Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Για να μην ξεχάσω




     Αγαπημένο μου παιδί, σε λέω έτσι αν και δεν είσαι παιδί μου, αλλά είναι σαν να είσαι παιδί μου. Επειδή γελάς και φωτίζεται η Πλάση, επειδή με κοιτάς, και κάθε κύτταρό μου πλημμυρίζει αισιοδοξία.
     Αγαπημένο μου παιδί, εύχομαι να είσαι πάντα γερό και να αντιμετωπίζεις τον κόσμο με τον ίδιο ενθουσιασμό, όπως τώρα. Εύχομαι να μην μπεις ποτέ σε καλούπι και να είσαι πάντα ο θαυμάσιος, μοναδικός εαυτός σου. Εύχομαι πάντα η φαντασία σου να καλπάζει, σαν ένα όμορφο, φτερωτό άλογο στον απέραντο ουρανό.
     Εύχομαι να μην γνωρίσεις ποτέ το άσχημο πρόσωπο του κόσμου. Εύχομαι να μην γνωρίσεις τη βία, εύχομαι να μην γνωρίσεις τον ρατσισμό, να μην γνωρίσεις την στέρηση, να μην γνωρίσεις την πείνα και τη δίψα, εύχομαι να μην γνωρίσεις την κακή πλευρά των ανθρώπων.
     Αλλά εύχομαι και να μη βιαιοπραγήσεις ποτέ, να μη γίνεις οπαδός του ρατσισμού, να μην γνωρίσεις την αφθονία που οδηγεί στην πλεονεξία και την αδιαφορία για τους άλλους, εύχομαι να μην βγει ποτέ στην επιφάνεια η δική σου κακή πλευρά.
     Εύχομαι να μην γνωρίσεις την ανθρώπινη εκμετάλλευση και τον ψυχολογικό εκβιασμό, εύχομαι να γνωρίσεις το πραγματικό νόημα της αγάπης, αυτής που δε μετριέται με χρήματα και υλικά αγαθά, που δεν χρειάζεται απόδειξη, και δώρα, και χαμόγελα υποχρεωτικά.
     Εύχομαι να διατηρήσεις την ικανότητα να διακρίνεις τους ανθρώπους, και να μην ξεγελιέσαι από τα χρυσά τους προσωπεία. Εύχομαι να έχεις τη δύναμη να ακολουθήσεις το δικό σου δρόμο, αυτόν που θα κάνει την ψυχή σου να γαληνεύει και όχι αυτόν που ικανοποιεί απωθημένα άλλων ή αναπαράγει χιλιοπαιγμένους ρόλους του κοινωνικού θεάτρου σκιών.
     Εύχομαι η εσωτερική σου μουσική να είναι πάντα εναρμονισμένη με τη μουσική του σύμπαντος. Εύχομαι να έχω τη δύναμη να σε βοηθήσω, αν χρειαστεί, να διατηρήσεις αυτή την αρμονία. Εύχομαι, αν χρειαστεί, να νιώθεις ότι μπορείς να μου ζητήσεις βοήθεια.
     Μα περισσότερο από όλα εύχομαι, παιδί μου, το περιβάλλον όπου μεγαλώνεις να μην καταστρέψει όλες τις λαμπρές προοπτικές του υπέροχου, μοναδικού, θαυμάσιου εαυτού σου. Επειδή αυτό προβλέπω…

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Θύμα των σέλφι

     Το μικρό κάστρο ξύπνησε και τεντώθηκε. Ήταν μια όμορφη, ηλιόλουστη μέρα και εκείνο αισθανόταν τόσο ωραία...
     Πλύθηκε, χτενίστηκε, έπλυνε και τα δόντια του, όπως του είχε μάθει η μαμά του και στάθηκε περήφανο κάτω από τον ήλιο. Αισθανόταν όμορφο, αισθανόταν μοναδικό. Αισθανόταν όπως έπρεπε να αισθάνεται κάθε κάστρο που σέβεται τον εαυτό του.
     Ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό και γύρω από το κάστρο οι άνθρωποι πήγαιναν και έρχονταν, χωρίς να του δίνουν και μεγάλη σημασία, είναι αλήθεια, αλλά το κάστρο δεν στενοχωριόταν, ήξερε εξάλλου ότι τόσον καιρό εκεί, ίσως και να το είχαν συνηθίσει...
     Ξαφνικά, εμφανίστηκε ένα πούλμαν.
     - Τουρίστες, σκέφτηκε το κάστρο και με το ζόρι κρατήθηκε να μην κάνει μια τούμπα από τη χαρά του.
     Τώρα είχε έρθει η ώρα του, τώρα όλα τα φώτα της προσοχής θα έπεφταν επάνω του, τώρα ήταν η μεγάλη του στιγμή, πόσες φωτογραφίες θα το έβγαζαν, ήταν καθ'όλα ευπαρουσίαστο ή είχε ξεχάσει τίποτα; όχι, όλα ήταν στη θέση τους και τα δοντάκια του καθαρά, πλυμένα και έτοιμα για το πιο φωτεινό του χαμόγελο.
     Το πούλμαν είχε παρκάρει ήδη και, πράγματι, ο τόπος γέμισε τουρίστες με φωτογραφικές μηχανές! Το κάστρο τεντώθηκε, κορδώθηκε, και πήρε μια επιβλητική πόζα, χαμογελώντας ταυτόχρονα με τα πεντακάθαρα δόντια του. Έπρεπε να μείνει ακίνητο, για να βγουν καλές οι φωτογραφίες. Και οι φωτογραφίες άρχισαν να βγαίνουν με ρυθμό πολυβόλου.
     - Τέλεια! ακούστηκε από μία κοπέλα και το κάστρο χάρηκε, που είχε βγάλει μια όμορφη φωτογραφία.
     - Πού την είδες την τελειότητα; ακούστηκε η φίλη της. Δεν βλέπεις ότι μου έχεις κόψει την άκρη του κεφαλιού μου; Χάλια είναι!
     - Πώς με έβγαλες έτσι, καημένε; ακούστηκε και μια γυναίκα που μιλούσε στον άντρα της. Δεν βλέπεις που φαίνεται σαν να έχω μουστάκι; Βγάλε μου μια καινούργια φωτογραφία!
     - Ποτέ δεν βγαίνω καλή στις φωτογραφίες! γκρίνιαξε μια κοπέλα με αλογοουρά, που αυτοφωτογραφιζόταν.
     - Χαμογελάστε! ακούστηκε και ένας νεαρός που φωτογράφιζε δυο φίλους του.
     - Κοίτα να μας βγάλεις καλούς, είπε ο ένας, τη φωτογραφία θα τη βάλω στο φέισμπουκ.
     - Κάντε λίγο πιο δεξιά, να φαίνεται και το κάστρο...
     - Ποιο κάστρο, βρε βλήμα; Εμάς φρόντισε να βγάλεις, το κάστρο ας βγει και μισό, δεν άκουσες πως θέλω να τη βάλω στο φέισμπουκ;
     Το κάστρο δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά του. Κανένας δεν ενδιαφερόταν να το φωτογραφίσει, αυτό που τους ένοιαζε όλους ήταν να βγουν εκείνοι φωτογραφία! Για εκείνο δεν νοιαζόταν κανείς, κι ας είχε φροντίσει να είναι ευπαρουσίαστο, κι ας είχε πάρει την καλύτερή του πόζα, κι ας είχε κρατήσει την ανάσα του για να μείνει ακίνητο.
     Ένιωσε ανεπιθύμητο, άσχημο, τιποτένιο, στενοχωρήθηκε πολύ και άρχισε να παρακαλάει να βρέξει, για να μπορέσει να κλάψει με την ησυχία του, χωρίς να το καταλάβει κανένας. Ώστε η μαμά του του είχε πει ψέματα; Δεν ήταν το πιο όμορφο και το πιο μοναδικό κάστρο του κόσμου;
     Αλλά δεν μπορεί, η μαμά του δεν έλεγε ποτέ ψέματα και αν του είχε πει ότι ήταν όμορφο, έτσι θα ήταν. Και τότε γιατί κανείς δεν έδειχνε να το καταλαβαίνει;
     Και τότε το μικρό κάστρο θυμήθηκε και κάτι άλλο που του είχε πει η μαμά του: ότι ο καθένας την ομορφιά του την έχει ανεξάρτητα από το αν οι άλλοι θα το καταλάβουν, και ότι και εκείνο ήταν όμορφο ό,τι κι αν πίστευαν οι άλλοι. Και το μικρό κάστρο άρχισε να αισθάνεται θυμό.
     Ώστε έτσι, λοιπόν, ήταν όλοι τόσο εγωιστές που το μόνο που τους ένοιαζε ουσιαστικά ήταν να φωτογραφίσουν τον εαυτό τους;
     - Θα τους δείξω εγώ, είπε τότε το μικρό κάστρο.
     Και άρχισε να χορεύει και να τραντάζεται, τόσο που τα πουλιά που κούρνιαζαν επάνω του τρόμαξαν και πέταξαν μακριά. Και όλο και κουνιόταν το κάστρο, και ούτε που χαμογελούσε πια. Και σε όλες τις φωτογραφίες που το τράβηξαν εκείνη τη μέρα, εκείνο βγήκε "κουνημένο".
     Αλλά, δυστυχώς, κανένας δεν το πήρε είδηση...

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Κουσκουσιάρες κολλητές

     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό της Αφρικής, ζούσαν δύο φίλες. Οι δύο φίλες είχαν μεγαλώσει μαζί, όπως συνηθίζεται στα μικρά χωριά της Αφρικής και όχι μόνο, και γι'αυτό ήταν και αχώριστες. Όπου πήγαινε η Μπέντε, πήγαινε και η Ούντε.
     Η Μπέντε και η Ούντε ήταν πολύ όμορφες και από καλές οικογένειες, και δεν άργησαν να παντρευτούν τους δύο καλύτερους κυνηγούς του χωριού. Οι γάμοι τους έγιναν με μεγάλες επισημότητες και οι ήχοι από τα ταμ-ταμ που ανακοίνωναν το χαρμόσυνο γεγονός έφτασαν στα πέρατα της ηπείρου. Η Μπέντε και η Ούντε έβγαλαν τις κοριτσίστικες φορεσιές τους και φόρεσαν αυτές των παντρεμένων γυναικών. Και πριν περάσει πολύς καιρός, απόκτησαν από ένα γλυκύτατο, σγουρομάλλικο μωράκι και έγιναν μανούλες.
     Όμως, όσο όμορφες και καλές και αν ήταν η Μπέντε και η Ούντε, είχαν και ένα "μικρό ελάττωμα": ήταν κουτσομπόλες. Ό,τι κι αν συνέβαινε, λοιπόν, στο χωριό, ήταν του άμεσου ενδιαφέροντός τους. Αν ακουγόταν κάποιος τσακωμός, παρατούσαν ό,τι έκαναν και έτρεχαν αμέσως να δουν τι συνέβαινε. Πολλές φορές έκαψαν το φαγητό στο τσουκάλι και πολλές φορές η καλύβα τους κινδύνεψε να πάρει φωτιά, και πολλές φορές άφησαν την καλύβα τους ασυγύριστη, για να τρέξουν να μάθουν ποιος τσακωνόταν με ποιον και γιατί.
     Αλλά και κάθε φορά που συναντιούνταν οι δυο τους, είτε στον δρόμο για το ποτάμι, όπου πήγαιναν να πλύνουν τα ρούχα, είτε στον δρόμο για την αγορά, όπου πήγαιναν να πουλήσουν λαχανικά, στέκονταν με τις ώρες και κουτσομπόλευαν, και δεν σταματούσαν, παρά μόνο όταν ερχόταν κάποιος να τις φωνάξει.
     Ήταν πάρα πολύ συνηθισμένο θέαμα οι δύο φίλες, κουβαλώντας από ένα μεγάλο καλάθι στο κεφάλι, πότε γεμάτο με ρούχα που πήγαιναν να πλυθούν στο ποτάμι, πότε με λαχανικά που πήγαιναν να πουληθούν στην αγορά, να στέκονται με τις ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο και να συζητάνε.
     - Αχ, έλεγε ο άντρας της Μπέντε, πότε θα μαζευτεί αυτή η γυναίκα; Πότε θα γυρίσω στο σπίτι από το κυνήγι και θα βρω το φαγητό μαγειρεμένο;
     - Αχ, έλεγε και ο άντρας της Ούντε, πότε θα μαζευτεί αυτή η γυναίκα; Πότε θα συμμαζέψει λίγο το σπίτι, πότε θα σκουπίσει, πότε θα ασχοληθεί με το παιδί μας;
     Και το βράδυ οι άντρες, λίγο πριν αποσυρθούν στην καλύβα των αντρών για να κοιμηθούν, έκαναν παρατήρηση στις γυναίκες τους και τους ζητούσαν να κόψουν αυτήν την κακή τους συνήθεια. Και εκείνες το υπόσχονταν, σίγουρες ότι θα το τηρούσαν, μα έλα που την επόμενη μέρα ξαναβρίσκονταν μαζί να κουτσομπολεύουν, με τα καλάθια στο κεφάλι!
     Είδαν κι απόειδαν οι άντρες τους, και πήγαν να ζητήσουν τη βοήθεια των πεθερικών τους. Και έπιασαν οι γονείς της Μπέντε και της Ούντε τις κόρες τους και τους είπαν ότι δεν ήταν σωστό, τώρα που ήταν παντρεμένες γυναίκες, να κάθονται και να κουτσομπολεύουν με τις ώρες, σαν να ήταν ανύπαντρα κοριτσάκια. Αλλά η Μπέντε και η Ούντε είχαν καβαλήσει και λίγο το καλάμι, ναι, τώρα ήταν παντρεμένες γυναίκες και κανένας δεν είχε το δικαίωμα να τις νουθετήσει πια, ούτε οι ίδιοι οι γονείς τους, και αφού ήταν παντρεμένες γυναίκες θα έκαναν ό,τι ήθελαν!
     Αφού, λοιπόν, τίποτα δε γινόταν με τις δύο φιλενάδες, οι άντρες τους προσέφυγαν στο μάγο του χωριού. Και αφού του εξέθεσαν το πρόβλημα - κάτι που όλοι στο χωριό γνώριζαν, εξάλλου - του ζήτησαν τη βοήθειά του. Εκείνος τους κοίταξε με τα ρυτιδιασμένα του μάτια, αναστέναξε βαθιά και τους είπε να στείλουν τις γυναίκες τους να τους μιλήσει.
      Οι δύο φίλες πήγαν και στο μάγο μαζί, και μάλιστα πήγαν με τα καλάθια τους στο κεφάλι, καθώς ήταν ημέρα μπουγάδας. Εκείνος τις κοίταξε αυστηρά και τους είπε ότι τα καμώματά τους δυσαρεστούσαν όλους τους ανθρώπους γύρω τους, ξεκινώντας από τους άντρες τους και φτάνοντας μέχρι τον τελευταίο συγχωριανό τους, και ότι θα έπρεπε επιτέλους να σταματήσουν το κουτσομπολιό και να συγκεντρωθούν στα καθήκοντά τους, στις καλύβες τους και στις οικογένειές τους.
     Η Μπέντε είπε ότι το κουτσομπολιό ήταν η μόνη της ευχαρίστηση και η Ούντε είπε ότι δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς κουτσομπολιό. Για τους λόγους αυτούς, ούτε η μία, ούτε η άλλη είχαν σκοπό να σταματήσουν αυτή τους τη συνήθεια.
     Ο μάγος ύψωσε τον τόνο της φωνής του και τους είπε ότι μέχρι και οι θεοί ήταν δυσαρεστημένοι με τις δυο τους και ότι αν συνέχιζαν να δυσαρεστούν τους θεούς θα τις έβρισκε μεγάλη συμφορά, αλλά εκείνες γέλασαν και είπαν ότι οι θεοί είχαν άλλες, πολύ σημαντικότερες δουλειές από το να ασχολούνται με δύο φίλες που περνούσαν καλά μαζί. Και ο μάγος ένιωσε μία ζέστη να τον πλημμυρίζει, καθώς άρχισε - κατά το κοινώς λεγόμενο - να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι.
     Και τους είπε ότι μπορεί οι θεοί να είχαν πολλές και σημαντικότερες δουλειές να κάνουν, αλλά μπορούσε να φροντίσει αυτός ο ίδιος να ενημερωθούν για τα κατορθώματά τους, και μπορούσε επίσης να ζητήσει την τιμωρία τους. Και εκείνες κοιτάχτηκαν βαριεστημένα και ύστερα σήκωσαν τους ώμους τους με αδιαφορία. Και τον ρώτησαν αν είχε κάτι άλλο να τους πει, επειδή περνούσε η ώρα και έπρεπε να πάνε στο ποτάμι να πλύνουν τα ρούχα τους.
     Και εκείνος τους είπε πως ό,τι είχε να τους πει τους το είχε πει και ότι εκείνες είχαν επιδείξει μεγάλη ασέβεια, τόσο προς το άτομό του όσο και προς τους θεούς, και γι'αυτό εκείνος θα ζητούσε από τους θεούς να τις τιμωρήσουν, αν συνέχιζαν την ίδια συμπεριφορά. Και εκείνες σηκώθηκαν να φύγουν, χωρίς καν να τον χαιρετήσουν, και εκείνος τους φώναξε ότι τις είχε προειδοποιήσει και ότι από εκείνη την στιγμή ήξεραν τι τις περίμενε και ότι έπρεπε να προσέχουν.
     Και ξεκίνησαν οι δύο φίλες να πάνε στο ποτάμι, και η αλήθεια είναι ότι τα λόγια του μάγου τις είχαν επηρεάσει, παρ'όλο που δεν το είχαν δείξει. Και μέσα της, η κάθε μία, είχε αποφασίσει να προσέχει από εδώ και πέρα και να μην κουτσομπολεύει, παρά να μιλάει μόνο για τον εαυτό της και την οικογένειά της.
     Και περπατούσαν οι δυο τους, και μιλούσαν η κάθε μία για τα δικά της, αλλά πόσα νέα να πουν πια; Και ξαφνικά η Μπέντε θυμήθηκε κάτι που είχε γίνει τις προάλλες με τη γειτόνισσά της, και η Ούντε θυμήθηκε έναν τσακωμό που είχε η πεθερά της με τη μαμμή του χωριού, και προτού το καταλάβουν, είχαν σταθεί στη μέση του δρόμου με τα καλάθια στο κεφάλι και κουτσομπόλευαν.
     Και εκεί που μιλούσαν και το ένα κουτσομπολιό έφερνε το άλλο, ξαφνικά ο ουρανός από επάνω τους σκοτείνιασε και φάνηκε μια αστραπή. Και αμέσως μετά ακούστηκε μια βροντή και χοντρές στάλες βροχής άρχισαν να πέφτουν στη γη με δύναμη.
     Και οι δύο φίλες έκαναν να φύγουν από εκεί που ήταν για να πάνε να προστατευτούν από την βροχή κάτω από το φύλλωμα ενός δέντρου που φαινόταν εκεί κοντά, αλλά τα πόδια της Μπέντε δεν ξεκολλούσαν από τη λάσπη και τα πόδια της Ούντε βούλιαζαν. Και όλο και προσπαθούσαν να ξεκολλήσουν τα πόδια τους, αλλά εκείνα βούλιαζαν όλο και πιο πολύ. Και αφού είδαν ότι δεν μπορούσαν να μετακινηθούν, οι δύο φίλες έμειναν εκεί, ακίνητες, με τα καλάθια στο κεφάλι, μέχρι να σταματήσει η βροχή. Και για να περάσει η ώρα, συνέχισαν το κουτσομπολιό.
     Και κάποια στιγμή η βροχή σταμάτησε, και βγήκε ο ήλιος, και το χώμα άρχισε να στεγνώνει, και η φύση έλαμψε, καθαρή, φρεσκοπλυμένη, και οι δύο φίλες σκέφτηκαν ότι είχε έρθει η ώρα να φύγουν από εκεί, και ξαφνικά η Μπέντε δεν αναγνώριζε το πρόσωπο της Ούντε, ούτε η Ούντε αναγνώριζε το πρόσωπο της Μπέντε, μόνο οι φωνές τους αναγνωρίζονταν, και αυτό ήταν απόλυτα λογικό, καθώς στη θέση των δύο γυναικών υπήρχαν τώρα πια δυο γαϊδουράγκαθα, πιστά τους αντίγραφα, και στο χωριό άρχισαν να αναρωτιούνται πού να ήταν, άραγε, η Μπέντε και η Ούντε, και μόνο ο μάγος ήξερε, και χαμογελούσε μέσα από τα ρυτιδιασμένα μάτια του...

ΥΓ: Η φωτογραφία είναι της φίλης μου, Αριάδνης Αργυράκη, και ο τίτλος της είναι Friends
     

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Παλιά γνώριμη

     Τη συνάντησα τυχαία, και ήταν σαν να συναντούσα έναν φίλο που ήξερα από πάντα. Με κοίταξε με το ατίθασο βλέμμα της και με ρώτησε: "τι κοιτάζεις;"
     "Σε ξέρω", της απάντησα. "Είμαι σίγουρη ότι σε ξέρω."
     "Από πού;" συνέχισε τις ερωτήσεις.
     "Δεν μπορώ να θυμηθώ, αλλά είμαι σίγουρη πως σε ξέρω."
     "Η ιδέα σου θα είναι", απάντησε.
     "Πώς σε λένε;" τη ρώτησα.
     "Αφού με ξέρεις", απάντησε αυθάδικα, "δε θα έπρεπε να ξέρεις και το όνομά μου;"
     "Έλα, πες μου", παρακάλεσα.
     "Να το βρεις μόνη σου!" είπε θυμωμένα.
     "Πού μένεις;"
     "Μένω σε ένα τεράστιο σπίτι, αλλά είναι τόσο μεγάλο που χωράει άλλα εκατό σπίτια μέσα."
     "Πώς γίνεται αυτό;"
     "Γίνεται! Και το ένα σπίτι είναι επάνω σε ένα δέντρο, το άλλο επάνω σε κάτι βράχια, στην άκρη του ωκεανού, ένα σπίτι βρίσκεται στη μέση μίας γέφυρας, ένα άλλο στην άκρη ενός σύννεφου..."
     "Πολύ περίεργα σπίτια όλα αυτά... Και όλα αυτά τα σπίτια είναι μέσα στο τεράστιο σπίτι που μένεις;"
     "Ναι."
     "Δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται αυτό."
     "Λίγοι το καταλαβαίνουν. Και ύστερα είναι και ο κήπος..."
     "Ποιος κήπος;"
     "Ο κήπος του σπιτιού. Είναι κι αυτός πολύ μεγάλος, και έχει μέσα τα πάντα: λιοντάρια, λαγούς και μονόκερους, αλεπούδες, λύκους και πάπιες, μανιτάρια, έλατα και πουρνάρια, συντριβάνια και λίμνες με χρυσόψαρα και αλιγάτορες, φιδωτά μονοπάτια, γήπεδα του γκολφ, άλογα ιππασίας και τραπουλόχαρτα, τσαγέρες και καπέλα, κότες και κοτόπουλα, τούρτες και σοκολατάκια, παγωμένη λεμονάδα και ζελεδάκια..."
     "Τι περίεργα πράγματα που έχει ο κήπος σου! Πες μου κι άλλα!"
     "Αρκετά σου είπα. Δεν χρειάζεται να πω περισσότερα."
     "Θα ήθελα πολύ να τον επισκεφτώ."
     "Δε γίνεται."
     "Γιατί;"
     "Μία φορά έκανα το λάθος να τον δείξω σε κάποιον και δεν το ξανακάνω."
     "Τι έγινε;"
     "Εγώ του το είπα εμπιστευτικά και εκείνος το έκανε βούκινο σε όλο τον κόσμο, πάλι καλά, δηλαδή, που δεν του είπα και για τους εξωγήινους... Και ξαμολήθηκαν όλοι να βρουν τον κήπο και παρά τρίχα να τον ανακαλύψουν και να τον καταστρέψουν."
     "Να τον καταστρέψουν; Γιατί;"
     "Επειδή δεν είναι δικός τους και επειδή πολύ θα ήθελαν να ήταν. Αλλά η αλήθεια είναι πως όλοι έχουν τουλάχιστον έναν τέτοιο κήπο, απλώς δεν το ξέρουν."
     "Έχω κι εγώ;"
     "Εσύ κι αν έχεις! Και απορώ πώς τόση ώρα που μιλάμε δε θυμήθηκες ακόμα το όνομά μου."
     Εκείνη την στιγμή, σαν από θαύμα, το κουτάκι της μνήμης μου ξεκλειδώθηκε, και από μέσα ξεπήδησε ένα όνομα.
     "Αλίκη!" είπα.
     "Επιτέλους!", απάντησε, "νόμιζα πως δε θα το θυμόσουν ποτέ!"

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Ανεπιτυχής εκστρατεία

     Ο μεγάλος θαλασσοπόρος Ενδυμίων ήταν ο αγαπημένος θαλασσοπόρος της Βασίλισσας, ένας από τους λίγους κοινούς θνητούς που η Βασίλισσα επέτρεπε να τρώνε μαζί της στο ίδιο τραπέζι, σε απόσταση μικρότερη των δέκα μέτρων. Η Βασίλισσα τον εκτιμούσε πολύ και λάτρευε τα πικάντικα ανέκδοτα που της διηγόταν, ανέκδοτα που ανέδιδαν αρμύρα και περιπέτεια και που την έκαναν να κοκκινίζει ελαφρά.
     Όμως, τον τελευταίο καιρό, κάτι τον είχε πιάσει τον Ενδυμίωνα. Θέλετε ο πολύς καιρός που είχε περάσει από το τελευταίο του ταξίδι, θέλετε οι πολλές επισκέψεις του στην τεράστια βιβλιοθήκη του παλατιού, τον τελευταίο καιρό ήταν πολύ σκεπτικός και τα ανέκδοτα που έλεγε είχαν περιοριστεί στο ελάχιστο. Εμφανιζόταν, βέβαια, ανελιπώς στο παλάτι και έτρωγε με όρεξη το φαγητό του, αλλά τα μεσημέρια χανόταν σε μεγάλους περιπάτους στον κήπο του παλατιού και ξεχνούσε την απογευματινή παρτίδα σκάκι, που έπαιζε με το Βασιλιά, αναγκάζοντάς τον (το Βασιλιά), να στέλνει να τον φωνάζουν.
     Τόσο ο Βασιλιάς, όσο και η Βασίλισσα, ήταν λεπτοί άνθρωποι και δεν έθιξαν το θέμα στον Ενδυμίωνα. Ήρθε, όμως, η μέρα που ο τρανός θαλασσοπόρος τους αποκάλυψε αυτό που τον απασχολούσε. Ήθελε, τους είπε, να ναυλώσει μερικά καράβια και να ανοιχτεί στις θάλασσες, με σκοπό να ανακαλύψει νέες χώρες και να τις χαρίσει στη Βασίλισσά του.
     Ο Βασιλιάς και η Βασίλισσα πίστευαν ότι όλες οι χώρες είχαν πια ανακαλυφτεί και είχαν και χάρτη που το αποδείκνυε, όμως ο Ενδυμίωνας ήταν πεπεισμένος για το αντίθετο, και κάθε μέρα τους πιπίλιζε το μυαλό με τις ιδέες που είχαν φωλιάσει στο μυαλό του, τόσο που η Βασίλισσα σκέφτηκε να του απαγορεύσει την είσοδο στο παλάτι. 
     Από την άλλη, μερικές νέες χώρες θα ήταν ένα πρώτης τάξης δώρο γενεθλίων, μια που τα γενέθλιά της πλησίαζαν και, σύμφωνα με τον Ενδυμίωνα, η κατάκτηση των νέων χωρών ήταν ζήτημα λίγων μηνών. Βέβαια, ήταν και το οικονομικό στη μέση: μερικά καράβια πλήρως εξοπλισμένα κόστιζαν πολύ ακριβά, και θα της χαλούσαν τα σχέδια για μια μικρή επέκταση τριάντα δωματίων που σκόπευε να κάνει στο παλάτι, για να χωράνε πιο άνετα, καθώς η πρόσφατη γέννηση του μοναχογιού της είχε δημιουργήσει την ανάγκη για περισσότερο χώρο... 
     Αποφάσισε, λοιπόν, να χρηματοδοτήσει μεν το ταξίδι του Ενδυμίωνα, αλλά του είπε ότι ήταν διατεθειμένη να ναυλώσει ένα πλοίο μόνο. Αν εκείνος χρειαζόταν κι άλλα, ας τα έβρισκε μόνος του.
     Έτσι, ο Ενδυμίωνας απευθύνθηκε στους άλλους θαλασσοπόρους φίλους του, και τελικά κατάφερε να σχηματίσει έναν μικρό στόλο. Μπροστά, λοιπόν, πήγαινε ένα μικρό πλοιαράκι, η Σαπουνάδα, με αρχηγό τον καπετάν Φούσκα, άσο στους ελιγμούς, ακολουθούμενο από την καραβέλα του Ενδυμίωνα, τη Νηνεμία, που έπλεε καμαρωτή-καμαρωτή, με το φουσκωμένο γκρίζο, ριγέ πανί της. Πίσω από τη Νηνεμία ερχόταν η Νεφέλη, το μεγάλο πλοίο του καπετάν Νύστα με το τεράστιο, λευκό πανί του, και ύστερα από τη Νεφέλη, ερχόταν η Σαΐτα, που είχε τους πιο γερούς και δυνατούς ναυτικούς από όλα τα καράβια του στόλου του Ενδυμίωνα. Τελευταίες στη σειρά ήταν η Μπιάνκα και η Μπιανκούλα, και οι δυο του καπετάν Λουλάκη, παιδικού φίλου του Ενδυμίωνα και εξαίρετου ξιφομάχου.
     Ξεκίνησε, λοιπόν, η πομπή των πλοίων και η Βασίλισσα κατέβηκε η ίδια στο λιμάνι και κούνησε το δαντελένιο της μαντήλι για δέκα ολόκληρα δευτερόλεπτα, ευχόμενη ταχεία επιστροφή και ευόδωση των σχεδίων του Ενδυμίωνα.  Και ύστερα επέστρεψε στο παλάτι, για να δει τι θα έκανε με την επέκταση, εντάξει, δε θα ήταν τριάντα τα δωμάτια, αλλά είκοσι οπωσδήποτε έπρεπε να είναι.
     Και τα έξι πλοία όλο και απομακρύνονταν από την ξηρά, μέχρι που έπαψαν να τη βλέπουν και το μόνο που έβλεπαν οι θαλασσοπόροι γύρω-γύρω ήταν το βαθύ μπλε της θάλασσας. Και τη μέρα ο άνεμος φούσκωνε τα πανιά και τα πλοία έτρεχαν επάνω στα κύματα, και το βράδυ ο Ενδυμίωνας περνούσε από πλοίο σε πλοίο και φούσκωνε τα μυαλά των ναυτικών με τα πλούτη που θα συναντούσαν στο τέλος του ταξιδιού τους, δίνοντάς τους δύναμη και κουράγιο, και κερδίζοντας στο μεταξύ μικρές περιουσίες από τους άλλους καπετάνιους, σε ολονύκτιες παρτίδες μπριτζ.
     Και ο καιρός περνούσε, και τα γενέθλια της Βασίλισσας έφτασαν, αλλά νέα από τον Ενδυμίωνα δεν υπήρχαν, και ο μοναχογιός της έβγαλε δοντάκια και άρχισε να περπατάει και να δαγκώνει όλα τα έπιπλα του παλατιού, αυξάνοντας κατακόρυφα τα έξοδα της Βασίλισσας. 
     Κι άλλος καιρός πέρασε, και οι επεκτάσεις στο παλάτι ολοκληρώθηκαν και η Βασίλισσα ρωτούσε όποιον καπετάνιο έπιανε λιμάνι εκεί μήπως είδε τον Ενδυμίωνα με τα καράβια του, αλλά κανείς δεν τον είχε δει. Και ο μοναχογιός της Βασίλισσας μεγάλωσε και άρχισε να κάνει μαθήματα με προσωπικούς δασκάλους, και η Βασίλισσα μετάνιωσε πραγματικά για τα χρήματα που είχε δαπανήσει για το πλοίο του Ενδυμίωνα, τόσα λεφτά κόστιζαν τα ιδιαίτερα...
     Και ένας μάντης που πέρασε από εκεί τους είπε ότι ο Ενδυμίωνας ζούσε και βασίλευε, αλλά ότι είχε πέσει σε κυκλώνες και σε τυφώνες και ότι είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος του στόλου του και είχε χάσει και τον αστρολάβο του και θα δυσκολευόταν πολύ να επιστρέψει. Και ο μοναχογιός της Βασίλισσας, που τώρα πια ήταν σε ηλικία γάμου, είπε στη μητέρα του ότι ήθελε ένα δικό του παλάτι, για να μείνει με τη γυναίκα του, όταν θα παντρευόταν. 
     Και η Βασίλισσα έβγαλε χαρτί και μολύβι και έκανε τους υπολογισμούς της, και ξαναμετάνιωσε για τα χρήματα που είχε δαπανήσει για το πλοίο του Ενδυμίωνα, και είπε πως πολύ ακριβά τα είχε πληρώσει τα ανέκδοτά του και ότι πιθανότατα ο μάντης δεν είχε δει σωστά και ο Ενδυμίωνας είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης, και μαζί με αυτόν είχαν εξαφανιστεί και η καραβέλα του και οι νέες χώρες που είχε υποσχεθεί. 
     Και ορκίστηκε να μην προσκαλέσει θαλασσοπόρο ξανά στο παλάτι, ούτε καν για καφέ, ακόμα κι αν της έταζε να κατακτήσει, για χάρη της, το ίδιο το φεγγάρι!

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Αλλαγή κανονισμών

     Μεγάλη συζήτηση γίνεται αυτές τις μέρες στην παραμυθοχώρα και το θέμα της είναι ένα και μοναδικό: οι αθλητικοί παραμυθαγώνες και το κατά πόσο θα πρέπει να μονιμοποιηθούν οι αλλαγές των κανονισμών που έγιναν τα τελευταία χρόνια.
     Βέβαια, όταν μιλάμε για αθλητικούς παραμυθαγώνες, μη φανταστείτε τίποτα ολυμπιακούς. Η παραμυθοχώρα είναι πολύ μικρή και δεν μπορεί να υποστηρίξει αγώνες τέτοιου μεγέθους και εμβέλειας, όμως και οι δικοί της αγώνες είναι πολύ σημαντικοί. Εκατοντάδες αθλητές παίρνουν μέρος κάθε χρόνο, και οι νικητές χαίρουν μεγάλης εκτίμησης και αποτελούν το πρότυπο όλης της παραμυθονεολαίας.
     Βρέθηκαν, που λέτε, κάποιοι που υποστήριξαν ότι τα αθλήματα θα έπρεπε να παραμένουν ακριβώς τα ίδια, ούτως ώστε να υπάρχει σύγκριση με τις επιδόσεις του παρελθόντος, κάτι που οι νεωτεριστές αντιπαρέρχονται εντόνως.
     Για τα οκτακόσια μέτρα πεταλούδας, για παράδειγμα, οι γνώμες διίστανται. Οι οπαδοί της παράδοσης νοσταλγούν τα χρόνια τα παλιά, τότε που οι πεταλούδες ήταν άγριες, κάτι που όπως και να το κάνεις αυξάνει το βαθμό δυσκολίας, σε αντίθεση με τις πεταλούδες των εκτροφείων που χρησιμοποιούνται τα τελευταία χρόνια, που είναι πιο πειθαρχημένες και πολύ περισσότερο προβλέψιμες από τις άλλες. Και για να μην απορείτε, να σας πω ότι τα οκτακόσια μέτρα πεταλούδας δεν είναι αγώνες κολύμβησης, είναι αγώνες ταχύτητας όπου οι αθλητές τρέχουν κρατώντας δίχτυα και κυνηγούν πεταλούδες. Στο αποτέλεσμα προσμετρώνται, εκτός από τον χρόνο της κούρσας, και ο αριθμός των αιχμάλωτων πεταλούδων.
     Στον αντίποδα των "παραδοσιακών", οι νεωτεριστές υποστηρίζουν ότι τα οκτακόσια μέτρα πεταλούδας είναι πολύ πιο εντυπωσιακά τώρα, με τις πεταλούδες των εκτροφείων, οι οποίες έχουν επιλεχθεί μία-μία για τους αγώνες, και έχουν αξιολογηθεί αυστηρότατα, σύμφωνα με τα διεθνή παραμυθοπρότυπα.
      Πολλές διχογνωμίες έχει προκαλέσει και η απόφαση της επιτροπής αγώνων να επιλέξει γρανίτα για το άθλημα των καταδύσεων, αντί για το παλιό, παραδοσιακό παγωτό κρέμα. Οι ηλικιωμένοι αναφέρουν με πικρία το πόσο ευκολότερο έχει γίνει το άθλημα, ενθυμούμενοι, προφανώς, την εποχή που για τις καταδύσεις η μόνη διαθέσιμη επιλογή ήταν το παγωτό κασάτο, και όπου υπήρχε πάντα ο κίνδυνος τραυματισμού κατά την κατάδυση, σε περίπτωση που ο αθλητής έπεφτε επάνω σε ξηρό καρπό. Σε αυτήν την άποψη, οι νεωτεριστές αντιτάσσουν την άποψη ότι δεν χρειάζεται μετά τους αγώνες να γεμίζουν τα νοσοκομεία τραυματίες.
     Για τη βαφλοβολία ορίστηκε μεγαλύτερη διάμετρος βάφλας και απαγορεύτηκε οριστικά η χρήση σιροπιού, κάτι που επίσης δυσκόλευε τις ρίψεις στο παρελθόν, καθώς η βάφλα κολλούσε στο χέρι του αθλητή και οι βολές ήταν πολύ μικρές. Συζητιέται μήπως στη θέση του σιροπιού επιτραπεί η χρήση σαντιγύ, ως παράγοντα αυξημένης τριβής και, συνεπώς, αυξημένου βαθμού δυσκολίας, σε μία προσπάθεια να ισοσκελιστεί η διαφορά από τις πρώτες βαφλοβολίες.
     Στο σύνολο των αθλητικών παραμυθαγώνων, το άθλημα που ίσως υπέστη τις λιγότερες αλλαγές είναι αυτό του τραμπολίνο. Η επιτροπή αγώνων όρισε μικρή αύξηση στο ύψος του ζελέ, ούτως ώστε να βελτιωθεί η αλτικότητα, χωρίς όμως να υπάρχει κίνδυνος εκτόξευσης.
     Είναι σίγουρο ότι όλος αυτός ο διάλογος και οι αντιπαραθέσεις καθόλου δεν βοηθάνε την ψυχολογία των αθλητών, που το μόνο που χρειάζονται είναι ένα ήρεμο περιβάλλον, όπου να μπορούν να αγωνιστούν με αξιώσεις. Επιπλέον, η συνεχής αλλαγή των κανονισμών δε βοηθάει διόλου στην ορθή προετοιμασία των αθλητών. 
     Γι'αυτό, επιτάσσεται όλες οι πλευρές να συμβιβαστούν και να "συναντηθούν" κάπου στη μέση, αν δε θέλουν να καταργηθεί αυτός ο όμορφος θεσμός. 
     Και ενώ οι συζητήσεις επί του θέματος δίνουν και παίρνουν, σε έκτακτο δελτίο ειδήσεων ανακοινώθηκε κρούσμα παραβίασης των κανονισμών, καθώς ένας από τους αθλητές γνώριζε προσωπικά δύο από τις πεταλούδες των εκτροφείων, με αποτέλεσμα να αποβληθούν από τους αγώνες, τόσο ο αθλητής όσο και οι πεταλούδες.
     Μ'αυτά και μ'αυτά, είναι να μην αναφωνούν οι παλαιότεροι "και μη χειρότερα";

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Αιώνιο καλοκαίρι

     Κάθομαι στη βεράντα μου και απολαμβάνω το καλοκαιράκι. Είναι μία από τις αγαπημένες μου εποχές, από όταν ήμουν παιδί, τότε που καλοκαίρι σήμαινε ατέλειωτα παιχνίδια, και παγωτά, και ρακέτες στον δρόμο, και μπάνια στη θάλασσα και βόλτες με το ποδήλατο...
     Νιώθω ευλογημένη που ζω σε μια χώρα όπου το καλοκαίρι κάνει τόσο έντονη την παρουσία του, που δεν είναι υποτονικό και μη μου άπτου, αλλά δυναμικό και ρωμαλέο. Το γέλιο του καλοκαιριού δεν είναι απαλό, δεν είναι μειδίαμα σαν της Τζοκόντας, είναι γέλιο γάργαρο σαν κελαρυστό ρυάκι και τόσο τρανταχτό, που δεν μπορείς να το αγνοήσεις. Και ορίστε, και τώρα αυτό κάνει το καλοκαίρι. Γελάει, γελάει με την καρδιά του και ο ήχος του γέλιου του μοιάζει εκπληκτικά με τον ήχο των τζιτζικιών, που ακούγεται παντού.
     Και, αλήθεια, δεν υπάρχει άλλος ήχος από τον ήχο των τζιτζικιών, πιο άρρηκτα συνδεδεμένος με το καλοκαίρι. Είναι και η θάλασσα, βέβαια, που τα κύματά της σκάνε στην παραλία χαϊδευτικά και παιχνιδιάρικα και όχι θυμωμένα και άγρια, όπως το χειμώνα, αλλά τα τζιτζίκια είναι, όπως και να το κάνουμε, οι τραγουδιστάδες του καλοκαιριού.
     Όμως, εμένα το τραγούδι των τζιτζικιών μου φέρνει στο νου και κάτι άλλο. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, εμένα τα τζιτζίκια μου φέρνουν στο μυαλό εργατικούς ξυλοκόπους, που πριονίζουν εντατικά τα δέντρα, και όλο στήνω αυτί μήπως και ακούσω "Πέεεεεεφτει!". Μπορώ να τα φανταστώ, κιόλας, τα τζιτζίκια να φεύγουν από το σπίτι τους, φορώντας τη φόρμα εργασίας τους και τα κράνη τους, καθώς φροντίζουν πάντα για την ασφάλεια στο χώρο εργασίας. Οι γυναίκες τους - τα φαντάζομαι οικογενειάρχες, τι να κάνουμε; - τα ξεπροβοδίζουν και τους δίνουν μαζί και το κολατσιό τους. Και εκείνα πηγαίνουν στη δουλειά, και όλη τη μέρα πριονίζουν, πριονίζουν, πριονίζουν, και ο ιδρώτας τρέχει συνέχεια και τους μουσκεύει τη φόρμα εργασίας... Και το βράδυ γυρίζουν κατάκοπα στο σπίτι τους, και σκέφτονται πόσα ακόμα δέντρα τους μένουν για να πριονίσουν... Δύσκολη η ζωή του ξυλοκόπου τζίτζικα. Και μεγάλη αδικία να τον χαρακτηρίζουμε τεμπέλη, βασιζόμενοι στο μύθο του Αισώπου....
     Τέλος πάντων, τίποτα δεν είναι δίκαιο σε αυτή τη ζωή... Εμένα άλλο με ενδιαφέρει, κατ'ουσίαν: πώς θα μπορέσω να φυλακίσω το καλοκαίρι και να το έχω δίπλα μου όλο τον χρόνο; Και όποιος μου πει "να κοιτάς τις φωτογραφίες του καλοκαιριού", μάλλον δεν καταλαβαίνει τι εννοώ. Εγώ δε θέλω να νοσταλγώ το καλοκαίρι, αυτό το κάνω και χωρίς τις καλοκαιρινές φωτογραφίες, εγώ θέλω να νιώθω καλοκαίρι όποτε επιλέγω.
     Θα μου πείτε: "τι σε έπιασε τώρα με το καλοκαίρι;". Δεν ξέρω, ίσως να φταίει που δεν πήγα διακοπές, ίσως πάλι και όχι, δεν είναι ωραίο να μπορείς να ζεις μια ευχάριστη εμπειρία όποτε το επιλέξεις; 
     Επειδή, λοιπόν, η μύτη και τα αυτιά είναι τα όργανα με τα οποία ταξιδεύει κανείς (άποψη προσωπική, φυσικά, αλλά μάλλον σωστή), σκέφτομαι ότι θα ήταν πολύ καλή ιδέα να είχα ένα μπουκαλάκι με άρωμα καλοκαιριού και ένα cd με ήχους καλοκαιριού και θα τα κατάφερνα μια χαρά να έχω καλοκαίρι οποτεδήποτε θελήσω. Και όσο για το cd, είναι αυτονόητο τι ήχο θα επιλέξω: τον ήχο των τζιτζικιών. Για το άρωμα, όμως, τι; Ποιο είναι το άρωμα του καλοκαιριού;
     Κάποιος μπορεί να πει ότι το άρωμα του καλοκαιριού είναι το άρωμα του ιωδίου που μυρίζει δίπλα στη θάλασσα, ή το άρωμα του καρπουζιού, ή επίσης το άρωμα του γιασεμιού και του αγιοκλήματος, το θέμα αυτό, όμως, μάλλον είναι προσωπικό για τον καθένα. Για εμένα, λοιπόν, το άρωμα του καλοκαιριού είναι συνδυασμός δύο αρωμάτων: της συκιάς και του ξερού χόρτου. Ίσως επειδή μου θυμίζει δύο καλοκαίρια στο χωριό της μαμάς, που καθόμασταν στην σκιά της μεγάλης συκιάς του παππού, και που τρέχαμε ανέμελα στα θερισμένα χωράφια, που ήταν χρυσά από το χρώμα των ξερών χόρτων... Το σούρουπο, ο ήλιος έπεφτε στο βάθος των χωραφιών, κουρασμένος από την σκληρή δουλειά της ημέρας, και η φύση, νυσταγμένη, αφηνόταν στα χάδια της νύχτας. Οι γρύλλοι Ερωτόκριτοι ξυπνούσαν και άρχιζαν να καλούν συνθηματικά τις Αρετούσες τους. Και ο ουρανός γέμιζε με τόσα αστέρια, που νόμιζες ότι το φωτεινό τμήμα του ουρανού ήταν μεγαλύτερο από το σκοτεινό. Πού να τα δεις αυτά στην πόλη...
     Αλλά, τώρα την βρήκα τη λύση. Φανταστείτε, λοιπόν, να είναι χειμώνας, και έξω να φυσάει και να κάνει κρύο, και οι διαβάτες να τρέχουν τυλιγμένοι με τα κασκόλ τους, και ο αέρας να χαστουκίζει τα δέντρα, και εγώ να είμαι στο σπίτι μου, και να ακούγονται τζιτζίκια και να μυρίζει συκιά και ξερά χόρτα... Ε, μη μου πείτε ότι έτσι δε θα φέρω το καλοκαίρι στην καρδιά του χειμώνα!

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Γραμμένα στην τέντα

     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μέρος πολύ μακρινό, υπήρχε ένα μικρό, ινδιάνικο χωριό. Ήταν ένα χωριό πολύ όμορφο και νοικοκυρεμένο, με πολύχρωμες σκηνές, φτιαγμένες από τα πιο γερά υφάσματα, που οι ινδιάνες ύφαιναν με τέχνη περισσή,και με ένα μεγάλο, ξυλόγλυπτο τοτέμ στο κέντρο του χωριού, όπου μαζευόταν το χωριό όποτε είχε νέα σελήνη. 
     Από τις σκηνές του χωριού πάντα έβγαιναν καπνοί, καθώς τα τσουκάλια τους ήταν πάντα γεμάτα φαγητό και τα ινδιανάκια ήταν όλα ροδομάγουλα και γερά. Οι άντρες του χωριού φορούσαν τις πιο όμορφες φορεσιές σε όλη την περιοχή και τα άλογά τους ήταν όλα λεπτόκορμα και γρήγορα σαν τον άνεμο. Οι γυναίκες φορούσαν τα πιο όμορφα κοσμήματα, και όταν πήγαιναν να πάρουν νερό για το νοικοκυριό τους, οι γυναίκες των άλλων χωριών τις κοίταζαν με ζήλεια.
     Η τροφή ήταν άφθονη σε εκείνα τα μέρη και η γη, όπου κι αν γυρνούσε κανείς το βλέμμα του, ξάνθιζε από το καλαμπόκι που καλλιεργούσαν, και από το οποίο έφτιαχναν ένα σωρό λιχουδιές. Αλλά οι ινδιάνοι ήταν και πολύ θρήσκοι και ποτέ δεν ξεχνούσαν να ευχαριστούν για όλα τους τα καλά το θεό Ήλιο, ο οποίος τους χάριζε τόσα αγαθά.
     Δυστυχώς, όμως, έφτασε μία εποχή που οι βροχές δεν ήρθαν όταν έπρεπε, και ούτε αργότερα ήρθαν. Η γη άρχισε να διψάει. Και μαζί με τη γη, άρχισαν να διψάνε και τα καλαμπόκια, άρχισαν να διψάνε και τα γοργοπόδαρα τα άλογα, άρχισαν να διψάνε και οι άνθρωποι. Οι καπνοί δεν έβγαιναν τόσο τακτικά πια από τις σκηνές, αφού το φαγητό είχε λιγοστέψει πάρα πολύ, και τα παιδιά έχασαν το χρώμα από τα μάγουλά τους. 
     Έπρεπε να πάρουν μέτρα επειγόντως και γι'αυτό οι ινδιάνοι μαζεύτηκαν στην σκηνή του σοφού αρχηγού, του Σκεπτόμενου Γερακιού. Το Σκεπτόμενο Γεράκι είπε ότι ίσως είχαν κάνει κάτι που είχε δυσαρεστήσει το θεό Ήλιο και θα έπρεπε να του ζητήσουν συγγνώμη. Και αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να κάνουν προσφορές στο τοτέμ.
     Μάζεψαν, λοιπόν, ό,τι μπόρεσαν, και το απίθωσαν στα πόδια του τοτέμ. Ο μάγος του χωριού, ο Ήρεμος Λύκος, αφού προσευχήθηκε μέσα στην σκηνή του τρεις μέρες και τρεις νύχτες, μασώντας μόνο φύλλα καπνού και πίνοντας αίμα βουβαλιού, που είχε φυλαγμένο για τέτοιες περιστάσεις, πήγε μπροστά στο τοτέμ και, αφού γονάτισε, είπε κάποια μαγικά λόγια. Ύστερα γύρισε στην σκηνή του, αποκαμωμένος από την προσπάθεια.
     Όμως, ούτε οι προσφορές, ούτε τα μαγικά λόγια του Ήρεμου Λύκου είχαν αποτέλεσμα. Ο ήλιος συνέχισε να καίει και ο ουρανός παρέμενε πεντακάθαρος, χωρίς ίχνος από σύννεφο. Δεν έμενε άλλη λύση, από το να χορέψουν το χορό της βροχής.
     Υπήρχε, όμως, ένα πρόβλημα: το χορό της βροχής δεν τον ήξερε κανένας στο χωριό, μόνο ακουστά τον είχαν από άλλα, μακρινά χωριά. Βλέπετε, ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία του χωριού, που παρουσιαζόταν τέτοιας διάρκειας ξηρασία. 
     - Κανένα πρόβλημα, είπε το Σκεπτόμενο Γεράκι, θα ρωτήσουμε τα άλλα χωριά να μας πούνε πώς χορεύεται. Ετοιμάστε την φωτιά των μηνυμάτων!
     Και οι ινδιάνοι πήγαν σε ένα ύψωμα εκεί κοντά και άναψαν μια μεγάλη φωτιά. Ύστερα, χρησιμοποιώντας ένα βαρύ ύφασμα, άρχισαν σιγά-σιγά να μεταδίδουν το μήνυμά τους στα γειτονικά χωριά.
     Οι ινδιάνοι στα άλλα χωριά τρόμαξαν στην αρχή, νομίζοντας πως το μήνυμα ήταν μήνυμα πολέμου, όταν όμως κατάλαβαν τι τους ζητούσαν ηρέμησαν, και μέχρι που γέλασαν κιόλας κάποιοι, επειδή τους φάνηκε τουλάχιστον αστείο ένα τόσο νοικοκυρεμένο χωριό να αγνοεί κάτι τόσο βασικό όσο το χορό της βροχής.
     Κάποιοι αποφάσισαν να μην απαντήσουν καθόλου στο μήνυμα, εξάλλου έπρεπε να κάνουν οικονομία στα καυσόξυλα. Κάποιοι άλλοι σκέφτηκαν να δώσουν κάποιες πληροφορίες, αλλά να μην προδώσουν και όλα τα μυστικά του χορού, τα υπόλοιπα ας τα έβρισκαν μόνοι τους, τι σόι ινδιάνοι ήταν αν δεν μπορούσαν να σκεφτούν δυο-τρεις ακόμα λεπτομέρειες;
     Στο μεταξύ, το Σκεπτόμενο Γεράκι περνούσε όλη τη μέρα αγναντεύοντας τον ορίζοντα, και καθώς η απάντηση στο ερώτημά του δεν ερχόταν, ανησυχούσε πολύ. Μάταια σκίαζε με το χέρι του τα μάτια του: όπως δε φαινόταν σύννεφο στον ουρανό, έτσι δε φαινόταν και καπνός στον ορίζοντα. Τι θα γινόταν το χωριό; Τι θα γίνονταν τα παιδιά; Μέρες είχαν να ακουστούν τα γέλια τους. Τα αποθέματα του καλαμποκιού λιγόστευαν συνέχεια. Το νερό που έπιναν δεν ήταν πια τόσο καθαρό όπως πριν. Οι μέρες του χωριού ήταν μετρημένες.
     Είχαν αρχίσει να τσούζουν τα μάτια του, όταν είδε το πρώτο συννεφάκι καπνού. Τα άλλα χωριά απαντούσαν! Το Σκεπτόμενο Γεράκι σήκωσε το χωριό στο πόδι από τις φωνές του. Όλοι, νέοι, γέροι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, έτρεξαν κοντά του και όλοι μαζί διάβασαν τα μηνύματα.
     Ίσως να έφταιγε λίγο το αεράκι που φυσούσε και χαλούσε τα σχήματα, ίσως πάλι όχι, πάντως τα μηνύματα είχαν κενά. Όμως, με κενά ή χωρίς, ο χορός της βροχής έπρεπε να χορευτεί, αλλιώς σύντομα δε θα έμενε κανείς ζωντανός στο χωριό.
     Έστυψε το κεφάλι του το Σκεπτόμενο Γεράκι, έστυψε το κεφάλι του και ο Ήρεμος Λύκος, μάσησε και λίγο καπνό, μελέτησε και τα κόκαλα του αετού που είχε μέσα σε ένα δερμάτινο σακούλι, και τελικά συμπλήρωσαν τα κενά όσο καλύτερα μπορούσαν. Και την επόμενη μέρα, όλο το χωριό μαζεύτηκε μπροστά στο τοτέμ για να παρακολουθήσει το χορό.
     Ο Ήρεμος Λύκος, φορώντας τα πιο μεγάλα και εντυπωσιακά του φτερά, άρχισε να χτυπάει ρυθμικά τα πόδια του στο χώμα, σηκώνοντας σύννεφα σκόνης. Ταυτόχρονα, με δυνατή φωνή, άρχισε να τραγουδάει τον ύμνο στην βροχή, που είχαν στείλει με τα σήματα καπνού, τα γύρω ινδιάνικα χωριά. Αφού, χόρεψε μπροστά στο τοτέμ, άρχισε να τρέχει χορεύοντας γύρω από το χωριό, καλώντας και τους υπόλοιπους ινδιάνους να ακολουθήσουν τα βήματά του, και σε λίγο, ολόκληρο το χωριό χόρευε και τραγουδούσε.
     Και, πράγματι, εκεί που χόρευαν, ακούστηκαν οι πρώτες βροντές. Και οι ινδιάνοι είδαν με χαρά τον ουρανό να συννεφιάζει.
     - Συνεχίστε να χορεύετε! είπε το Σκεπτόμενο Γεράκι.
     Και οι ινδιάνοι συνέχισαν το χορό και το τραγούδι, μέχρι που οι πρώτες σταγόνες της βροχής έπεσαν στο ξερό έδαφος, δίνοντάς του ένα χρώμα πιο σκούρο. Και τότε όλοι πήγαν στις σκηνές τους, χαρούμενοι και σίγουροι ότι οι μέρες της ξηρασίας είχαν πια τελειώσει.
     Όμως, κάτι μάλλον δεν πήγε καλά με το χορό της βροχής. Να έφταιγε ο τρόπος που συμπληρώθηκαν τα κενά; Να έφταιγε που ο Ήρεμος Λύκος ήταν πολύ κακός χορευτής; Να έφταιγε ο υπερβάλλων ζήλος όλου του χωριού; Ό,τι και να έφταιγε, πάντως, ο χορός της βροχής δεν έφερε μόνο βροχή.
     Ο ουρανός άρχισε να φωτίζεται και να σκοτεινιάζει διαδοχικά, ενώ κάθε λίγο φωτεινές αστραπές τον έσκιζαν σε πολλά κομμάτια και τα μπουμπουνητά θύμιζαν τον ήχο που έκαναν τα κανόνια των λευκών, όπως βεβαίωναν όσοι είχαν δει κανόνια και λευκούς ανθρώπους. Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα και το νερό ήταν τόσο πολύ, που άρχισαν να πλημμυρίζουν οι σκηνές. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ξαφνικά άρχισαν να πέφτουν πέτρες από τον ουρανό! Ή, τουλάχιστον, αυτό που έπεφτε έμοιαζε με πέτρες. Οι πέτρες έπεφταν παντού, έπεφταν και στις σκηνές, που άρχισαν να γεμίζουν τρύπες, έπεσαν και σε μερικά κεφάλια, που απόκτησαν καρούμπαλα. Και όταν η βροχή σταμάτησε, ύστερα από αρκετές ώρες, το όμορφο χωριό είχε σχεδόν καταστραφεί.
     Οι ινδιάνοι δεν ήξεραν αν έπρεπε να χαρούν για την βροχή ή να λυπηθούν για το κατεστραμμένο χωριό τους. Όπως, όμως, είπε το σοφό Σκεπτόμενο Γεράκι, καλύτερα να είναι ζωντανοί σε ένα κατεστραμμένο χωριό, παρά νεκροί σε ένα όμορφο χωριό.
      Και έτσι, το μόνο που τους έμενε ήταν να στρωθούν όλοι στη δουλειά για να ξαναφτιάξουν το χωριό τους. Και όχι μόνο το ξανάφτιαξαν, αλλά το έφτιαξαν και πιο όμορφο από πριν. Και, για καλό και για κακό, έστειλαν και το Πονηρό Κογιότ, τον πρωτότοκο γιο του αρχηγού, να κατασκοπεύσει τα γύρω χωριά και να μάθει τον κανονικό χορό της βροχής, για παν ενδεχόμενο.
     Και αν με ρωτήσετε πού τα έμαθα όλα αυτά, είναι γραμμένα στην τέντα μου. Τα έγραψε εκεί το χαλάζι. Όχι τίποτ'άλλο, για να μη νομίζετε ότι τα βγάζω από το μυαλό μου.
    

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Η πριγκηπέσσα Λιζαρντώ

     Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια μεγάλη και πλούσια πολιτεία, χτισμένη στις πλαγιές ενός καταπράσινου βουνού. Τα σπίτια της ήταν χτισμένα από πέτρα και ήταν πολύ γερά, και όλη η πόλη προστατευόταν από ένα χοντρό και καλοφτιαγμένο τείχος, γεμάτο πολεμίστρες και φυλάκια, στη δε κορυφή του βουνού υπήρχε ένα μεγάλο κάστρο που κατόπτευε όλη την περιοχή και όπου μπορούσαν να καταφύγουν όλοι οι κάτοικοι, σε περίπτωση κινδύνου.
     Στο επάνω μέρος της πόλης έμεναν οι άρχοντες και υπήρχαν όμορφα, διώροφα, αρχοντικά σπίτια, με φαρδιές σκάλες. Στο κάτω μέρος έμεναν όλοι οι υπόλοιποι, οι τεχνίτες, οι έμποροι, οι αγρότες. Τα σπίτια τους δεν ήταν τόσο μεγάλα όσο εκείνα των αρχόντων, αλλά ήταν κι εκείνα καλοφτιαγμένα και γερά.
     Στο επάνω μέρος της πόλης ζούσε και ένας πλούσιος άρχοντας με τη μοναχοκόρη του, τη Λιζαρντώ. Οι φήμες έλεγαν ότι ο άρχοντας καταγόταν από την οικογένεια του αυτοκράτορα, τόσο σπουδαίος ήταν, και όταν περνούσε καμαρωτός επάνω στο δυνατό του άλογο όλοι τον χαιρετούσαν με σεβασμό.
     Όλοι είχαν να λένε για την ευγένειά του, που αποδείκνυε την αριστοκρατική του καταγωγή, για τη Λιζαρντώ, όμως, δεν είχαν να πουν και τα καλύτερα. Κι αυτό, επειδή ήταν πολύ κακομαθημένη και ψηλομύτα, και δεν καταδεχόταν ούτε να κάνει επισκέψεις, ούτε να εμφανίζεται στις γιορτές που διοργάνωναν οι άρχοντες στα παλάτια τους. Το μόνο που την ενδιέφερε, ήταν να μαθαίνει τα νέα του αυτοκράτορα και της οικογένειάς του, και όλο γκρίνιαζε στον πατέρα της και ζητούσε να μετακομίσουν στην Αυλή. Και όλοι, στις μεταξύ τους συζητήσεις, τη φώναζαν κοροϊδευτικά "πριγκηπέσσα", παρ'όλο που πριγκήπισσα δεν ήταν.
     Η κακομαθημένη αρχοντοπούλα, λοιπόν, δεν εννοούσε να συμβιβαστεί με τη ζωή της και όλο γκρίνιαζε και δυσανασχετούσε, είχε, δε, την απαίτηση να της φέρνουν τα καλύτερα υφάσματα για τα πλουμιστά της φορέματα. Και, καθώς ο πατέρας της δεν είχε άλλα παιδιά, η πριγκηπέσσα Λιζαρντώ έκανε ό,τι ήθελε. Και οι υπηρέτες της δεινοπαθούσαν.
     Μια μέρα, μαθεύτηκε ότι έφτασε στη μεγάλη πολιτεία μία ράφτρα από την πρωτεύουσα. Η Λιζαρντώ έστειλε να τη φωνάξουν και την κάλεσε στο αρχοντικό της. Ήθελε να της ράβει αποκλειστικά μοντελάκια, ανάλογα με εκείνα που φορούσαν οι πριγκήπισσες και, γενικότερα, οι κυρίες της Αυλής του αυτοκράτορα. Και η ράφτρα έγινε η προσωπική ράφτρα της Λιζαρντώς.
     Όμως, ό,τι κι αν έραβε η ράφτρα, η Λιζαρντώ ποτέ δεν έμενε ικανοποιημένη. Πάντα κάτι παραπάνω της ζητούσε, πάντα κάτι πίστευε πως έλειπε. Και συνήθως, αυτό που κατά την γνώμη της έλειπε, ήταν μια μακριά ουρά.
     - Αυτό το φόρεμα δεν έχει μακριά ουρά, έλεγε.
     - Έχει, κυρά μου, της απαντούσε η ράφτρα.
     - Δεν ακούς τι σου λέω; Η ουρά δεν είναι μακριά. Έτσι είναι τα φορέματα των κυριών της Αυλής;
     - Μα, κυρά μου, στην Αυλή οι δρόμοι δεν είναι τόσο στενοί και τα φορέματα μπορούν να έχουν μεγάλη ουρά. Εδώ είναι δύσκολο να κυκλοφορήσει κάποια με τέτοιο φόρεμα...
     - Δε με νοιάζει, εγώ θέλω μακριά ουρά.
     - Μακριά είναι και αυτή...
     - Αντιμιλάς ή μου φαίνεται;
     - Όχι, κυρά μου.
     Και η ράφτρα έφτιαχνε πιο μακριά ουρά στο φόρεμα της Λιζαρντώς.
     Και όταν το φορούσε η Λιζαρντώ και έβγαινε στον δρόμο, έπρεπε κάποιος να της κρατάει την ουρά. Και τόσο μακριά που ήταν, όλο και κάποιος θα την πατούσε κατά λάθος. Και ύστερα η Λιζαρντώ γυρνούσε στο αρχοντικό της και έβλεπε ότι η ουρά της είχε ποδοπατηθεί. Και τα ξαναέβαζε με τη ράφτρα.
     - Κοίτα πώς έγινε η ουρά, της έλεγε. Σχεδόν καταστράφηκε. Ορίστε, εδώ στην άκρη νομίζω ότι ξηλώθηκε κιόλας. Δεν την έραψες καλά.
     - Μα, όχι, κυρά μου, την έραψα όσο καλύτερα μπορούσα. Απλώς, κάποιος θα την πάτησε, έτσι μακριά που είναι. Ίσως αν τη μάζευα λίγο...
     - Να τη μαζέψεις; Αυτό αποκλείεται! Δεν εννοώ να βγω από εδώ χωρίς μακριά ουρά. Τι είμαι, καμιά τυχαία είμαι; Ο πατέρας μου είναι συγγενής εξ αίματος με τον αυτοκράτορα τον ίδιο! Μπορώ εγώ να εμφανιστώ στην Αυλή χωρίς ένα φόρεμα της προκοπής;
     - Θα την μπαλώσω την ουρά, μην ανησυχείς, κυρά μου.,,
     - Να την μπαλώσεις; Αυτό αποκλείεται! Εγώ μπαλωμένο φόρεμα δε φοράω!
     - Θα φτιάξω ένα καινούργιο τότε...
     - Να φτιάξεις! Μην τυχόν, όμως, και δεν έχει την κατάλληλη ουρά...
     Και η ράφτρα έφτιαχνε καινούργιο φόρεμα, πιο εντυπωσιακό από το προηγούμενο, και με μακρύτερη ουρά. Και η μακριά ουρά κάπου μπλεκόταν και κάπου σκιζόταν, και η ιστορία επαναλαμβανόταν.
     Κάποτε, πέρασε από την πολιτεία ένας όμορφος και δυνατός πρίγκηπας, γόνος μίας από τις αριστοκρατικότερες οικογένειες της Αυλής. Ο πρίγκηπας έψαχνε για νύφη και στη μεγάλη πολιτεία διοργανώθηκε ένας μεγάλος χορός, για να παρουσιαστούν στον πρίγκηπα όλες οι υποψήφιες νύφες και να μπορέσει να διαλέξει. Οι βελόνες και οι κλωστές πήραν φωτιά, καθώς η κάθε αρχοντοπούλα επιθυμούσε να ράψει το πιο εντυπωσιακό φόρεμα, για να τραβήξει την προσοχή του πρίγκηπα.
     Από το χορό, φυσικά, δε γινόταν να λείπει η Λιζαρντώ και η ράφτρα της έβαλε όλα τα δυνατά της να ικανοποιήσει την κυρά της, ράβοντάς της μια εντυπωσιακή ουρά. Η Λιζαρντώ ήταν σίγουρη ότι με αυτό το φόρεμα θα μονοπωλούσε την προσοχή του πρίγκηπα.
     Πράγματι, όλοι εντυπωσιάστηκαν όταν είδαν το φόρεμα της Λιζαρντώς με την πολύ μακριά ουρά, το οποίο ήταν φτιαγμένο με το καλύτερο μεταξωτό ύφασμα της Ανατολής, κεντημένο με πολύτιμες πέτρες, και έλαμπε στο φως σαν έναστρος ουρανός. Και ο πρίγκηπας ο ίδιος άρχισε να την πλησάζει για να την γνωρίσει, κάνοντας τη Λιζαρντώ να χαμογελάσει γεμάτη ικανοποίηση και όλες τις υπόλοιπες αρχοντοπούλες να σκάσουν από τη ζήλεια τους.
     Όμως, το κακό δε θέλει πολύ για να γίνει. Και προτού προλάβει ο πρίγκηπας να πλησιάσει τη Λιζαρντώ, κάποιος πάτησε τη μακριά της ουρά και η ουρά σκίστηκε, αφού προηγουμένως εκείνη έχασε την ισορροπία της και έπεσε κάτω φαρδιά-πλατιά. Όλοι έβαλαν τα γέλια και η Λιζαρντώ, ντροπιασμένη, αποχώρησε από το χορό.
     Και, φυσικά, ξέσπασε στη ράφτρα της.
     - Εσύ φταις, της είπε. Δεν έφτιαξες την ουρά αρκετά γερή.
     - Έβαλα τις πιο γερές κλωστές που υπάρχουν, είπε εκείνη. Ίσως αν δεν ήταν τόσο μακριά η ουρά...
     - Δε θα μου πεις εσύ πόσο μακριά θα είναι η ουρά! Ορίστε, εξαιτίας σου έχασα τον πρίγκηπα!
     - Μα...
     - Δεν ακούω τίποτα! Έφταιξες και θα τιμωρηθείς! Ρίξτε την στο μπουντρούμι!
     - Κυρά μου, είσαι άδικη, είπε η ράφτρα. Εγώ δεν έκανα τίποτ'άλλο από το να εκτελώ τις εντολές σου.
     - Με κατηγορείς κιόλας; Γρήγορα, στο μπουντρούμι, μόνο με ψωμί και νερό, και δέκα βουρδουλιές κάθε μέρα!
     - Πρόσεχε, κυρά μου, η αδικία τιμωρείται...
     - Συνεχίζεις; Στο μπουντρούμι, μόνο με ψωμί και νερό, και δέκα βουρδουλιές, δύο φορές τη μέρα!
     - Κυρά μου, ξανασκέψου το...
     - Δεν έχω να ξανασκεφτώ τίποτα και, αν συνεχίσεις, η τιμωρία σου θα αυξηθεί. Στο μπουντρούμι, γρήγορα!
     - Ήθελές τα και έπαθές τα, είπε τότε η ράφτρα, και χτύπησε τρεις φορές τα χέρια της.
     Μεμιάς, μπροστά σε όλους, η Λιζαρντώ εξαφανίστηκε, και στη θέση της έμεινε μια μικρή σαύρα, η οποία έτρεξε τρομαγμένη να κρυφτεί. Μια σαύρα με πολύ μακριά ουρά.
     - Αυτό ήταν, είπε η ράφτρα, που στην πραγματικότητα ήταν μάγισσα, και όχι μια απλή ράφτρα.
     Και προτού προλάβουν οι παρευρισκόμενοι να συνέλθουν από το σοκ, η μάγισσα έφυγε και ποτέ πια δεν ξαναγύρισε στη μεγάλη πολιτεία. Και η πριγκηπέσσα Λιζαρντώ έμεινε για πάντα μεταμορφωμένη σε σαύρα και η γκρίνια της δεν ξανακούστηκε ποτέ.
     Και αν έχετε αμφιβολία ότι τα πράγματα έγιναν έτσι όπως τα λέω, ρίξτε μια ματιά στη φωτογραφία της Λιζαρντώς που τράβηξα τις προάλλες, όταν τη συνάντησα στα ερείπια της μεγάλης πολιτείας. Και μπορεί να μην πρόλαβα να τη φωτογραφίσω ολόκληρη, αφού ακόμα ντρέπεται για το πάθημά της και όπου δει άνθρωπο τρέχει να κρυφτεί, αλλά τουλάχιστον πρόλαβα να φωτογραφίσω τη μακριά ουρά της.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Για ένα χορό

     Στον σταθμό του μετρό που πηγαίνω συνήθως, υπάρχει μια συστάδα ευκαλύπτων. Και πρέπει να είναι αρκετά ηλικιωμένοι αυτοί οι ευκάλυπτοι, καθώς είναι πάρα πολύ ψηλοί. Πάντα τους κοιτάζω και τους θαυμάζω, και είναι, πράγματι, χάρμα οφθαλμών, με τα μικρά φυλλαράκια τους, που χορεύουν ανάλαφρα στον άνεμο. Και πάντα κάθομαι κάτω από την σκιά τους, τα μεσημέρια που ο ήλιος είναι ιδιαίτερα καυτός.
     Φανταστείτε, λοιπόν, την έκπληξή μου τις προάλλες, όταν είδα ότι κάποιοι από αυτούς τους τεράστιους ευκαλύπτους είχαν κουτσουρευτεί και έστεκαν σχεδόν σαν γυμνές κολώνες στη θέση όπου πρωτύτερα ανέμιζαν την σγουρή τους κόμμη. Πυρ και μανία έγινα με τους ανεγκέφαλους που αποφάσισαν το κλάδεμα εν μέσω καύσωνα και που άφησαν το χώρο σχεδόν γυμνό.
     Σχεδόν γεμάτη αποστροφή για το θέαμα έφτασα και εχθές στον σταθμό. Και μην βρίσκοντας λεωφορείο να με περιμένει, ούτε καμιά άλλη σκιά, αποφάσισα να "βολευτώ" όπως-όπως στην σκιά ενός κορμού ευκαλύπτου. Και καθώς έπαιζα κρυφτούλι με τον ήλιο πίσω από τον κορμό του ευκάλυπτου, άκουσα ένα μουρμουρητό.
     Στην αρχή νόμιζα ότι παράκουσα. Ύστερα όμως βεβαιώθηκα ότι δεν ήταν η ιδέα μου. Κοίταξα δεξιά και αριστερά: μερικοί επιβάτες που περίμεναν το λεωφορείο. Αυτοκίνητα περνούσαν από τον διπλανό δρόμο, γεμίζοντάς τον με καυσαέριο και φασαρία. Το φανάρι πιο πέρα πρασίνιζε και κοκκίνιζε διαδοχικά. Κάποιες δεκαοχτούρες πετούσαν πού και πού. Από πού προερχόταν όλο αυτό το μουρμουρητό;
     Και τότε τα είδα. Ένα σωρό μυρμήγκια έτρεχαν πάνω-κάτω στον κορμό του ευκάλυπτου. Έτρεχαν πάνω-κάτω, χωρίς σταματημό.
     - Γρήγορα-γρήγορα! φώναζαν. Γρήγορα, να προλάβουμε να μαζέψουμε τη σοδειά μας, γρήγορα να τη φυλάξουμε στα κελάρια, γρήγορα προτού φύγει το καλοκαίρι, τρέξτε, τρέξτε, τρέξτε!
     Και δωσ'του και έτρεχαν τα μυρμήγκια.
     - Μα πού πάτε; ρώτησα. Δεν βλέπετε ότι αυτός ο ευκάλυπτος είναι σχεδόν φαλακρός;
     - Ε, όχι και φαλακρός, μασκαρεμένος είμαι! ακούστηκε μια βαριά φωνή και ο ευκάλυπτος τρεμούλιασε ολόκληρος, κάνοντας τα μυρμήγκια να σταματήσουν για λίγο το τρέξιμο φωνάζοντας "Σεισμός!".
     - Συγγνώμη, του είπα, δεν ήθελα να σε θίξω, αλλά έτσι όπως σε κλάδεψαν...
     - Και θαρρείς, ανόητο πλάσμα, ότι αυτό που βλέπεις έγινε χωρίς τη συγκατάθεσή μου;
     Τον κοίταξα απορημένη.
     - Μάθε, λοιπόν, συνέχισε ο ευκάλυπτος, ότι την επόμενη βδομάδα είναι ο ετήσιος χορός των ευκαλύπτων...
     - Χορεύουν οι ευκάλυπτοι; σκέφτηκα, αλλά δεν είπα τίποτα.
     - ... και ήθελα να βρω μια στολή...
     - Τι είδους στολή; δεν άντεξα και τον διέκοψα.
     - Ο χορός είναι μασκέ, αναστέναξε ο ευκάλυπτος. Τίποτα δεν ξέρεις πια;
     - Μα το Καρναβάλι είναι το χειμώνα, είπα διστακτικά.
     - Θεέ μου, τι αλαζονικά όντα που είστε εσείς οι άνθρωποι! Και νομίζεις, χαζοπούλι μου, ότι όλα γυρνούν γύρω από εσάς; Τι μας νοιάζει εμάς πότε γιορτάζετε εσείς το Καρναβάλι; Και, δηλαδή, τι δουλειά έχει το δικό σας Καρναβάλι με εμάς; Εγώ σου μιλάω για αληθινό χορό!
     - Έχεις δίκιο, του είπα για να τον καλμάρω, αλλά και για να μάθω τη συνέχεια. Και λοιπόν;
     - Τι λοιπόν; Α, ναι, ήθελα, λοιπόν, να βρω μία στολή, και την βρήκα!
     - Και τι στολή βρήκες;
     - Για τήρα με! είπε ο ευκάλυπτος και κορδώθηκε σαν τον Παντελή Ζερβό στην κυρά μας τη μαμμή. Ποιον σου θυμίζω;
     Τον κοίταξα από πάνω μέχρι κάτω. Ίσως έφταιγε και η ζέστη, εμένα πάντως δε μου θύμιζε τίποτα.
     - Δε σου θυμίζω τίποτα; ρώτησε ο ευκάλυπτος και ξανακορδώθηκε.
     - Ναι, να δεις πώς το λένε, άρχισα να λέω προσπαθώντας να κερδίσω χρόνο, μοιάζεις με εκείνο, καλέ, αχ, δε μου έρχεται το όνομα...
     - Ναι, είπε όλος καμάρι ο ευκάλυπτος: ντύθηκα μπαομπάμπ!
     Ώστε αυτό ήταν!
     - Γι'αυτό σε κλάδεψαν; ρώτησα, προσπαθώντας ακόμα να βρω την ομοιότητα.
     - Ναι, δεν είμαι πολύ πετυχημένος;
     - Αν είσαι, λέει! Ίδιος είσαι. Γι'αυτό και εκείνοι οι αφρικανοί, τους βλέπεις καλέ εκεί πιο πέρα, αυτοί που πουλάνε παπούτσια αθλητικά, όπου να'ναι θα έρθουν να κατασκηνώσουν εδώ, θα τους θυμίζεις την πατρίδα τους.
     - Ας έρθουν, ίσως τους καλέσω να έρθουν και στον χορό. Θα χρειαστώ μερικά αξεσουάρ...
     Ύστερα από αυτό, όπως καταλαβαίνετε, εγώ δεν είχα τι άλλο να προσθέσω. Εξάλλου, ήρθε και το λεωφορείο μου και έπρεπε να επιβιβαστώ. Πρόλαβα, όμως, να βγάλω μια φωτογραφία τον ευκάλυπτο-μπαομπάμπ προτού φύγω από την σκιά του κορμού του.
     - Είναι για το ιστολόγιό μου, του είπα, χωρίς να του διευκρινίσω ότι θα τον έκανα βούκινο.     

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Έργα και ημέρες της Πίπης

     Μεγάλη ανησυχία έχει πέσει στο μπλογκοσύμπαν. Ο ένας με τον άλλον σκουντιούνται και ύστερα λένε χαμηλόφωνα:
     - Τα έμαθες; Η Πίπη εξαφανίστηκε!
     Κακώς, βέβαια, μιλούν χαμηλόφωνα, αφού η εξαφάνιση της Πίπης είναι κοινό μυστικό και όλοι το γνωρίζουν. Όμως, αυτό που δεν ξέρουν είναι το πού βρίσκεται η Πίπη, αφού καμία ανακοίνωσή της δεν προηγήθηκε της εξαφάνισης. Και οι φήμες πάνε κι έρχονται.
     Κάποιοι πιστεύουν ότι η Πίπη μπαρκάρισε και τώρα ταξιδεύει με ένα ιπτάμενο πλοίο, γνωρίζοντας νέους τόπους και νέους ανθρώπους. Κάποιοι άλλοι λένε ότι έγινε βασίλισσα σε ένα μικρό νησί του Ειρηνικού, και ζει τρώγοντας μπανάνες και πίνοντας χυμό καρύδας, ντυμένη με χρυσά ενδύματα και στολισμένη με πολύτιμους λίθους. Άλλοι λένε ότι εκεί που έκανε βόλτα με το ιπτάμενο κρεβάτι της φύσηξε δυνατός αέρας, που την έστειλε στον Άρη, και τώρα η Πίπη βρίσκεται ανάμεσα στους Αρειανούς, προετοιμάζοντας την επιστροφή της.
     Ό,τι και να λένε οι άλλοι, όμως, μόνο εγώ γνωρίζω την αλήθεια. Γι'αυτό, προτού η Ιντερπόλ ξαμολύσει τα λαγωνικά της και προτού ο Ερυθρός Σταυρός βγάλει έκτακτο ανακοινωθέν, θα σας πω τι κάνει η Πίπη και πού ήταν τόσο καιρό.
     Το πρώτο πράγμα που έκανε η Πίπη ήταν να εμφανιστεί δημοσίως με το φίλο της το βιολί. Αυτό ίσως και να μπορούσατε να το φανταστείτε, δεδομένου ότι η Πίπη και το βιολί έχουν γίνει κολλητοί εδώ και πάνω από έναν χρόνο.
     Από πέρυσι της το πρότεινε ο δάσκαλος, αλλά εκείνη αντιστεκόταν σθεναρά. Όμως φέτος ήρθαν έτσι τα πράγματα, που η Πίπη δεν την απέφυγε τη δημόσια έκθεση. Γι'αυτό και τον τελευταίο καιρό έκανε εντατικές πρόβες, και πριν από μια βδομάδα περίπου, η Πίπη με το βιολί έπαιξαν μαζί δημόσια σε κοινό μεγαλύτερο των δέκα ανθρώπων. Αυτό ήταν κάτι που κανείς δεν θα το είχε προβλέψει παλιότερα, και ούτε ο ίδιος ο Μότσαρτ δεν το είχε φανταστεί, όταν έγραφε το κομμάτι, ότι θα ερχόταν η μέρα που η Πίπη θα έπαιζε Μότσαρτ!
     Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να μπορούσα να πω ότι η εμφάνιση αυτή της Πίπης έκανε παραπληγικούς να περπατήσουν, τυφλούς να δουν το φως τους και μουγγούς να μιλήσουν, αλλά δε θα το πω. Μπορώ όμως να βεβαιώσω ότι κανένα ακουστικό τύμπανο δεν τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια της παράστασης και είμαι σίγουρη ότι η εμφάνισή της θα είναι κάτι που θα θυμούνται για χρόνια, κυρίως επειδή διαδέχτηκε την εμφάνιση μικρών παιδιών και η υψομετρική τους διαφορά ήταν περισσότερο από εμφανής.
     Μη νομίζετε, όμως, ότι μετά την εμφάνιση με το βιολί η Πίπη ξεμπέρδεψε. Αν ήταν έτσι, τώρα δεν θα την αναζητούσαν παντού. Όχι, μετά το βιολί η Πίπη είχε και άλλες υποχρεώσεις, οι οποίες συνέπεσαν με μία ατυχή συγκυρία.
     Εδώ θα μου επιτρέψετε να κάνω μια παρένθεση για να επανέλθω στον Ιούνη, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ έπιασε τον ήλιο και του μαρτύρησε ότι εγώ βγάζω στη φόρα όλα τα άπλυτα του ουρανού, και μαρτυράω τι κάνει το φεγγάρι, και τι κάνουν τα σύννεφα, και τι κάνουν οι μήνες, και τι κάνει ο γερο-χρόνος, και ότι αν το κάνω αυτό για εκείνους τότε κάλλιστα μπορώ να το κάνω και για τον ίδιο τον ήλιο. Και άλλα πολλά σχετικά θα του είπε, και ο ήλιος θύμωσε, και φούντωσε, και άναψε, και κόρωσε, και με το ζόρι τον κρατούσαν στη θέση του στον ουρανό.
     Ύστερα από αυτό θεωρώ υποχρέωσή μου να ζητήσω δημοσίως συγγνώμη για τον καύσωνα των τελευταίων ημερών. Πού να το φανταστώ τι χαφιές είναι ο Ιούνης...
     Αλλά ας επανέλθουμε στην Πίπη και τις υπόλοιπες υποχρεώσεις της. Που αυτή τη φορά είχαν σχέση με το χορό και δη τον παραδοσιακό. Και οι πρόβες ήταν πολλές και καθημερινές. Και η πρώτη εμφάνιση ήταν αρκετά επιτυχημένη, αν εξαιρέσει κανείς το γεγονός ότι η Πίπη συνειδητοποίησε ότι το σωσίβιο που έχει κάνει φαινόταν και κάτω από το φόρεμα που φορούσε, κάτι που την ανάγκασε να ανεβάσει ελαφρώς το φόρεμα για να το καλύψει, και ύστερα οι γνωστοί της, αντί να της πουν πόσο εντυπωσιάστηκαν από τις τόσο εξαιρετικά εκτελεσμένες της φιγούρες, το μόνο που βρήκαν να της πουν ήταν ότι φάνηκε το μπούτι της... Επειδή όμως η Πίπη δε χαμπαριάζει και πολύ, στην επόμενη πρόβα πήγε φορώντας σορτς, αποκαλύπτοντας με περηφάνεια τα τρία τσιμπήματα κουνουπιών που αποκόμισε από την βραδυά της παράστασης. Μεγάλες στιγμές έζησαν τα μπούτια της Πίπης!
     Όμως οι παραστάσεις δεν είχαν τελειώσει ακόμη. Έμενε μία τελευταία, και οι πρόβες τις τελευταίες μέρες ήταν συνεχόμενες. Και να μην ξεχνάμε και τον ήλιο, τον πυρ και μανία (άτιμε Ιούνη, τι μας έκανες)...
     Βέβαια, προτού φτάσει η βραδυά της παράστασης, η Πίπη συνειδητοποίησε ντροπιασμένη ότι αγνοούσε κάτι σημαντικό: ότι οι περισσότερες συγχορεύτριές της ήταν ντίβες και μεγάλα ονόματα στο παγκόσμιο χορευτικό στερέωμα, με πολλά χρόνια εμπειρίας και άπειρες συνεργασίες με τα μεγαλύτερα μπαλέτα του κόσμου. Αυτό, όπως ήταν αναμενόμενο, οδήγησε σε αλλαγές θέσεων και ομάδων, επειδή οι ντίβες πάντα έχουν τον τελευταίο λόγο. Μεταξύ μας, η Πίπη σκέφτηκε να πάρει μαστίγιο, αλλά τελικά συγκρατήθηκε και αποφάσισε σε πρώτη φάση να φτιάξει μόνο τη λίστα των προς μαστίγωση. Και με έκπληξη διαπίστωσε ότι η λίστα δεν ήταν και τόσο μικρή...
     Και έφτασε η βραδυά της τελευταίας παράστασης και εκεί η Πίπη έμαθε πάρα πολλά πράγματα. Έμαθε, για παράδειγμα, ότι μπορείς να φορέσεις δύο χοντρά καλσόν, το ένα πάνω από το άλλο (και να μην ξεχνάμε και τον θυμωμένο ήλιο), και με αυτόν τον τρόπο μπόρεσε να φανταστεί τι τραβούσαν οι γιαπωνέζες, που τους έδεναν τα πόδια για να μη μεγαλώνουν. Επίσης, αναρωτήθηκε τι είδους μαζοχισμός έκανε τις γυναίκες της Ασσήρου Θεσσαλονίκης να σφίγγουν με κορδέλες τα μαντήλια στο κεφάλι τους, αφού αυτό οδηγούσε σε πόνους στα αυτιά και γενικότερα στο κρανίο, αλλά απάντηση δεν βρήκε.
     Στη συνέχεια, και αφού απαλλάχθηκε από το ένα χοντρό καλσόν, αισθάνθηκε πιο άνετα σαν Ευβοιώτισσα από την Κάρυστο, παρ'όλο που το κεφαλοδέσιμο και γενικότερα η στολή της συγκεκριμένης περιοχής ήταν πολύ απλούστερα. Και χόρεψε, και τα έδωσε όλα, που λένε, και κάποια στιγμή η παράσταση έφτασε στο τέλος της. 
     Και τότε, η Πίπη έκανε τη μεγαλύτερη ανακάλυψη απ'όλες: συνειδητοποίησε ότι όλο εκείνο το χορευτικό τελετουργικό με τις κορδέλες στο κεφάλι και το διπλό καλσόν στην αρχή, με το μονό καλσόν και το απλό κεφαλοδέσιμο στη συνέχεια, την είχε μεταμορφώσει σε φακίρη! Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, το τελετουργικό αυτό είχε μεταμορφώσει τη γη σε ένα απέραντο στρώμα φακίρη, ξέρετε, αυτό με τα καρφιά... Και δωσ'του να περπατάει στα καρφιά η Πίπη, είχε αφήσει και το ιπτάμενο κρεβάτι της στο σπίτι, και κάθε βήμα και καρφί, κάθε καρφί και πόνος. Και ώσπου να φτάσει στο σπίτι της είδε και έπαθε. Και ίσως ύστερα από όλο αυτό να πρέπει να ξαναβαφτιστεί. Και να την πούμε Καρφοπερπάτα Πιπιστράτα.
     Αυτά, λοιπόν, ήταν τα όσα έζησε πάνω-κάτω η Πίπη όλες αυτές τις μέρες, και αυτά ήταν τα όσα έπαθε, και αν την χρειαστείτε μην την ψάξετε ούτε στον ουρανό, ούτε στη θάλασσα, ούτε στο φεγγάρι, ούτε στον Άρη, ούτε σε εξωτικά μέρη, ούτε στον δρόμο, ανάμεσα στον κόσμο. Ψάξτε την όπου υπάρχει λεκάνη γεμάτη νερό και ίσως την πετύχετε να κάνει ποδόλουτρο.

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Ζητείται επειγόντως νύφη

     Ήρθε, επιτέλους, ο καιρός να βρει και ο Ιούνης αγαπητικιά, να πάψει να είναι μπακούρι, να χαρεί και η δόλια του η μάνα, που ανησυχούσε πως ο γιος της θα έμενε ένα ανύπαντρο ρεμάλι.
     Και που άργησε να βρει αγαπητικιά, μη νομίζετε, βέβαια, ότι είχε κανένα κουσούρι, ότι ήταν άσχημος ή κουτσός, ή αλλοίθωρος, όχι, κάθε άλλο. Μια χαρά παληκάρι ήταν, με μαλλιά στο χρώμα του σταχυού, σαν τα δεμάτια τα στοιβαγμένα στα θερισμένα χωράφια, μπράτσα γυμνασμένα και δυνατά από τις αγροτικές δουλειές, δέρμα σταράτο και μαυρισμένο από τον ήλιο, παράστημα καμαρωτό και χαμόγελο αστραφτερό. 
     Το μόνο του κουσούρι, αν μπορούμε να μιλήσουμε για κουσούρι, ήταν ότι ο Ιούνης δεν ήταν αυτό που λέμε, νέος από τζάκι. Το αντίθετο, μάλιστα, ένα απλό αγροτόπαιδο ήταν, μεγαλωμένο στις εξοχές, με το φρέσκο του το γαλατάκι, τα δροσερά κηπευτικά του, τα κόκκινα κεράσια του και τα χρυσά του τα βερύκοκα. Αυτό και μόνο ήταν αρκετό για να του δυσκολεύει τη ζωή, αφού οι κοπέλες ήταν μεγαλωμένες με τα παραμύθια για το βασιλόπουλο, και ο Ιούνης απείχε πολύ από αυτό το πρότυπο.
     Εδέησε, όμως, μία κοπέλα να ρίξει τα μάτια της επάνω του και ο Ιούνης μόνο που δεν καρβουνιάστηκε από την φλόγα που του άναψε. Φταίει που του χαμογέλασε κιόλας, και που στα μάγουλά της σχηματίστηκαν δυο λακκάκια... Και φυσικά, οι δυο τους δεν άργησαν να γίνουν ζευγάρι.
     Μόνο που η αγαπητικιά του βγήκε λίγο απαιτητική του Ιούνη. Και τη μία του ζητούσε ταξίδια, την άλλη του ζητούσε κοσμήματα, άλλοτε πάλι του ζητούσε να την πάει βαρκάδα στο φεγγαρόφωτο... Από τη μύτη τον έσερνε τον καψερό. Και όσο κι αν αυτό δεν του άρεσε και τόσο, ο Ιούνης σκεφτόταν τη μοναξιά της εργένικης ζωής, σκεφτόταν και τη μάνα του που αδημονούσε να αποκτήσει εγγονάκια και σώπαινε.
     - Τι ωραία θα ήταν να πηγαίναμε μια εκδρομή! του είπε η αγαπητικιά του σήμερα το πρωί. Θα μπορούσαμε να πάμε μέχρι τη θάλασσα, να κάνουμε και κανα μπανάκι, που πήρα καινούργιο μαγιό...
     - Να πάμι, κοκόναμ', είπε ο Ιούνης.
     Και ο καιρός ζέστανε.
     - Ναι, αλλά τότε δε θα μπορώ να φορέσω εκείνο το πλεκτό το ζακετάκι που ταιριάζει με το μικρό μου το τσαντάκι... Καλύτερα να μην πάμε στη θάλασσα.
     - Να μην πάμι, μάναμ', είπε ο Ιούνης.
     Και ο ουρανός συννέφιασε.
     - Και τώρα που το θυμήθηκα: πήρα και κάτι φανταστικές γαλότσες τις προάλλες, αλλά πότε θα τις φορέσω; Θα πρέπει να περιμένω το φθινόπωρο;
     Και το πρόσωπό της συνοφρυώθηκε.
     - Μη μου στενοχουριέσι, κορτσούδαμ', και δεν χρειάζ'ται να περιμένς, είπε ο Ιούνης. 
     Και τα σύννεφα πύκνωσαν και άρχισε να βρέχει.
     - Αχ, δεν μπορώ την βροχή, με μελαγχολεί, είπε η αγαπητικιά.
     - Μη, κοκόναμ', μην σκουτίζεσι κι μαραίν'ται του πρόσωπό'σ...
     Και ο ουρανός φωτίστηκε ξανά.
     - Άσε, δεν πειράζει, θα μου φτιάξει η διάθεση αν φορέσω τις γαλότσες... Μα δεν έχεις ιδέα τι ωραίες που είναι!
     - Όχι, μάναμ', δεν έχου, είπε ο Ιούνης και αμέσως τα σύννεφα ξαναμαζεύτηκαν και ξανάρχισε να βρέχει.
     Και έτσι συνεχίστηκε ο καιρός όλη τη μέρα σήμερα, τη μια να βρέχει, την άλλη να λιάζει. Και όλα αυτά επειδή η αγαπητικιά του Ιούνη μας βγήκε τζαναμπέτισσα, κλασσικό διδυμάκι αναποφάσιστο.
     Και επειδή μου φαίνεται ότι αν τα πράγματα συνεχίσουν στο ίδιο μοτίβο το καλοκαίρι θα το δούμε μόνο με τα κυάλια, κάνω έκκληση σε όλους: μαζευτείτε, και σκεφτείτε, και ψάξτε να βρείτε μια άλλη αγαπητικιά για τον Ιούνη, πιο καλόβολη και πιο ισορροπημένη. Στην ανάγκη, βάλτε αγγελία στις εφημερίδες. Πού θα πάει, κάτι θα βρεθεί.

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Τρία χρόνια και τρεις μέρες






      Βαθιά μέσα στη ζούγκλα της Λατινικής Αμερικής, σε ένα μέρος που παραμένει κρυφό, πνιγμένο στην πυκνή βλάστηση, όπου το μόνο που ακούγεται είναι οι φωνές των πουλιών, υπάρχουν τα ερείπια μίας αρχαίας ινδιάνικης πόλης. Το όνομά της έχει πια σβηστεί από τα χείλη των ανθρώπων, γι'αυτό και δε θα πούμε πώς ονομάζεται. Ας πούμε μόνο πως οι άνθρωποι που την έχτισαν ήταν άνθρωποι γεμάτοι σοφία.
     Οι άνθρωποι εκείνοι μιλούσαν με τη φύση και διάβαζαν τον ουρανό σαν ανοιχτό βιβλίο. Βιβλία όμως δεν είχαν για να γράψουν τις δικές τους ιστορίες. Μόνο πηλό και πέτρες και σφυριά και τσεκούρια. Μη νομίζετε, όμως, ότι οι ιστορίες τους δεν ειπώθηκαν επειδή δεν είχαν χαρτί και μολύβι. Οι ιστορίες τους γράφτηκαν στον πηλό και στην πέτρα.
     Και ήταν πολλές οι ιστορίες τους. Και μία από αυτές έλεγε ότι όταν ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου, ένας άνθρωπος, που θα καθόταν μπροστά σε μία φωτεινή πλάκα, θα έφτιαχνε ένα αστέρι στο σύμπαν. Και πως εκείνο το αστέρι θα υπήρχε και δεν θα υπήρχε, αλλά και ότι θα γέμιζε με ιστορίες. Και ότι το αστέρι θα ήταν μόνο του στην αρχή, σιγά-σιγά όμως θα τραβούσε κοντά του και άλλα αστέρια. Και ότι το αστέρι εκείνο θα είχε όνομα, και ότι το όνομά του θα ήταν μεγάλο. Και ότι θα ζούσε αρκετά χρόνια και ότι κάθε έναν χρόνο και μία μέρα θα γέμιζε με μία ιστορία.
     Πριν από τρία χρόνια και τρεις μέρες, λοιπόν, ένα βαρετό απόγευμα, ένας άνθρωπος κάθησε μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, και έφτιαξε αυτό το ιστολόγιο. Και από εκείνη την στιγμή, το σύμπαν άλλαξε (κι αν νομίζετε ότι υπερβάλλω, να διευκρινίσω ότι αναφέρομαι στο σύμπαν αυτού του ανθρώπου).
     Κανείς, ούτε ίσως οι σοφοί ινδιάνοι, δεν θα περίμενε τη μακροημέρευσή του, κι όμως το ιστολόγιο έφτασε αισίως τα τρία χρόνια και τις τρεις μέρες! Παρ'όλο, δε, που ξεκίνησε μόνο κι έρημο,  σιγά-σιγά γέμισε ιστορίες και φίλους, ακριβώς όπως το είχαν προβλέψει οι σοφοί ινδιάνοι. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι μόλις έναν χρόνο και μια μέρα πριν, οι εγγεγραμμένοι φίλοι ήταν 15, ενώ τώρα είναι ήδη 44! Είναι σίγουρο ότι χωρίς αυτούς τους φίλους, εγγεγραμμένους και μη, αυτό το μπλογκ θα ήταν αρκετά διαφορετικό.
     Οι ιστορίες δεν φυτρώνουν ακριβώς στα δέντρα και δεν βγαίνουν πάντα εύκολα, όμως είναι πάντα εκεί και κρύβονται στα πιο απίθανα σημεία. Και η Πίπη, που "γεννήθηκε" σχεδόν ένα χρόνο μετά τη γέννηση του μπλογκ, έγινε σύντομα η ηρωίδα πολλών από εκείνες τις ιστορίες και έκανε κανονική κατάληψη στο χώρο, παίζοντας και το ρόλο της παραμυθούς αρκετές φορές. Της συμβαίνουν διάφορα της Πίπης, είναι αλήθεια. Αυτά δεν τα πρόβλεψαν οι σοφοί ινδιάνοι αλλά και δεν χρειαζόταν να τα προβλέψουν, αφού σε όλους συμβαίνουν διάφορα.
     Κάποιες ιστορίες είναι πιο κεφάτες, κάποιες περισσότερο λυπημένες, αλλά γενικά η τάση του μπλογκ είναι χιουμοριστική. Της Πίπης, έτσι κι αλλιώς, δεν της αρέσουν πολύ τα σοβαρά, προτιμάει να διασκεδάζει και ακόμα και όταν την παθαίνει, πάλι γελάει. Επιπλέον, και αυτό να μείνει μεταξύ μας, έχει υπογράψει συμβόλαιο αποκλειστικής συνεργασίας με αυτό το μπλογκ, και ένας από τους όρους της συνεργασίας ήταν να αποφεύγονται οι ιστορίες που της θυμίζουν καθαρισμένο κρεμμύδι, που της φέρνουν δάκρυα δηλαδή. Πάντως, για να εξηγούμαστε, μέχρι στιγμής δεν έχουν εκδηλωθεί παράπονα, ούτε από τη μία, ούτε από την άλλη πλευρά.
     Είναι περίεργο συναίσθημα ένα μπλογκ να εισβάλλει στη ζωή σου και να διεκδικεί μέρος του χρόνου σου. Αλλά είναι σίγουρο ότι δε μετάνιωσα τη δημιουργία της Οξείας Γλωσσοπάθειας. Και όσο κι αν συχνά σκέφτομαι ότι το όνομα αυτό ίσως να μην είναι και το καλύτερο που θα μπορούσα να έχω βρει, χαίρομαι που μέσω αυτής γνώρισα έναν κόσμο που αγνοούσα.
     Και τώρα, εκπληρώνοντας για μια ακόμα φορά την προφητεία των σοφών ινδιάνων, θα κλείσω αυτήν την ανάρτηση με την υπόσχεση, σε έναν χρόνο και μία μέρα από σήμερα να ξαναβρεθούμε εδώ για να ξαναγιορτάσουμε. Αμήν!