Κοίτα να δεις που πέρασε σχεδόν άλλος ένας χρόνος! Μα πώς γίνεται αυτό τόσο γρήγορα; Πόσα άλυτα μυστήρια παραμένουν ακόμα στο σύμπαν;
Αυτά σκέφτεται η Πίπη, που βλέπει πως οι μέρες των αγενεθλίων της Οξείας Γλωσσοπάθειας πλησιάζουν απειλητικά και το μυαλό της αδειάζει απελπιστικά... Καμία ιδέα δεν της έρχεται, καμία απολύτως.
- Θα χρειαστώ επειγόντως βοήθεια, σκέφτεται η Πίπη και πιάνει την ατζέντα της.
Η ατζέντα ανοίγει στο Π.
- Ο Πινόκιο, βέβαια, πώς δεν τον σκέφτηκα νωρίτερα; λέει η Πίπη και τον παίρνει τηλέφωνο.
"Αυτή την στιγμή απουσιάζω, αφήστε το μήνυμά σας μετά τον χαρακτηριστικό ήχο", ακούγεται από το τηλέφωνο, αλλά εκεί που η Πίπη περιμένει να ακούσει τον χαρακτηριστικό ήχο για να αφήσει μήνυμα, ακούει τη φωνή του Πινόκιο!
- Εμπρός! λέει ο Πινόκιο.
- Δεν απουσιάζεις; τον ρωτάει η Πίπη.
- Όχι.
- Και γιατί έχεις βάλει τον τηλεφωνητή;
- Δεν είναι τηλεφωνητής, εγώ ήμουν που έκανα τη φωνή του τηλεφωνητή.
- Εσύ; Άλλο πάλι και τούτο! Και γιατί κάνεις τη φωνή του τηλεφωνητή;
- Έχει μεγάλη πλάκα! Όταν ακούνε το μήνυμα του τηλεφωνητή, όλοι αρχίζουν να σκέφτονται τι μήνυμα να αφήσουν, οπότε μόλις με ακούσουν να τους μιλάω μπλοκάρουν και χάνουν τα λόγια τους! Ο Κοντορεβυθούλης μια φορά μασούσε τσίχλα και την κατάπιε από την ταραχή του!
- Δεν το βρίσκω και τόσο αστείο, λέει η Πίπη, άλλο είναι, όμως, αυτό που ήθελα να σου πω. Πλησιάζουν τα αγενέθλια της Γλωσσοπάθειας και δεν έχω καμιά ιδέα για εορταστική ανάρτηση. Μήπως θα μπορούσες να περάσεις από εδώ, να το συζητήσουμε λιγάκι, να μου δώσεις και καμιά ιδέα;
- Θα έχεις και τούρτα;
- Δεν το είχα σκοπό, αλλά αν το θέλεις, να πάρω μία...
- Τι δεν το είχες σκοπό; Γίνονται γενέθλια χωρίς τούρτα;
- Α-γενέθλια σου είπα, όχι γενέθλια!
- Άρχισες πάλι τις χαζομάρες σου; Ή, μήπως, τις α-χαζομάρες;
- Εγώ σου μιλάω σοβαρά και εσύ κοροϊδεύεις.
- Α, μα εσύ δεν χρειάζεσαι βοήθεια, α-βοήθεια χρειάζεσαι, λέει ο Πινόκιο και σκάει στα γέλια.
- Καλά, δεν πειράζει, άμα δε θέλεις, θα βρω άλλον. Άντε γεια! λέει η Πίπη και του κλείνει το τηλέφωνο.
Κάτω από το όνομα του Πινόκιο είναι γραμμένο το όνομα του Πήτερ Παν.
- Ας δοκιμάσω και τον Πήτερ, σκέφτεται η Πίπη. Πιο πολλές ελπίδες έχω μαζί του από ό,τι με τον παλαβό τον Πινόκιο.
- Εμπρός! ακούγεται η φωνή του Πήτερ.
- Γεια σου, Πήτερ, η Πίπη είμαι.
- Α, τι έκπληξη είναι αυτή! Πώς και με θυμήθηκες;
- Τώρα που το λες, καιρό έχουμε να τα πούμε, έχεις δίκιο. Πώς πάει; Είσαι καλά;
- Καλά είμαι. Δηλαδή, όχι απλώς καλά, εξαιρετικά, θα έλεγα. Ετοιμάζομαι για ταξίδι!
- Α, ναι; Μπράβο! Και πού θα πας;
- Στη χώρα του Πότε. Τρία χρόνια το περίμενα!
- Στη χώρα του Ποτέ είπες;
- Στη χώρα του Ποτέ έχω πάει, στη χώρα του Πότε είπα ότι θα πάω!
- Και τι το ιδιαίτερο έχει αυτή η χώρα;
- Το λέει και το όνομά της: πότε υπάρχει και πότε δεν υπάρχει.
- Για φαντάσου, πολύ περίεργο!
- Ναι, και για να την επισκεφτείς θα πρέπει να πας όταν υπάρχει, εννοείται. Αλλά αυτό είναι πολύ δύσκολο να το πετύχεις!
- Με γκρουπ θα πας;
- Μάλλον.
- Τι εννοείς, "μάλλον"; Δεν ξέρεις;
- Στο ταξιδιωτικό γραφείο μου είπαν ότι το ταξίδι κανονικά είναι ομαδικό, αλλά λόγω της ιδιαιτερότητας του προορισμού, πότε σχηματίζεται γκρουπ και πότε όχι.
- Και πότε θα ξέρεις με σιγουριά;
- Δε νομίζω να το μάθω πριν από το ταξίδι.
- Τέλος πάντων, ελπίζω να περάσεις ωραία.
- Ευχαριστώ. Αλλά πες μου κι εσύ τα δικά σου.
- Ε, σε γενικές γραμμές όπως τα ξέρεις. Αλλά έχω ένα προβληματάκι και χρειάζομαι τη βοήθειά σου.
- Δεν είμαι και πολύ καλός σε αυτά, αλλά πολύ ευχαρίστως να προσπαθήσω να σε βοηθήσω. Τι σου συμβαίνει;
- Σε λίγες μέρες έχει αγενέθλια η Γλωσσοπάθεια...
- Αλήθεια; Τι μου λες; Χρόνια της πολλά!
- Ευχαριστώ!
- Θα κάνεις πάρτυ;
- Μπα, κάτι πιο απλό σκεφτόμουν: μια εορταστική ανάρτηση.
- Καλή είναι και η εορταστική ανάρτηση.
- Καλή είναι, ναι, το πρόβλημα όμως είναι ότι δε μου έρχεται καμία ιδέα. Οπότε, θα ήθελα να περάσεις από εδώ να με βοηθήσεις λίγο.
- Εννοείται, το συζητάς; Θα σου τηλεφωνήσω από βδομάδα να συνεννοηθούμε...
- Όχι από βδομάδα, την Παρασκευή είναι τα αγενέθλια!
- Ποια Παρασκευή; Αυτήν την Παρασκευή;
- Αυτήν, βέβαια!
- Αυτήν την Παρασκευή, αδύνατον!
- Πώς αδύνατον;
- Αφού θα λείπω!
- Πώς θα λείπεις;
- Δε σου είπα ότι θα πάω ταξίδι;
- Την Παρασκευή θα πας;
- Την Παρασκευή, βέβαια!
- Φτου, να πάρει!
- Σε παρακαλώ να μην χρησιμοποιείς λέξεις ή εκφράσεις με αρνητική αύρα, θα μου γρουσουζέψεις το ταξίδι και δε θα την πετύχω ποτέ τη χώρα του Πότε!
- Δεν μπορείς να το αναβάλεις για χάρη μου;
- Είσαι καθόλου καλά; Να το αναβάλω; Δεν άκουσες ότι το περίμενα τρία ολόκληρα χρόνια;
- Ναι, αλλά μου είπες ότι αυτή η χώρα πότε υπάρχει και πότε δεν υπάρχει.
- Ακριβώς! Και υπάρχουν σοβαρότατες ενδείξεις ότι αυτήν την Παρασκευή θα υπάρχει. Δεν μπορώ να την χάσω τέτοια ευκαιρία!
- Και δε μου λες: αν πας στη χώρα του Πότε όταν υπάρχει, αλλά αμέσως μετά πάψει να υπάρχει, θα πάψεις να υπάρχεις και εσύ;
- Μη με μπερδεύεις τώρα, επάνω που προσπαθώ να σκεφτώ πώς θα χωρέσω στη βαλίτσα το ρολόι με τον κούκο...
- Τι το θέλεις το ρολόι με τον κούκο;
- Ε, τι; Μόνο του θα τον αφήσω τον κούκο τόσες μέρες; Θα μαραζώσει!
- Σίγουρα δε θέλεις να το ξανασκεφτείς;
- Τι να ξανασκεφτώ; Αφού σου λέω ότι δεν μπορώ. Γιατί δεν κάνεις την εορταστική ανάρτηση την επόμενη εβδομάδα; Την επόμενη Παρασκευή, κατά πάσα πιθανότητα, θα έχω επιστρέψει.
- Μα τα αγενέθλια είναι αυτήν την Παρασκευή!
- Μη γίνεσαι σπαστική! Και την επόμενη Παρασκευή, πάλι αγενέθλια θα έχει η Γλωσσοπάθεια. Και θα έχω και φωτογραφίες από τη χώρα του Πότε να σου δείξω. Και αν θέλεις, τις βάζεις και στην εορταστική ανάρτηση, εμένα δε με πειράζει. Αν δε μου κάνει καμιά χαλάστρα η φωτογραφική μηχανή, δηλαδή. Πότε-πότε την πιάνει το στριμμένο της.
- Καλά, δεν πειράζει, θα βρω άλλον να με βοηθήσει. Καλό σου ταξίδι! λέει η Πίπη και κλείνει το τηλέφωνο.
Αφήνει έναν αναστεναγμό. Τελικά, θα είναι δυσκολότερο από ό,τι είχε φανταστεί. Γυρνάει την ατζέντα της στη σελίδα του Μ.
- Ο βαρώνος Μυγχάουζεν κυνηγάει πεταλούδες στον κήπο, την ενημερώνει ο μπάτλερ του.
- Θα μπορούσα να του μιλήσω; λέει η Πίπη. Είναι εξαιρετικά επείγον.
- Ποια είπατε πως είστε; λέει ο μπάτλερ.
- Η Πίπη, πείτε του.
- Βαρώνη;
- Όχι.
- Μαρκησία;
- Ούτε.
- Τότε, λυπάμαι. Ο βαρώνος μού έχει απαγορεύσει να τον φέρνω σε άμεση επικοινωνία με άτομα που δε φέρουν τουλάχιστον έναν τίτλο ευγενείας. Καλή σας μέρα.
Η Πίπη μένει με το ακουστικό στο χέρι. Αλλά δεν έχει σκοπό να τα παρατήσει.
- Ο βαρώνος Μυγχάουζεν κυνηγάει πεταλούδες στον κήπο, την ενημερώνει εκ νέου ο μπάτλερ. Αλλά, μια στιγμή: μήπως μιλήσαμε και προηγουμένως; Η φωνή σας μου ακούγεται γνωστή.
- Ναι, έχετε δίκιο, εγώ είμαι πάλι.
- Μα, νομίζω ότι σας είπα...
- Έχετε δίκιο, δικό μου το φταίξιμο. Δεν σας εξήγησα ότι, παρ'όλο που δεν είμαι βαρώνη ή μαρκησία, έχω τίτλο ευγενείας.
- Αλήθεια;
- Φυσικά. Ειδοποιήστε, λοιπόν, τον βαρώνο ότι τον ζητάει η Πίπη, Κόμισσα της Χώρας του διαμερίσματος και Αρχιδούκισσα των Χωρών της μπροστινής και της πίσω βεράντας.
- Ω, δύο τίτλοι! Βεβαίως, εξοχοτάτη, θα ειδοποιήσω αμέσως τον βαρώνο. Και σας ζητώ ταπεινά συγγνώμη για το ατόπημά μου να βιαστώ να λήξω την συνδιάλεξή μας προηγουμένως.
- Σας συγχωρώ, λέει η Πίπη, με αέρα κόμισσας και αρχιδούκισσας μαζί.
Ο μπάτλερ κάνει σεβαστικά μια υπόκλιση στο τηλέφωνο. Κρίμα που η Πίπη δεν τον βλέπει.
- Αγαπητή μου, πόσο χαίρομαι που με πήρες τηλέφωνο! ακούγεται η φωνή του βαρώνου Μυγχάουζεν ύστερα από τρία λεπτά. Πώς είναι η υγεία σου;
- Αρκετά καλά, εσύ πώς είσαι; Έμαθα ότι κυνηγάς πεταλούδες...
- Είναι η τελευταία λέξη της μόδας στην Αυλή του Μεγάλου Φρειδερίκου.
- Τι μου λες;
- Ναι. Πριν από τις πεταλούδες, κυνηγούσαμε λιβελλούλες. Αλλά οι πεταλούδες είναι πιο χαριτωμένες, πώς να το κάνουμε!
- Έτσι είναι.
- Τις Κυριακές κυνηγάω και πυγολαμπίδες. Αρέσουν πολύ στη Μαρία Θηρεσία. Αν θέλεις, έλα την Κυριακή να κυνηγήσουμε μαζί.
- Θα το σκεφτώ, αλλά η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα να σε καλέσω στη Χώρα του διαμερίσματος.
- Αν και οι χώροι που είναι μικρότεροι των χιλίων τετραγωνικών μου προκαλούν κλειστοφοβία, σου έχω τέτοια αδυναμία που δεν μπορώ να αρνηθώ.
- Σε ευχαριστώ πολύ!
- Τι ένδυμα να επιλέξω; Θα είναι γεύμα ντεγκουστασιόν δεκαπέντε σταδίων; Δείπνο συνοδεία θεάματος με ακροβάτες και ταχυδακτυλουργούς;
- Δεν είχα σκεφτεί κάτι τέτοιο, αλλά, αν θέλεις, μπορούμε να παραγγείλουμε πίτσα.
- Πίτσα; Τι είναι αυτό; Α, καλά, δε θα τα χαλάσουμε, ας παραγγείλουμε πίτσα, μόνο η δικιά μου να είναι χωρίς αστακό, σε παρακαλώ, είμαι αλλεργικός. Ας έχει μόνο χαβιάρι. Και η σαμπάνια να είναι του 1754, που ήταν καλή χρονιά, αλλιώς φρόντισε να έχεις νερό από πηγές των ορέων του Μέλανος Δρυμού, σε παρακαλώ.
- Καλά, ας αφήσουμε το μενού για την ώρα, αυτό που θέλω είναι να βρούμε ιδέες για εορταστική ανάρτηση. Είναι τα αγενέθλια της Γλωσσοπάθειας σε λίγες μέρες, την Παρασκευή, πιο συγκεκριμένα.
- Μα τότε δεν υπάρχει καιρός, πρέπει να έρθω άμεσα! Λεοπόλδε, ετοίμασε, σε παρακαλώ, την εορταστική μου φορεσιά, αυτή που φοράω και στις παρελάσεις! Καλά, έχω άπειρες ιδέες για εορταστική ανάρτηση, θα δεις!
- Πολύ χαίρομαι! Τον τελευταίο καιρό δε μου έρχεται καμία ιδέα.
- Θα μπορούσα να σου πω για τότε που πετούσα με το αερόστατο προς Κάιρο, και συγκρουστήκαμε στον αέρα κατά λάθος με έναν πελαργό, και το ράμφος του πελαργού τρύπησε το αερόστατο, και έπεσα μέσα στην Αίτνα... Τι τράβηξα μέχρι να βγω έξω!
- Ωραία ιδέα!
- Ή θα μπορούσα να σου πω για εκείνη τη φορά που ταξίδευα προς Μπουένος Άιρες, και λίγο πριν φτάσουμε έπιασε ένας ξαφνικός Ανατολικός άνεμος τόσο δυνατός, που σήκωσε το πλοίο στον αέρα και το πέταξε στην άκρη της Γης, και, αν δεν προλάβαινα να πετάξω την άγκυρα - που πιάστηκε στις ρίζες ενός μαγκρόβιου στις ακτές της Νιγηρίας - θα είχαμε πέσει κάτω από τη Γη!
- Ναι, εντάξει, αυτό δεν στέκει και τόσ...
- Αλλά για να γίνει καλή δουλειά πρέπει να διαλέξω την πιο κατάλληλη ιστορία, έτσι ώστε η ανάρτηση να είναι πιο - πώς το λένε; - στοχευμένη. Τα πόσα κλείνει η Γλωσσοπάθεια;
- Τα δεκατρία χρόνια και τις δεκατρείς μέρες...
- Τι; Είπες δεκατρία;
- Ναι...
- Και αναρωτιέσαι γιατί δεν έχεις καμία ιδέα για ανάρτηση; Αν είναι δυνατόν!
- Λες γι'αυτό να είναι;
- Εννοείται! Και θες και να τα γιορτάσεις, βρε Πίπη; Πόσο χαζή είσαι; Φτου, φτου, φτου, στα όρη, στα βουνά, στα όρη, στα βουνά...
- Τι έγινε;
- Όχι, Λεοπόλδε, δε θα την χρειαστώ την εορταστική φορεσιά, βάλ'την ξανά στη ναφθαλίνη, ευχαριστώ.
- Τι σημαίνει αυτό; Δε θα έρθεις;
- Εννοείται πως όχι! Να με γκαντεμιάσεις θέλεις; Αύριο με έχει καλέσει για χαρτιά ο Γουσταύος της Σουηδίας, δε γίνεται να χάσω!
- Και γιατί να χάσεις;
- Δεν το ξέρεις ότι το δεκατρία είναι γκαντέμικο; Φτου, να πάρει, πάλι είπα "δεκατρία", στα όρη, στα βουνά, στα όρη, στα βουνά...
- Μα δεν είναι σκέτο δεκατρία, είναι δεκατρία χρόνια και δεκατρείς μέρες...
- Για καλό μου το λες αυτό; Δηλαδή, διπλή γκαντεμιά; Λεοπόλδε, φέρε μου, σε παρακαλώ το φυλαχτό από φτερά φλεγόμενου φοίνικα και φολίδες κινέζικου δράκου που μου έδωσε ο μάγος Μέρλιν, μήπως και γλιτώσω τα χειρότερα...
- Πες μου, τότε, μια ιστορία από το τηλέφωνο!
- Α, ευχαριστώ Λεοπόλδε! Δε μου φέρνεις και εκείνο το λαγοπόδαρο που μου είχε χαρίσει η Μεγάλη Αικατερίνη, τότε που την κέρδισα στο σκάκι, ύστερα από εκείνη την παρτίδα που κράτησε εκατόν πενήντα μέρες;
- Έπαιξες σκάκι με τη Μεγάλη Αικατερίνη;
- Ναι, μία φορά, το σωτήριο έτος 1775... Πού είναι το λαγοπόδαρο, Λεοπόλδε;... Α, ναι, έχεις δίκιο. Το έχασα στα χαρτιά από το Λουδοβίκο τον ΙΕ'. Μεγάλος χαρτοκλέφτης αυτός ο Λουδοβίκος, αλλά πώς του το λες;
- Θα με ενδιέφερε να ακούσω την ιστορία αυτής της παρτίδας σκακιού με τη Μεγάλη Αικατερίνη...
- Δεν έχουμε άλλο γούρι ή φυλαχτό, Λεοπόλδε; Εκείνο το κοκαλάκι της νυχτερίδας των Καρπαθίων πού βρίσκεται;... Α, το φοράω ήδη, ναι. Πάλι καλά. Αλλά δεν νομίζω ότι αρκεί.
- Τι θα γίνει με την ιστορία της παρτίδας σκακιού; λέει η Πίπη.
- Α, ακόμα εδώ είσαι εσύ; λέει ο βαρώνος Μυγχάουζεν. Δεν πειράζει, Λεοπόλδε, φέρε ό,τι βρεις, στην ανάγκη, τι να κάνω, θα φορέσω κολιέ από σκόρδα... μπιπ! μπιπ! μπιπ!
Η Πίπη μένει πάλι με το ακουστικό στο χέρι. Η ατζέντα δεν γράφει άλλο όνομα. Ο βαρώνος Μυγχάουζεν ήταν η τελευταία της ελπίδα.
- Πάει η ανάρτηση! σκέφτεται. Μα, κι αυτός ο Χριστιανός γιατί δε μου είπε μία ιστορία από το τηλέφωνο; Τι θα πάθαινε;
Να έχει δίκιο, άραγε, ο βαρώνος Μυγχάουζεν; Να φταίνε τα δεκατρία χρόνια (και οι δεκατρείς μέρες) που έχει στερέψει το μυαλό της από ιδέες; Να είναι όντως γκαντέμικα; Μήπως να βρει κανέναν από αυτούς τους ενεργειακούς θεραπευτές που είναι πολύ της μόδας τώρα τελευταία, να κάνει ενεργειακό καθαρισμό στο χώρο και να διώξει την αρνητική ενέργεια;
- Άλλη βλακεία δε θα σκεφτείς; μαλώνει τον εαυτό της.
Ακούγεται το κουδούνι.
- Ποιος είναι; ρωτάει.
- Από την "Διακτινιστική Ταχυδρομική", ακούγεται μία φωνή. Έχετε δέμα.
Ανοίγει την πόρτα και ο κούριερ της δίνει ένα πακέτο τυλιγμένο με όμορφο χαρτί και με μια αυτοκόλλητη ταινία που γράφει "Σούπερ Εξπρές". Επάνω γράφει τα στοιχεία της και τη λέξη "Υπερεπείγον" με κεφαλαία και τονισμένα γράμματα. Ευχαριστεί τον κούριερ και κλείνει την πόρτα.
Γυρίζει το πακέτο από την πίσω πλευρά. Στην πάνω αριστερή γωνία, με καλλιγραφικά γράμματα, είναι γραμμένα τα στοιχεία του βαρώνου Μυγχάουζεν
- Α, τι καλός! λέει η Πίπη. Μου την έστειλε γραμμένη την ιστορία, τελικά!
Πιάνει το πακέτο με τα δυο της χέρια και το κουνάει ελαφρά. Ακούει ήχο από διάφορα πράγματα που χτυπιούνται μεταξύ τους και με τα τοιχώματα του κουτιού. Να έστειλε και κάποιο δωράκι μαζί με την ιστορία ο βαρώνος Μυγχάουζεν; Ανοίγει το κουτί με μεγάλη προσοχή και περιέργεια.
Έκανε λάθος. Δεν υπάρχει καμία ιστορία μέσα. Δεν υπάρχει ούτε καν χαρτί. Μόνο καμιά εικοσαριά κεφάλια σκόρδου. Εικοσιένα, για την ακρίβεια. Η Πίπη μένει να τα κοιτάζει. Ξαφνικά, της άνοιξε η όρεξη για σκορδαλιά.
