Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Σύλληψη δραπέτη


       Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα φουλάρι ζωηρό. 
     - Αχ, έλεγε και ξανάλεγε, πόσο θα ήθελα να ζήσω ελεύθερο, να πηγαίνω όπου θέλω, όποτε θέλω, και όχι να εξαρτώμαι συνέχεια από άλλους!
     Και δωσ'του και αναστέναζε, το ζωηρό φουλάρι. 
    Η κοπέλα που το είχε, το φορούσε αρκετά συχνά, αλλά το τύλιγε γύρω από το λαιμό της σφιχτά, και δεν του άφηνε πολλά περιθώρια. Και το ζωηρό φουλάρι ασφυκτιούσε, παρ'όλο που της κοπέλας ο λαιμός ήταν τυλιγμένος.
     Όποτε φυσούσε, το ζωηρό φουλάρι ξεθάρρευε και ανέμιζε πιο τσαχπίνικα από ό,τι συνήθως, και χόρευε και τραγουδούσε, ελπίζοντας ότι εκείνη θα ήταν η τυχερή του μέρα. Όμως ακριβώς εκείνη τη μέρα, τη μέρα που φυσούσε, η κοπέλα τύλιγε ακόμα πιο σφιχτά το φουλάρι γύρω από το λαιμό της, και η απελπισία τύλιγε το φουλάρι, όπως εκείνο τύλιγε το λαιμό της κοπέλας...
    Και ο καιρός περνούσε, και πότε φυσούσε, πότε δε φυσούσε, και το φουλάρι πάντα προσπαθούσε να απελευθερωθεί και πάντα αποτύχαινε.
     Ώσπου μια μέρα ο καιρός αγρίεψε πολύ, και ο άνεμος άρχισε να φυσάει δαιμονισμένα. Και τόσο δυνατά φυσούσε ο αέρας, που σήκωνε τα πεσμένα ξερά φύλλα και τα έβαζε να χορεύουν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο αέρας έπιανε και τα κλαδιά των δέντρων και τα κουνούσε πέρα-δώθε δυνατά. Και όπως κουνιούνταν τα κλαδιά των δέντρων, έμοιαζε λες και τα δέντρα μοιρολογούσαν...
     Το ζωηρό φουλάρι εκείνη τη μέρα ήταν απλωμένο σε σκοινί, πιασμένο με δύο μανταλάκια. Το είχε πλύνει η κοπέλα και το είχε απλώσει για να στεγνώσει. Και καθώς φυσούσε ο αέρας, το φουλάρι χόρευε ανόρεχτα και σκεφτόταν πόσο τυχερά ήταν τα ξερά φύλλα. Και εκεί που φυσούσε ο αέρας και τα μανταλάκια έσφιγγαν το φουλάρι, εκείνο σκέφτηκε ότι θα μπορούσε, ίσως, να δραπετεύσει. Και σιγά-σιγά και με επιμονή, το φουλάρι χαλάρωσε την σφιχτή λαβή του ενός μανταλακιού. Και επειδή το άλλο μανταλάκι άρχισε να γελάει και να κοροϊδεύει το πρώτο, δίνει μια το φουλάρι και με την επόμενη ριπή του ανέμου βρέθηκε να πετάει στον ουρανό, αγκαλιά με τα ξερά φύλλα!
     Η ευτυχία του δεν περιγραφόταν! Αισθανόταν ελαφρύ και, κυρίως, ελεύθερο. Τίποτα πια δεν το κρατούσε δεμένο στη γη, ούτε λαιμός κοπέλας, ούτε μανταλάκια. Και το ζωηρό φουλάρι βάλθηκε να χορεύει και να γελάει, ακολουθώντας τον άνεμο στο μανιασμένο του διάβα. Η γη φαινόταν πολύ μακριά τώρα και όλα επάνω της, τα σπίτια, τα δέντρα, οι άνθρωποι, φαίνονταν πολύ μικρά. Οι ακτίνες του ήλιου έπαιζαν κυνηγητό τριγύρω του και τα γέλια τους αντηχούσαν απ'άκρη σ'άκρη στον ουρανό.
     Ώσπου, ο άνεμος άρχισε να κουράζεται και η ταχύτητά του να μειώνεται. Οι ηλιαχτίδες άρχισαν να επιστρέφουν ψηλά στον ουρανό και τα γέλια τους σταμάτησαν να ακούγονται. Και τα ξερά φύλλα, μαζί τους και το ζωηρό φουλάρι, άρχισαν να χάνουν ύψος... Και τώρα όλα όσα βρίσκονταν επάνω στη γη, τα σπίτια, τα δέντρα, οι άνθρωποι, άρχισαν να φαίνονται όλο και πιο μεγάλα. Και το ζωηρό φουλάρι όλο και έχανε ύψος. Και, ξαφνικά, εκεί που περνούσε πετώντας δίπλα από ένα δέντρο, το δέντρο έκανε μία χραπ! και το γράπωσε.
     Και το ζωηρό φουλάρι άρχισε να χτυπιέται και να προσπαθεί να απαγκιστρωθεί από το δέντρο, αλλά μάταια. Και τα ξερά φύλλα συνέχισαν να χορεύουν στον αέρα, και να περνάνε από δίπλα του, αλλά το φουλάρι, που πια δεν ήταν τόσο ζωηρό, δεν μπορούσε πια να πετάξει.
     - Τόσο, λοιπόν, κράτησε η χαρά μου; αναρωτήθηκε το φουλάρι. Τόσο, όσο κρατάει ένα όνειρο;

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Εκεί που δεν τα έσπειραν


     - Γαβ! ακούστηκε και το μωρό πετάχτηκε από τον ύπνο του.
     - Ουά! έκλαψε το μωρό.
     - Γαβ! Γαβ! ξανακούστηκε και η Αρετή Μόρφη, άυπνη εδώ και είκοσι ώρες λόγω του μωρού, έτρεξε να το ηρεμήσει.
     - Έλα, έλα, καλό μου, ηρέμησε, είπε η Αρετή Μόρφη στο μωρό. Νάνι, νάνι...
     - Γαβ! άκουσε και ο Γεράσιμος Εικοσάρης, συνταξιούχος σιδηροδρομικός υπάλληλος, σήκωσε το κεφάλι του από την εφημερίδα και αναρωτήθηκε μήπως ήταν ο Φρίξος, το μικρό κανίς του.
     - Φρίξο! φώναξε ο Γεράσιμος Εικοσάρης. Εσύ είσαι που γαβγίζεις;
     - Γαβ! είπε ο Φρίξος και κούνησε την ουρά του εννοώντας "όχι".
     - Γαβ! Γαβ! Γαβ! άκουσε και η Τζίνα Πεντανότα, καθηγήτρια πιάνου, και χάιδεψε τη Μίτση, τη σιαμέζα γατούλα της που, τρομαγμένη από το γάβγισμα, έτρεξε στην αγκαλιά της.
     - Μη φοβάσαι, μικρούλι μου, είπε η Τζίνα Πεντανότα στη Μίτση, δε θα αφήσω εγώ κανέναν να σε πειράξει, ακούς;
     - Νιάου, είπε η Μίτση εννοώντας "Τι;".
     Ένα-ένα, τα σπίτια της γειτονιάς έστρεψαν την προσοχή τους στα γαβγίσματα που ακούγονταν.
     - Από πού έρχονται αυτά τα γαβγίσματα; αναρωτήθηκε ο Στέφανος Τουμπής, καθηγητής αγγλικών, που δούλευε σε πιτσαρία. Για ήμερα σκυλιά, πάντως, δεν ακούγονται.
     - Από πού έρχονται αυτά τα γαβγίσματα; αναρωτήθηκε και ο Γεράσιμος Εικοσάρης. Από τον Φρίξο μου, πάντως, όχι.
     - Από πού έρχονται αυτά τα γαβγίσματα; αναρωτήθηκε και η Αρετή Μόρφη. Δε θα μας αφήσουν να κοιμηθούμε αυτά τα σκυλιά. Πάντως, δε φαίνεται να είναι σκυλιά από σπίτι.
     Και ήταν αλήθεια. Τα γαβγίσματα δε ήταν γαβγίσματα σκύλων καλοαναθρεμμένων, με τρόπους, με την ωραία τους την σκυλοτροφή, με τα μπισκότα τους, με τα ψεύτικα κόκαλα για την τερηδόνα, με τα κολλάρα για τους ψύλλους... Όχι, κάθε άλλο. Ήταν γαβγίσματα άγριων σκύλων, σκύλων που μεγάλωναν μόνοι τους, χωρίς αφεντικό, χωρίς σίγουρη τροφή αλλά και χωρίς περιορισμό.
     Όλη η γειτονιά σηκώθηκε στο πόδι. Αυτοί που είχαν σκύλο ανησύχησαν μήπως τα άγρια γαβγίσματα που ακούγονταν τον ξεσήκωναν και εκείνον. Αυτοί που είχαν γάτα ανησύχησαν μήπως η γάτα τους έπεφτε θύμα των άγριων εκείνων σκύλων σε κάποια από τις ρέμπελες βόλτες της. Αυτοί που δεν είχαν ούτε σκύλο, ούτε γάτα, προσπαθούσαν να καταλάβουν από πού έρχονταν τα γαβγίσματα και σκέφτονταν σοβαρά να φωνάξουν τον μπόγια...
     Με όλα αυτά, τα γαβγίσματα ούτε σταμάτησαν, ούτε μειώθηκαν. Και όλη η γειτονιά αντηχούσε από τα γαβγίσματα.
     Οι γείτονες αποφάσισαν να ψάξουν τα άγρια σκυλιά που τους είχαν χαλάσει την ησυχία. Χωρίστηκαν σε ομάδες. Η μία ομάδα πήγε προς τη μία κατεύθυνση, η άλλη προς την άλλη. Έψαξαν πίσω και κάτω από αυτοκίνητα, πίσω και μέσα σε κάδους σκουπιδιών, σε πλατείες, σε νησίδες, σε παιδικές χαρές, τίποτα.
     Κι όμως, κάπου υπήρχαν σκυλιά, και μάλιστα άγρια. Κάπου υπήρχαν άγρια σκυλιά που γάβγιζαν και που αποτελούσαν κίνδυνο για την ηρεμία και την τάξη της γειτονιάς. Οι ομάδες περιπολίας ξανακοίταξαν τα αυτοκίνητα, τους κάδους, τις πλατείες, τις νησίδες, τις παιδικές χαρές, χωρίς αποτέλεσμα. Όλοι γύρισαν στα σπίτια τους κατάκοποι και άπρακτοι.
     - Τίποτα! είπε ο Σωκράτης Φούντας και ξάπλωσε στον καναπέ.
     - Ούτε ίχνος! είπε ο Γιάννης Καρφίτσας και σωριάστηκε σε μια καρέκλα.
    - Τζίφος! είπε και ο Πέτρος Στριφτάρης και κάθησε να δει τηλεόραση.
     Κι όμως, αν είχαν ψάξει λίγο πιο προσεκτικά, αν είχαν τα μάτια τους περισσότερο ανοιχτά, θα τα είχαν εντοπίσει τα άγρια σκυλιά που γάβγιζαν, που είχαν ξεφυτρώσει στη γειτονιά από το πουθενά και που, πιο συγκεκριμένα, είχαν φυτρώσει εκεί που δεν τα έσπειραν.
     Θα τα είχαν εντοπίσει εκεί, ανάμεσα στα ξερά χόρτα, στα θεμέλια μιας εγκαταλελειμμένης οικοδομής. Εκεί, δηλαδή, όπου τα εντόπισα εγώ...


Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Σε αναζήτηση τίτλου

     Τον τελευταίο καιρό, διάφορα γεγονότα απασχολούν το μυαλό της Πίπης και δεν την αφήνουν να σταυρώσει ούτε πρόταση. Μάταια προσπαθεί να βρει ιστορίες, μάταια επιπλήττει τον εαυτό της για τη συγγραφική της απουσία. Οι ιστορίες μάλλον έχουν φτιάξει τις βαλίτσες τους και κάνουν διακοπές. Κάπου ζεστά, υποθέτω. Το θέμα είναι πως οι ιστορίες λείπουν. Και αυτό, το δίχως άλλο, στενοχωρεί την Πίπη. 
     Παρ'όλ'αυτά, η Πίπη ακόμα θυμάται. Και τι θυμάται; Θυμάται ότι σαν σήμερα, έναν χρόνο πριν, ένα φασολάκι μετατράπηκε σε ανθρωπάκι και ξεπήδησε στον κόσμο των ανθρώπων κάνοντάς τον ένα πολύ πιο ενδιαφέρον μέρος για να ζει κανείς. Το ανθρωπάκι, είχε ό,τι έχουν όλα τα ανθρωπάκια: δυο μεγάλα, ερευνητικά μάτια, δυο βελούδινα, φουσκωτά μαγουλάκια, απαλά, σαν μετάξι μαλλάκια, λεπτά χεράκια με μακριά δαχτυλάκια και δυο απαλά πατουσάκια, γεννημένα για φιλάκια.
     Όλοι είπαν ότι ήταν ένα πολύ όμορφο μωρό, κάτι που αποδείχτηκε πως δεν ήταν διόλου αλήθεια, αφού στην πορεία ομόρφυνε κι άλλο! Έτσι, με κάθε επιφύλαξη, τώρα, ναι, το μωρό είναι ένα όμορφο μωρό. Και όχι μόνο αυτό. Είναι η χαρά της ζωής, μέσα στα γέλια και τις τσαχπινιές. Για να μην αναφερθούμε στην άνεση τοπ μόντελ, με την οποία ποζάρει στο φακό... Ούτε να μιλήσουμε για την ταχύτητα με την οποία έμαθε να πατάει τα κουμπιά του τηλεφώνου και να μετακινεί τις φωτογραφίες στα κινητά με οθόνη αφής, κάτι που στους μεγαλύτερους παίρνει πολύ περισσότερο χρόνο...
     Το μωρό πέρασε από όλα τα στάδια που περνάνε συνήθως τα μωρά, και στην παρούσα φάση έχει μεταμορφωθεί σε ένα μαϊμουδάκι, που μιμείται ό,τι βλέπει και δεν πτοείται από τα κάθε λογής εμπόδια που συναντάει στον δρόμο του, δίνοντας μαθήματα υπομονής και, κυρίως, επιμονής και αποδεικνύοντας ότι είναι καμωμένο από την στόφα του νικητή. Λάτρης των ήχων, το ανθρωπάκι τώρα πια μιλάει με μεγάλη επιτυχία τη δική του, μοναδική γλώσσα, είτε μονολογώντας, είτε κουβεντιάζοντας με τους γύρω του και τα "πρρρρρρρρρρρ", τα "μπρδμπλμπρδ", τα "νταμπανταμπανταμπα" και τα "ταμπετάταμπετάταμπετά" πάνε κι έρχονται. Πλάθει κουλουράκια, χτυπάει παλαμάκια, φυσάει, σφυρίζει, τρελλαίνεται να παίζει τύμπανο, και γενικά προσφέρει άφθονη διασκέδαση στους γύρω του, που νομίζουν ότι το ανθρωπάκι δεν ξέρει τι του γίνεται. Κούνια που τους κούναγε...
     Τέλος πάντων, το γεγονός είναι ένα: το ανθρωπάκι, η μικρή τυμπανίστρια, σήμερα έχει γενέθλια και η Πίπη, που όπως όλοι έχουν μάθει είναι μία χαζοθεία άνευ προηγουμένου, αποφάσισε να της κάνει ένα δώρο ειδικά φτιαγμένο για εκείνη. Και ποιο δώρο θα ήταν καλύτερο από μία ιστορία;
     Όμως η Πίπη δυσκολεύεται. Σκέφτηκε, λοιπόν, να αφιερώσει ένα ταιριαστό παραμύθι στην ανηψούλα της, αλλά ποιο;
     Να γράψει για την Ωραία Κοιμωμένη, που μια κακιά μάγισσα τη μάγεψε και την έκανε να αποκοιμιέται μόνο στην αγκαλιά και όχι στο κρεβάτι της, μέχρι να γίνει δεκαέξι ετών; Η Πίπη χαμογελάει, ενθυμούμενη πόσες φορές η Ωραία Κοιμωμένη έχει αποκοιμηθεί και στη δική της αγκαλιά - και, μεταξύ μας, και η Πίπη έχει αποκοιμηθεί αγκαλιά με την Ωραία Κοιμωμένη. Όταν λύνονται τα μάγια και η Ωραία Κοιμωμένη ξυπνάει, σκάει ένα χαμόγελο, μα ένα χαμόγελο... Η Πίπη σκέφτεται το χαμόγελο της Ωραίας Κοιμωμένης, κάθε φορά που λύνονται τα μάγια, και ξεχνάει τι ήθελε να κάνει!
     Α, ναι, να γράψει ένα παραμύθι θέλει! Μήπως να γράψει για την Ραπουνζέλ; Βέβαια, πώς το ξέχασε; Αφού και η ίδια τη μικρή τη φώναζε Ραπουνζέλ στην αρχή. Και η μικρή Ραπουνζέλ είχε κάτι μαλλάκια σαν σαλιγκαράκια, που όμως στη συνέχεια τα σαλιγκαράκια ξεδιπλώθηκαν και τώρα τα μαλλάκια είναι ίσια και μεταξένια, σαν να τα έχουν φτιάξει μεταξοσκώληκες!
     Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, ήταν μια κοπέλα που την έλεγαν Ραπουνζέλ, που μάκραινε τα μαλλιά της, για να τα κάνει μακριές πλεξούδες και να τα ρίξει στο πριγκηπόπουλο, να ανέβει στον πύργο όπου βρισκόταν κλεισμένη και να σκοτώσει τον δράκο που τη φύλαγε νύχτα-μέρα... Η Πίπη σκέφτεται πόσο ενοχλείται η μικρή Ραπουνζέλ όταν της πειράζουν τα μαλλιά και πόσο απεχθάνεται τα τσιμπιδάκια και τα καπέλα. Και ονειρεύεται πότε θα μακρύνουν τα μαλλάκια της για να της τα πλέκει κοτσιδάκια...
     Καλή η Ραπουνζέλ, δε λέω, αλλά μήπως η Σταχτοπούτα είναι πιο ταιριαστή; Για να τα βάλουμε κάτω τα πράγματα... Εντάξει, μητριά δεν υπάρχει, μόνο μια χαζομαμά, και ούτε κακές αδερφές υπάρχουν (τουλάχιστον, όχι ακόμη), αλλά νεραϊδονονά υπάρχει και είναι η Πίπη, αυτό δε σας το είπα, σας το είπα;
     Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, ήταν μια κοπέλα που την έλεγαν Σταχτοπούτα και της άρεσαν οι δουλειές του σπιτιού και ιδιαίτερα το σκούπισμα και το ξεσκόνισμα και που είχε μεγάλα πόδια... Θα ξεχάσει η Πίπη πως της μέτρησαν την πατούσα της μικρής Σταχτοπούτας για να της πάρουν τα βαφτιστικά παπούτσια στο σωστό νούμερο, πως της τα πήραν και ένα νούμερο μεγαλύτερα, αλλά πως το πόδι της μεγάλωσε τόσο γρήγορα που μόλις και μετά βίας πρόλαβε να τα φορέσει; Άραγε, το βασιλόπουλο έχει προνοήσει να της φέρει μεγάλο νούμερο παπούτσι; Καημένη Σταχτοπούτα, δεν είσαι τελικά για γυάλινο γοβάκι...
     Και τότε η Πίπη σκέφτεται τη Χιονάτη, παρ'όλο που το δέρμα της μικρής δεν είναι λευκό σαν το χιόνι. Και μετράει: δύο χαζογονείς, τέσσερεις χαζοπαππούδες και μια χαζοθεία-νεραϊδονονά, το σύνολο εφτά. Και, γεμάτη χαρά που επιτέλους τον βρήκε τον τίτλο, η Πίπη αναφωνεί:
     - Μα πώς και δεν το σκέφτηκα νωρίτερα; Η Χιονάτη και οι εφτά χάνοι!
     Και το παραμύθι συνεχίζεται.
    

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου

     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε μια όμορφη κοπέλα, που το δέρμα της ήταν κατάλευκο σαν το χιόνι, και γι'αυτό την έλεγαν Χιονάτη. Η Χιονάτη ήταν κόρη ενός πλούσιου βασιλιά, που είχε τη δυστυχία να μείνει χήρος πολύ νέος, όταν ακόμα η Χιονάτη ήταν πολύ μικρό κοριτσάκι, και επειδή κάθε κοριτσάκι, ακόμα κι αν είναι λευκό σαν το χιόνι, χρειάζεται μία μαμά, είχε ξαναπαντρευτεί και είχε πάρει μια νέα και όμορφη γυναίκα, που όλος ο κόσμος τη θαύμαζε.
     Η μητριά της Χιονάτης ήταν έξυπνη και δυναμική γυναίκα, είχε όμως ένα αδύνατο σημείο, κι αυτό ήταν η ομορφιά της. Ξόδευε πολλά για την περιποίησή της και οι μασέρ και οι αισθητικοί πηγαινοέρχονταν στο παλάτι κάθε μέρα. Και, παρ'όλο που έβαζε ένα σωρό κρέμες και πρόσεχε τη διατροφή της, πάντα ανησυχούσε στην υποψία μίας ρυτίδας ή μίας άσπρης τρίχας.
     Στο μπουντουάρ της, η μητριά της Χιονάτης είχε ένα μεγάλο καθρέφτη, στολισμένο με πλούσια κορνίζα. Ήταν δώρο του γάμου της με το βασιλιά και της τον είχε δωρίσει η νονά της, που ήταν γυναίκα με πολύ εξεζητημένο γούστο. Ο καθρέφτης αυτός ήταν μαγικός και μιλούσε με ανθρώπινη φωνή, και μόνο στη βασίλισσα. Κάθε πρωί, η βασίλισσα πήγαινε μπροστά του, τον καλημέριζε και τον ρωτούσε:
     - Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η πιο όμορφη γυναίκα στο βασίλειο;
     Και εκείνος της απαντούσε:
     - Γύρισα πόλεις και χωριά, σπίτια μεγάλα και μικρά, κι άλλη καμιά δεν βρήκα, με τη δική σου ομορφιά.
     Και η βασίλισσα ξεκινούσε τη μέρα της πολύ χαρούμενη, γνωρίζοντας ότι οι κρέμες και οι περιποιήσεις έπιαναν τόπο.
     Όπως ήταν φυσικό, αφού η βασίλισσα ασχολιόταν όλη μέρα με την ομορφιά της, δεν είχε χρόνο και για τίποτα άλλο. Έτσι, όταν μια μέρα ο καθρέφτης, στην καθημερινή της ερώτηση της απάντησε ότι δεν ήταν η πιο όμορφη στο βασίλειο, εκείνη έμεινε έκπληκτη.
     - Γύρισα πόλεις και χωριά, σπίτια μεγάλα και μικρά, και βρήκα τη Χιονάτη, που'ναι μικρή, δροσάτη, της απάντησε και η βασίλισσα αναρωτήθηκε ποια να ήταν αυτή η Χιονάτη.
     - Και πού είναι αυτή η Χιονάτη; ρώτησε γεμάτη περιέργεια.
     - Δεν είναι τόσο μακριά, εδώ ειν', στο παλάτι, και η λευκή της ομορφιά φωνάζει, βγάζει μάτι.
     Μεμιάς, η βασίλισσα θυμήθηκε το νιάνιαρο που είχε φορτωθεί με το γάμο της με το βασιλιά και συνειδητοποίησε με τρόμο ότι από το γάμο είχαν περάσει πάνω από δέκα χρόνια. Επίσης, εντόπισε μία άσπρη τρίχα που έπεφτε ανέμελα στο μέτωπό της, φωνάζοντας διακριτικά "Χιονάτη!" και μία μικρή ρυτίδα που την κρυφοκοίταζε από τη γωνία του στόματός της, και καθόλου δεν της άρεσε.
     Για την ακρίβεια, σκύλιασε από το κακό της. Και βάλθηκε να γκρεμίσει τη Χιονάτη από το βάθρο που την είχε στήσει ο καθρέφτης. Την κάλεσε, λοιπόν, στο δωμάτιό της και της παρήγγειλε να πάει στο δάσος να της φέρει μανιτάρια. Και η Χιονάτη, γεμάτη χαρά που επιτέλους η μητριά της ασχολήθηκε μαζί της, πήρε ένα καλαθάκι και ένα μαχαιράκι και πήγε στο δάσος. Και το βράδυ γύρισε στο παλάτι με το καλάθι γεμάτο μανιτάρια. Το λευκό της δέρμα έλαμπε, και η βασίλισσα δεν είπε τίποτα, αλλά νευρίασε πολύ.
     Και την επόμενη μέρα κάλεσε και πάλι τη Χιονάτη στο δωμάτιό της, της έδωσε ένα τεράστιο καλάθι και την έστειλε στη θάλασσα να το γεμίσει με κοχύλια. Όλη τη μέρα έμεινε δίπλα στη θάλασσα η Χιονάτη, μαζεύοντας κοχύλια, και το βράδυ παρουσιάστηκε στη βασίλισσα με το καλάθι της γεμάτο. Η βασίλισσα είδε ότι το δέρμα της Χιονάτης είχε κοκκινήσει λίγο από τον ήλιο, αλλά και πάλι φαινόταν φρέσκο και δροσερό.
     - Δεν μπορεί, είπε στο μαγικό καθρέφτη, να συνεχίζει η Χιονάτη να είναι η ομορφότερη στο βασίλειο, σήμερα ήταν όλη μέρα στη θάλασσα και την άρπαξε ο ήλιος!
     - Κι όμως, βασίλισσά μου, απάντησε ο καθρέφτης, σήμερα η Χιονάτη είναι ακόμα πιο όμορφη από εχθές. Με του ήλιου το χάδι ομόρφυνε κι άλλο.
     - Να τη δει το σκοτάδι τότε, σκέφτηκε η βασίλισσα και την επόμενη μέρα την έστειλε στο υπόγειο, να μετρήσει πόσο ρύζι είχαν στο παλάτι, κόκκο-κόκκο.
     Και η Χιονάτη ήρθε το βράδυ να της ανακοινώσει πόσους κόκκους ρυζιού είχε μετρήσει, και φαινόταν λίγο χλωμή, και η βασίλισσα χάρηκε.
     Αλλά την επόμενη μέρα, η Χιονάτη συνέχιζε να είναι η ομορφότερη του βασιλείου.
     - Ακόμα και χλωμή; ρώτησε εκνευρισμένη η βασίλισσα.
     - Στη Χιονάτη η χλωμάδα δίνει έξτρα νοστιμάδα, απάντησε ο καθρέφτης.
     Η βασίλισσα, έξαλλη με την αποτυχία της, δεν κοιμήθηκε καθόλου εκείνο το βράδυ. Και το πρωί, δύο μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της είχαν προστεθεί στην άσπρη τρίχα και στη ρυτίδα στη γωνία του στόματος. Αλλά, αγαπούσε ο Θεός τη Χιονάτη, αγαπούσε και τη βασίλισσα.
     Εκεί που έπαιρνε το πρωινό της από μπισκότα βρώμης με ιπποφαές και γκότζι μπέρι, διαβάζοντας ταυτόχρονα ένα περιοδικό, έπεσε το μάτι της σε μία διαφήμιση ενός ινστιτούτου ομορφιάς. Και αποφάσισε ότι, αφού δεν μπορούσε να ασχημύνει τη Χιονάτη, θα έπρεπε να ομορφύνει εκείνη.
     Κάλεσε, λοιπόν, τους εξιδεικευμένους αισθητικούς του ινστιτούτου στο παλάτι, μπάζοντάς τους από την πόρτα της υπηρεσίας, για να μην τους δει κανείς, και τους εξήγησε τι ήθελε.
     Οι εφτά αδερφοί Νάνου, ειδικοί κοσμετολόγοι και πλαστικοί χειρουργοί, που ήταν πολύ κοντοί και δικαιολογούσαν απόλυτα το επίθετό τους, έκαναν ένα συμβούλιο μεταξύ τους και κατέληξαν σε μία σειρά αισθητικών επεμβάσεων, που θα ξαναέδιναν στη βασίλισσα τη χαμένη ομορφιά της. Πρότειναν ανόρθωση στήθους και γλουτών, λιποαναρρόφηση και θεραπεία κυτταρίτιδας με φύκια από την Ερυθρά θάλασσα, τόνωση ζυγωματικών, εφαρμογή μπότοξ σε επιλεγμένα σημεία, φούσκωμα των χειλιών και λεύκανση δοντιών.
     Μη νομίζετε, βέβαια, ότι όλα αυτά ήταν απαραίτητα, όμως η βασίλισσα δεν ήταν ικανοποιημένη με την εμφάνισή της και οι αδερφοί Νάνου δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν τη φήμη του ινστιτούτου τους, αν η βασίλισσα τους δυσφημούσε. Γι'αυτό επέλεξαν να πάνε με τα νερά της και να της κάνουν τις επεμβάσεις.
     Πράγματι, η βασίλισσα κλείστηκε στα δωμάτιά της λέγοντας ότι έχει φοβερό πονοκέφαλο και να μην την ενοχλήσουν, και οι εφτά αδερφοί Νάνου έκαναν τις επεμβάσεις που είχαν συμφωνηθεί ανενόχλητοι. Και όταν η βασίλισσα στάθηκε ξανά μπροστά στον καθρέφτη της, η αυτοπεποίθησή της ήταν ανανεωμένη.
     - Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η πιο όμορφη γυναίκα στο βασίλειο;
     - Γύρισα πόλεις και χωριά, σπίτια μεγάλα και μικρά, κι άλλη καμιά δεν βρήκα, με τη δική σου ομορφιά, απάντησε ο καθρέφτης.
     Και η βασίλισσα εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε ευχαριστημένη.
     Και έφτασε πάλι μια μέρα, που ο καθρέφτης βρήκε ότι η πιο όμορφη στο βασίλειο ήταν η Χιονάτη, και οι εφτά αδερφοί Νάνου ξαναπροσκλήθηκαν εσπευσμένα στο παλάτι. Και τη βασίλισσα την ξανάπιασε πονοκέφαλος και ύστερα από μερικές μέρες τα οπίσθιά της ήταν περισσότερο τουρλωτά από ποτέ, το στήθος της είχε μεγαλώσει αξιοπρόσεκτα, τα χείλια της επίσης φαίνονταν πιο χυμώδη από ποτέ, και όλο το δέρμα της βασίλισσας φαινόταν σαν τεντωμένο χαρτί. Και ο καθρέφτης έδωσε ξανά την επιθυμητή απάντηση και η βασίλισσα ήταν πολύ ικανοποιημένη με τον εαυτό της.
     Αλλά η χαρά της δεν κράτησε και πολύ και οι αδερφοί Νάνου ξαναπροσκλήθηκαν στο παλάτι, και τώρα η βασίλισσα σκέφτηκε σοβαρά να τους παραχωρήσει και δωμάτια για να μένουν μόνιμα εκεί, και όταν ο πονοκέφαλος της βασίλισσας ξαναπέρασε, η βασίλισσα δεν έμοιαζε και τόσο στη βασίλισσα...
     Και όταν η βασίλισσα το επόμενο πρωί στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και του έκανε την καθημερινή της ερώτηση, εκείνος έμεινε βουβός.
     - Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, έλεγε η βασίλισσα...
     Τίποτα αυτός.
     - Ποια είναι η ομορφότερη;
     Σιγή ιχθύος αυτός.
     Και τότε η βασίλισσα την είδε. Είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη και δεν τον αναγνώρισε. Και κατάλαβε ότι γι'αυτό δεν της μιλούσε ο καθρέφτης, επειδή δεν την αναγνώριζε ούτε εκείνος. Και νευρίασε πολύ. Και έδωσε μία μπουνιά στον καθρέφτη και τον έσπασε. Και κόπηκε από τα γυαλιά που πετάχτηκαν και γέμισε ο τόπος αίματα. Και το αίμα δεν σταματούσε. Και λερώθηκαν και τα περσικά χαλιά. Και έτρεξαν οι υπηρέτες, και οι μισοί έπεσαν στα χαλιά να τα καθαρίσουν και οι άλλοι μισοί φώναξαν τους γιατρούς του παλατιού. Και εκείνοι πρότειναν επειγόντως μετάγγιση αίματος. 
     Αλλά η ομάδα αίματος της βασίλισσας ήταν πολύ σπάνια και δεν μπορούσε να βρεθεί δότης. Και τελικά ο μόνος δότης που βρέθηκε ήταν η Χιονάτη. Αλλά η Χιονάτη είχε υπόταση και οι γιατροί της απαγόρεψαν να δώσει αίμα. Και η βασίλισσα είχε χλωμιάσει, και είχαν ξεφουσκώσει και τα χείλια, και οι γλουτοί, και στο στήθος της η μία σιλικόνη έσκασε, και γενικά ήταν να την κλαίνε οι ρέγγες.
     Αλλά οι ρέγγες είχαν μία πάθηση που δεν μπορούσαν να κλάψουν, και έτσι η βασίλισσα πήγε άκλαφτη. Και στο παλάτι έμεινε η Χιονάτη, και κράτησε και τους αδερφούς Νάνου, επειδή κατάλαβε ότι κάποια στιγμή και εκείνη θα χρειαζόταν κάποια βοήθεια στο θέμα της ομορφιάς, όχι τις ακρότητες της μητριάς της, βέβαια, αλλά συντηρητικά πράγματα.
     Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Κόντρα στα προγνωστικά


     Η σημερινή συννεφιασμένη μέρα και κυρίως το σημερινό συννεφιασμένο απόγευμα, για κάποιον λόγο που εγώ δεν εννοώ επακριβώς, μου έφερε στο μυαλό τα παιδικά παραμύθια. Ίσως επειδή μου δημιούργησε την αίσθηση ότι περπατούσα σε ένα ομιχλώδες δάσος και από κάπου θα πεταγόταν μπροστά μου η Κοκκινοσκουφίτσα. 
     Επειδή θέλω να είμαι ακριβής, η Κοκκινοσκουφίτσα δε φάνηκε. Μεγάλη γαϊδουριά εκ μέρους της, νομίζω. Τέλος πάντων, εγώ είμαι ανώτερος άνθρωπος και δεν πρόκειται να δώσω συνέχεια, συνειδητοποίησα όμως ότι ο μήνας έχει σχεδόν τελειώσει και εγώ το μόνο που έχω γράψει είναι μία ιστορία. Και, καθώς, μπορώ να φανταστώ την απογοήτευση του μεγάλου πλήθους των πιστών ακολούθων της Πίπης, αποφάσισα να σας μιλήσω για το Μήτσο.
     Ο Μήτσος, και μη σας ξεγελάσει το όνομά του, ήταν από πολύ καλή οικογένεια, αυτό που λέμε "του σαλονιού". Στα ώπα-ώπα τον είχαν, στα πούπουλα μεγάλωσε, με τα αφράτα του τα μαξιλάρια, τα ζεστά του κουβερτάκια, το εκλεκτό του φαγητό, την καθημερινή περιποίηση... Πάντα στην τρίχα, καλοχτενισμένος και με τα νύχια του λιμαρισμένα, ήταν μια απόλαυση να τον βλέπεις. 
     Ο Μήτσος είχε και μερικούς φίλους, τάλε κουάλε σαν αυτόν, μεγαλωμένους στα πούπουλα, με του πουλιού το γάλα. Η παρέα μαζευόταν τακτικά, πότε στο σπίτι του ενός, πότε στο σπίτι του άλλου, και διασκέδαζαν διαβάζοντας ποίηση και παίζοντας μπριτζ. Ο Μήτσος, βέβαια, ίσως και λόγω του ονόματός του, ήταν το πειραχτήρι της παρέας και είχε το γενικό πρόσταγμα για το καθετί. Οι φίλοι του τον θαύμαζαν πολύ για το δυναμισμό του, αλλά έβρισκαν το όνομά του πολύ λαϊκό για την κοινωνική του θέση.
     Αλλά ο Μήτσος δεν στενοχωριόταν ιδιαίτερα, καθώς πίστευε πως το όνομά του ήταν υπεύθυνο για το δυναμισμό του, και όχι μόνο αυτό, αλλά περνούσε στην αντεπίθεση και κορόιδευε τους φίλους του.
     - Προτιμώ να με λένε Μήτσο, τους έλεγε, παρά να με λένε Κόμη, Συρανό ή Μίνωα. Πώς θα κυκλοφορούσα στον δρόμο αν με έλεγαν έτσι;
     - Δε συμφωνώ, έλεγε ο Κόμης.
     - Διαφωνώ ριζικά, έλεγε ο Συρανό.
     - Δεν ξέρεις τι λες, έλεγε ο Μίνωας.
     - Και πότε κυκλοφόρησες εσύ στον δρόμο; ρώτησε ο Συρανό. Εσύ δεν το κουνάς ρούπι από τον καναπέ.
       - Δεν έχεις δίκιο, είπε ο Μήτσος. Εγώ πάντα κυκλοφορούσα στον δρόμο, εσείς είστε κλεισμένοι μέσα και δεν το βλέπετε.
     - Σε προκαλώ, είπε ο Συρανό. Αν είσαι μάγκας, βγες στον δρόμο τώρα.
     Ο Μήτσος σκέφτηκε. Σαν πολύ δεν του έμπαιναν οι φίλοι του; Ε, λοιπόν, εκείνος θα τους έδειχνε. Όχι μόνο θα έβγαινε στον δρόμο για να τους αποδείξει ότι δε φοβόταν, θα έβγαινε νύχτα. Ναι, αυτό θα τους αποστόμωνε όλους.
     - Θα βγω αύριο το βράδυ, είπε στο Συρανό.
     - Αύριο βράδυ; ρώτησαν όλοι με μια φωνή.
     - Ναι, αύριο βράδυ.
     Έναν φόβο, βέβαια, τον είχε. Και σαν τι θα μπορούσε όμως να πάθει; Αυτός ήταν Μήτσος, δεν ήταν κανένας τυχαίος. Και - γιατί να το κρύψουμε, άλλωστε; - ήταν άσος στην ξιφασκία, ήξερε και μπάντμιντον, ποιος θα τα έβαζε μαζί του; Όχι, τίποτα δε θα του συνέβαινε. Θα έβγαινε στον δρόμο και οι φίλοι του θα έβλεπαν πόσο ατρόμητος ήταν.
     Και το επόμενο βράδυ ήρθε. Και ο Μήτσος πρόβαλε στην εξώπορτα, και διέσχισε το κατώφλι και βγήκε στο πεζοδρόμιο, και άρχισε να περπατάει, ενώ οι φίλοι του τον κρυφοκοίταζαν από την πόρτα, που εκείνοι δεν τολμούσαν να διαβούν. Και η νύχτα ήταν σκοτεινή, αλλά πολύ ήρεμη. Και ο Μήτσος περπατούσε με βήμα αργό, νωχελικό, παρ'όλο που ένα τρέμουλο μέσα του το ένιωθε. Και άρχισε να απομακρύνεται κι άλλο από το σπίτι του. Και όσο απομακρυνόταν, τόσο το τρέμουλο μειωνόταν.
     Ε, ναι, τελικά, τα είχε καταφέρει, και όλοι είχαν δει πόσο θαρραλέος ήταν.
     - Από εδώ και εμπρός, θα ακούνε "Μήτσος" και θα τρέμουν οι άλλοι, σκέφτηκε ο Μήτσος.
     Και κορδώθηκε λιγάκι. Και ύστερα από λίγο κορδώθηκε κι άλλο, καθώς λίγο πιο πέρα, μέσα στα σκοτάδια, αχνοφάνηκε ένας μικρόσωμος τύπος. Περπατούσε σχετικά αργά, και κάτι έψαχνε.
     - Εκείνος εκεί ο τύπος είναι ό,τι πρέπει, σκέφτηκε ο Μήτσος. Ένα "μπου!" να του κάνω, θα το βάλει στα πόδια.
     Και χωρίς να κάνει φασαρία, άρχισε να πλησιάζει το μικρόσωμο τύπο, ο οποίος, έτσι απορροφημένος που ήταν, δεν τον πήρε είδηση και συνέχισε την αναζήτησή του.
     - Θα τον πάρω στο κυνήγι και θα τον κάνω να τρομάξει τόσο, που δε θα ξανακυκλοφορήσει στην περιοχή, συνέχισε ο Μήτσος τις σκέψεις του, καθώς τώρα είχε πλησιάσει αρκετά.
     Αλλά, πάνω που ο Μήτσος θα ορμούσε στο μικρόσωμο τύπο, ο τύπος τον πήρε είδηση και αμέσως γύρισε και τον κοίταξε.
       - Για δες, σκέφτηκε ο Μήτσος, δείχνει σαν να μη φοβήθηκε καθόλου. Αλλά εγώ δε μασάω, εμένα με λένε Μήτσο, θα του δείξω εγώ.
     Και άρχισε να τον πλησιάζει απειλητικά, ενώ παράλληλα θαύμαζε το εξαιρετικά μυώδες κορμί του μικρόσωμου τύπου.
     - Θα σου δείξω εγώ, είπε ο Μήτσος, ενώ ο άλλος τον κοίταζε ακινητοποιημένος.
     Και εκεί που ο Μήτσος ήταν έτοιμος να ορμήσει, ο άλλος έριξε έναν πήδο τόσο αποφασιστικά, που ο Μήτσος οπισθοχώρησε αμέσως.
     - Τώρα θα δεις τι θα πάθεις... γατάκι! είπε ο μυώδης τύπος.
     Και έκανε άλλο ένα απειλητικό άλμα προς τη μεριά του Μήτσου. Και τόσο άγρια τον κοίταζε, και τόσο πολύ γυάλιζαν τα μάτια του στο σκοτάδι, που ο Μήτσος οπισθοχώρησε για τα καλά.
     - Μπου! έκανε ο άλλος.
      Και ο Μήτσος βάλθηκε να τρέχει τρομαγμένος.
     - Χέστη! φώναξε ο άλλος. Νόμιζες ότι θα τα βάλεις μαζί μου;
     Αλλά ο Μήτσος είχε γυρίσει κιόλας στο σπίτι του, αποφασισμένος να μην ξαναβγεί ποτέ από εκεί. Κρίμα που είχε μάθει και ξιφασκία και μπάντμιντον. Σε τίποτα δεν του είχαν χρησιμεύσει.
     Ήμουν παρούσα στην σκηνή αυτή και μου έκανε μεγάλη εντύπωση, ομολογώ, καθώς φανταζόμουν ότι ο Μήτσος θα κατατρόπωνε τον αντίπαλό του και δεν είχα προβλέψει στο ελάχιστο την τροπή που πήραν τα πράγματα. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι έφταιγε. Ίσως έφταιγε που ο Μήτσος δεν είχε ξαναβγεί στον δρόμο, ίσως έφταιγε που ήταν βράδυ. Ίσως, πάλι, έφταιγε που ο μυώδης τύπος ήταν ένας εξαγριωμένος αρουραίος και ο Μήτσος μία καλοθρεμμένη σπιτόγατα.

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Αδερφή εξ'ουρανού

     Μια φορά κι έναν καιρό, στη μακρινή Λαπωνία, σε ένα μικρό, αλλά καλοφτιαγμένο ιγκλού, ζούσε ένας νέος εσκιμώος, που τον έλεγαν Ακίκο. Ο Ακίκο ήταν ορφανός από γονείς και έμενε μόνος του, αλλά ζούσε μια χαρά. Και αυτό επειδή είχε μάθει όλες τις τέχνες των εσκιμώων τέλεια, αφού τον είχαν διδάξει, εκτός από τον πατέρα του, και οι δυο του παππούδες, όταν ζούσαν φυσικά. Και μπορεί ο Ακίκο να κυνηγούσε, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι τα ζώα δεν τα αγαπούσε. 
     Μια μέρα, λοιπόν, εκεί που προσπαθούσε να ανοίξει μια τρύπα στον πάγο για να ψαρέψει, ο Ακίκο άκουσε ένα κλάμα. Στην αρχή νόμιζε ότι ήταν κάποιο παιδί, αλλά εκεί που βρισκόταν ήταν ερημιά, οπότε πίστεψε ότι έκανε λάθος και συνέχισε τη δουλειά του. Όμως οι φωνές συνεχίζονταν και ο Ακίκο άρχισε να ανησυχεί. Άφησε τη δουλειά του και άρχισε να ψάχνει από πού ακούγονταν οι φωνές.
     Και δεν άργησε να το ανακαλύψει. Ένα σκυλάκι ήταν πιασμένο σε μια παγίδα, από εκείνες που ο Ακίκο έβαζε για να πιάσει αρκούδες, και όλο έκλαιγε και ικέτευε με το βλέμμα του τον Ακίκο να το σώσει.
     Όπως μπορείτε να φανταστείτε, ο Ακίκο δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη για να βγάλει το σκυλάκι από την παγίδα, και όχι μόνο αυτό, αλλά το πήρε μαζί του και το έφερε στο ιγκλού του για να το γιατροπορέψει. Σύντομα, το σκυλάκι ήταν εντελώς καλά, και ακολουθούσε τον Ακίκο παντού. Ο Ακίκο ονόμασε το σκυλάκι, που ήταν θηλυκό, Σούκι, και το πρόσεχε πολύ.
     Σε λίγο καιρό ο Ακίκο, που όπως είπαμε ήταν ένα καλό και άξιο παληκάρι, παντρεύτηκε μια καλή κοπέλα, που την έλεγαν Σαίκο, και το ιγκλού του γέμισε ευτυχία. Η Σαίκο συμπάθησε πολύ τη Σούκι και την περιποιόταν σαν να ήταν το παιδί της: της έδινε να τρώει τις καλύτερες νοστιμιές από το κρέας που έφερνε ο Ακίκο, της έφτιαχνε ζεστά σκεπάσματα για το κρεβατάκι της και τη γέμιζε με χάδια.
     Και ήρθε ο καιρός που η Σαίκο πάχυνε πολύ και οι κινήσεις της δυσκόλεψαν, αλλά που τα μάγουλά της κοκκίνησαν περισσότερο από ό,τι ήταν συνήθως, και που τα μάτια του Ακίκο γέμισαν με μία έντονη λάμψη. Και η Σούκι κατάλαβε ότι κάτι θα άλλαζε στην οικογένεια, αλλά δεν ήξερε τι ακριβώς. Και μία κρύα, χειμωνιάτικη νύχτα, με τα υπέροχα χρώματα του σέλαος να έχουν επιδοθεί σε έναν ξέφρενο χορό, το ιγκλού γέμισε με διαπεραστικά νιαουρίσματα και η Σούκι διαπίστωσε ότι τώρα πια στο ιγκλού βρισκόταν κι άλλος ένας.
     Ήταν η κόρη του Ακίκο, η Γιούκι, και το νεαρό ζευγάρι ήταν πολύ ευτυχισμένο. Η Σούκι δεν πολυκατάλαβε πώς ένας τόσος δα μπόγος που κουνιόταν και έβγαζε τέτοιες τσιρίδες δημιουργούσε τόση χαρά στα αφεντικά της, όμως οι περιποιήσεις που δεχόταν δεν σταμάτησαν και ο μικρός μπόγος έδειχνε να τη συμπαθεί, οπότε άρχισε και εκείνη να κουνάει την ουρά της με χαρά, όταν το μωρό την κοίταζε και της χαμογελούσε.
     Όμως, η ευτυχία των δύο νέων δεν επρόκειτο να συνεχιστεί για πολύ. Η Σαίκο ανέβασε υψηλό πυρετό και άρχισε, μέρα τη μέρα, να λιώνει. Τα μάγουλά της έχασαν το κόκκινο χρώμα τους και τα μάτια της έχασαν τη ζωντάνια τους. Και μια μέρα, τα μάτια της Σαίκο έκλεισαν για πάντα.
     Ο Ακίκο ήταν απαρηγόρητος. Τι θα έκανε τώρα, μόνος, με ένα μωρό παιδί στην αγκαλιά; Ποιος θα φρόντιζε τη μικρή Γιούκι, όταν εκείνος θα πήγαινε να κυνηγήσει; Δύο μερόνυχτα πέρασε κλαίγοντας, δίπλα στη μικρή Γιούκι, που πεινούσε, και την τρίτη μέρα δεν άντεξε και τον πήρε ο ύπνος.
     Δίπλα στον Ακίκο και τη Γιούκι, η Σούκι είχε καταλάβει ότι το μωρό θα πέθαινε χωρίς τη μαμά του και άρχισε να κλαίει και εκείνη. Ήθελε να σώσει τη Γιούκι, όπως την είχε σώσει και εκείνη ο Ακίκο. Ήθελε να βοηθήσει τον Ακίκο να ξαναβρεί τη δύναμή του. Αλλά, τι μπορούσε να κάνει ένα μικρό σκυλάκι;
     Όμως το σέλας, που άκουσε το κλάμα της Σούκι, αποφάσισε να βοηθήσει. Και γι'αυτό, άρχισε να κατεβαίνει από τον ουρανό πιο χαμηλά, και όλο πιο χαμηλά, ώσπου έφτασε και κάλυψε το ιγκλού του Ακίκο, το οποίο έπαψε να είναι άσπρο. Και το σέλας άρχισε να χορεύει γύρω από το ιγκλού, και τα χρώματα στο ιγκλού εναλάσσονταν, και αυτό συνεχίστηκε ώρα πολλή. Και ύστερα το σέλας άρχισε να ξανανεβαίνει στον ουρανό, αφήνοντας το ιγκλού άσπρο και πάλι.
     Όταν ο Ακίκο άνοιξε τα μάτια του την επόμενη μέρα, το πρώτο που συνάντησε ήταν τα μάτια ενός μικρού κοριτσιού.
     - Ποια είσαι; το ρώτησε.
     - Είμαι η Σούκι, απάντησε το κορίτσι.
     - Η Σούκι; Και πού είναι η κόρη μου, η Γιούκι;
     Αντί για απάντηση, ένα μικρό κουταβάκι τον πλησίασε και κόλλησε επάνω του. Και ο Ακίκο τα κατάλαβε όλα. Ότι οι θεοί τον είχαν λυπηθεί και είχαν μεταμορφώσει τη Γιούκι σε κουταβάκι, για να αντέξει ευκολότερα τώρα που ήταν ορφανή, και τη Σούκι την είχαν μεταμορφώσει σε παιδάκι, για να μπορεί να φροντίζει τη Γιούκι.
     - Αφεντικό, είπε η Σούκι, τόσο εσύ όσο και η γυναίκα σου με φροντίσατε σαν να ήμουν παιδί σας, άσε με τώρα κι εγώ να φροντίσω τη Γιούκι, σαν να ήταν η μικρή μου αδερφή.
     Ο Ακίκο ευχαρίστησε τους θεούς για τη βοήθεια που του είχαν στείλει και αγκάλιασε με αγάπη τη Γιούκι και τη Σούκι. Και από τότε, η Γιούκι και η Σούκι έγιναν αχώριστες. Και όταν οι άλλοι εσκιμώοι έβλεπαν τη Σούκι να κουβαλάει στην πλάτη της τη Γιούκι σαν να ήταν μωρό, τους φαινόταν πολύ παράξενο. Δεν ήξεραν ότι το κουταβάκι ήταν η κόρη του Ακίκο, η μικρή της αδερφή.
    

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Για να μην ξεχάσω




     Αγαπημένο μου παιδί, σε λέω έτσι αν και δεν είσαι παιδί μου, αλλά είναι σαν να είσαι παιδί μου. Επειδή γελάς και φωτίζεται η Πλάση, επειδή με κοιτάς, και κάθε κύτταρό μου πλημμυρίζει αισιοδοξία.
     Αγαπημένο μου παιδί, εύχομαι να είσαι πάντα γερό και να αντιμετωπίζεις τον κόσμο με τον ίδιο ενθουσιασμό, όπως τώρα. Εύχομαι να μην μπεις ποτέ σε καλούπι και να είσαι πάντα ο θαυμάσιος, μοναδικός εαυτός σου. Εύχομαι πάντα η φαντασία σου να καλπάζει, σαν ένα όμορφο, φτερωτό άλογο στον απέραντο ουρανό.
     Εύχομαι να μην γνωρίσεις ποτέ το άσχημο πρόσωπο του κόσμου. Εύχομαι να μην γνωρίσεις τη βία, εύχομαι να μην γνωρίσεις τον ρατσισμό, να μην γνωρίσεις την στέρηση, να μην γνωρίσεις την πείνα και τη δίψα, εύχομαι να μην γνωρίσεις την κακή πλευρά των ανθρώπων.
     Αλλά εύχομαι και να μη βιαιοπραγήσεις ποτέ, να μη γίνεις οπαδός του ρατσισμού, να μην γνωρίσεις την αφθονία που οδηγεί στην πλεονεξία και την αδιαφορία για τους άλλους, εύχομαι να μην βγει ποτέ στην επιφάνεια η δική σου κακή πλευρά.
     Εύχομαι να μην γνωρίσεις την ανθρώπινη εκμετάλλευση και τον ψυχολογικό εκβιασμό, εύχομαι να γνωρίσεις το πραγματικό νόημα της αγάπης, αυτής που δε μετριέται με χρήματα και υλικά αγαθά, που δεν χρειάζεται απόδειξη, και δώρα, και χαμόγελα υποχρεωτικά.
     Εύχομαι να διατηρήσεις την ικανότητα να διακρίνεις τους ανθρώπους, και να μην ξεγελιέσαι από τα χρυσά τους προσωπεία. Εύχομαι να έχεις τη δύναμη να ακολουθήσεις το δικό σου δρόμο, αυτόν που θα κάνει την ψυχή σου να γαληνεύει και όχι αυτόν που ικανοποιεί απωθημένα άλλων ή αναπαράγει χιλιοπαιγμένους ρόλους του κοινωνικού θεάτρου σκιών.
     Εύχομαι η εσωτερική σου μουσική να είναι πάντα εναρμονισμένη με τη μουσική του σύμπαντος. Εύχομαι να έχω τη δύναμη να σε βοηθήσω, αν χρειαστεί, να διατηρήσεις αυτή την αρμονία. Εύχομαι, αν χρειαστεί, να νιώθεις ότι μπορείς να μου ζητήσεις βοήθεια.
     Μα περισσότερο από όλα εύχομαι, παιδί μου, το περιβάλλον όπου μεγαλώνεις να μην καταστρέψει όλες τις λαμπρές προοπτικές του υπέροχου, μοναδικού, θαυμάσιου εαυτού σου. Επειδή αυτό προβλέπω…

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Θύμα των σέλφι

     Το μικρό κάστρο ξύπνησε και τεντώθηκε. Ήταν μια όμορφη, ηλιόλουστη μέρα και εκείνο αισθανόταν τόσο ωραία...
     Πλύθηκε, χτενίστηκε, έπλυνε και τα δόντια του, όπως του είχε μάθει η μαμά του, και στάθηκε περήφανο κάτω από τον ήλιο. Αισθανόταν όμορφο, αισθανόταν μοναδικό. Αισθανόταν όπως έπρεπε να αισθάνεται κάθε κάστρο που σέβεται τον εαυτό του.
     Ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό και γύρω από το κάστρο οι άνθρωποι πήγαιναν και έρχονταν, χωρίς να του δίνουν και μεγάλη σημασία, είναι αλήθεια, αλλά το κάστρο δεν στενοχωριόταν, ήξερε εξάλλου ότι τόσον καιρό εκεί, ίσως και να το είχαν συνηθίσει...
     Ξαφνικά, εμφανίστηκε ένα πούλμαν.
     - Τουρίστες, σκέφτηκε το κάστρο και με το ζόρι κρατήθηκε να μην κάνει μια τούμπα από τη χαρά του.
     Τώρα είχε έρθει η ώρα του, τώρα όλα τα φώτα της προσοχής θα έπεφταν επάνω του, τώρα ήταν η μεγάλη του στιγμή, πόσες φωτογραφίες θα το έβγαζαν, ήταν καθ'όλα ευπαρουσίαστο ή είχε ξεχάσει τίποτα; όχι, όλα ήταν στη θέση τους και τα δοντάκια του καθαρά, πλυμένα και έτοιμα για το πιο φωτεινό του χαμόγελο.
     Το πούλμαν είχε παρκάρει ήδη και, πράγματι, ο τόπος γέμισε τουρίστες με φωτογραφικές μηχανές! Το κάστρο τεντώθηκε, κορδώθηκε, και πήρε μια επιβλητική πόζα, χαμογελώντας ταυτόχρονα με τα πεντακάθαρα δόντια του. Έπρεπε να μείνει ακίνητο, για να βγουν καλές οι φωτογραφίες. Και οι φωτογραφίες άρχισαν να βγαίνουν με ρυθμό πολυβόλου.
     - Τέλεια! ακούστηκε από μία κοπέλα και το κάστρο χάρηκε, που είχε βγάλει μια όμορφη φωτογραφία.
     - Πού την είδες την τελειότητα; ακούστηκε η φίλη της. Δεν βλέπεις ότι μου έχεις κόψει την άκρη του κεφαλιού μου; Χάλια είναι!
     - Πώς με έβγαλες έτσι, καημένε; ακούστηκε και μια γυναίκα που μιλούσε στον άντρα της. Δεν βλέπεις που φαίνεται σαν να έχω μουστάκι; Βγάλε μου μια καινούργια φωτογραφία!
     - Ποτέ δεν βγαίνω καλή στις φωτογραφίες! γκρίνιαξε μια κοπέλα με αλογοουρά, που αυτοφωτογραφιζόταν.
     - Χαμογελάστε! ακούστηκε και ένας νεαρός που φωτογράφιζε δυο φίλους του.
     - Κοίτα να μας βγάλεις καλούς, είπε ο ένας, τη φωτογραφία θα τη βάλω στο φέισμπουκ.
     - Κάντε λίγο πιο δεξιά, να φαίνεται και το κάστρο...
     - Ποιο κάστρο, βρε βλήμα; Εμάς φρόντισε να βγάλεις, το κάστρο ας βγει και μισό, δεν άκουσες πως θέλω να τη βάλω στο φέισμπουκ;
     Το κάστρο δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά του. Κανένας δεν ενδιαφερόταν να το φωτογραφίσει, αυτό που τους ένοιαζε όλους ήταν να βγουν εκείνοι φωτογραφία! Για εκείνο δεν νοιαζόταν κανείς, κι ας είχε φροντίσει να είναι ευπαρουσίαστο, κι ας είχε πάρει την καλύτερή του πόζα, κι ας είχε κρατήσει την ανάσα του για να μείνει ακίνητο.
     Ένιωσε ανεπιθύμητο, άσχημο, τιποτένιο, στενοχωρήθηκε πολύ και άρχισε να παρακαλάει να βρέξει, για να μπορέσει να κλάψει με την ησυχία του, χωρίς να το καταλάβει κανένας. Ώστε η μαμά του του είχε πει ψέματα; Δεν ήταν το πιο όμορφο και το πιο μοναδικό κάστρο του κόσμου;
     Αλλά δεν μπορεί, η μαμά του δεν έλεγε ποτέ ψέματα και αν του είχε πει ότι ήταν όμορφο, έτσι θα ήταν. Και τότε γιατί κανείς δεν έδειχνε να το καταλαβαίνει;
     Και τότε το μικρό κάστρο θυμήθηκε και κάτι άλλο που του είχε πει η μαμά του: ότι ο καθένας την ομορφιά του την έχει ανεξάρτητα από το αν οι άλλοι θα το καταλάβουν, και ότι και εκείνο ήταν όμορφο ό,τι κι αν πίστευαν οι άλλοι. Και το μικρό κάστρο άρχισε να αισθάνεται θυμό.
     Ώστε έτσι, λοιπόν, ήταν όλοι τόσο εγωιστές που το μόνο που τους ένοιαζε ουσιαστικά ήταν να φωτογραφίσουν τον εαυτό τους;
     - Θα τους δείξω εγώ, είπε τότε το μικρό κάστρο.
     Και άρχισε να χορεύει και να τραντάζεται, τόσο που τα πουλιά που κούρνιαζαν επάνω του τρόμαξαν και πέταξαν μακριά. Και όλο και κουνιόταν το κάστρο, και ούτε που χαμογελούσε πια. Και σε όλες τις φωτογραφίες που το τράβηξαν εκείνη τη μέρα, εκείνο βγήκε "κουνημένο".
     Αλλά, δυστυχώς, κανένας δεν το πήρε είδηση...

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Κουσκουσιάρες κολλητές

     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό της Αφρικής, ζούσαν δύο φίλες. Οι δύο φίλες είχαν μεγαλώσει μαζί, όπως συνηθίζεται στα μικρά χωριά της Αφρικής και όχι μόνο, και γι'αυτό ήταν και αχώριστες. Όπου πήγαινε η Μπέντε, πήγαινε και η Ούντε.
     Η Μπέντε και η Ούντε ήταν πολύ όμορφες και από καλές οικογένειες, και δεν άργησαν να παντρευτούν τους δύο καλύτερους κυνηγούς του χωριού. Οι γάμοι τους έγιναν με μεγάλες επισημότητες και οι ήχοι από τα ταμ-ταμ που ανακοίνωναν το χαρμόσυνο γεγονός έφτασαν στα πέρατα της ηπείρου. Η Μπέντε και η Ούντε έβγαλαν τις κοριτσίστικες φορεσιές τους και φόρεσαν αυτές των παντρεμένων γυναικών. Και πριν περάσει πολύς καιρός, απόκτησαν από ένα γλυκύτατο, σγουρομάλλικο μωράκι και έγιναν μανούλες.
     Όμως, όσο όμορφες και καλές και αν ήταν η Μπέντε και η Ούντε, είχαν και ένα "μικρό ελάττωμα": ήταν κουτσομπόλες. Ό,τι κι αν συνέβαινε, λοιπόν, στο χωριό, ήταν του άμεσου ενδιαφέροντός τους. Αν ακουγόταν κάποιος τσακωμός, παρατούσαν ό,τι έκαναν και έτρεχαν αμέσως να δουν τι συνέβαινε. Πολλές φορές έκαψαν το φαγητό στο τσουκάλι και πολλές φορές η καλύβα τους κινδύνεψε να πάρει φωτιά, και πολλές φορές άφησαν την καλύβα τους ασυγύριστη, για να τρέξουν να μάθουν ποιος τσακωνόταν με ποιον και γιατί.
     Αλλά και κάθε φορά που συναντιούνταν οι δυο τους, είτε στον δρόμο για το ποτάμι, όπου πήγαιναν να πλύνουν τα ρούχα, είτε στον δρόμο για την αγορά, όπου πήγαιναν να πουλήσουν λαχανικά, στέκονταν με τις ώρες και κουτσομπόλευαν, και δεν σταματούσαν, παρά μόνο όταν ερχόταν κάποιος να τις φωνάξει.
     Ήταν πάρα πολύ συνηθισμένο θέαμα οι δύο φίλες, κουβαλώντας από ένα μεγάλο καλάθι στο κεφάλι, πότε γεμάτο με ρούχα που πήγαιναν να πλυθούν στο ποτάμι, πότε με λαχανικά που πήγαιναν να πουληθούν στην αγορά, να στέκονται με τις ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο και να συζητάνε.
     - Αχ, έλεγε ο άντρας της Μπέντε, πότε θα μαζευτεί αυτή η γυναίκα; Πότε θα γυρίσω στο σπίτι από το κυνήγι και θα βρω το φαγητό μαγειρεμένο;
     - Αχ, έλεγε και ο άντρας της Ούντε, πότε θα μαζευτεί αυτή η γυναίκα; Πότε θα συμμαζέψει λίγο το σπίτι, πότε θα σκουπίσει, πότε θα ασχοληθεί με το παιδί μας;
     Και το βράδυ οι άντρες, λίγο πριν αποσυρθούν στην καλύβα των αντρών για να κοιμηθούν, έκαναν παρατήρηση στις γυναίκες τους και τους ζητούσαν να κόψουν αυτήν την κακή τους συνήθεια. Και εκείνες το υπόσχονταν, σίγουρες ότι θα το τηρούσαν, μα έλα που την επόμενη μέρα ξαναβρίσκονταν μαζί να κουτσομπολεύουν, με τα καλάθια στο κεφάλι!
     Είδαν κι απόειδαν οι άντρες τους, και πήγαν να ζητήσουν τη βοήθεια των πεθερικών τους. Και έπιασαν οι γονείς της Μπέντε και της Ούντε τις κόρες τους και τους είπαν ότι δεν ήταν σωστό, τώρα που ήταν παντρεμένες γυναίκες, να κάθονται και να κουτσομπολεύουν με τις ώρες, σαν να ήταν ανύπαντρα κοριτσάκια. Αλλά η Μπέντε και η Ούντε είχαν καβαλήσει και λίγο το καλάμι, ναι, τώρα ήταν παντρεμένες γυναίκες και κανένας δεν είχε το δικαίωμα να τις νουθετήσει πια, ούτε οι ίδιοι οι γονείς τους, και αφού ήταν παντρεμένες γυναίκες θα έκαναν ό,τι ήθελαν!
     Αφού, λοιπόν, τίποτα δε γινόταν με τις δύο φιλενάδες, οι άντρες τους προσέφυγαν στο μάγο του χωριού. Και αφού του εξέθεσαν το πρόβλημα - κάτι που όλοι στο χωριό γνώριζαν, εξάλλου - του ζήτησαν τη βοήθειά του. Εκείνος τους κοίταξε με τα ρυτιδιασμένα του μάτια, αναστέναξε βαθιά και τους είπε να στείλουν τις γυναίκες τους να τους μιλήσει.
      Οι δύο φίλες πήγαν και στο μάγο μαζί, και μάλιστα πήγαν με τα καλάθια τους στο κεφάλι, καθώς ήταν ημέρα μπουγάδας. Εκείνος τις κοίταξε αυστηρά και τους είπε ότι τα καμώματά τους δυσαρεστούσαν όλους τους ανθρώπους γύρω τους, ξεκινώντας από τους άντρες τους και φτάνοντας μέχρι τον τελευταίο συγχωριανό τους, και ότι θα έπρεπε επιτέλους να σταματήσουν το κουτσομπολιό και να συγκεντρωθούν στα καθήκοντά τους, στις καλύβες τους και στις οικογένειές τους.
     Η Μπέντε είπε ότι το κουτσομπολιό ήταν η μόνη της ευχαρίστηση και η Ούντε είπε ότι δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς κουτσομπολιό. Για τους λόγους αυτούς, ούτε η μία, ούτε η άλλη είχαν σκοπό να σταματήσουν αυτή τους τη συνήθεια.
     Ο μάγος ύψωσε τον τόνο της φωνής του και τους είπε ότι μέχρι και οι θεοί ήταν δυσαρεστημένοι με τις δυο τους και ότι αν συνέχιζαν να δυσαρεστούν τους θεούς θα τις έβρισκε μεγάλη συμφορά, αλλά εκείνες γέλασαν και είπαν ότι οι θεοί είχαν άλλες, πολύ σημαντικότερες δουλειές από το να ασχολούνται με δύο φίλες που περνούσαν καλά μαζί. Και ο μάγος ένιωσε μία ζέστη να τον πλημμυρίζει, καθώς άρχισε - κατά το κοινώς λεγόμενο - να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι.
     Και τους είπε ότι μπορεί οι θεοί να είχαν πολλές και σημαντικότερες δουλειές να κάνουν, αλλά μπορούσε να φροντίσει αυτός ο ίδιος να ενημερωθούν για τα κατορθώματά τους, και μπορούσε επίσης να ζητήσει την τιμωρία τους. Και εκείνες κοιτάχτηκαν βαριεστημένα και ύστερα σήκωσαν τους ώμους τους με αδιαφορία. Και τον ρώτησαν αν είχε κάτι άλλο να τους πει, επειδή περνούσε η ώρα και έπρεπε να πάνε στο ποτάμι να πλύνουν τα ρούχα τους.
     Και εκείνος τους είπε πως ό,τι είχε να τους πει τους το είχε πει και ότι εκείνες είχαν επιδείξει μεγάλη ασέβεια, τόσο προς το άτομό του όσο και προς τους θεούς, και γι'αυτό εκείνος θα ζητούσε από τους θεούς να τις τιμωρήσουν, αν συνέχιζαν την ίδια συμπεριφορά. Και εκείνες σηκώθηκαν να φύγουν, χωρίς καν να τον χαιρετήσουν, και εκείνος τους φώναξε ότι τις είχε προειδοποιήσει και ότι από εκείνη την στιγμή ήξεραν τι τις περίμενε και ότι έπρεπε να προσέχουν.
     Και ξεκίνησαν οι δύο φίλες να πάνε στο ποτάμι, και η αλήθεια είναι ότι τα λόγια του μάγου τις είχαν επηρεάσει, παρ'όλο που δεν το είχαν δείξει. Και μέσα της, η κάθε μία, είχε αποφασίσει να προσέχει από εδώ και πέρα και να μην κουτσομπολεύει, παρά να μιλάει μόνο για τον εαυτό της και την οικογένειά της.
     Και περπατούσαν οι δυο τους, και μιλούσαν η κάθε μία για τα δικά της, αλλά πόσα νέα να πουν πια; Και ξαφνικά η Μπέντε θυμήθηκε κάτι που είχε γίνει τις προάλλες με τη γειτόνισσά της, και η Ούντε θυμήθηκε έναν τσακωμό που είχε η πεθερά της με τη μαμμή του χωριού, και προτού το καταλάβουν, είχαν σταθεί στη μέση του δρόμου με τα καλάθια στο κεφάλι και κουτσομπόλευαν.
     Και εκεί που μιλούσαν και το ένα κουτσομπολιό έφερνε το άλλο, ξαφνικά ο ουρανός από επάνω τους σκοτείνιασε και φάνηκε μια αστραπή. Και αμέσως μετά ακούστηκε μια βροντή και χοντρές στάλες βροχής άρχισαν να πέφτουν στη γη με δύναμη.
     Και οι δύο φίλες έκαναν να φύγουν από εκεί που ήταν για να πάνε να προστατευτούν από την βροχή κάτω από το φύλλωμα ενός δέντρου που φαινόταν εκεί κοντά, αλλά τα πόδια της Μπέντε δεν ξεκολλούσαν από τη λάσπη και τα πόδια της Ούντε βούλιαζαν. Και όλο και προσπαθούσαν να ξεκολλήσουν τα πόδια τους, αλλά εκείνα βούλιαζαν όλο και πιο πολύ. Και αφού είδαν ότι δεν μπορούσαν να μετακινηθούν, οι δύο φίλες έμειναν εκεί, ακίνητες, με τα καλάθια στο κεφάλι, μέχρι να σταματήσει η βροχή. Και για να περάσει η ώρα, συνέχισαν το κουτσομπολιό.
     Και κάποια στιγμή η βροχή σταμάτησε, και βγήκε ο ήλιος, και το χώμα άρχισε να στεγνώνει, και η φύση έλαμψε, καθαρή, φρεσκοπλυμένη, και οι δύο φίλες σκέφτηκαν ότι είχε έρθει η ώρα να φύγουν από εκεί, και ξαφνικά η Μπέντε δεν αναγνώριζε το πρόσωπο της Ούντε, ούτε η Ούντε αναγνώριζε το πρόσωπο της Μπέντε, μόνο οι φωνές τους αναγνωρίζονταν, και αυτό ήταν απόλυτα λογικό, καθώς στη θέση των δύο γυναικών υπήρχαν τώρα πια δυο γαϊδουράγκαθα, πιστά τους αντίγραφα, και στο χωριό άρχισαν να αναρωτιούνται πού να ήταν, άραγε, η Μπέντε και η Ούντε, και μόνο ο μάγος ήξερε, και χαμογελούσε μέσα από τα ρυτιδιασμένα μάτια του...

ΥΓ: Η φωτογραφία είναι της φίλης μου, Αριάδνης Αργυράκη, και ο τίτλος της είναι Friends
     

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Παλιά γνώριμη

     Τη συνάντησα τυχαία, και ήταν σαν να συναντούσα έναν φίλο που ήξερα από πάντα. Με κοίταξε με το ατίθασο βλέμμα της και με ρώτησε: "τι κοιτάζεις;"
     "Σε ξέρω", της απάντησα. "Είμαι σίγουρη ότι σε ξέρω."
     "Από πού;" συνέχισε τις ερωτήσεις.
     "Δεν μπορώ να θυμηθώ, αλλά είμαι σίγουρη πως σε ξέρω."
     "Η ιδέα σου θα είναι", απάντησε.
     "Πώς σε λένε;" τη ρώτησα.
     "Αφού με ξέρεις", απάντησε αυθάδικα, "δε θα έπρεπε να ξέρεις και το όνομά μου;"
     "Έλα, πες μου", παρακάλεσα.
     "Να το βρεις μόνη σου!" είπε θυμωμένα.
     "Πού μένεις;"
     "Μένω σε ένα τεράστιο σπίτι, αλλά είναι τόσο μεγάλο που χωράει άλλα εκατό σπίτια μέσα."
     "Πώς γίνεται αυτό;"
     "Γίνεται! Και το ένα σπίτι είναι επάνω σε ένα δέντρο, το άλλο επάνω σε κάτι βράχια, στην άκρη του ωκεανού, ένα σπίτι βρίσκεται στη μέση μίας γέφυρας, ένα άλλο στην άκρη ενός σύννεφου..."
     "Πολύ περίεργα σπίτια όλα αυτά... Και όλα αυτά τα σπίτια είναι μέσα στο τεράστιο σπίτι που μένεις;"
     "Ναι."
     "Δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται αυτό."
     "Λίγοι το καταλαβαίνουν. Και ύστερα είναι και ο κήπος..."
     "Ποιος κήπος;"
     "Ο κήπος του σπιτιού. Είναι κι αυτός πολύ μεγάλος, και έχει μέσα τα πάντα: λιοντάρια, λαγούς και μονόκερους, αλεπούδες, λύκους και πάπιες, μανιτάρια, έλατα και πουρνάρια, συντριβάνια και λίμνες με χρυσόψαρα και αλιγάτορες, φιδωτά μονοπάτια, γήπεδα του γκολφ, άλογα ιππασίας και τραπουλόχαρτα, τσαγέρες και καπέλα, κότες και κοτόπουλα, τούρτες και σοκολατάκια, παγωμένη λεμονάδα και ζελεδάκια..."
     "Τι περίεργα πράγματα που έχει ο κήπος σου! Πες μου κι άλλα!"
     "Αρκετά σου είπα. Δεν χρειάζεται να πω περισσότερα."
     "Θα ήθελα πολύ να τον επισκεφτώ."
     "Δε γίνεται."
     "Γιατί;"
     "Μία φορά έκανα το λάθος να τον δείξω σε κάποιον και δεν το ξανακάνω."
     "Τι έγινε;"
     "Εγώ του το είπα εμπιστευτικά και εκείνος το έκανε βούκινο σε όλο τον κόσμο, πάλι καλά, δηλαδή, που δεν του είπα και για τους εξωγήινους... Και ξαμολήθηκαν όλοι να βρουν τον κήπο και παρά τρίχα να τον ανακαλύψουν και να τον καταστρέψουν."
     "Να τον καταστρέψουν; Γιατί;"
     "Επειδή δεν είναι δικός τους και επειδή πολύ θα ήθελαν να ήταν. Αλλά η αλήθεια είναι πως όλοι έχουν τουλάχιστον έναν τέτοιο κήπο, απλώς δεν το ξέρουν."
     "Έχω κι εγώ;"
     "Εσύ κι αν έχεις! Και απορώ πώς τόση ώρα που μιλάμε δε θυμήθηκες ακόμα το όνομά μου."
     Εκείνη την στιγμή, σαν από θαύμα, το κουτάκι της μνήμης μου ξεκλειδώθηκε, και από μέσα ξεπήδησε ένα όνομα.
     "Αλίκη!" είπα.
     "Επιτέλους!", απάντησε, "νόμιζα πως δε θα το θυμόσουν ποτέ!"

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Ανεπιτυχής εκστρατεία

     Ο μεγάλος θαλασσοπόρος Ενδυμίων ήταν ο αγαπημένος θαλασσοπόρος της Βασίλισσας, ένας από τους λίγους κοινούς θνητούς που η Βασίλισσα επέτρεπε να τρώνε μαζί της στο ίδιο τραπέζι, σε απόσταση μικρότερη των δέκα μέτρων. Η Βασίλισσα τον εκτιμούσε πολύ και λάτρευε τα πικάντικα ανέκδοτα που της διηγόταν, ανέκδοτα που ανέδιδαν αρμύρα και περιπέτεια και που την έκαναν να κοκκινίζει ελαφρά.
     Όμως, τον τελευταίο καιρό, κάτι τον είχε πιάσει τον Ενδυμίωνα. Θέλετε ο πολύς καιρός που είχε περάσει από το τελευταίο του ταξίδι, θέλετε οι πολλές επισκέψεις του στην τεράστια βιβλιοθήκη του παλατιού, τον τελευταίο καιρό ήταν πολύ σκεπτικός και τα ανέκδοτα που έλεγε είχαν περιοριστεί στο ελάχιστο. Εμφανιζόταν, βέβαια, ανελιπώς στο παλάτι και έτρωγε με όρεξη το φαγητό του, αλλά τα μεσημέρια χανόταν σε μεγάλους περιπάτους στον κήπο του παλατιού και ξεχνούσε την απογευματινή παρτίδα σκάκι, που έπαιζε με το Βασιλιά, αναγκάζοντάς τον (το Βασιλιά), να στέλνει να τον φωνάζουν.
     Τόσο ο Βασιλιάς, όσο και η Βασίλισσα, ήταν λεπτοί άνθρωποι και δεν έθιξαν το θέμα στον Ενδυμίωνα. Ήρθε, όμως, η μέρα που ο τρανός θαλασσοπόρος τους αποκάλυψε αυτό που τον απασχολούσε. Ήθελε, τους είπε, να ναυλώσει μερικά καράβια και να ανοιχτεί στις θάλασσες, με σκοπό να ανακαλύψει νέες χώρες και να τις χαρίσει στη Βασίλισσά του.
     Ο Βασιλιάς και η Βασίλισσα πίστευαν ότι όλες οι χώρες είχαν πια ανακαλυφτεί και είχαν και χάρτη που το αποδείκνυε, όμως ο Ενδυμίωνας ήταν πεπεισμένος για το αντίθετο, και κάθε μέρα τους πιπίλιζε το μυαλό με τις ιδέες που είχαν φωλιάσει στο μυαλό του, τόσο που η Βασίλισσα σκέφτηκε να του απαγορεύσει την είσοδο στο παλάτι. 
     Από την άλλη, μερικές νέες χώρες θα ήταν ένα πρώτης τάξης δώρο γενεθλίων, μια που τα γενέθλιά της πλησίαζαν και, σύμφωνα με τον Ενδυμίωνα, η κατάκτηση των νέων χωρών ήταν ζήτημα λίγων μηνών. Βέβαια, ήταν και το οικονομικό στη μέση: μερικά καράβια πλήρως εξοπλισμένα κόστιζαν πολύ ακριβά, και θα της χαλούσαν τα σχέδια για μια μικρή επέκταση τριάντα δωματίων που σκόπευε να κάνει στο παλάτι, για να χωράνε πιο άνετα, καθώς η πρόσφατη γέννηση του μοναχογιού της είχε δημιουργήσει την ανάγκη για περισσότερο χώρο... 
     Αποφάσισε, λοιπόν, να χρηματοδοτήσει μεν το ταξίδι του Ενδυμίωνα, αλλά του είπε ότι ήταν διατεθειμένη να ναυλώσει ένα πλοίο μόνο. Αν εκείνος χρειαζόταν κι άλλα, ας τα έβρισκε μόνος του.
     Έτσι, ο Ενδυμίωνας απευθύνθηκε στους άλλους θαλασσοπόρους φίλους του, και τελικά κατάφερε να σχηματίσει έναν μικρό στόλο. Μπροστά, λοιπόν, πήγαινε ένα μικρό πλοιαράκι, η Σαπουνάδα, με αρχηγό τον καπετάν Φούσκα, άσο στους ελιγμούς, ακολουθούμενο από την καραβέλα του Ενδυμίωνα, τη Νηνεμία, που έπλεε καμαρωτή-καμαρωτή, με το φουσκωμένο γκρίζο, ριγέ πανί της. Πίσω από τη Νηνεμία ερχόταν η Νεφέλη, το μεγάλο πλοίο του καπετάν Νύστα με το τεράστιο, λευκό πανί του, και ύστερα από τη Νεφέλη, ερχόταν η Σαΐτα, που είχε τους πιο γερούς και δυνατούς ναυτικούς από όλα τα καράβια του στόλου του Ενδυμίωνα. Τελευταίες στη σειρά ήταν η Μπιάνκα και η Μπιανκούλα, και οι δυο του καπετάν Λουλάκη, παιδικού φίλου του Ενδυμίωνα και εξαίρετου ξιφομάχου.
     Ξεκίνησε, λοιπόν, η πομπή των πλοίων και η Βασίλισσα κατέβηκε η ίδια στο λιμάνι και κούνησε το δαντελένιο της μαντήλι για δέκα ολόκληρα δευτερόλεπτα, ευχόμενη ταχεία επιστροφή και ευόδωση των σχεδίων του Ενδυμίωνα.  Και ύστερα επέστρεψε στο παλάτι, για να δει τι θα έκανε με την επέκταση, εντάξει, δε θα ήταν τριάντα τα δωμάτια, αλλά είκοσι οπωσδήποτε έπρεπε να είναι.
     Και τα έξι πλοία όλο και απομακρύνονταν από την ξηρά, μέχρι που έπαψαν να τη βλέπουν και το μόνο που έβλεπαν οι θαλασσοπόροι γύρω-γύρω ήταν το βαθύ μπλε της θάλασσας. Και τη μέρα ο άνεμος φούσκωνε τα πανιά και τα πλοία έτρεχαν επάνω στα κύματα, και το βράδυ ο Ενδυμίωνας περνούσε από πλοίο σε πλοίο και φούσκωνε τα μυαλά των ναυτικών με τα πλούτη που θα συναντούσαν στο τέλος του ταξιδιού τους, δίνοντάς τους δύναμη και κουράγιο, και κερδίζοντας στο μεταξύ μικρές περιουσίες από τους άλλους καπετάνιους, σε ολονύκτιες παρτίδες μπριτζ.
     Και ο καιρός περνούσε, και τα γενέθλια της Βασίλισσας έφτασαν, αλλά νέα από τον Ενδυμίωνα δεν υπήρχαν, και ο μοναχογιός της έβγαλε δοντάκια και άρχισε να περπατάει και να δαγκώνει όλα τα έπιπλα του παλατιού, αυξάνοντας κατακόρυφα τα έξοδα της Βασίλισσας. 
     Κι άλλος καιρός πέρασε, και οι επεκτάσεις στο παλάτι ολοκληρώθηκαν και η Βασίλισσα ρωτούσε όποιον καπετάνιο έπιανε λιμάνι εκεί μήπως είδε τον Ενδυμίωνα με τα καράβια του, αλλά κανείς δεν τον είχε δει. Και ο μοναχογιός της Βασίλισσας μεγάλωσε και άρχισε να κάνει μαθήματα με προσωπικούς δασκάλους, και η Βασίλισσα μετάνιωσε πραγματικά για τα χρήματα που είχε δαπανήσει για το πλοίο του Ενδυμίωνα, τόσα λεφτά κόστιζαν τα ιδιαίτερα...
     Και ένας μάντης που πέρασε από εκεί τους είπε ότι ο Ενδυμίωνας ζούσε και βασίλευε, αλλά ότι είχε πέσει σε κυκλώνες και σε τυφώνες και ότι είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος του στόλου του και είχε χάσει και τον αστρολάβο του και θα δυσκολευόταν πολύ να επιστρέψει. Και ο μοναχογιός της Βασίλισσας, που τώρα πια ήταν σε ηλικία γάμου, είπε στη μητέρα του ότι ήθελε ένα δικό του παλάτι, για να μείνει με τη γυναίκα του, όταν θα παντρευόταν. 
     Και η Βασίλισσα έβγαλε χαρτί και μολύβι και έκανε τους υπολογισμούς της, και ξαναμετάνιωσε για τα χρήματα που είχε δαπανήσει για το πλοίο του Ενδυμίωνα, και είπε πως πολύ ακριβά τα είχε πληρώσει τα ανέκδοτά του και ότι πιθανότατα ο μάντης δεν είχε δει σωστά και ο Ενδυμίωνας είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης, και μαζί με αυτόν είχαν εξαφανιστεί και η καραβέλα του και οι νέες χώρες που είχε υποσχεθεί. 
     Και ορκίστηκε να μην προσκαλέσει θαλασσοπόρο ξανά στο παλάτι, ούτε καν για καφέ, ακόμα κι αν της έταζε να κατακτήσει, για χάρη της, το ίδιο το φεγγάρι!

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Αλλαγή κανονισμών

     Μεγάλη συζήτηση γίνεται αυτές τις μέρες στην παραμυθοχώρα και το θέμα της είναι ένα και μοναδικό: οι αθλητικοί παραμυθαγώνες και το κατά πόσο θα πρέπει να μονιμοποιηθούν οι αλλαγές των κανονισμών που έγιναν τα τελευταία χρόνια.
     Βέβαια, όταν μιλάμε για αθλητικούς παραμυθαγώνες, μη φανταστείτε τίποτα ολυμπιακούς. Η παραμυθοχώρα είναι πολύ μικρή και δεν μπορεί να υποστηρίξει αγώνες τέτοιου μεγέθους και εμβέλειας, όμως και οι δικοί της αγώνες είναι πολύ σημαντικοί. Εκατοντάδες αθλητές παίρνουν μέρος κάθε χρόνο, και οι νικητές χαίρουν μεγάλης εκτίμησης και αποτελούν το πρότυπο όλης της παραμυθονεολαίας.
     Βρέθηκαν, που λέτε, κάποιοι που υποστήριξαν ότι τα αθλήματα θα έπρεπε να παραμένουν ακριβώς τα ίδια, ούτως ώστε να υπάρχει σύγκριση με τις επιδόσεις του παρελθόντος, κάτι που οι νεωτεριστές αντιπαρέρχονται εντόνως.
     Για τα οκτακόσια μέτρα πεταλούδας, για παράδειγμα, οι γνώμες διίστανται. Οι οπαδοί της παράδοσης νοσταλγούν τα χρόνια τα παλιά, τότε που οι πεταλούδες ήταν άγριες, κάτι που όπως και να το κάνεις αυξάνει το βαθμό δυσκολίας, σε αντίθεση με τις πεταλούδες των εκτροφείων που χρησιμοποιούνται τα τελευταία χρόνια, που είναι πιο πειθαρχημένες και πολύ περισσότερο προβλέψιμες από τις άλλες. Και για να μην απορείτε, να σας πω ότι τα οκτακόσια μέτρα πεταλούδας δεν είναι αγώνες κολύμβησης, είναι αγώνες ταχύτητας όπου οι αθλητές τρέχουν κρατώντας δίχτυα και κυνηγούν πεταλούδες. Στο αποτέλεσμα προσμετρώνται, εκτός από τον χρόνο της κούρσας, και ο αριθμός των αιχμάλωτων πεταλούδων.
     Στον αντίποδα των "παραδοσιακών", οι νεωτεριστές υποστηρίζουν ότι τα οκτακόσια μέτρα πεταλούδας είναι πολύ πιο εντυπωσιακά τώρα, με τις πεταλούδες των εκτροφείων, οι οποίες έχουν επιλεχθεί μία-μία για τους αγώνες, και έχουν αξιολογηθεί αυστηρότατα, σύμφωνα με τα διεθνή παραμυθοπρότυπα.
      Πολλές διχογνωμίες έχει προκαλέσει και η απόφαση της επιτροπής αγώνων να επιλέξει γρανίτα για το άθλημα των καταδύσεων, αντί για το παλιό, παραδοσιακό παγωτό κρέμα. Οι ηλικιωμένοι αναφέρουν με πικρία το πόσο ευκολότερο έχει γίνει το άθλημα, ενθυμούμενοι, προφανώς, την εποχή που για τις καταδύσεις η μόνη διαθέσιμη επιλογή ήταν το παγωτό κασάτο, και όπου υπήρχε πάντα ο κίνδυνος τραυματισμού κατά την κατάδυση, σε περίπτωση που ο αθλητής έπεφτε επάνω σε ξηρό καρπό. Σε αυτήν την άποψη, οι νεωτεριστές αντιτάσσουν την άποψη ότι δεν χρειάζεται μετά τους αγώνες να γεμίζουν τα νοσοκομεία τραυματίες.
     Για τη βαφλοβολία ορίστηκε μεγαλύτερη διάμετρος βάφλας και απαγορεύτηκε οριστικά η χρήση σιροπιού, κάτι που επίσης δυσκόλευε τις ρίψεις στο παρελθόν, καθώς η βάφλα κολλούσε στο χέρι του αθλητή και οι βολές ήταν πολύ μικρές. Συζητιέται μήπως στη θέση του σιροπιού επιτραπεί η χρήση σαντιγύ, ως παράγοντα αυξημένης τριβής και, συνεπώς, αυξημένου βαθμού δυσκολίας, σε μία προσπάθεια να ισοσκελιστεί η διαφορά από τις πρώτες βαφλοβολίες.
     Στο σύνολο των αθλητικών παραμυθαγώνων, το άθλημα που ίσως υπέστη τις λιγότερες αλλαγές είναι αυτό του τραμπολίνο. Η επιτροπή αγώνων όρισε μικρή αύξηση στο ύψος του ζελέ, ούτως ώστε να βελτιωθεί η αλτικότητα, χωρίς όμως να υπάρχει κίνδυνος εκτόξευσης.
     Είναι σίγουρο ότι όλος αυτός ο διάλογος και οι αντιπαραθέσεις καθόλου δεν βοηθάνε την ψυχολογία των αθλητών, που το μόνο που χρειάζονται είναι ένα ήρεμο περιβάλλον, όπου να μπορούν να αγωνιστούν με αξιώσεις. Επιπλέον, η συνεχής αλλαγή των κανονισμών δε βοηθάει διόλου στην ορθή προετοιμασία των αθλητών. 
     Γι'αυτό, επιτάσσεται όλες οι πλευρές να συμβιβαστούν και να "συναντηθούν" κάπου στη μέση, αν δε θέλουν να καταργηθεί αυτός ο όμορφος θεσμός. 
     Και ενώ οι συζητήσεις επί του θέματος δίνουν και παίρνουν, σε έκτακτο δελτίο ειδήσεων ανακοινώθηκε κρούσμα παραβίασης των κανονισμών, καθώς ένας από τους αθλητές γνώριζε προσωπικά δύο από τις πεταλούδες των εκτροφείων, με αποτέλεσμα να αποβληθούν από τους αγώνες, τόσο ο αθλητής όσο και οι πεταλούδες.
     Μ'αυτά και μ'αυτά, είναι να μην αναφωνούν οι παλαιότεροι "και μη χειρότερα";

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Αιώνιο καλοκαίρι

     Κάθομαι στη βεράντα μου και απολαμβάνω το καλοκαιράκι. Είναι μία από τις αγαπημένες μου εποχές, από όταν ήμουν παιδί, τότε που καλοκαίρι σήμαινε ατέλειωτα παιχνίδια, και παγωτά, και ρακέτες στον δρόμο, και μπάνια στη θάλασσα και βόλτες με το ποδήλατο...
     Νιώθω ευλογημένη που ζω σε μια χώρα όπου το καλοκαίρι κάνει τόσο έντονη την παρουσία του, που δεν είναι υποτονικό και μη μου άπτου, αλλά δυναμικό και ρωμαλέο. Το γέλιο του καλοκαιριού δεν είναι απαλό, δεν είναι μειδίαμα σαν της Τζοκόντας, είναι γέλιο γάργαρο σαν κελαρυστό ρυάκι και τόσο τρανταχτό, που δεν μπορείς να το αγνοήσεις. Και ορίστε, και τώρα αυτό κάνει το καλοκαίρι. Γελάει, γελάει με την καρδιά του και ο ήχος του γέλιου του μοιάζει εκπληκτικά με τον ήχο των τζιτζικιών, που ακούγεται παντού.
     Και, αλήθεια, δεν υπάρχει άλλος ήχος από τον ήχο των τζιτζικιών, πιο άρρηκτα συνδεδεμένος με το καλοκαίρι. Είναι και η θάλασσα, βέβαια, που τα κύματά της σκάνε στην παραλία χαϊδευτικά και παιχνιδιάρικα και όχι θυμωμένα και άγρια, όπως το χειμώνα, αλλά τα τζιτζίκια είναι, όπως και να το κάνουμε, οι τραγουδιστάδες του καλοκαιριού.
     Όμως, εμένα το τραγούδι των τζιτζικιών μου φέρνει στο νου και κάτι άλλο. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, εμένα τα τζιτζίκια μου φέρνουν στο μυαλό εργατικούς ξυλοκόπους, που πριονίζουν εντατικά τα δέντρα, και όλο στήνω αυτί μήπως και ακούσω "Πέεεεεεφτει!". Μπορώ να τα φανταστώ, κιόλας, τα τζιτζίκια να φεύγουν από το σπίτι τους, φορώντας τη φόρμα εργασίας τους και τα κράνη τους, καθώς φροντίζουν πάντα για την ασφάλεια στο χώρο εργασίας. Οι γυναίκες τους - τα φαντάζομαι οικογενειάρχες, τι να κάνουμε; - τα ξεπροβοδίζουν και τους δίνουν μαζί και το κολατσιό τους. Και εκείνα πηγαίνουν στη δουλειά, και όλη τη μέρα πριονίζουν, πριονίζουν, πριονίζουν, και ο ιδρώτας τρέχει συνέχεια και τους μουσκεύει τη φόρμα εργασίας... Και το βράδυ γυρίζουν κατάκοπα στο σπίτι τους, και σκέφτονται πόσα ακόμα δέντρα τους μένουν για να πριονίσουν... Δύσκολη η ζωή του ξυλοκόπου τζίτζικα. Και μεγάλη αδικία να τον χαρακτηρίζουμε τεμπέλη, βασιζόμενοι στο μύθο του Αισώπου....
     Τέλος πάντων, τίποτα δεν είναι δίκαιο σε αυτή τη ζωή... Εμένα άλλο με ενδιαφέρει, κατ'ουσίαν: πώς θα μπορέσω να φυλακίσω το καλοκαίρι και να το έχω δίπλα μου όλο τον χρόνο; Και όποιος μου πει "να κοιτάς τις φωτογραφίες του καλοκαιριού", μάλλον δεν καταλαβαίνει τι εννοώ. Εγώ δε θέλω να νοσταλγώ το καλοκαίρι, αυτό το κάνω και χωρίς τις καλοκαιρινές φωτογραφίες, εγώ θέλω να νιώθω καλοκαίρι όποτε επιλέγω.
     Θα μου πείτε: "τι σε έπιασε τώρα με το καλοκαίρι;". Δεν ξέρω, ίσως να φταίει που δεν πήγα διακοπές, ίσως πάλι και όχι, δεν είναι ωραίο να μπορείς να ζεις μια ευχάριστη εμπειρία όποτε το επιλέξεις; 
     Επειδή, λοιπόν, η μύτη και τα αυτιά είναι τα όργανα με τα οποία ταξιδεύει κανείς (άποψη προσωπική, φυσικά, αλλά μάλλον σωστή), σκέφτομαι ότι θα ήταν πολύ καλή ιδέα να είχα ένα μπουκαλάκι με άρωμα καλοκαιριού και ένα cd με ήχους καλοκαιριού και θα τα κατάφερνα μια χαρά να έχω καλοκαίρι οποτεδήποτε θελήσω. Και όσο για το cd, είναι αυτονόητο τι ήχο θα επιλέξω: τον ήχο των τζιτζικιών. Για το άρωμα, όμως, τι; Ποιο είναι το άρωμα του καλοκαιριού;
     Κάποιος μπορεί να πει ότι το άρωμα του καλοκαιριού είναι το άρωμα του ιωδίου που μυρίζει δίπλα στη θάλασσα, ή το άρωμα του καρπουζιού, ή επίσης το άρωμα του γιασεμιού και του αγιοκλήματος, το θέμα αυτό, όμως, μάλλον είναι προσωπικό για τον καθένα. Για εμένα, λοιπόν, το άρωμα του καλοκαιριού είναι συνδυασμός δύο αρωμάτων: της συκιάς και του ξερού χόρτου. Ίσως επειδή μου θυμίζει δύο καλοκαίρια στο χωριό της μαμάς, που καθόμασταν στην σκιά της μεγάλης συκιάς του παππού, και που τρέχαμε ανέμελα στα θερισμένα χωράφια, που ήταν χρυσά από το χρώμα των ξερών χόρτων... Το σούρουπο, ο ήλιος έπεφτε στο βάθος των χωραφιών, κουρασμένος από την σκληρή δουλειά της ημέρας, και η φύση, νυσταγμένη, αφηνόταν στα χάδια της νύχτας. Οι γρύλλοι Ερωτόκριτοι ξυπνούσαν και άρχιζαν να καλούν συνθηματικά τις Αρετούσες τους. Και ο ουρανός γέμιζε με τόσα αστέρια, που νόμιζες ότι το φωτεινό τμήμα του ουρανού ήταν μεγαλύτερο από το σκοτεινό. Πού να τα δεις αυτά στην πόλη...
     Αλλά, τώρα την βρήκα τη λύση. Φανταστείτε, λοιπόν, να είναι χειμώνας, και έξω να φυσάει και να κάνει κρύο, και οι διαβάτες να τρέχουν τυλιγμένοι με τα κασκόλ τους, και ο αέρας να χαστουκίζει τα δέντρα, και εγώ να είμαι στο σπίτι μου, και να ακούγονται τζιτζίκια και να μυρίζει συκιά και ξερά χόρτα... Ε, μη μου πείτε ότι έτσι δε θα φέρω το καλοκαίρι στην καρδιά του χειμώνα!