συνεχίζουν να γίνονται με απαρχαιωμένα, ανοιχτά έλκηθρα, χωρίς ούτε καν θερμαινόμενα καθίσματα, με αποτέλεσμα τα ξωτικά που συνοδεύουν τον Άη-Βασίλη στις παραδόσεις να ταλαιπωρούνται από επίμονο συνάχι και, σε μερικές περιπτώσεις, να παθαίνουν και κρυοπαγήματα.
     Ο συνδικαλιστικός εκπρόσωπος των ξωτικών τόνισε ότι η απεργία θα συνεχιστεί όσο χρειαστεί, μέχρι να επιτευχθεί ο στόχος, που είναι η ισότητα όλων των εργαζομένων ή, τουλάχιστον, η εναλλαγή των ξωτικών στις διάφορες θέσεις, ούτως ώστε να εξομαλυνθούν οι ανισότητες. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του συνδικαλιστικού εκπροσώπου, ήρθε ο καιρός του εκσυγχρονισμού, καθώς το λεγόμενο job rotation είναι μία συνήθης πρακτική σε όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις και είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσει σε σύσφιξη των σχέσεων όλων των τομέων παραγωγής.
     Στον αντίποδα των δηλώσεων αυτών, ο εκπρόσωπος των ξωτικών που εργάζονται στις κατασκευές δήλωσε ότι η εναλλαγή δεν μπορεί να γίνει, καθώς η κατασκευή παιχνιδιών απαιτεί πολυετή εκπαίδευση και υψηλό επίπεδο εξειδίκευσης, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση των παραδόσεων. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο εκπρόσωπος των ξωτικών που εργάζονται στις συσκευασίες, εξέφρασε την άποψη ότι η συσκευασία απαιτεί καλλιτεχνικό αισθητήριο και λεπτούς χειρισμούς, κάτι που δεν αποτελεί απαραίτητο προσόν για όσους εργάζονται στις παραδόσεις.
     Από το περιβάλλον του Άη-Βασίλη εκφράστηκε η άποψη ότι ο χρόνος που επιλέχθηκε για τις κινητοποιήσεις δεν είναι ο κατάλληλος, καθώς τέτοια εποχή εκατομμύρια παιδιά περιμένουν τα δώρα τους και η Πρωτοχρονιά κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα, και ότι ο ίδιος είναι πρόθυμος να συζητήσει τα αιτήματα των ξωτικών, αμέσως μετά την Πρωτοχρονιά. Καθώς, όμως, η πλευρά των ξωτικών αρνήθηκε να διακόψει την απεργία, από το περιβάλλον του Άη-Βασίλη εκδόθηκε έκτακτο ανακοινωθέν, σύμφωνα με το οποίο προτείνεται να δοθούν στα ξωτικά που εργάζονται στις παραδόσεις βαρέα και ανθυγιεινά ένσημα, ούτως ώστε να αντισταθμιστούν οι διαφορές, καθώς επίσης και ότι είναι υπό συζήτηση πρόταση για συνταξιοδότηση σε μικρότερη ηλικία από τα υπόλοιπα ξωτικά.
     Ο εκπρόσωπος των ξωτικών που εργάζονται στις κατασκευές δήλωσε ότι το όριο της συνταξιοδότησης πρέπει να παραμείνει ενιαίο και αν υπάρξει μείωση, αυτή να ισχύσει για όλους τους κλάδους, κάτι με το οποίο συμφώνησε και ο εκπρόσωπος των ξωτικών που εργάζονται στις συσκευασίες. Ο εκπρόσωπος του Άη-Βασίλη δήλωσε ότι μία μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης κατά δέκα χρόνια ουδόλως θίγει τα κεκτημένα εργατικά δικαιώματα, και ότι αποτελεί ένα είδος απονομής εργατικής δικαιοσύνης, καθώς οι συνθήκες εργασίας των εργαζομένων στις παραδόσεις υπολείπονται, κατά κοινή ομολογία, εκείνων των υπολοίπων εργαζομένων.
     Σε μία προσπάθεια να βρεθεί μία συμβιβαστική λύση, η σύζυγος του Άη-Βασίλη προσφέρθηκε να πλέξει μάλλινα σκουφιά, κασκόλ και χοντρές κάλτσες για τα ξωτικά που εργάζονται στις παραδόσεις, καθώς επίσης και μάλλινα καλύμματα για τα καθίσματα των ελκήθρων. Αυτό έγινε εν μέρει αποδεκτό από την πλευρά του Άη-Βασίλη, καθώς η ενασχόληση της συζύγου του με το πλέξιμο σκουφιών, κασκόλ, καλτσών και καλυμμάτων σημαίνει ότι θα απουσιάζουν οι συνταγές-υπερπαραγωγή από το Πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, λόγω έλλειψης χρόνου. Ο Άη-Βασίλης βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με τη σύζυγό του, ούτως ώστε να μη λείψει, τουλάχιστον, από το Πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, η σούπα από κάστανο, που είναι η αγαπημένη του, καθώς επίσης και η πουτίγκα με δαμάσκηνα, κουκουνάρια και μαρμελάδα αγριοκέρασου, που αποτελεί την αδιαμφισβήτητη σπεσιαλιτέ της.
     Σε έκτακτη γενική συνέλευση των ξωτικών συζητήθηκαν οι προτάσεις του Άη-Βασίλη, οι οποίες όμως κρίθηκαν ανεπαρκείς από την πλειοψηφία. Τα ξωτικά που εργάζονται στις μεταφορές θεωρούν ότι τα μάλλινα σκουφιά κτλ. θα βελτιώσουν λίγο την κατάσταση, αλλά δε θα επιλύσουν το πρόβλημα και προτείνουν τη χορήγηση ειδικών, ισοθερμικών στολών και εσωρούχων. Ο Άη-Βασίλης δήλωσε ότι είναι πρόθυμος να συζητήσει μία τέτοια λύση, μόνο που θα πρέπει να βρεθεί τρόπος οι ισοθερμικές στολές να μοιάζουν με παραδοσιακές στολές ξωτικών.
     Καθώς οι συνομιλίες γίνονται πλέον σε πνεύμα συναίνεσης, η πιθανότητα συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών είναι αυξημένη. Ευχή όλων μας είναι το έλκηθρο του Άη-Βασίλη να πετάξει στον ουρανό και η παράδοση των δώρων να έχει ολοκληρωθεί μέχρι το πρωί της Πρωτοχρονιάς. Αν, παρ'όλα αυτά , υπάρξουν καθυστερήσεις στις παραδόσεις, μην στενοχωριέστε και μην απελπίζεστε. Στο τέλος, όλα θα τακτοποιηθούν. Απλώς κάντε λίγη υπομονή. Λόγω της ημέρας.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Εκπλήρωση προορισμού

     Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα έλατο. Δηλαδή, δεν υπήρχε μόνο ένα έλατο, αλλά αυτό το έλατο δεν ήταν όπως τα άλλα. Ήταν λίγο καχεκτικό, πολύ αδύνατο, και είχε σοβαρά προβλήματα φυλλόπτωσης, που καθώς φαίνεται ήταν κληρονομικά, καθώς από το σόι του μπαμπά του ήταν όλοι φαλακροί.
     Η ιδιαιτερότητα αυτή του έλατου δε θα ήταν ίσως τόσο σημαντική, αν δε μεγάλωνε ανάμεσα σε άλλα έλατα, καλοζωισμένα και στρουμπουλά, και με πυκνό φύλλωμα, τα οποία, όχι μόνο καμάρωναν για τον εαυτό τους, αλλά χαίρονταν κιόλας να κομπάζουν δίπλα στο ελατάκι, κάνοντάς το να νιώθει ακόμα πιο άσχημα. Παρ'όλ'αυτά, το ελατάκι μεγάλωνε, όπως μεγάλωναν και τα υπόλοιπα έλατα γύρω του...
     Και έφτασε ο καιρός που τα έλατα μεγάλωσαν αρκετά και που πλησίαζε ο καιρός να εκπληρώσουν τον προορισμό τους. Και ο τότε ο τόπος γέμισε ξυλοκόπους, που μετρούσαν και που εξέταζαν, και που αποφάσιζαν ποιο έλατο έκανε για χριστουγεννιάτικο δέντρο και ποιο όχι... Και ένα-ένα, τα έλατα έφευγαν μέσα σε φορτηγά, και αποχαιρετούσαν το μέρος που γεννήθηκαν με χαρές και με τραγούδια.
     Το καχεκτικό έλατο είχε μεγαλώσει και αυτό, είχε ψηλώσει και είχε δυναμώσει, αλλά η φυλλόπτωση συνέχιζε να το ταλαιπωρεί, είπαμε, το πρόβλημα ήταν κληρονομικό... Και οι ξυλοκόποι που μετρούσαν, που εξέταζαν και που αποφάσιζαν, το προσπερνούσαν χωρίς να του δίνουν την παραμικρή σημασία.
     Τα βράδια, που κοιμόταν, το έλατο ονειρευόταν ότι το έπαιρναν και εκείνο, και ότι το έβαζαν σε ένα φορτηγό, και ότι το πήγαιναν σε ένα σπίτι, και το γέμιζαν φωτάκια και λογής-λογής στολίδια, και ότι όλοι το θαύμαζαν. Και το έλατο αισθανόταν πολύ περήφανο για τον εαυτό του. Και τεντωνόταν και ψήλωνε λίγο ακόμα.
     Όμως, αυτό γινόταν μόνο στον ύπνο του. Μόλις ξυπνούσε, συνειδητοποιούσε την σκληρή πραγματικότητα και τα δάκρυά του μπερδεύονταν με την πρωινή δροσιά. Πόσο θα ήθελε να το διαλέξουν και εκείνο, έστω και την τελευταία στιγμή! 
     Είχε μείνει μονάχο του τώρα, αφού όλα τα άλλα έλατα είχαν φύγει και, τουλάχιστον, δεν το κορόιδευε κανείς. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για να βγάλει το έλατο από τη δυστυχία του.
     Και έφτασε η παραμονή των Χριστουγέννων. "Τώρα όλα τα άλλα έλατα θα καλοπερνάνε", σκέφτηκε το έλατο και μελαγχόλησε πάλι. "Θα έχουν βρει τη θαλπωρή μιας οικογένειας και θα γιορτάζουν, μέσα στα φώτα και στη χαρά. Ενώ εγώ..."
     Ένα αστεράκι λαμπύρισε στον ουρανό. Μήπως ήταν ένα αστεράκι ευχών; Μακάρι να ήταν. Το έλατο έκανε μια ευχή και το αστεράκι τρεμόπαιξε, σαν να του έκλεισε το μάτι. Και το έλατο αποκοιμήθηκε, μόνο, μέσα στην ερημιά...
     Και το αστεράκι πράγματι την άκουσε την ευχή. Και πήγε στη βασίλισσα του χιονιού και της το είπε. Και η βασίλισσα του χιονιού, που δεν είναι καθόλου κακιά, αλλά έχει μία πολύ ζεστή καρδιά, το λυπήθηκε το έλατο. Και έστειλε χιονονεράιδες, φορτωμένες με στολίδια πολλών ειδών, και εκείνες στόλισαν το έλατο με προσοχή, για να μην το ξυπνήσουν. Και εκείνο το βράδυ, το έλατο ονειρεύτηκε και πάλι ότι ήταν στολισμένο.
     Και όταν άνοιξε τα μάτια του το έλατο, το επόμενο πρωί, ο κόσμος ήταν διαφορετικός και το έλατο νόμιζε ότι συνέχιζε να ονειρεύεται. Όμως δεν ήταν όνειρο. Και τις επόμενες μέρες ο τόπος γέμισε εκδρομείς που πήγαν να χαρούν το χιόνι.
     - Για δείτε εκεί ένα όμορφο δέντρο, σαν χριστουγεννιάτικο είναι! έλεγαν όλοι και το έβγαζαν φωτογραφία.
     Και η αλήθεια ήταν ότι ήταν το μόνο έλατο στην περιοχή, αφού όλα τα άλλα τα είχαν πάρει. Και το έλατο, για πρώτη φορά, απολάμβανε τη μοναδικότητά του και, μυστικά, ευχαριστούσε το αστεράκι των ευχών για το δώρο που του είχε κάνει, να το βοηθήσει να εκπληρώσει τον προορισμό του...

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Το μυστικό της επιτυχίας του

     Για όσους τον γνωρίζουν από μικρό, ο Χειμώνας ήταν ένα φυσιολογικό παιδί, με λαμπερά μάτια και κόκκινα μάγουλα, λίγο κλειστός χαρακτήρας, βέβαια, αλλά με μεγάλες προοπτικές. Συνεπώς, δεν προκάλεσε καμία έκπληξη το γεγονός ότι μεγαλώνοντας, ο Χειμώνας μεταμορφώθηκε σε έναν πρώτης τάξεως νεαρό, σαν τα κρύα τα νερά, που όλες τον έβλεπαν σαν ξερολούκουμο.
     Ο ίδιος δεν έπαιρνε χαμπάρι κανένα από τα συναισθήματα που με την ομορφιά του ξυπνούσε στις γυναίκες, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του το περνούσε στο σπίτι, δίπλα στο τζάκι, διαβάζοντας βιβλία, κατά προτίμηση ογκώδη. Μάταια εκείνες αναστέναζαν, κάθε φορά που τον έβλεπαν να περνάει, καθώς πήγαινε στη δανειστική βιβλιοθήκη, με ένα βιβλίο κάτω από τη μασχάλη του, και μάταια του χάριζαν λουλούδια στην πρώτη ευκαιρία.
     Τα νιάτα όμως περνάνε γρήγορα, και έτσι πέρασαν και τα νιάτα του Χειμώνα, και μια ωραία πρωία ξύπνησε με ρυτίδες στο πρόσωπό του και γκρίζα μαλλιά στους κροτάφους. Και καθώς ο Χειμώνας κοίταζε τον εαυτό του στον καθρέφτη, ένιωσε κάτι μέσα του να ραγίζει. Πώς είχαν περάσει τόσα χρόνια, χωρίς καν να το πάρει είδηση, έτσι που ήταν, όλη μέρα χωμένος στα βιβλία;
     - Μεγαλώνω, σκέφτηκε ο Χειμώνας, και ξαφνικά συνειδητοποίησε κάτι: στον κόσμο υπήρχαν γυναίκες!
     Ο ενθουσιασμός που τον κατέλαβε ήταν μεγάλος και εκείνη κιόλας την στιγμή αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να παντρευτεί. Και δεν άργησε να τον πετύχει τον στόχο του, κι ας είχε γκρίζους κροτάφους. Βλέπετε, και οι γκρίζοι κρόταφοι δίνουν γοητεία.
     Παντρεύτηκε, λοιπόν, ο Χειμώνας, και πήρε μια νέα κοπέλα, ψηλόλιγνη και κομψή, με λευκό σαν χιόνι δέρμα και ρόδινα μάγουλα. Ο γάμος τους έγινε μια όμορφη μέρα που χιόνιζε, και οι χιονονιφάδες έπεφταν επάνω στους νεόνυμφους, λούζοντάς τους με ευχές. Οι καλεσμένοι εντυπωσιάστηκαν από την ομορφιά της νύφης, η οποία φορούσε ένα νυφικό κεντημένο με διαμάντια, που λαμπύριζαν παιχνιδιάρικα σε κάθε της κίνηση. Και ο γαμπρός δεν είχε μάτια παρά μόνο για την όμορφη νυφούλα. Η ευτυχία του δεν περιγραφόταν!
     Ένα ελάττωμα, μόνο, έμοιαζε να έχει η νύφη, και αυτό ήταν ότι έδινε μεγάλη σημασία στην εμφάνισή της. Αγόραζε όλα τα περιοδικά μόδας, για να ενημερώνεται για τις τελευταίες τάσεις, ήταν μονίμως σε δίαιτα για να διατηρεί τη σιλουέτα της και ξόδευε όλα της τα λεφτά σε κρέμες και καλλυντικά, γενικότερα.
     Ο Χειμώνας όλα αυτά τα θεωρούσε υπερβολικά, αλλά από την άλλη ήταν πολύ ερωτευμένος με τη γυναίκα του, οπότε δεν της πήγαινε κόντρα. Και εκείνη συνέχιζε τις δίαιτες και τις κούρες ομορφιάς.
     - Άρχισα να βγάζω ρυτίδες, του είπε μια μέρα, πολύ στενοχωρημένη.
     - Πού τις βλέπεις τις ρυτίδες, μάτια μου; Ιδέα σου είναι.
     - Δεν είναι καθόλου ιδέα μου. Άρχισα να γερνάω σου λέω!
     Και έντρομη όρμησε στο τηλέφωνο για να ψάξει έναν πλαστικό χειρουργό. Μάταια ο Χειμώνας προσπαθούσε να την αποτρέψει, εκείνη δεν άκουγε τίποτα. Από την άλλη, η διαφορά ηλικίας που είχαν οι δυο τους ήταν τέτοια που ο Χειμώνας φοβόταν ότι ανά πάσα στιγμή η γυναίκα του θα γνώριζε κάποιον νέο παιδαρά και θα τον άφηνε για εκείνον. Έτσι, δεν συνέχιζε τις νουθεσίες για πολύ, από φόβο μην την διώξει ο ίδιος μια ώρα αρχύτερα από κοντά του. 
     Και η γυναίκα του άρχισε τις επισκέψεις στους αισθητικούς και στους πλαστικούς. Και μια μέρα ήρθε στο σπίτι κάπως θυμωμένη.
     - Ξέρεις τι φταίει που γερνάω; τον ρώτησε. Και χωρίς να περιμένει απάντηση, πρόσθεσε: το φως.
     Με άλλα λόγια, η γυναίκα του Χειμώνα πίστευε ότι θα έπρεπε να αυξηθεί το σκοτάδι, ούτως ώστε να μπορεί να κοιμάται περισσότερες ώρες και έτσι να τρέφεται η επιδερμίδα της. Και ο Χειμώνας, που δεν ήθελε να της χαλάει χατήρι, άρχισε να μικραίνει τη μέρα.
     - Κι άλλο, έλεγε η γυναίκα του, τι θέλεις, δηλαδή, να πάθω φωτογήρανση;
     Και δωσ'του και μίκραινε ο Χειμώνας τη μέρα και μεγάλωνε τη νύχτα. Και για τη γυναίκα του αυτό δεν αρκούσε. Και ζητούσε όλο και πιο μικρή μέρα, όλο και πιο μικρή, όλο και πιο μικρή... Και η μέρα μίκραινε πολύ και κάπου στο Δεκέμβριο ερχόταν μια μέρα που η μέρα ήταν πραγματικά πολύ μικρή, και τότε η γυναίκα του καθάριζε το πρόσωπό της, έβαζε την κρέμα νυκτός και πήγαινε για ύπνο.
     Και ήταν πολύ όμορφη η γυναίκα του όταν κοιμόταν, πιο όμορφη από όταν ήταν ξύπνια, κι αυτό επειδή δεν γκρίνιαζε για τις ρυτίδες και για τη διάρκεια της μέρας. Και ο Χειμώνας απόμενε να τη θαυμάζει, και ξεχνούσε τις γκρίνιες της, ξεχνούσε και τους φόβους του, μέχρι και που τη συγχωρούσε που τον έβαζε συνέχεια να μικραίνει τη μέρα.
     Και οι άνθρωποι παραπονιούνταν που η μέρα είχε μικρύνει τόσο πολύ, και ανυπομονούσαν να έρθει η Άνοιξη, και ούτε που το φαντάζονταν ότι η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου ήταν το μυστικό της επιτυχίας του γάμου του Χειμώνα.

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Καλπασμός εντός ορίων

     Κλάπα-κλοπ! Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο, καθώς κάλπαζε, και τα μαλλιά του χαμογελαστού καβαλάρη ανέμιζαν στον αέρα. Πού να έτρεχε, άραγε;
     - Πού πας; τον ρώτησα.
     - Δεν βλέπεις που τρέχω; με ρώτησε. Βιάζομαι, μη με καθυστερείς. Πρέπει να διασχίσω κάμπους και βουνά, πεδιάδες, ρυάκια και ποτάμια... Πρέπει να σώσω την αγαπημένη μου πριγκήπισσα, που είναι κλεισμένη σε έναν ψηλό πύργο.
     - Ναι, αλλά μήπως θα έπρεπε να πάρεις τα μέτρα σου;
     Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο.
     - Τι εννοείς; με ρώτησε ο χαμογελαστός καβαλάρης.
     - Να, εννοώ αν ξέρεις τι θα συναντήσεις εκεί.
     - Σαν τι θα μπορούσα να συναντήσω, δηλαδή;
     - Πώς ξέρεις ότι τον πύργο δεν τον φυλάει ένας άγριος δράκος που βγάζει φωτιές από το στόμα του;
     - Λες;
     Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο.
     - Φυσικά. Και τότε τι θα κάνεις; Ούτε πανοπλία φοράς, ούτε κράνος, για να μην πω για το σπαθί σου, που δεν ξέρω πού το άφησες...
     - Το σπαθί μου το άφησα προχθές στο σπίτι του ξαδέρφου μου, όπου μονομαχήσαμε μέχρις εσχάτων, και είναι τυχερός που σκέφτηκα το αίμα που μας συνδέει και τον άφησα να ζήσει.
     - Μήπως να πήγαινες να το πάρεις το σπαθί σου;
     - Α, μπα, εμένα δε μου χρειάζεται τίποτα, αν χρειαστεί μπορώ να παλέψω και σώμα με σώμα.
     Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο.
     - Σώμα με σώμα με έναν δράκο που βγάζει φωτιές από το στόμα του; Πολύ αισιόδοξο σε βρίσκω!
     - Δε θα υπάρχει δράκος, την τελευταία φορά που άκουσα να μιλάνε για δράκο εννοούσαν κάποιο κινέζικο εστιατόριο.
     - Κι αν υπάρχει;
     - Δε θα υπάρχει, σου λέω! Πιο πιθανό είναι να υπάρχουν φρουροί διασκορπισμένοι γύρω από τον πύργο.
     - Και θα παλέψεις μόνος σου με όλους;
     - Ξέρω καράτε, απάντησε.
     Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο.
     - Και το καράτε νομίζεις ότι φτάνει;
     - Φτάνει και περισσεύει. Εξάλλου, όλα στο μυαλό είναι...
     - Αυτό βλέπω! Και καλά, ας υποθέσουμε ότι είσαι πανέτοιμος να αντιμετωπίσεις δράκους και φρουρούς... Πώς θα ανέβεις στον πύργο, χωρίς αναρριχητικό εξοπλισμό; Ούτε ένα σκοινί δεν κουβαλάς.
     - Δεν χρειάζομαι αναρριχητικό εξοπλισμό, θα με ανεβάσει στον πύργο το άλογό μου!
     Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο.
     - Σοβαρολογείς; Το άλογο θα σε ανεβάσει στον πύργο;
     - Φυσικά, δεν το βλέπεις πώς καλπάζει; Σε δεκαπέντε οροσειρές με έχει ανεβάσει μέχρι τώρα, σε έναν πύργο θα κωλώσει; Και μη μου πεις ότι ο πιο ψηλός πύργος είναι ψηλότερος από το πιο χαμηλό βουνό...
      - Δεν είναι, αλλά...
     - Δεν ακούω τίποτα, είπε ο χαμογελαστός καβαλάρης και σπιρούνιασε το άλογό του.
     Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο.
     - Και ας υποθέσουμε ότι ανεβαίνεις στον πύργο...
     - Όχι "ας υποθέσουμε", θα ανέβω σου είπα!
     - Πώς θα κατέβεις στη συνέχεια;
     - Μα τι χαζή ερώτηση είναι αυτή; Όπως ανέβηκα!
     Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο.
     - Θα πηδήξεις από εκεί επάνω;
     - Αμ, πώς αλλιώς;
     - Και δε θα χτυπήσεις;
     - Θα έχω μαζί μου την πριγκήπισσα, και θα χρησιμοποιήσω το φαρδύ της φόρεμα σαν αλεξίπτωτο, βλέπεις που τα έχω σκεφτεί όλα;
     Κλάπα-κλοπ!
     - Ε, τι να πω, μάλλον..., απάντησα και όπως έκανα να στρίψω ακούστηκε ένα κλαπ... και το άλογο ακινητοποιήθηκε!
     Αρχικά απόρησα, αλλά ύστερα το κατάλαβα: είχε τελειώσει το κέρμα.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Σύλληψη δραπέτη


       Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα φουλάρι ζωηρό. 
     - Αχ, έλεγε και ξανάλεγε, πόσο θα ήθελα να ζήσω ελεύθερο, να πηγαίνω όπου θέλω, όποτε θέλω, και όχι να εξαρτώμαι συνέχεια από άλλους!
     Και δωσ'του και αναστέναζε, το ζωηρό φουλάρι. 
    Η κοπέλα που το είχε, το φορούσε αρκετά συχνά, αλλά το τύλιγε γύρω από το λαιμό της σφιχτά, και δεν του άφηνε πολλά περιθώρια. Και το ζωηρό φουλάρι ασφυκτιούσε, παρ'όλο που της κοπέλας ο λαιμός ήταν τυλιγμένος.
     Όποτε φυσούσε, το ζωηρό φουλάρι ξεθάρρευε και ανέμιζε πιο τσαχπίνικα από ό,τι συνήθως, και χόρευε και τραγουδούσε, ελπίζοντας ότι εκείνη θα ήταν η τυχερή του μέρα. Όμως ακριβώς εκείνη τη μέρα, τη μέρα που φυσούσε, η κοπέλα τύλιγε ακόμα πιο σφιχτά το φουλάρι γύρω από το λαιμό της, και η απελπισία τύλιγε το φουλάρι, όπως εκείνο τύλιγε το λαιμό της κοπέλας...
    Και ο καιρός περνούσε, και πότε φυσούσε, πότε δε φυσούσε, και το φουλάρι πάντα προσπαθούσε να απελευθερωθεί και πάντα αποτύχαινε.
     Ώσπου μια μέρα ο καιρός αγρίεψε πολύ, και ο άνεμος άρχισε να φυσάει δαιμονισμένα. Και τόσο δυνατά φυσούσε ο αέρας, που σήκωνε τα πεσμένα ξερά φύλλα και τα έβαζε να χορεύουν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο αέρας έπιανε και τα κλαδιά των δέντρων και τα κουνούσε πέρα-δώθε δυνατά. Και όπως κουνιούνταν τα κλαδιά των δέντρων, έμοιαζε λες και τα δέντρα μοιρολογούσαν...
     Το ζωηρό φουλάρι εκείνη τη μέρα ήταν απλωμένο σε σκοινί, πιασμένο με δύο μανταλάκια. Το είχε πλύνει η κοπέλα και το είχε απλώσει για να στεγνώσει. Και καθώς φυσούσε ο αέρας, το φουλάρι χόρευε ανόρεχτα και σκεφτόταν πόσο τυχερά ήταν τα ξερά φύλλα. Και εκεί που φυσούσε ο αέρας και τα μανταλάκια έσφιγγαν το φουλάρι, εκείνο σκέφτηκε ότι θα μπορούσε, ίσως, να δραπετεύσει. Και σιγά-σιγά και με επιμονή, το φουλάρι χαλάρωσε την σφιχτή λαβή του ενός μανταλακιού. Και επειδή το άλλο μανταλάκι άρχισε να γελάει και να κοροϊδεύει το πρώτο, δίνει μια το φουλάρι και με την επόμενη ριπή του ανέμου βρέθηκε να πετάει στον ουρανό, αγκαλιά με τα ξερά φύλλα!
     Η ευτυχία του δεν περιγραφόταν! Αισθανόταν ελαφρύ και, κυρίως, ελεύθερο. Τίποτα πια δεν το κρατούσε δεμένο στη γη, ούτε λαιμός κοπέλας, ούτε μανταλάκια. Και το ζωηρό φουλάρι βάλθηκε να χορεύει και να γελάει, ακολουθώντας τον άνεμο στο μανιασμένο του διάβα. Η γη φαινόταν πολύ μακριά τώρα και όλα επάνω της, τα σπίτια, τα δέντρα, οι άνθρωποι, φαίνονταν πολύ μικρά. Οι ακτίνες του ήλιου έπαιζαν κυνηγητό τριγύρω του και τα γέλια τους αντηχούσαν απ'άκρη σ'άκρη στον ουρανό.
     Ώσπου, ο άνεμος άρχισε να κουράζεται και η ταχύτητά του να μειώνεται. Οι ηλιαχτίδες άρχισαν να επιστρέφουν ψηλά στον ουρανό και τα γέλια τους σταμάτησαν να ακούγονται. Και τα ξερά φύλλα, μαζί τους και το ζωηρό φουλάρι, άρχισαν να χάνουν ύψος... Και τώρα όλα όσα βρίσκονταν επάνω στη γη, τα σπίτια, τα δέντρα, οι άνθρωποι, άρχισαν να φαίνονται όλο και πιο μεγάλα. Και το ζωηρό φουλάρι όλο και έχανε ύψος. Και, ξαφνικά, εκεί που περνούσε πετώντας δίπλα από ένα δέντρο, το δέντρο έκανε μία χραπ! και το γράπωσε.
     Και το ζωηρό φουλάρι άρχισε να χτυπιέται και να προσπαθεί να απαγκιστρωθεί από το δέντρο, αλλά μάταια. Και τα ξερά φύλλα συνέχισαν να χορεύουν στον αέρα, και να περνάνε από δίπλα του, αλλά το φουλάρι, που πια δεν ήταν τόσο ζωηρό, δεν μπορούσε πια να πετάξει.
     - Τόσο, λοιπόν, κράτησε η χαρά μου; αναρωτήθηκε το φουλάρι. Τόσο, όσο κρατάει ένα όνειρο;

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Εκεί που δεν τα έσπειραν


     - Γαβ! ακούστηκε και το μωρό πετάχτηκε από τον ύπνο του.
     - Ουά! έκλαψε το μωρό.
     - Γαβ! Γαβ! ξανακούστηκε και η Αρετή Μόρφη, άυπνη εδώ και είκοσι ώρες λόγω του μωρού, έτρεξε να το ηρεμήσει.
     - Έλα, έλα, καλό μου, ηρέμησε, είπε η Αρετή Μόρφη στο μωρό. Νάνι, νάνι...
     - Γαβ! άκουσε και ο Γεράσιμος Εικοσάρης, συνταξιούχος σιδηροδρομικός υπάλληλος, σήκωσε το κεφάλι του από την εφημερίδα και αναρωτήθηκε μήπως ήταν ο Φρίξος, το μικρό κανίς του.
     - Φρίξο! φώναξε ο Γεράσιμος Εικοσάρης. Εσύ είσαι που γαβγίζεις;
     - Γαβ! είπε ο Φρίξος και κούνησε την ουρά του εννοώντας "όχι".
     - Γαβ! Γαβ! Γαβ! άκουσε και η Τζίνα Πεντανότα, καθηγήτρια πιάνου, και χάιδεψε τη Μίτση, τη σιαμέζα γατούλα της που, τρομαγμένη από το γάβγισμα, έτρεξε στην αγκαλιά της.
     - Μη φοβάσαι, μικρούλι μου, είπε η Τζίνα Πεντανότα στη Μίτση, δε θα αφήσω εγώ κανέναν να σε πειράξει, ακούς;
     - Νιάου, είπε η Μίτση εννοώντας "Τι;".
     Ένα-ένα, τα σπίτια της γειτονιάς έστρεψαν την προσοχή τους στα γαβγίσματα που ακούγονταν.
     - Από πού έρχονται αυτά τα γαβγίσματα; αναρωτήθηκε ο Στέφανος Τουμπής, καθηγητής αγγλικών, που δούλευε σε πιτσαρία. Για ήμερα σκυλιά, πάντως, δεν ακούγονται.
     - Από πού έρχονται αυτά τα γαβγίσματα; αναρωτήθηκε και ο Γεράσιμος Εικοσάρης. Από τον Φρίξο μου, πάντως, όχι.
     - Από πού έρχονται αυτά τα γαβγίσματα; αναρωτήθηκε και η Αρετή Μόρφη. Δε θα μας αφήσουν να κοιμηθούμε αυτά τα σκυλιά. Πάντως, δε φαίνεται να είναι σκυλιά από σπίτι.
     Και ήταν αλήθεια. Τα γαβγίσματα δε ήταν γαβγίσματα σκύλων καλοαναθρεμμένων, με τρόπους, με την ωραία τους την σκυλοτροφή, με τα μπισκότα τους, με τα ψεύτικα κόκαλα για την τερηδόνα, με τα κολλάρα για τους ψύλλους... Όχι, κάθε άλλο. Ήταν γαβγίσματα άγριων σκύλων, σκύλων που μεγάλωναν μόνοι τους, χωρίς αφεντικό, χωρίς σίγουρη τροφή αλλά και χωρίς περιορισμό.
     Όλη η γειτονιά σηκώθηκε στο πόδι. Αυτοί που είχαν σκύλο ανησύχησαν μήπως τα άγρια γαβγίσματα που ακούγονταν τον ξεσήκωναν και εκείνον. Αυτοί που είχαν γάτα ανησύχησαν μήπως η γάτα τους έπεφτε θύμα των άγριων εκείνων σκύλων σε κάποια από τις ρέμπελες βόλτες της. Αυτοί που δεν είχαν ούτε σκύλο, ούτε γάτα, προσπαθούσαν να καταλάβουν από πού έρχονταν τα γαβγίσματα και σκέφτονταν σοβαρά να φωνάξουν τον μπόγια...
     Με όλα αυτά, τα γαβγίσματα ούτε σταμάτησαν, ούτε μειώθηκαν. Και όλη η γειτονιά αντηχούσε από τα γαβγίσματα.
     Οι γείτονες αποφάσισαν να ψάξουν τα άγρια σκυλιά που τους είχαν χαλάσει την ησυχία. Χωρίστηκαν σε ομάδες. Η μία ομάδα πήγε προς τη μία κατεύθυνση, η άλλη προς την άλλη. Έψαξαν πίσω και κάτω από αυτοκίνητα, πίσω και μέσα σε κάδους σκουπιδιών, σε πλατείες, σε νησίδες, σε παιδικές χαρές, τίποτα.
     Κι όμως, κάπου υπήρχαν σκυλιά, και μάλιστα άγρια. Κάπου υπήρχαν άγρια σκυλιά που γάβγιζαν και που αποτελούσαν κίνδυνο για την ηρεμία και την τάξη της γειτονιάς. Οι ομάδες περιπολίας ξανακοίταξαν τα αυτοκίνητα, τους κάδους, τις πλατείες, τις νησίδες, τις παιδικές χαρές, χωρίς αποτέλεσμα. Όλοι γύρισαν στα σπίτια τους κατάκοποι και άπρακτοι.
     - Τίποτα! είπε ο Σωκράτης Φούντας και ξάπλωσε στον καναπέ.
     - Ούτε ίχνος! είπε ο Γιάννης Καρφίτσας και σωριάστηκε σε μια καρέκλα.
    - Τζίφος! είπε και ο Πέτρος Στριφτάρης και κάθησε να δει τηλεόραση.
     Κι όμως, αν είχαν ψάξει λίγο πιο προσεκτικά, αν είχαν τα μάτια τους περισσότερο ανοιχτά, θα τα είχαν εντοπίσει τα άγρια σκυλιά που γάβγιζαν, που είχαν ξεφυτρώσει στη γειτονιά από το πουθενά και που, πιο συγκεκριμένα, είχαν φυτρώσει εκεί που δεν τα έσπειραν.
     Θα τα είχαν εντοπίσει εκεί, ανάμεσα στα ξερά χόρτα, στα θεμέλια μιας εγκαταλελειμμένης οικοδομής. Εκεί, δηλαδή, όπου τα εντόπισα εγώ...


Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Σε αναζήτηση τίτλου

     Τον τελευταίο καιρό, διάφορα γεγονότα απασχολούν το μυαλό της Πίπης και δεν την αφήνουν να σταυρώσει ούτε πρόταση. Μάταια προσπαθεί να βρει ιστορίες, μάταια επιπλήττει τον εαυτό της για τη συγγραφική της απουσία. Οι ιστορίες μάλλον έχουν φτιάξει τις βαλίτσες τους και κάνουν διακοπές. Κάπου ζεστά, υποθέτω. Το θέμα είναι πως οι ιστορίες λείπουν. Και αυτό, το δίχως άλλο, στενοχωρεί την Πίπη. 
     Παρ'όλ'αυτά, η Πίπη ακόμα θυμάται. Και τι θυμάται; Θυμάται ότι σαν σήμερα, έναν χρόνο πριν, ένα φασολάκι μετατράπηκε σε ανθρωπάκι και ξεπήδησε στον κόσμο των ανθρώπων κάνοντάς τον ένα πολύ πιο ενδιαφέρον μέρος για να ζει κανείς. Το ανθρωπάκι, είχε ό,τι έχουν όλα τα ανθρωπάκια: δυο μεγάλα, ερευνητικά μάτια, δυο βελούδινα, φουσκωτά μαγουλάκια, απαλά, σαν μετάξι μαλλάκια, λεπτά χεράκια με μακριά δαχτυλάκια και δυο απαλά πατουσάκια, γεννημένα για φιλάκια.
     Όλοι είπαν ότι ήταν ένα πολύ όμορφο μωρό, κάτι που αποδείχτηκε πως δεν ήταν διόλου αλήθεια, αφού στην πορεία ομόρφυνε κι άλλο! Έτσι, με κάθε επιφύλαξη, τώρα, ναι, το μωρό είναι ένα όμορφο μωρό. Και όχι μόνο αυτό. Είναι η χαρά της ζωής, μέσα στα γέλια και τις τσαχπινιές. Για να μην αναφερθούμε στην άνεση τοπ μόντελ, με την οποία ποζάρει στο φακό... Ούτε να μιλήσουμε για την ταχύτητα με την οποία έμαθε να πατάει τα κουμπιά του τηλεφώνου και να μετακινεί τις φωτογραφίες στα κινητά με οθόνη αφής, κάτι που στους μεγαλύτερους παίρνει πολύ περισσότερο χρόνο...
     Το μωρό πέρασε από όλα τα στάδια που περνάνε συνήθως τα μωρά, και στην παρούσα φάση έχει μεταμορφωθεί σε ένα μαϊμουδάκι, που μιμείται ό,τι βλέπει και δεν πτοείται από τα κάθε λογής εμπόδια που συναντάει στον δρόμο του, δίνοντας μαθήματα υπομονής και, κυρίως, επιμονής και αποδεικνύοντας ότι είναι καμωμένο από την στόφα του νικητή. Λάτρης των ήχων, το ανθρωπάκι τώρα πια μιλάει με μεγάλη επιτυχία τη δική του, μοναδική γλώσσα, είτε μονολογώντας, είτε κουβεντιάζοντας με τους γύρω του και τα "πρρρρρρρρρρρ", τα "μπρδμπλμπρδ", τα "νταμπανταμπανταμπα" και τα "ταμπετάταμπετάταμπετά" πάνε κι έρχονται. Πλάθει κουλουράκια, χτυπάει παλαμάκια, φυσάει, σφυρίζει, τρελλαίνεται να παίζει τύμπανο, και γενικά προσφέρει άφθονη διασκέδαση στους γύρω του, που νομίζουν ότι το ανθρωπάκι δεν ξέρει τι του γίνεται. Κούνια που τους κούναγε...
     Τέλος πάντων, το γεγονός είναι ένα: το ανθρωπάκι, η μικρή τυμπανίστρια, σήμερα έχει γενέθλια και η Πίπη, που όπως όλοι έχουν μάθει είναι μία χαζοθεία άνευ προηγουμένου, αποφάσισε να της κάνει ένα δώρο ειδικά φτιαγμένο για εκείνη. Και ποιο δώρο θα ήταν καλύτερο από μία ιστορία;
     Όμως η Πίπη δυσκολεύεται. Σκέφτηκε, λοιπόν, να αφιερώσει ένα ταιριαστό παραμύθι στην ανηψούλα της, αλλά ποιο;
     Να γράψει για την Ωραία Κοιμωμένη, που μια κακιά μάγισσα τη μάγεψε και την έκανε να αποκοιμιέται μόνο στην αγκαλιά και όχι στο κρεβάτι της, μέχρι να γίνει δεκαέξι ετών; Η Πίπη χαμογελάει, ενθυμούμενη πόσες φορές η Ωραία Κοιμωμένη έχει αποκοιμηθεί και στη δική της αγκαλιά - και, μεταξύ μας, και η Πίπη έχει αποκοιμηθεί αγκαλιά με την Ωραία Κοιμωμένη. Όταν λύνονται τα μάγια και η Ωραία Κοιμωμένη ξυπνάει, σκάει ένα χαμόγελο, μα ένα χαμόγελο... Η Πίπη σκέφτεται το χαμόγελο της Ωραίας Κοιμωμένης, κάθε φορά που λύνονται τα μάγια, και ξεχνάει τι ήθελε να κάνει!
     Α, ναι, να γράψει ένα παραμύθι θέλει! Μήπως να γράψει για την Ραπουνζέλ; Βέβαια, πώς το ξέχασε; Αφού και η ίδια τη μικρή τη φώναζε Ραπουνζέλ στην αρχή. Και η μικρή Ραπουνζέλ είχε κάτι μαλλάκια σαν σαλιγκαράκια, που όμως στη συνέχεια τα σαλιγκαράκια ξεδιπλώθηκαν και τώρα τα μαλλάκια είναι ίσια και μεταξένια, σαν να τα έχουν φτιάξει μεταξοσκώληκες!
     Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, ήταν μια κοπέλα που την έλεγαν Ραπουνζέλ, που μάκραινε τα μαλλιά της, για να τα κάνει μακριές πλεξούδες και να τα ρίξει στο πριγκηπόπουλο, να ανέβει στον πύργο όπου βρισκόταν κλεισμένη και να σκοτώσει τον δράκο που τη φύλαγε νύχτα-μέρα... Η Πίπη σκέφτεται πόσο ενοχλείται η μικρή Ραπουνζέλ όταν της πειράζουν τα μαλλιά και πόσο απεχθάνεται τα τσιμπιδάκια και τα καπέλα. Και ονειρεύεται πότε θα μακρύνουν τα μαλλάκια της για να της τα πλέκει κοτσιδάκια...
     Καλή η Ραπουνζέλ, δε λέω, αλλά μήπως η Σταχτοπούτα είναι πιο ταιριαστή; Για να τα βάλουμε κάτω τα πράγματα... Εντάξει, μητριά δεν υπάρχει, μόνο μια χαζομαμά, και ούτε κακές αδερφές υπάρχουν (τουλάχιστον, όχι ακόμη), αλλά νεραϊδονονά υπάρχει και είναι η Πίπη, αυτό δε σας το είπα, σας το είπα;
     Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, ήταν μια κοπέλα που την έλεγαν Σταχτοπούτα και της άρεσαν οι δουλειές του σπιτιού και ιδιαίτερα το σκούπισμα και το ξεσκόνισμα και που είχε μεγάλα πόδια... Θα ξεχάσει η Πίπη πως της μέτρησαν την πατούσα της μικρής Σταχτοπούτας για να της πάρουν τα βαφτιστικά παπούτσια στο σωστό νούμερο, πως της τα πήραν και ένα νούμερο μεγαλύτερα, αλλά πως το πόδι της μεγάλωσε τόσο γρήγορα που μόλις και μετά βίας πρόλαβε να τα φορέσει; Άραγε, το βασιλόπουλο έχει προνοήσει να της φέρει μεγάλο νούμερο παπούτσι; Καημένη Σταχτοπούτα, δεν είσαι τελικά για γυάλινο γοβάκι...
     Και τότε η Πίπη σκέφτεται τη Χιονάτη, παρ'όλο που το δέρμα της μικρής δεν είναι λευκό σαν το χιόνι. Και μετράει: δύο χαζογονείς, τέσσερεις χαζοπαππούδες και μια χαζοθεία-νεραϊδονονά, το σύνολο εφτά. Και, γεμάτη χαρά που επιτέλους τον βρήκε τον τίτλο, η Πίπη αναφωνεί:
     - Μα πώς και δεν το σκέφτηκα νωρίτερα; Η Χιονάτη και οι εφτά χάνοι!
     Και το παραμύθι συνεχίζεται.
    

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου

     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε μια όμορφη κοπέλα, που το δέρμα της ήταν κατάλευκο σαν το χιόνι, και γι'αυτό την έλεγαν Χιονάτη. Η Χιονάτη ήταν κόρη ενός πλούσιου βασιλιά, που είχε τη δυστυχία να μείνει χήρος πολύ νέος, όταν ακόμα η Χιονάτη ήταν πολύ μικρό κοριτσάκι, και επειδή κάθε κοριτσάκι, ακόμα κι αν είναι λευκό σαν το χιόνι, χρειάζεται μία μαμά, είχε ξαναπαντρευτεί και είχε πάρει μια νέα και όμορφη γυναίκα, που όλος ο κόσμος τη θαύμαζε.
     Η μητριά της Χιονάτης ήταν έξυπνη και δυναμική γυναίκα, είχε όμως ένα αδύνατο σημείο, κι αυτό ήταν η ομορφιά της. Ξόδευε πολλά για την περιποίησή της και οι μασέρ και οι αισθητικοί πηγαινοέρχονταν στο παλάτι κάθε μέρα. Και, παρ'όλο που έβαζε ένα σωρό κρέμες και πρόσεχε τη διατροφή της, πάντα ανησυχούσε στην υποψία μίας ρυτίδας ή μίας άσπρης τρίχας.
     Στο μπουντουάρ της, η μητριά της Χιονάτης είχε ένα μεγάλο καθρέφτη, στολισμένο με πλούσια κορνίζα. Ήταν δώρο του γάμου της με το βασιλιά και της τον είχε δωρίσει η νονά της, που ήταν γυναίκα με πολύ εξεζητημένο γούστο. Ο καθρέφτης αυτός ήταν μαγικός και μιλούσε με ανθρώπινη φωνή, και μόνο στη βασίλισσα. Κάθε πρωί, η βασίλισσα πήγαινε μπροστά του, τον καλημέριζε και τον ρωτούσε:
     - Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η πιο όμορφη γυναίκα στο βασίλειο;
     Και εκείνος της απαντούσε:
     - Γύρισα πόλεις και χωριά, σπίτια μεγάλα και μικρά, κι άλλη καμιά δεν βρήκα, με τη δική σου ομορφιά.
     Και η βασίλισσα ξεκινούσε τη μέρα της πολύ χαρούμενη, γνωρίζοντας ότι οι κρέμες και οι περιποιήσεις έπιαναν τόπο.
     Όπως ήταν φυσικό, αφού η βασίλισσα ασχολιόταν όλη μέρα με την ομορφιά της, δεν είχε χρόνο και για τίποτα άλλο. Έτσι, όταν μια μέρα ο καθρέφτης, στην καθημερινή της ερώτηση της απάντησε ότι δεν ήταν η πιο όμορφη στο βασίλειο, εκείνη έμεινε έκπληκτη.
     - Γύρισα πόλεις και χωριά, σπίτια μεγάλα και μικρά, και βρήκα τη Χιονάτη, που'ναι μικρή, δροσάτη, της απάντησε και η βασίλισσα αναρωτήθηκε ποια να ήταν αυτή η Χιονάτη.
     - Και πού είναι αυτή η Χιονάτη; ρώτησε γεμάτη περιέργεια.
     - Δεν είναι τόσο μακριά, εδώ ειν', στο παλάτι, και η λευκή της ομορφιά φωνάζει, βγάζει μάτι.
     Μεμιάς, η βασίλισσα θυμήθηκε το νιάνιαρο που είχε φορτωθεί με το γάμο της με το βασιλιά και συνειδητοποίησε με τρόμο ότι από το γάμο είχαν περάσει πάνω από δέκα χρόνια. Επίσης, εντόπισε μία άσπρη τρίχα που έπεφτε ανέμελα στο μέτωπό της, φωνάζοντας διακριτικά "Χιονάτη!" και μία μικρή ρυτίδα που την κρυφοκοίταζε από τη γωνία του στόματός της, και καθόλου δεν της άρεσε.
     Για την ακρίβεια, σκύλιασε από το κακό της. Και βάλθηκε να γκρεμίσει τη Χιονάτη από το βάθρο που την είχε στήσει ο καθρέφτης. Την κάλεσε, λοιπόν, στο δωμάτιό της και της παρήγγειλε να πάει στο δάσος να της φέρει μανιτάρια. Και η Χιονάτη, γεμάτη χαρά που επιτέλους η μητριά της ασχολήθηκε μαζί της, πήρε ένα καλαθάκι και ένα μαχαιράκι και πήγε στο δάσος. Και το βράδυ γύρισε στο παλάτι με το καλάθι γεμάτο μανιτάρια. Το λευκό της δέρμα έλαμπε, και η βασίλισσα δεν είπε τίποτα, αλλά νευρίασε πολύ.
     Και την επόμενη μέρα κάλεσε και πάλι τη Χιονάτη στο δωμάτιό της, της έδωσε ένα τεράστιο καλάθι και την έστειλε στη θάλασσα να το γεμίσει με κοχύλια. Όλη τη μέρα έμεινε δίπλα στη θάλασσα η Χιονάτη, μαζεύοντας κοχύλια, και το βράδυ παρουσιάστηκε στη βασίλισσα με το καλάθι της γεμάτο. Η βασίλισσα είδε ότι το δέρμα της Χιονάτης είχε κοκκινήσει λίγο από τον ήλιο, αλλά και πάλι φαινόταν φρέσκο και δροσερό.
     - Δεν μπορεί, είπε στο μαγικό καθρέφτη, να συνεχίζει η Χιονάτη να είναι η ομορφότερη στο βασίλειο, σήμερα ήταν όλη μέρα στη θάλασσα και την άρπαξε ο ήλιος!
     - Κι όμως, βασίλισσά μου, απάντησε ο καθρέφτης, σήμερα η Χιονάτη είναι ακόμα πιο όμορφη από εχθές. Με του ήλιου το χάδι ομόρφυνε κι άλλο.
     - Να τη δει το σκοτάδι τότε, σκέφτηκε η βασίλισσα και την επόμενη μέρα την έστειλε στο υπόγειο, να μετρήσει πόσο ρύζι είχαν στο παλάτι, κόκκο-κόκκο.
     Και η Χιονάτη ήρθε το βράδυ να της ανακοινώσει πόσους κόκκους ρυζιού είχε μετρήσει, και φαινόταν λίγο χλωμή, και η βασίλισσα χάρηκε.
     Αλλά την επόμενη μέρα, η Χιονάτη συνέχιζε να είναι η ομορφότερη του βασιλείου.
     - Ακόμα και χλωμή; ρώτησε εκνευρισμένη η βασίλισσα.
     - Στη Χιονάτη η χλωμάδα δίνει έξτρα νοστιμάδα, απάντησε ο καθρέφτης.
     Η βασίλισσα, έξαλλη με την αποτυχία της, δεν κοιμήθηκε καθόλου εκείνο το βράδυ. Και το πρωί, δύο μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της είχαν προστεθεί στην άσπρη τρίχα και στη ρυτίδα στη γωνία του στόματος. Αλλά, αγαπούσε ο Θεός τη Χιονάτη, αγαπούσε και τη βασίλισσα.
     Εκεί που έπαιρνε το πρωινό της από μπισκότα βρώμης με ιπποφαές και γκότζι μπέρι, διαβάζοντας ταυτόχρονα ένα περιοδικό, έπεσε το μάτι της σε μία διαφήμιση ενός ινστιτούτου ομορφιάς. Και αποφάσισε ότι, αφού δεν μπορούσε να ασχημύνει τη Χιονάτη, θα έπρεπε να ομορφύνει εκείνη.
     Κάλεσε, λοιπόν, τους εξιδεικευμένους αισθητικούς του ινστιτούτου στο παλάτι, μπάζοντάς τους από την πόρτα της υπηρεσίας, για να μην τους δει κανείς, και τους εξήγησε τι ήθελε.
     Οι εφτά αδερφοί Νάνου, ειδικοί κοσμετολόγοι και πλαστικοί χειρουργοί, που ήταν πολύ κοντοί και δικαιολογούσαν απόλυτα το επίθετό τους, έκαναν ένα συμβούλιο μεταξύ τους και κατέληξαν σε μία σειρά αισθητικών επεμβάσεων, που θα ξαναέδιναν στη βασίλισσα τη χαμένη ομορφιά της. Πρότειναν ανόρθωση στήθους και γλουτών, λιποαναρρόφηση και θεραπεία κυτταρίτιδας με φύκια από την Ερυθρά θάλασσα, τόνωση ζυγωματικών, εφαρμογή μπότοξ σε επιλεγμένα σημεία, φούσκωμα των χειλιών και λεύκανση δοντιών.
     Μη νομίζετε, βέβαια, ότι όλα αυτά ήταν απαραίτητα, όμως η βασίλισσα δεν ήταν ικανοποιημένη με την εμφάνισή της και οι αδερφοί Νάνου δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν τη φήμη του ινστιτούτου τους, αν η βασίλισσα τους δυσφημούσε. Γι'αυτό επέλεξαν να πάνε με τα νερά της και να της κάνουν τις επεμβάσεις.
     Πράγματι, η βασίλισσα κλείστηκε στα δωμάτιά της λέγοντας ότι έχει φοβερό πονοκέφαλο και να μην την ενοχλήσουν, και οι εφτά αδερφοί Νάνου έκαναν τις επεμβάσεις που είχαν συμφωνηθεί ανενόχλητοι. Και όταν η βασίλισσα στάθηκε ξανά μπροστά στον καθρέφτη της, η αυτοπεποίθησή της ήταν ανανεωμένη.
     - Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η πιο όμορφη γυναίκα στο βασίλειο;
     - Γύρισα πόλεις και χωριά, σπίτια μεγάλα και μικρά, κι άλλη καμιά δεν βρήκα, με τη δική σου ομορφιά, απάντησε ο καθρέφτης.
     Και η βασίλισσα εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε ευχαριστημένη.
     Και έφτασε πάλι μια μέρα, που ο καθρέφτης βρήκε ότι η πιο όμορφη στο βασίλειο ήταν η Χιονάτη, και οι εφτά αδερφοί Νάνου ξαναπροσκλήθηκαν εσπευσμένα στο παλάτι. Και τη βασίλισσα την ξανάπιασε πονοκέφαλος και ύστερα από μερικές μέρες τα οπίσθιά της ήταν περισσότερο τουρλωτά από ποτέ, το στήθος της είχε μεγαλώσει αξιοπρόσεκτα, τα χείλια της επίσης φαίνονταν πιο χυμώδη από ποτέ, και όλο το δέρμα της βασίλισσας φαινόταν σαν τεντωμένο χαρτί. Και ο καθρέφτης έδωσε ξανά την επιθυμητή απάντηση και η βασίλισσα ήταν πολύ ικανοποιημένη με τον εαυτό της.
     Αλλά η χαρά της δεν κράτησε και πολύ και οι αδερφοί Νάνου ξαναπροσκλήθηκαν στο παλάτι, και τώρα η βασίλισσα σκέφτηκε σοβαρά να τους παραχωρήσει και δωμάτια για να μένουν μόνιμα εκεί, και όταν ο πονοκέφαλος της βασίλισσας ξαναπέρασε, η βασίλισσα δεν έμοιαζε και τόσο στη βασίλισσα...
     Και όταν η βασίλισσα το επόμενο πρωί στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και του έκανε την καθημερινή της ερώτηση, εκείνος έμεινε βουβός.
     - Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, έλεγε η βασίλισσα...
     Τίποτα αυτός.
     - Ποια είναι η ομορφότερη;
     Σιγή ιχθύος αυτός.
     Και τότε η βασίλισσα την είδε. Είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη και δεν τον αναγνώρισε. Και κατάλαβε ότι γι'αυτό δεν της μιλούσε ο καθρέφτης, επειδή δεν την αναγνώριζε ούτε εκείνος. Και νευρίασε πολύ. Και έδωσε μία μπουνιά στον καθρέφτη και τον έσπασε. Και κόπηκε από τα γυαλιά που πετάχτηκαν και γέμισε ο τόπος αίματα. Και το αίμα δεν σταματούσε. Και λερώθηκαν και τα περσικά χαλιά. Και έτρεξαν οι υπηρέτες, και οι μισοί έπεσαν στα χαλιά να τα καθαρίσουν και οι άλλοι μισοί φώναξαν τους γιατρούς του παλατιού. Και εκείνοι πρότειναν επειγόντως μετάγγιση αίματος. 
     Αλλά η ομάδα αίματος της βασίλισσας ήταν πολύ σπάνια και δεν μπορούσε να βρεθεί δότης. Και τελικά ο μόνος δότης που βρέθηκε ήταν η Χιονάτη. Αλλά η Χιονάτη είχε υπόταση και οι γιατροί της απαγόρεψαν να δώσει αίμα. Και η βασίλισσα είχε χλωμιάσει, και είχαν ξεφουσκώσει και τα χείλια, και οι γλουτοί, και στο στήθος της η μία σιλικόνη έσκασε, και γενικά ήταν να την κλαίνε οι ρέγγες.
     Αλλά οι ρέγγες είχαν μία πάθηση που δεν μπορούσαν να κλάψουν, και έτσι η βασίλισσα πήγε άκλαφτη. Και στο παλάτι έμεινε η Χιονάτη, και κράτησε και τους αδερφούς Νάνου, επειδή κατάλαβε ότι κάποια στιγμή και εκείνη θα χρειαζόταν κάποια βοήθεια στο θέμα της ομορφιάς, όχι τις ακρότητες της μητριάς της, βέβαια, αλλά συντηρητικά πράγματα.
     Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.