Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

Λόγω των ημερών

 

     Νέα περίοδος ιδεοξηρασίας στη χώρα της Γλωσσοπάθειας, παρ'όλο που έρχονται Χριστούγεννα. 
     - Μα τι θα γίνει, επιτέλους; λέει η Πίπη και πηγαινοέρχεται πέρα-δώθε, περιμένοντας να γεννηθεί καμιά ιδέα, όπως περιμένουν στο μαιευτήριο οι συγγενείς των επιτόκων.
     Αλλά άδικα περιμένει η Πίπη. Και, αντίθετα από τους συγγενείς των επιτόκων, που κάποια στιγμή βλέπουν ένα μωρό, εκείνη δεν βλέπει ιδέα ούτε για δείγμα. Και τα Χριστούγεννα πλησιάζουν, και η Γλωσσοπάθεια ακόμα να στολίσει...
     Μήπως να πήγαινε ένα ταξίδι, να αλλάξει τον αέρα της; Και δε μιλάμε καν για το Σαν Κριστόμπαλ ντε λα Λαγούνα, ας είναι ένα ταξίδι εδώ κοντά, στη Χώρα των Θαυμάτων, ας πούμε, ή στη Χώρα του Ποτέ... Θα συναντούσε την Αλίκη, ή τον Πήτερ Παν, και όλο και κάποια ιδέα θα της έδιναν. Αλλά η Αλίκη - άκουσε η Πίπη - μεγάλωσε πια και πάχυνε και την τελευταία φορά που μπήκε στο λαγούμι του κουνελιού σφήνωσε και έμεινε σφηνωμένη στο λαγούμι πέντε μέρες και παρά τρίχα να την βρουν τα Χριστούγεννα σφηνωμένη, οπότε φέτος δεν θα πάει καθόλου στη Χώρα των Θαυμάτων, θα κάτσει στο σπίτι της να τρώει μελομακάρονα, κουραμπιέδες και δίπλες.... Όσο για τον Πήτερ Παν, μεγάλωσε και εκείνος και άρχισε τις εξόδους και τα ξενύχτια, με αποτέλεσμα να κάνει μπυροκοιλιά, και όλοι ξέρουμε ότι η μπυροκοιλιά λειτουργεί σαν βαρίδι και δεν επιτρέπει το πέταγμα. Και τι να πάει να κάνει ο Πήτερ Παν στη Χώρα του Ποτέ, αν δεν μπορεί να πετάξει; Θα τον κοροϊδεύουν μέχρι και οι πυγολαμπίδες!
     - Αχ! αναστενάζει η Πίπη και σκέφτεται ότι πρέπει να αγοράσει μελομακάρονα, να πνίξει την θλίψη της στην γλυκιά τους αγκαλιά, και ύστερα να πάει εκείνη στο λαγούμι του κουνελιού, να σφηνώσει μεταξύ της Χώρας της Πραγματικότητας και της Χώρας των Θαυμάτων.
     Προς το παρόν, βέβαια, είναι ήδη σχεδόν σφηνωμένη ανάμεσα στις χώρες των βεραντών. Μεγάλη βαρεμάρα και εκεί. Πού είναι οι πολυλογίες και τα χάχανα; Πού είναι οι τσακωμοί; Πού είναι τα κουτσομπολιά; Οι ένοικοι των δύο χωρών δεν έχουν και πολλή όρεξη, ούτε σε απεργίες για τακτικότερο πότισμα δεν κατεβαίνουν πια...
     Βέβαια, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, όλο και κάτι συμβαίνει σε αυτές τις δύο χώρες, όχι πάντα χαρούμενο, φυσικά... Ορίστε, για παράδειγμα, τη θυμάστε τη ρίγανη; Ε, λοιπόν, ξεχάστε την... Έμεινε και ο βασιλικός χωρίς παρέα δίπλα του για να κουτσομπολεύει και άρχισε τις προσπάθειες να μπει στη Χώρα του διαμερίσματος. Ώσπου, πάει η Πίπη μια μέρα να κλείσει την μπαλκονόπορτα, πάει ο βασιλικός να μπει μέσα, ορίστε ένα κάταγμα καραμπινάτο για τον επίδοξο μετανάστη! Για να μη μιλήσουμε για την γλάστρα με τα κερασοκούκουτσα, που με περισσό θράσος  ενημέρωσε την Πίπη ότι οι κερασιές δε θα φυτρώσουν φέτος (ούτε του χρόνου, φυσικά), αλλά, βέβαια, η Πίπη δεν το άφησε έτσι, γέμισε την γλάστρα με ροδακινοκούκουτσα και τώρα βλέπει το μέλλον με μια σχετική αισιοδοξία (η γλάστρα, πάλι, το αντίθετο, το παίζει Κασσάνδρα).
     - Πάει, λέει η Πίπη, τελείωσε, θα έρθουν τα Χριστούγεννα και δεν θα έχω καμία ιστορία... Τι κρίμα!
     - Τι κρίμα! επαναλαμβάνουν και οι ένοικοι των χωρών των δύο βεραντών, αλλά η αλήθεια είναι ότι, στην πραγματικότητα, ούτε που τους νοιάζει...
     Αλλά μια μέρα, εκεί που άνοιγε ένα από τα παράθυρά της, πού νομίζετε ότι έπεσε το μάτι της Πίπης; Στην γλάστρα με τις δίδυμες βερυκοκίτσες, έπεσε. Και, βέβαια, εκεί βρίσκονταν οι δύο αδερφούλες, που έχοντας χάσει - λόγω εποχής - τα φυλλαράκια τους, κοιμούνταν ειρηνικά, δίπλα-δίπλα, μόνο πως η Πίπη είδε και κάτι άλλο. Δίπλα ακριβώς στις δίδυμες κοιμωμένες, επάνω σε ένα ξυλάκι από αυτά που χρησιμοποιούνται ως στηρίγματα, υπήρχε μία στρουμπουλή, πράσινη κάμπια!
     - Μπλιαχ! έκανε η Πίπη. Τι δουλειά έχει μία στρουμπουλή, πράσινη κάμπια στη Χώρα της πίσω βεράντας, και μάλιστα δίπλα στις βερυκοκοαδερφούλες; Θα πρέπει να την διώξω πάραυτα!
     Η Πίπη οπλίστηκε με όσο θάρρος μπόρεσε να βρει και πήγε στην μπαλκονόπορτα που βρισκόταν κοντά στην επίμαχη γλάστρα. Αλλά μόλις πλησίασε στο τζάμι της μπαλκονόπορτας, η κάμπια, που προφανώς την είχε δει, μετακινήθηκε ελαφρώς και κρύφτηκε πίσω από το ξυλάκι! Καλέ, τι περίεργο πράγμα; Αυτή η κάμπια είχε πόδια!
     Η Πίπη το ξανασκέφτηκε. Αυτή η κάμπια ήταν πολύ περίεργη και, ενδεχομένως επικίνδυνη. Και αν, αφού είχε πόδια, ήξερε και καράτε; Και αν, με το που πλησίαζε η Πίπη, η κάμπια την άρχιζε στις κλωτσιές;  
     Η Πίπη πήγε στην άλλη μπαλκονόπορτα, από την άλλη πλευρά της γλάστρας, που είναι και λίγο πιο μακριά, και την άνοιξε προσεκτικά. Αμέσως η κάμπια ξαναμετακινήθηκε προς την αντίθετη πλευρά και ξανακρύφτηκε πίσω από το ξυλάκι. Η Πίπη αναθάρρησε λίγο, αλλά και πάλι... Αυτή η κάμπια, αν ήταν κάμπια, ήταν η πιο περίεργη κάμπια που είχε δει ποτέ της. Ήθελε να την παρατηρήσει, αλλά ήθελε και να κρατήσει απόσταση ασφαλείας, πώς θα γινόταν αυτό;
     Και τότε θυμήθηκε πως είχε μία φωτογραφική μηχανή. Αυτό ήταν! Θα φωτογράφιζε την κάμπια και ύστερα θα έκανε ζουμ στη φωτογραφία για να τη δει και να τη μελετήσει καλύτερα. Έτρεξε, λοιπόν, η Πίπη, πήρε τη φωτογραφική της μηχανή, βγήκε στη Χώρα της πίσω βεράντας πολύ προσεκτικά και, προσπαθώντας να μην πλησιάσει υπερβολικά κοντά - είπαμε, ίσως η κάμπια να ήξερε και καράτε - άρχισε να βγάζει φωτογραφίες. Η κάμπια έμενε ακίνητη, ευτυχώς.
     Έβγαλε τις φωτογραφίες που ήθελε η Πίπη και γύρισε στην ασφάλεια της Χώρας του διαμερίσματος. Έκανε ζουμ και άρχισε να κοιτάζει προσεκτικά την κάμπια... Και, ναι, τελικά είχε δίκιο. Δηλαδή, δεν ξέρω αν είχε δίκιο για το καράτε, αλλά φαινόταν ξεκάθαρα ότι η κάμπια μάλλον δεν ήταν κάμπια. Και τι ήταν, τότε; Η Πίπη κοίταξε προσεκτικά τα δύο μακριά πόδια, που είχαν κολλήσει επάνω στο ξυλάκι και ίσα-ίσα ξεχώριζαν, τα φτερά που μισοσκέπαζαν τα πόδια σαν τέντα κατασκηνωτή, το σκυφτό της κεφάλι, σαν ευσεβούς προσκυνητή... Ε, λοιπόν, αν δεν επρόκειτο για ακρίδα, η Πίπη δεν ήξερε τι άλλο θα μπορούσε να είναι!
     Η Πίπη πρώτη φορά έβλεπε ακρίδα σε αυτήν την στάση. Τι έκανε εκεί; Και γιατί δεν πετούσε μακριά; Ήθελε πολύ να μάθει, αλλά δεν τολμούσε να πολυπλησιάσει, αφού την ανατριχιάζουν οι ακρίδες. Είπε, λοιπόν, με τρόπο στο βασιλικό, να πει στη λουίζα, να πει στο δυόσμο, να πει στην ντοματιά, που είναι δίπλα στην γλάστρα με τις δίδυμες κοιμισμένες βερυκοκίτσες, να ρωτήσει την ακρίδα και να μάθει.
     Και ο βασιλικός, παρ'όλο που ακόμα της κρατούσε μούτρα για το κάταγμά του, είπε στη λουίζα, που είπε στο δυόσμο, που είπε στην ντοματιά, να ρωτήσει την ακρίδα.
     - Ε, ψιτ! είπε η ντοματιά.
     Τσιμουδιά η ακρίδα.
     - Ε, ψιτ, σε εσένα μιλάω! επέμεινε η ντοματιά. Ε, ψιτ, καλέ!
     - Παρντόν, είπε η ακρίδα, είπατε κάτι;
     - Καλέ, τι σνομπαρία είναι τούτη! είπε ο δυόσμος στη λουίζα, που κούνησε τα κλαδάκια της πάνω-κάτω, για να δείξει πως συμφωνούσε.
     - Ναι, είπε η ντοματιά. Ποια είσαι και από πού έρχεσαι;
     - Καλά μου το έλεγε η μητέρα μου, είπε η ακρίδα. Πολλή μπασκλασαρία κυκλοφορεί...
     - Τι; είπε η ντοματιά και γύρισε προς τον δυόσμο, μην τυχόν είχε ακούσει, αλλά εκείνος - είναι και λίγο βαρύκοος, λόγω ηλικίας - σήκωσε τα φυλλαράκια του ψηλά, εννοώντας πως δεν είχε ιδέα.
     Η ακρίδα αναστέναξε.
     - Ποια είσαι και από πού έρχεσαι; επανέλαβε η ντοματιά.
     - Είναι τουλάχιστον ανάγωγο να ρωτάει κάποιος τέτοιες προσωπικές πληροφορίες, χωρίς προηγουμένως να έχει συστηθεί ο ίδιος, είπε.
     - Τι σου είπα; Σνομπαρία, είπε ο δυόσμος στη λουίζα.
     - Είμαι η ντοματιά, είπε η ντοματιά, και ζω εδώ τα τελευταία χρόνια. Εσύ ποια είσαι και από πού έρχεσαι;
     - Με λένε Λήδα και, προφανώς, είμαι ακρίδα, είπε η ακρίδα. Όσο για το από πού έρχομαι, είναι μεγάλη ιστορία...
     - Εδώ μας αρέσουν οι ιστορίες, πετάχτηκε η λουίζα. Είμαι η λουίζα, πρόσθεσε. Και από εδώ είναι ο δυόσμος και ο βασιλικός. Όλοι είμαστε φίλοι και μένουμε εδώ πολύ καιρό.
     - Εγώ είμαι βασιλοπούλα, η μοναχοκόρη του βασιλιά της Ακριδανίας. 
     - Α, της Ακριδανίας! είπαν όλα τα φυτά μαζί, παρ'όλο που δεν ήξεραν πού πέφτει η Ακριδανία.
     - Μεγάλωσα με όλες τις περιποιήσεις που αρμόζουν σε μία βασιλοκόρη και είχα τις καλύτερες τροφούς. Έμαθα χορό και τραγούδι, και είμαι πτυχιούχος στην άρπα.
     - Ω, της άρπας! έκαναν τα φυτά, παρ'όλο που δεν ήξεραν τι είναι η άρπα.
     - Δυστυχώς, όμως, ο πατέρας μου έχει πολλούς και πολύ ισχυρούς εχθρούς. Και ένας από αυτούς, ένας κακός μάγος από το Κατάρ, μας έριξε μια βαριά κατάρα.
     - Κατάρα;
     - Ναι. Με καταράστηκε να πεθάνω, την ημέρα των πρώτων γενεθλίων μου, την ώρα που θα έσβηνα το κεράκι στην τούρτα.
     - Τρομερό!
     - Και όχι μόνο αυτό. Καταράστηκε και όλους τους υπηκόους του βασιλείου να πεθάνουν μαζί με εμένα. 
     - Πόση κακία! 
     - Έτσι, για να σώσω το βασίλειο του πατέρα μου - και καθώς πλησιάζουν τα πρώτα μου γενέθλια -, αποφάσισα να φύγω μακριά... και έφτασα μέχρι εδώ.
     - Τι συγκινητική ιστορία! είπε η λουίζα.
     - Θα με πάρουν τα ζουμιά, είπε η ντοματιά.
     - Μέχρι και εγώ δάκρυσα, είπε ο δυόσμος. Τι αυταπάρνηση!
     - Αλλά το ταξίδι ήταν πολύ κουραστικό και χρειάζομαι ξεκούραση. Γι'αυτό, αν δε σας πειράζει, θα ήθελα να κοιμηθώ... Σιλάνς!
     Και τα φυτά σώπασαν, παρ'όλο που δεν ήξεραν τι σημαίνει σιλάνς.
     Όταν, λίγο αργότερα, η Πίπη βγήκε στη βεράντα, τα φυτά τής είπαν σχεδόν ψιθυριστά την ιστορία της Λήδας της ακρίδας. Αλλά εκείνη, σε αντίθεση με τα φυτά, όχι μόνο δεν συγκινήθηκε, όχι μόνο δεν δάκρυσε, αλλά επέδειξε μία μάλλον παγερή αδιαφορία. Βλέπετε, είχε ήδη μάθει ότι έτσι κάνουν όλες οι ακρίδες το χειμώνα και είχε καταλάβει, επιπλέον, ότι η συγκεκριμένη ακρίδα ήταν και πολύ ψηλομύτα. Και θα την είχε διώξει κακήν κακώς τη Λήδα την ακρίδα από τη Χώρα της πίσω βεράντας, αν δεν σκεφτόταν ότι έρχονται Χριστούγεννα...


ΥΓ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

8 σχόλια:

  1. Ωωωω και δεν τις μπορώ τις ακρίδες!!!!!!! Αλλά είδες η τύχη της Πίπης; Δεν ήλθε ιδέα και ήλθε ακρίδα! Και τι ωραία ιστορία!! Μου άρεσε το σουξου μουξου των φυτών μεταξύ τους...μου άρεσε η βασιλοπούλα ακρίδα αλλά αν ήμουν εγώ ούτε που θα έβγαινα στη βεράντα χιχιχιχι
    Καλά Χριστούγεννα Πίπη μου
    Να τα περάσεις όπως επιθυμείς
    Τα φιλιά μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ούτε εγώ τις μπορώ, Άννα μου, έχω τραύμα παιδιόθεν. Αλλά τον Ιούλιο του 2004 έκανα ομοιοπαθητική στην Ιθάκη, όπου είχαν πολλές, και έτσι καταφέρνω πλέον να βγω στη βεράντα, κρατώντας αποστάσεις, βεβαίως-βεβαίως... Επιπλέον, μου είπε η αδερφή μου ότι και στη δική της βεράντα ξεχειμωνιάζουν και ότι γενικά δεν πολυκουνιούνται, παρά ελάχιστα, όταν ποτίζει εκεί γύρω. Άσε που είναι αρκετά μικρούλα. Οπότε, μέχρι στιγμής την αντέχω την παρουσία της.
      Χαίρομαι που σου άρεσε η ιστορία μου.
      Να περάσεις πολύ όμορφα τα Χριστούγεννά σου, όπως τα επιθυμείς και όπως τα ονειρεύεσαι.
      Φιλάκια Χριστουγεννιάτικα

      Διαγραφή
  2. Χμμμμ κάνε μου μια χάρη. Για πέρασέ μου ένα πιατάκι με δίπλες, σε παρακαλώ! Τις έχω ιδιαίτερη αδυναμία, ειδικά αν είναι πολύ μελωμένες. Έτσι τις προτιμώ. Και ένα λικεράκι, δεν θα έλεγα όχι, ένεκα των ημερών.
    Για την ...ακρίδα δεν ακούω λέξη. Μού είναι εξαιρετικά απεχθείς όπως ήταν οι αράχνες στον Τζορτζ Τόλκιν! Την ξέρεις την ιστορία, θαρρώ, Πίπη, ναι;
    Κορίτσι μου, μια αγκαλιά ευχές για όμορφες γιορτινές μέρες.
    Καλά Χριστούγεννα να έχεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ωραίες είναι και οι δίπλες, και τα μελομακάρονα, και τα λικεράκια, Γιάννη μου, και τώρα που τα σκέφτομαι μου τρέχουν τα σάλια επάνω στο λάπτοπ!
      Ώστε και εσύ ακριδομάχος; Εμένα με ανατριχιάζουν. Μία από τις πιο ανατριχιαστικές μου εμπειρίες ήταν όταν μία ακρίδα πέταξε επάνω μου (σαν Χριστουγεννιάτικος εφιάλτης μοιάζει το σχόλιο τώρα), πριν από κάτι χρόνια. Γενικά, έχω θέμα με τα έντομα, και με εξαίρεση τις μέλισσες (άντε, και τα μυρμήγκια, και τις πεταλούδες) δεν καταλαβαίνω γιατί θα έπρεπε να υπάρχουν, και, επιπλέον, να πολλαπλασιάζονται με τους ρυθμούς που πολλαπλασιάζονται.
      Αλλά, αρκετά εφιαλτικό κατάντησε το σχόλιο, ας επανέλθουμε στις δίπλες και στα μελομακάρονα, κι ας μου τρέχουν τα σάλια στο λάπτοπ...
      Χρόνια πολλά, με υγεία και αγάπη σε εσένα και στην οικογένειά σου! Α, και με πολλές, ζεστές αγκαλιές! Να περάσετε υπέροχες γιορτές!
      Πολλά φιλιά

      Διαγραφή
  3. Και που λες Πίπη μου, μια φορά κι έναν καιρό, μια όμορφη χειμωνιάτικη μέρα, με έναν ήλιο που θύμιζε πολύ καλοκαιρινό, έβγαλα στη βεράντα το πάπλωμα......να λιαστεί. Έλα μου που το πάπλωμα ήταν με λουλούδια και μια περαστική ακριδούλα το πέρασε για κήπο και στρογγυλοκάθισε. Και καθώς δεν την είδα, μαζεύοντάς το αποφάσισε να μεταναστεύσει στη ζακέτα μου. Έχει τέτοια πόδια!!! που αν γραπωθεί κάπου, άντε να την ξεκολλήσεις. Τώρα ποιος φοβήθηκε περισσότερο, θα σε γελάσω. Εγώ, ή η ακρίδα από τις φωνές μου. Από τότε κρατάμε μια απόσταση ασφαλείας μεταξύ μας και δεν μπλέκεται η μια στα πόδια της άλλης.
    Όμορφη η ιστορία σου με τη Λήδα την ακρίδα και μου θύμησε τη δική μου ακρίδα.....που ούτε καν ρώτησα (απ' την τρομάρα μου) πως τη λένε. Να είσαι καλά Πίπη μου!
    Χρόνια Πολλά με όμορφες μέρες γιορτινές!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ανατρίχιασα και μόνο που το διάβασα, Αννίκα μου! Πραγματικά, δεν ξέρω γιατί πρέπει να υπάρχουν οι ακρίδες. Μέχρι και η Παλαιά Διαθήκη συμφωνεί. Δεν είναι τυχαίο που ήταν μία από τις πληγές του Φαραώ.
      Χαίρομαι που σου άρεσε η ιστορία μου, παρ'όλη την τρομακτική εμπειρία που σου θύμισε.
      Χρόνια πολλά και σε εσένα, με υγεία και ό,τι επιθυμεί η ψυχούλα σου.
      Φιλάκια πολλά

      Διαγραφή
  4. Κι εγώ τις βλέπω κι αλλάζω πεζοδρόμιο, αλλά αυτό που έπαθε η Αννίκα με το πάπλωμα το έμαθα εγώ με σαρανταποδαρούσα επάνω στην κουβέρτα.
    Δεν έχω χειρότερο από το να την αισθανθώ να περπατάει επάνω στο πόδι μου, σαν σε γαργαλάει φτερό, ευτυχώς όμως που δεν με δάγκωσε.
    ζΤο δάγκωμα της είναι οδυνηρό.
    Η ακριδούλα τί να μας κάνει, εκτός από το να μας ανατρίχιασε;
    Σου έδωσε και την έμπνευση.
    Το φαντάζομαι όλο αυτό σε παιδικό θέατρο!
    Φιλιά πολλά..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ωχ, η σαρανταποδαρούσα είναι πολύ χειρότερη, έχεις δίκιο, Ρένα μου. Η αδερφή μου ακόμα θυμάται που την δάγκωσε μία στη Φολέγανδρο πριν από εικοσιπέντε χρόνια, πέθανε από τον πόνο! Και έχει πολλές εκεί (και μεγάλες). Μέχρι τότε δεν ήξερα ότι οι σαρανταποδαρούσες μπορούσαν να κάνουν τέτοιο πράγμα.
      Σου θυμίζει παιδικό θέατρο λες; Δεν το είχα σκεφτεί.
      Φιλάκια πολλά και από εμένα

      Διαγραφή

To comment or not to comment? That is the question