Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Τσεκ!

 

     Χαρές και πανηγύρια στη Χώρα του διαμερίσματος. Η Πίπη, δε, γυρνάει γύρω-γύρω, σαν την σβούρα. Ελέγχει αν όλα είναι εντάξει. Τα έπιπλα στη θέση τους; Τσεκ! Το δέντρο καμαρωτό; Τσεκ! Τα φωτάκια αναμμένα; Τσεκ! Τα στολίδια μονοιασμένα; Μία άγρια ματιά προς τον τάρανδο, που ετοιμάζεται να δώσει μια μουλωχτή κλωτσιά σε ένα σκουφάκι, και τσεκ! 
     Τα φαγητά; Ροδοψήθηκε το χοιρινό; Τα δαμάσκηνα, είναι αρκετά; Είναι εντάξει στο αλάτι; Τσεκ! Οι λαχανοντολμάδες είναι σωστά φασκιωμένοι; Μήπως ξετυλίχτηκαν καθώς κολυμπούσαν στο αυγολέμονο; Μήπως πνίγηκε κανένας από τους μικρούς, που δεν έχουν μάθει ακόμα καλό κολύμπι; Ο ναυαγοσώστης στη θέση του; Τσεκ! Η σαλάτα με τα ψητά λαχανικά και τη φέτα είναι έτοιμη; Μήπως έπεσε πολλή η κινόα; Θα αρέσει στην Αριστέα; Ας ελπίσουμε, τσεκ!
     Το κρασί; Είναι στη σωστή θερμοκρασία; Οι χυμοί είναι στη θέση τους; Τσεκ! Οι δίπλες είναι εντάξει, ή μήπως ξεδιπλώθηκαν; Τσεκ! Τα μελομακάρονα είναι στη θέση τους ή φαγώθηκαν; Η Πίπη κοιτιέται περήφανη στον καθρέφτη. Φέτος έδειξε εγκράτεια με τα μελομακάρονα. Τσεκ! Ρίχνει και μια λοξή ματιά στους κουραμπιέδες.
     - Έχετε χάρη που είστε οι αγαπημένοι της Γλαύκης, λέει. 
     Τσεκ!
     - Ωχ, παρά τρίχα να τον ξεχάσω! αναφωνεί.
     Φέρνει τον Μπίμπο και τον βάζει στην τιμητική θέση, δίπλα σε ένα μεγάλο μπωλ με μπανάνες, μάνγκο και μήλα.
     - Μην τα φας από τώρα, του λέει, καθώς βλέπει την λοξή προβοσκίδα του να κινείται διακριτικά προς το μπωλ.
     Ο Μπίμπο συγκρατείται. Τι καλό ελεφαντάκι! Τσεκ!
     - Ε, φωνάζει ο τυμπανιστής από το δέντρο, μουσική δε θα βάλεις; Στη μούγκα θα την βγάλουμε; Μήπως να παίξω εγώ κάτι;
     - Όχι! φωνάζουν όλα τα στολίδια με μια φωνή.
     - Χαλαρώστε! λέει η Πίπη. Τη μουσική επένδυση της βραδιάς θα την αναλάβουν ο Γιάννης και η Γλαύκη, έχουν ειδικότητα. Γι'αυτό κιόλας τους είπα να έρθουν λίγο νωρίτερα από τους υπόλοιπους!
     Χτυπάει το κουδούνι.
     - Ποιος να είναι; αναρωτιέται η Πίπη. Ο Γιάννης και η Γλαύκη; Από τώρα; Λίγο νωρίτερα τους είπα, το παράκαναν...
     Στο άνοιγμα της πόρτας εμφανίζεται ο Άη-Βασίλης.
     - Είσαι σίγουρη ότι εδώ μέσα θα υπάρχει παιδί απόψε ή μου το είπες στα ψέματα για να με κάνεις να κάνω γκεστ εμφάνιση στο ρεβεγιόν σου; τη ρωτάει.
     - Σιγουρότατη, λέει η Πίπη και σκέφτεται τι καταπληκτική ιδέα ήταν αυτή που είχε να καλέσει τη Μαρία μαζί με την κόρη της την Ελένη (τσεκ!). Θα έχουμε τουλάχιστον ένα παιδάκι μαζί μας (σκέφτεται μήπως και η Ρούλα φέρει τα δισέγγονά της).
     - Εντάξει, τότε, λέει ο Άη-Βασίλης. Απλώς, να ξέρεις ότι έχω πολλές παραδόσεις και ίσως καθυστερήσω, δεν ήξερα για το παιδί και σε πρόσθεσα τελευταία στιγμή στο δρομολόγιό μου, οπότε είσαι η τελευταία.
     - Μην ανησυχείς καθόλου, θα τους βάλω όλους να απαγγείλουν τα ποιήματά τους από το χριστουγεννιάτικο Συμπόσιο και θα τους απασχολήσω, μετά θα προσπαθήσουμε να μετρήσουμε τις νέες μπούκλες της Αριστέας, ίσως διαβάσουμε και το τελευταίο παιδικό βιβλίο της Κικής, θα κάνω και κανένα λογοτεχνικό μπρα ντε φερ με τη Γούμαν, αν μπορέσει να έρθει τελικά, θα ξεχαστούν, κανένας δεν θα το καταλάβει αν αργήσεις λίγο. Αλλά, να σου πω, ίσως να είναι καλό να φέρεις και κάτι για τους μεγάλους, μην πάρουν δώρο μόνο τα παιδιά...
     - Το έχω υπόψη μου, μην αγχώνεσαι. Κοίτα εδώ, της λέει και ανοίγει τον σάκο που κρατάει στα χέρια του.
     Ο σάκος είναι γεμάτος κουτάκια, τυλιγμένα με όμορφο χαρτί και δεμένα με φιόγκους.
     - Τι είναι αυτά; ρωτάει η Πίπη.
     - Τα δώρα των μεγάλων.
     - Ελπίζω να είναι καλά, λίγο μικρά τα βλέπω... Τι έχουν μέσα, κοσμήματα;
     - Πολλή παρέα κάνεις με ενήλικες... Από εσένα περίμενα καλύτερη μαντεψιά. 
     - Συγγνώμη, είναι που έχω και το άγχος του ρεβεγιόν. Τι έχουν μέσα, λοιπόν;
     - Τα καλύτερα! 
     - Δηλαδή;
     - Μη ρωτάς περισσότερα!
     - Μα τώρα μου κίνησες την περιέργεια, εσύ φταις!
     - Άντε, καλά, θα σου πω, αλλά μην το πεις σε κανέναν.
     - Εννοείται, αφού με ξέρεις εμένα!
     - Επειδή σε ξέρω το λέω.
     - Τι εννοείς; Πότε δεν κράτησα εγώ μυστικό; Ε;
     - Να σου θυμίσω ότι μέχρι και το ότι μου είχε πέσει το παντελόνι τότε που είχα αδυνατίσει έβγαλες στη φόρα; 
     - Δεν φαντάστηκα ότι δεν ήθελες να το μάθει κανένας...
     - Ναι, τέτοια είσαι... Τέλος πάντων, ας πάει και το παλιάμπελο, εξάλλου δεν μου φταίνε τίποτα οι υπόλοιποι... Λοιπόν, θα σου το πω, επειδή πάνω απ'όλα είμαι άνθρωπος. 
     - Το ήξερα αυτό!
     Ο Άη-Βασίλης την αγριοκοιτάζει. Η Πίπη καταλαβαίνει ότι το παρατράβηξε.
     - Συγγνώμη, λέει. Δεν θα σε ξαναδιακόψω. Λοιπόν, τι έχουν μέσα τα κουτιά;
     Ο Άη-Βασίλης ξεροβήχει.
     - Θαύματα έχουν! λέει. Εντάξει, τώρα;
     - Θαύματα; Ωωωωω, μα αυτό είναι καταπληκτικό! Είσαι υπέροχος!
     - Ε, αυτό το ήξερα...
     - Είσαι φανταστικός!
     - Αληθινός είμαι...
     - Είσαι κα-τα-πλη-κτι-κός!
     - Εντάξει, φτάνει τόσο...
     - Ασυναγώνιστος!
     - Εντάξει, είπα...
     - Δεν παίζεσαι!
     - Φτάνει είπα!
     - Νούμερο...
     - Νούμερο;
     - ...ένα ήθελα να πω, αλλά με έκοψες.
     - Τέλος πάντων, αρκετά με τα κομπλιμέντα! Πρέπει να φύγω, δεν θα προλάβω, όπου να'ναι τα μεσάνυχτα φτάνουν στην Αυστραλία. Θα τα πούμε στο ρεβεγιόν. Να μου φυλάξεις λαχανοντολμάδες και δίπλες! Γεια σου!
     Η Πίπη μένει μόνη της μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματος. Σκέφτεται ξανά τον στολισμό, τσεκ. Σκέφτεται τα φαγητά, τσεκ. Σκέφτεται τα ποτά, τσεκ. Σκέφτεται τα γλυκά, τσεκ. Σκέφτεται τη μουσική, τσεκ. Σκέφτεται τους καλεσμένους, μαζί με τα παιδιά, τσεκ. Σκέφτεται τον Άη-Βασίλη, τσεκ. Σκέφτεται και τα θαύματα μέσα στα κουτάκια του Άη-Βασίλη. 
     - Όλα τσεκ, λέει.

ΥΓ: Το παρόν είναι η τέταρτη συμμετοχή της Πίπης στο χριστουγεννιάτικο δρώμενο του Γιάννη με τίτλο "Χριστούγεννα σε τέσσερις πράξεις". Η Πίπη και όλοι οι συντελεστές του ρεβεγιόν, σας εύχονται χρόνια πολλά και καλή χρονιά, με υγεία!



Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

Μέγας είσαι, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα Σου...

 

     Κάθομαι για να γράψω, αλλά όσο περνάει η ώρα, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ ότι μόνο με ένα θαύμα θα βρω κάτι καλό. Καλά το είχα φανταστεί από την αρχή, ότι τα δύο επόμενα ζητούμενα του δρώμενου του Γιάννη θα με δυσκόλευαν!
     Θα μπορούσα να γράψω ένα παραμύθι, βέβαια, ένα παραμύθι με νεράιδες που κουνάνε το ραβδάκι τους και αλλάζουν τα πάντα. Ή, ίσως θα μπορούσα να αναζητήσω θαύματα στις ειδήσεις, όλο και κάτι θα βρω εκεί... Εδώ που τα λέμε, πάντα υπάρχει και η επιλογή του να μην γράψω τίποτα. Να βάλω μια εικόνα που να γράφει "Προσοχή. Εκτελούνται έργα", και να την βγάλω αφού θα έχει τελειώσει το δρώμενο. "Μα τι λες;", μου λέει η οθόνη, "μία Πίπη δεν τα παρατάει, στρώσε τον απαυτό σου κάτω και μην ψάχνεις δικαιολογίες!"
     Εντάξει, λοιπόν, ας μιλήσω για θαύματα που γνωρίζω από πρώτο χέρι, θαύματα που έχουν συμβεί σε εμένα. Κι ας σας κάνω να νομίζετε ότι αγγελοκρούστηκα ξαφνικά, λόγω επερχόμενων γιορτών, και ότι θα φορέσω έναν χιτώνα, θα πάρω παραμάσχαλα μία Καινή Διαθήκη και θα τρέχω να κηρύττω τον Λόγο του Θεού. Και ότι θα αλλάξω τη μορφή του μπλογκ, θα του κάνω εικονογράφηση στο στυλ των μεγάλων Κρητών αγιογράφων, λόγω καταγωγής, και θα βάλω να παίζει και μουσική με ψαλμούς από εκκλησιαστικές χορωδίες. Και μέχρι που θα προσφέρω και δωρεάν εξομολόγηση σε κάποια γωνία κάτω δεξιά...
     Το σίγουρο, όμως, είναι ότι δεν αγγελοκρούστηκα. Δε θα μιλήσω, εξάλλου, για αναστάσεις νεκρών, πολλαπλασιασμό τροφής, μετατροπή νερού σε κρασί ή περπάτημα στη θάλασσα, αυτά είναι κράχτες, βέβαια, αλλά δεν γίνονται από όποιον κι όποιον. Θα μιλήσω για θαύματα μικρά και τριανταφυλλένια, που δεν τα πιάνει το μάτι, και που μπορεί και να μην μοιάζουν καν για θαύματα. Και μήπως δεν έγινε θαύμα εκείνη τη μέρα που έφευγα από το σπίτι των γονιών μου σκεφτόμενη για πολλοστή φορά πόσο άτυχη ήμουν; 
     Ίσως δεν το πιστεύετε, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Από μικρή είχα εκπαιδευτεί να σκέφτομαι έτσι. Οι γονείς μου, βλέπετε, προέρχονται από φτωχές αγροτικές οικογένειες, είχαν και οι δυο τους δύσκολα παιδικά χρόνια και βρέθηκαν πολύ νωρίς να παλεύουν μόνοι τους, μακριά από την οικογένειά τους. Τα χαστούκια και οι απογοητεύσεις που τους έδωσε η ζωή ήταν τόσα, που μέχρι να γίνουν γονείς είχαν γίνει βαθιά μοιρολάτρες. Αναμενόμενο ήταν, λοιπόν, να μεταλαμπαδεύσουν όλη αυτή τη σοφία της ζωής στα παιδιά τους (και εδώ έρχονται δύο φτωχά κοριτσάκια που περπατάνε σε μια μαυρόασπρη ελληνική ταινία και κολλάνε γάντι!). Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, από μικρή έμαθα ότι η ζωή είναι πολύ δύσκολη και άδικη με τους φτωχούς, δηλαδή με εμάς, και ότι θα έπρεπε να είμαι πάντα προετοιμασμένη για τα χαστούκια και τις δυσκολίες που θα συναντούσα, τόσο προετοιμασμένη μάλιστα, που θα έπρεπε να τα προβλέπω. Αυτός ήταν ο ιδανικότερος τρόπος για να καταλήξω να εστιάζω μονίμως στα αρνητικά και ποτέ στα θετικά. Βασικά, δεν έβλεπα και πολλά θετικά.
     Ευτυχώς, όμως, που έγινε το θαύμα. Και, εκείνη τη μέρα που, φεύγοντας από το σπίτι των γονιών μου σκεφτόμουν, ως συνήθως, πόσο άτυχη ήμουν, ξαφνικά, ήταν σαν να διχάστηκα, και ο εαυτός μου με επέπληξε αυστηρά: "Για στάσου", μου είπε ο εαυτός μου, "γιατί λες ότι είσαι άτυχη; Έχεις την υγεία σου, έχεις οικογένεια, ανθρώπους να σε αγαπούν, έχεις μορφωθεί, έχεις μια δουλειά για να βιοπορίζεσαι, και έχεις και μια στέγη πάνω από το κεφάλι σου. Πόσοι άνθρωποι νομίζεις ότι τα έχουν όλα αυτά μαζί; Μήπως δεν είσαι και τόσο άτυχη, τελικά;". Αυτό ήταν ένα χαστούκι, όχι από εκείνα που είχα εκπαιδευτεί να περιμένω, αλλά ένα χαστούκι που χρειαζόμουν. Και συνειδητοποίησα ότι ο εαυτός μου είχε δίκιο.
     Έκτοτε, η ματιά μου άλλαξε και άρχισαν να ανακαλύπτω σιγά-σιγά, τα μικρά καθημερινά θαύματα που περνούν απαρατήρητα. Και μήπως δεν είναι θαύμα αν προλάβουμε το λεωφορείο και πάμε εγκαίρως στη δουλειά μας; Δεν είναι θαύμα αν χάσουμε αυτό το λεωφορείο και πάρουμε το επόμενο, και συναντήσουμε έτσι τον έρωτα της ζωής μας ή έναν πολύ αγαπητό φίλο που έχουμε χρόνια να τον δούμε; Δεν είναι θαύμα αν δεν προλάβουμε να περάσουμε τον δρόμο και αναγκαστούμε να περιμένουμε λίγα δευτερόλεπτα, που μπορούν να μας σώσουν από έναν τρελλό οδηγό που παρασέρνει τα πάντα στο πέρασμά του; Άρχισα πλέον να βλέπω το ποτήρι - που μέχρι τότε το έβλεπα σχεδόν άδειο - μισογεμάτο. Και, ξέρετε κάτι; Το ποτήρι είναι μισογεμάτο, και πάντα υπάρχει περιθώριο να γεμίσει κι άλλο, να αδειάσει εντελώς, όμως, δεν υπάρχει περίπτωση.
     Αλλά ίσως αυτό να μη σας πείσει. Ίσως μου πείτε ότι το να αλλάξεις τρόπο σκέψης και θέασης των πραγμάτων δεν είναι θαύμα, ή ίσως να θέλετε κάτι πιο χειροπιαστό. Ας γράψω, λοιπόν, για ένα άλλο θαύμα, πιο πρόσφατο αυτό. 
     Πριν από κάποια χρόνια, μια Παρασκευή απόγευμα, προσπαθώντας να αποφορτιστώ από την ένταση της εβδομάδας, κάθησα στον υπολογιστή, βρήκα ένα δωρεάν παιχνίδι στο διαδίκτυο, και άρχισα να παίζω. Το παιχνίδι ήταν πολύ εθιστικό και, όπως μπορείτε να φανταστείτε, εκτός του ότι ήμουν πολύ καλή και περνούσα τις πίστες τη μία μετά την άλλη, ξεχάστηκα και όταν, κάποια στιγμή, κοίταξα το ρολόι, ήταν ήδη περασμένες δώδεκα. Επειδή, όμως, το είχα πάρει πατριωτικά και, επιπλέον, η επόμενη μέρα ήταν Σάββατο και θα μπορούσα να ξυπνήσω πιο αργά, συνέχισα να παίζω λίγο ακόμα, παρ'όλο που το χέρι μου είχε αρχίσει να πονάει λίγο. Και, τελικά, αν δεν εμφανιζόταν η Θεία Πρόνοια μέσω ενός μηνύματος στην οθόνη ότι είχα ολοκληρώσει όλα τα επίπεδα, ίσως να έπαιζα ακόμα και τώρα που σας γράφω! 
     Η ώρα είχε πάει εφτά το πρωί, όταν ολοκλήρωσα όλες τις πίστες και πήγα για ύπνο, περήφανη για το κατόρθωμά μου. Αλλά όταν ξύπνησα δυο-τρεις ώρες αργότερα, είχα ένα εξόγκωμα στο χέρι, στο επάνω μέρος του καρπού, συγκεκριμένα! Θαύμα; Όχι, φυσικά. Ένα απλό εξόγκωμα ήταν, ούτε τυφλούς θεράπευε, ούτε ανάπηρους, ούτε φαλακρούς. Και, φυσικά, δεν παραξενεύτηκα και τόσο που το είδα, αφού έπαιζα όλο το βράδυ με πονεμένο χέρι. "Καλά να πάθεις!", με μάλωσε ο εαυτός μου, "μεγάλη γυναίκα να κάνεις σαν μικρό παιδί και να παίζεις τόσες ώρες συνεχόμενες, ντροπή σου!". Δεν του είπα τίποτα, είχε δίκιο.
     Όταν είδε το εξόγκωμα ο δάσκαλος του βιολιού τρόμαξε και μου είπε να σταματήσω να παίζω και να πάω αμέσως στο γιατρό. Εκεί τα χρειάστηκα λίγο, επειδή φοβήθηκα ότι θα πήγαινε χαράμι ο κόπος μου των προηγούμενων δύο ετών. Πήγα, ανήσυχη, στο γιατρό. Εκείνος κοίταξε το εξόγκωμα καλά-καλά, το πασπάτεψε προσεκτικά και μετά μου έκανε τα αποκαλυπτήρια: ήταν γάγγλιο. Μου είπε ότι δεν γινόταν επέμβαση σε εκείνο το σημείο του χεριού και ότι θα έπρεπε να συνεχίσω κανονικά τη ζωή μου. Τον ρώτησα αν θα μπορούσα να συνεχίσω τα μαθήματα βιολιού και μου είπε ναι. Ανακουφίστηκα. Το πρόβλημα ήταν ότι αμέσως μετά, ο γιατρός μεταμορφώθηκε σε Πυθία.
     "Θα περάσει;", τον ρώτησα. "Μπορεί να περάσει, μπορεί και όχι", μου είπε. "Να του κάνω μασάζ, θα βοηθήσει;", επέμεινα. "Ναι, μπορείς, κακό δε θα του κάνει", απάντησε. "Να φορέσω ελαστικό επίδεσμο, θα βοηθήσει;", δοκίμασα άλλη μια φορά. "Ναι, μπορεί να βοηθήσει". Μας πρόκοψες, δόκτωρ! 
     Δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, παρά να αγνοήσω τους χρησμούς της Πυθίας και να συγκρατήσω μόνο ότι θα μπορούσα να συνεχίσω τα μαθήματα του βιολιού, αφού αυτό με ενδιέφερε περισσότερο. Συνέχισα, λοιπόν, κανονικά τη ζωή μου. Έβαλα και ελαστικό επίδεσμο - που όμως δεν με βόλεψε καθόλου και τον εγκατέλειψα - , το έτριβα και λίγο όποτε το θυμόμουν, και πάντα το κοιτούσα να δω μήπως και μίκραινε. Κάποιες φορές είχα την εντύπωση ότι είχε μικρύνει, αλλά τελικά αποδεικνυόταν ότι ήταν η ιδέα μου.
     Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος. Ήταν Δεκαπενταύγουστος και είχα πάει στην αδερφή μου, μαζί με το γάγγλιό μου, εννοείται. Μία κολλητή μου μου τηλεφώνησε να δει τι κάνω. Κλείνοντας το τηλέφωνο, το μάτι μου έπεσε επάνω στο γάγγλιο. Ήταν σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα από τότε που πρωτοεμφανίστηκε. "Τελικά", σκέφτηκα, "αυτό το γάγγλιο φαίνεται να μην έχει αλλάξει καθόλου. Ο γιατρός είπε ότι μπορεί να έφευγε, αλλά κοντεύει χρόνος, αν ήταν να φύγει, θα είχε φύγει ήδη. Από ό,τι φαίνεται, θα το έχω μόνιμα". Στιγμιαία σκέφτηκα τη ζωή μου με το γάγγλιο. Όσο κι αν δε μου άρεσε η ιδέα, αυτή θα ήταν πλέον η πραγματικότητά μου. "Ε, δεν πειράζει", είπα στον εαυτό μου, "τι να κάνουμε, ας μείνει, θα ζήσω με αυτό". Την επόμενη μέρα μου φάνηκε ότι το γάγγλιο είχε μικρύνει. Το κοίταξα πιο προσεκτικά. "Μπα, η ιδέα μου είναι", σκέφτηκα. Την επόμενη μέρα πάλι μου φάνηκε λίγο διαφορετικό, αλλά πάλι δεν ήμουν σίγουρη. Την τρίτη μέρα ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι το γάγγλιο είχε μειωθεί λιγουλάκι. Και μέσα σε μία εβδομάδα είχε εξαφανιστεί σχεδόν τελείως! Τα-νταααααα!
     Και αν μου πείτε ότι αυτό δεν ήταν θαύμα και ότι το γάγγλιο θα έφευγε ούτως ή άλλως, πώς εξηγείτε την χρονική στιγμή που εξαφανίστηκε; Δεν εξαφανίστηκε πριν από δέκα μέρες, ούτε ύστερα από δύο μήνες. Μόλις συμβιβάστηκα με την κατάσταση και το αποδέχτηκα στη ζωή μου, τότε άρχισε να μικραίνει! Τυχαίο; Δε νομίζω! Μέχρι και ο γιατρός-Πυθία θα συμφωνούσε! Ήταν θαύμα, σας λέω!
     Αλλά ίσως κι αυτό να μη σας κάνει... Ας γράψω, τότε, για άλλο ένα θαύμα, πολύ παλιότερο, από τότε που ήμουνα μικρή και όλο χόρευα και τραγουδούσα. Τότε, λοιπόν, κάθε βράδυ έκανα την προσευχή μου στην Παναγία. Μη φανταστείτε, βέβαια, καμιά υπερπαραγωγή, σαν τις αναρτήσεις της Γλωσσοπάθειας, ούτε καν τεσσάρων δεν ήμουν! Στεκόμουν κάθε βράδυ κάτω από την εικόνα της Παναγίας που ήταν κρεμασμένη πίσω από μια ανοιχτή πόρτα, και έλεγα: "Παναγίτσα μου, φύλαγε εμένα, τον μπαμπά μου, τη μαμά μου, και στείλε μου και μία αδερφούλα". Δεν χρειάζεται να πω τίποτα παραπάνω, όλοι σας ξέρετε ότι έχω μια αδερφή!
     Αν, τώρα, πάλι πείτε πως "Σιγά το θαύμα!", να σας θυμίσω ότι έπαιζα με 50% πιθανότητες να αποκτήσω αδερφό, για να μη σας πω και πως το ότι κάποιο ζευγάρι αποκτάει ένα παιδί, δε σημαίνει απαραίτητα πως θα μπορέσει να κάνει και δεύτερο...
     Και αν κι αυτό σας φαίνεται μηδαμινό, θα με αναγκάσετε να σας πω για τις προάλλες, που έτρεχε νερό από το καλοριφέρ μια ολόκληρη μέρα, και την επόμενη μέρα είχε φτιάξει από μόνο του, δεν έσταζε ούτε σταγόνα. Ή, μήπως, να σας πω για την άλλη φορά, που είχε κλείσει εντελώς ο λαιμός μου και δεν έβγαινε φωνή για μια βδομάδα, και κάποια στιγμή που άρχισε να ανοίγει η φωνή είπα να παραγγείλω μία πίτσα, και με το που σήκωσε η κοπέλα το τηλέφωνο μουγκάθηκα και πάλι, και με το φόβο να θεωρήσουν πως τους έκανα φάρσα και να μου το κλείσουν στα μούτρα έδωσα την παραγγελία μου ψιθυριστά και η παραγγελία μου έφτασε, ολόσωστη;
     Αλλά, φτάνει, δεν γράφω άλλο, το βρήκα, εξάλλου, τι είναι αυτό που θα σας πείσει, πέραν πάσης αμφιβολίας: μ'αυτά και μ'αυτά, τα κατάφερα να γράψω την ανάρτηση! Αυτό κι αν είναι θαύμα!

ΥΓ: Το παρόν είναι η τρίτη συμμετοχή της Πίπης στο χριστουγεννιάτικο δρώμενο του Γιάννη με τίτλο "Χριστούγεννα σε τέσσερις πράξεις". Οποιαδήποτε ομοιότητα με φαντασία είναι απλώς συμπτωματική.




Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Περί προσμονής το ανάγνωσμα

 


     Αν υπάρχει ένα χαρακτηριστικό των μεγάλων γιορτών, αυτό είναι η προσμονή. Αντίστροφη μέτρηση για διακοπές, άδειες, ξεκούραση, ρεβεγιόν, διασκέδαση... Μέχρι και διαφήμιση με αντίστροφη μέτρηση για τα Χριστούγεννα υπάρχει εδώ και χρόνια. Τι άλλο να προσθέσει κανείς; Την προσμονή για τη λήξη του δρώμενου του Γιάννη, ίσως... Αστειεύομαι, φυσικά.
     Όσο κι αν προσπαθώ, δεν μπορώ να θυμηθώ πώς ένιωθα ως παιδί την προσμονή για τα Χριστούγεννα ή, κυρίως, για την Πρωτοχρονιά. Νομίζω ότι περίμενα τις διακοπές χωρίς το πρωινό ξύπνημα, με τα πολλά παιδικά και τις εορταστικές ταινίες στην τηλεόραση, και χωρίς να μας στέλνουν για ύπνο νωρίς-νωρίς, αφού δεν θα είχαμε σχολείο. Φυσικά, περίμενα και το στολισμένο δέντρο, το οποίο το στολίζαμε πάντα στις 23 Δεκεμβρίου (άσχετα αν τώρα έχει τύχει να στολίσω και παραμονή βράδυ, το έχω πάει σε άλλο επίπεδο, λέμε), αλλά περίμενα και τα μελομακάρονα, όχι τους κουραμπιέδες. Τους κουραμπιέδες, ούτε να τους φτύσω.
     Θυμάμαι, πάντως, πως η παραμονή της Πρωτοχρονιάς ήταν πηγή τεράστιας απογοήτευσης και μελαγχολίας για εμένα. Κάθε φορά με έβρισκα ολόιδια με τον εαυτό μου του προηγούμενου χρόνου και εξίσου αποτυχημένη. Κανέναν στόχο μου δεν είχα επιτύχει, κανένα από τα μεγαλόπνοα σχέδιά μου της προηγούμενης Πρωτοχρονιάς δεν είχα πραγματοποιήσει. Σκέτη αποτυχία, σας λέω. Αλλά μας έχουν περάσει τόσο ύπουλα την ανάγκη για ετήσιο απολογισμό, που το μόνο που κατάφερνα να κάνω με την αλλαγή του χρόνου ήταν να βάλω νέους στόχους και να καταστρώσω νέα σχέδια (βασικά, πάνω-κάτω τα ίδια με της προηγούμενης χρονιάς ήταν), βάζοντας έτσι γερά τα θεμέλια για το επόμενο Βατερλό μου. Πάλι καλά, δηλαδή, που παραμεγάλωσα τελικά και σταμάτησα τους απολογισμούς...
     Θυμάμαι, επίσης, πολύ καθαρά - αφού ήδη ήμουν μεγάλη - την προσμονή που ακολούθησε πριν από πολλά χρόνια, την ιδέα που είχα, χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν, να το παίξω Άγιος Βασίλης της οικογένειας. Επειδή σε αυτήν την οικογένεια ήμαστε πάντα πολύ προσγειωμένοι (τι προσγειωμένοι; πες πακτωμένοι, καλύτερα), η ανταλλαγή δώρων, για κάποιον περίεργο λόγο, ήταν για τους άλλους. Βασικά, το νόημα ήταν: αφού κανονικά τα δώρα τα φέρνει ο Άγιος Βασίλης, αλλά όπως ξέρουμε Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει, ποιο το νόημα της ανταλλαγής δώρων; Κοροϊδευόμαστε και μεταξύ μας, δηλαδή, ενήλικες άνθρωποι; Έλεος!
     Αλλά εμένα μου ήρθε η ιδέα να τους την φέρω ολονών. Και αυτό με γέμισε χαρά. Κάθε φορά που κοίταζα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, του χαμογελούσα συνωμοτικά και νοερά έκανα αντίστροφη μέτρηση προς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, προσπαθώντας να σκεφτώ τον καλύτερο τρόπο ώστε να δράσω χωρίς να με πάρουν χαμπάρι. Και τα κατάφερα. Έκρυψα τα δώρα τους κάτω από τα κρεβάτια τους κάποια στιγμή που ήταν στην κουζίνα ή στο μπάνιο (βοήθησε σημαντικά το ότι δεν τους είχα πάρει αυτοκίνητο, πύραυλο, τρακτέρ ή άλογο, να τα λέμε αυτά), και ένα λεπτό προτού γίνει η αλλαγή του χρόνου πήγα, τάχα τυχαία, στο δωμάτιό τους, έβγαλα τα δώρα από την κρυψώνα τους και τα έβαλα επάνω στα κρεβάτια τους. Ύστερα επέστρεψα, ως αθώα κορασίς, και περίμενα να κάνουμε την αλλαγή του χρόνου, ξέρετε, αναβόσβημα των φώτων, ανοιγοκλείσιμο της πόρτας (όλα κι όλα, μπορεί να μην είμαστε η επιτομή του εορταστικού πνεύματος, αλλά κάποιες παραδόσεις τις κρατάμε)... Και όταν, κάποια στιγμή, τα θύματά μου αποφάσισαν να πάνε για ύπνο, βρήκαν τα δωράκια τους και πολύ τη χάρηκαν την έκπληξή μου. Έκτοτε, το επανέλαβα μερικές φορές (χωρίς κατασκοπικά κόλπα και οσκαρικές σκηνοθεσίες, πλέον), και τελικά το σταμάτησα, αφού χάθηκε ο αρχικός ενθουσιασμός μου και τα συνωμοτικά χαμόγελα στον καθρέφτη, πάντα όμως θυμάμαι εκείνη την πρώτη επιχείρηση "Άγιος Βασίλης".
     Φυσικά, δεν θα ξεχάσω ποτέ και μία 23η Δεκεμβρίου, ακόμα παλιότερα, τότε που εγώ ήμουν 9, σχεδόν 10, και η αδερφή μου 6. Οι γονείς μας είχαν φύγει από το σπίτι για να πάνε στην Αθήνα να ψωνίσουν. Όλα πήγαιναν μια χαρά, μέχρι που άρχισε να σκοτεινιάζει. Πρώτη φορά είχαν αργήσει τόσο πολύ. Η ώρα περνούσε και εγώ, ως μεγαλύτερη, άρχισα να ανησυχώ. Σίγουρα κάτι τους είχε συμβεί. Αλλιώς, γιατί δεν είχαν επιστρέψει ακόμη; Όσο το σκεφτόμουν, τόσο πιο πολύ βεβαιωνόμουν. Είχε επέλθει το μοιραίο. 
     Δεν ήθελα να ανησυχήσω την αδερφή μου, αλλά δεν μπορούσα και να της κρυφτώ. Στο μυαλό μου ήδη μας έβλεπα, σαν σε μαυρόασπρη ταινία, να περπατάμε χεράκι-χεράκι, δύο κοριτσάκια φτωχά και μόνα, μέσα στους έρημους, γκρίζους δρόμους της πόλης. Θα έπρεπε να την προστατεύσω, εγώ ήμουν η μεγάλη αδερφή. Αλλά πώς θα τα κατάφερνα, αφού και εγώ ήμουν παιδάκι; Και με την εικόνα των δυο μας, να περπατάμε μόνες και έρημες μέσα σε μια ασπρόμαυρη ελληνική ταινία, δεν άργησα να βάλω τα κλάματα. Κορόμηλο το δάκρυ.
     Όταν, τελικά, γύρισαν οι γονείς μας και μας βρήκαν με τα πρόσωπα κολλημένα στο τζάμι, μέσα στα δάκρυα, να κλαίμε πρίμο-σεγόντο, φαντάζομαι ότι θα το μετάνιωσαν πικρά που είχαν αργήσει τόσο. Αλλά είχαν λόγο που είχαν αργήσει. Μαζί τους κουβαλούσαν και δύο νάυλον σακούλες. Και μέσα στις σακούλες, υπήρχαν δύο λούτρινα παιχνίδια για εμάς. Αυτό θα πει κάθαρση!
     Τα παιχνίδια ήταν τέλεια: μία μπεζ αρκουδίτσα για την αδερφή μου, και ένας γαλαζογκρί ελεφαντάκος για εμένα. Ο ελεφαντάκος ήταν τεράστιος, γέμισε η αγκαλιά μου, δεν είχα φανταστεί ποτέ ένα τόσο μεγάλο παιχνίδι! Ξέχασα και κλάματα, και μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες, και τα πάντα! 
     Ο ελεφαντάκος είχε ένα κουδουνάκι στην άκρη της προβοσκίδας του. Τον ονόμασα Μπίμπο. Και, όπως μπορείτε να φανταστείτε, δεν μπορούσα να αφήσω την προβοσκίδα του στην τύχη της. Με ξέρετε, δα, εμένα, πώς μου αρέσει η φυσικότητα της κίνησης, από τότε με τον Τζίνι το είχα το κουσούρι. Έτσι, λοιπόν, άρχισα να του κουνάω την προβοσκίδα πάνω-κάτω, για να κάνω ότι τρώει το φαγητό του, τι, νηστικό θα τον άφηνα; Μέχρι το βράδυ, η προβοσκίδα του Μπίμπο είχε χάσει την εκ του εργοστασίου περήφανη ακαμψία της και είχε γείρει πανηγυρικά στο πλάι. Στενοχωρήθηκα, φυσικά, επειδή γενικά τα πρόσεχα τα παιχνίδια μου και δεν ήθελα να χαλάνε. Αλλά η μαμά μου μου είπε ότι έτσι φαινόταν πιο φυσικός - τι πονηρές που είναι οι μαμάδες! - και με έπεισε.
     Φυσικά, θα πρέπει να πω και κάτι άλλο: ότι τα μεγέθη είναι σχετικά. Και ότι ο τεράστιος Μπίμπο, που τότε ίσα που μπορούσα να τον αγκαλιάσω, στην πραγματικότητα δεν ήταν πιο ψηλός από 35 πόντους. Και αυτό, φίλοι μου, όταν το συνειδητοποιείς, νιώθεις τι θα πει αποκαθήλωση, προσγείωση και πάκτωση χωρίς επιστροφή! 

ΥΓ: Το παρόν, παρ'όλο που αναφέρεται περισσότερο στην Πρωτοχρονιά, είναι η δεύτερη συμμετοχή της Πίπης στο χριστουγεννιάτικο δρώμενο του Γιάννη με τίτλο "Χριστούγεννα σε τέσσερις πράξεις". Ο Μπίμπο μου είπε να σας πω χαιρετίσματα.




Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

Η καρτούλα του Άγιου Βασίλη

 


     Σπίτι χωρίς Γιάννη, προκοπή δεν κάνει. Και μπλογκογειτονιά χωρίς Γιάννη, το ίδιο. Αλλά, τι να σας πω, βρε παιδιά, καλός και άγιος αυτός ο Γιάννης, αλλά δεν κάθεται και λίγο στα αυγά του! Το ένα δρώμενο μετά το άλλο ξεφουρνίζει! Αλλά φταίτε κι εσείς - να τα λέμε αυτά - μην ακούσετε δρώμενο, αμέσως να... δράσετε!
     Και ξεκινάει ο Γιάννης, λέει, χριστουγεννιάτικο δρώμενο, κι εσείς - μη χάσετε - μου αρχίζετε τις αναμνήσεις και τις εκμυστηρεύσεις. Και εγώ - άλλη χαζή εγώ - κάθομαι και τις διαβάζω. Και, κοιτάξτε τώρα τι έπαθα: μου ξυπνήσατε τις μνήμες, ρεμάλια!
     Και σιγά τις μνήμες, βέβαια... Τι να θυμάμαι από τα παιδικά μου Χριστούγεννα; Πρακτικά, σχεδόν τίποτα. Μόνο το δέντρο που στολίζαμε, που ήταν πράσινο και του βάζαμε βαμβάκι επάνω στα κλαδιά για να φαίνεται χιονισμένο. Και τις μπάλες που ήταν όμορφες, αλλά πολύ εύθραυστες. Αυτά.
     Θυμάμαι και έναν φουσκωτό Άγιο Βασίλη, και - νομίζω - και έναν φουσκωτό τάρανδο. Θυμάμαι και μία κούκλα-χιμπατζή, που μου είχε φέρει η νονά μου, και την αγαπούσα πολύ, επειδή έμοιαζε αληθινή, είχε και ουρά. Και, επειδή μου άρεσε να την κάνω να κινείται σαν πραγματικός χιμπατζής, την έβαλα να σκαρφαλώνει στον ώμο μου και να κρεμιέται ανάποδα πίσω από την πλάτη μου, μόνο που στεκόμουν μπροστά στην αναμμένη σόμπα, και το κεφάλι του χιμπατζή ακούμπησε στη σόμπα και τα μαλλάκια του καψαλίστηκαν και έγιναν λίγο σαν τα σγουρά μαλλιά του θείου μου του Αντρέα... Ο χιμπατζής πετάχτηκε πολλά χρόνια αργότερα, όταν μετακομίσαμε στο διαμέρισμα και δεν είχαμε αποθήκη για να χωράνε όλα τα πράγματά μας. Τζίνι τον έλεγαν. Δεν έπρεπε να έχω δεχτεί να τον πετάξουμε, δεν υπάρχουν πια τέτοιες κούκλες.
     Θυμάμαι και μία χρονιά που ο μπαμπάς δούλευε σε άλλη πόλη και έλειπε, και η μαμά μάς είχε φτιάξει από ένα άσπρο κασκόλ - ένα εμένα, ένα της αδερφής μου - για τα Χριστούγεννα, αλλά ποτέ δεν κατάλαβα πότε τα είχε πλέξει τα κασκόλ, δεν θυμάμαι να την είχα δει να τα πλέκει. Βέβαια, δε θα ήταν και τόσο δύσκολο, αν το καλοσκεφτείς, θα τα είχε πλέξει όσο εμείς λείπαμε στο σχολείο. Σε εκείνο το σπίτι, που μέναμε τότε, είχαν χρησιμοποιήσει πλαστικά χρώματα για να το βάψουν, και όταν τρώγαμε φασολάδα ή ο,τιδήποτε άχνιζε, καμιά φορά ξεκολλούσαν τμήματα από την μπογιά του ταβανιού και έπεφταν μέσα στο πιάτο.
     Όσο για τον Άγιο Βασίλη, ήξερα από μικρή ότι δεν υπάρχει, επειδή ο μπαμπάς μου - που, από ό,τι καταλαβαίνω, ήταν η μαμά της Άννας μεταμορφωμένη σε άντρα - ήθελε πάντα να λέει στα παιδιά του την αλήθεια και δεν ήθελε να πιστεύουν σε κάτι που δεν υπάρχει - άσε που η οικονομική μας κατάσταση δεν επέτρεπε να ζητάμε δώρα. Η μαμά διαφωνούσε μαζί του στο θέμα του Άγιου Βασίλη. Αλλά εμείς μάθαμε την αλήθεια από πολύ μικρά.
     Έτσι, ποτέ δεν περίμενα δώρο από τον Άγιο Βασίλη, αλλά και ποτέ δεν του έγραψα γράμμα, απορούσα μάλιστα που άλλα παιδιά του έγραφαν. Εξάλλου, όπως είπα, οι γονείς μου τα περνούσαν δύσκολα, βοήθεια δεν είχαν από πουθενά, ούτε δικό τους σπίτι, και όσο ήμασταν μικρά, δούλευε μόνο ο μπαμπάς. Ο μπαμπάς μου δούλευε σε οικοδομές, συνήθως σε κάποιον εργολάβο, και αρκετές φορές έμενε χωρίς δουλειά. Κάποια στιγμή, για να μπορέσει να βελτιώσει την κατάσταση, αποφάσισε να δουλεύει έξτρα τα απογεύματα, κάνοντας μερεμέτια. Πήγε σε κάποιον τυπογράφο, υποθέτω, και τύπωσε διαφημιστικές καρτούλες, που ύστερα τις μοίρασε πόρτα-πόρτα, μαζί με τη μαμά. Η κατάσταση βελτιώθηκε κάπως, με τα έξτρα μερεμέτια του μπαμπά, και ο καιρός περνούσε, όπως περνάει πάντα.
     Δε φαίνεται να θυμάμαι και τόσα πολλά από τα παιδικά μου Χριστούγεννα, καθώς φαίνεται. Θυμάμαι, όμως, μία Πρωτοχρονιά. Που ξυπνήσαμε με την αδερφή μου και, καθώς πήγαμε να φορέσουμε τις παντόφλες μας, νιώσαμε ότι κάτι υπήρχε εκεί μέσα. Ένα μικρό κουτάκι μέσα στην παντόφλα της καθεμιάς μας. Τα κουτάκια ήταν ολόιδια, και μέσα στο καθένα υπήρχε ένα μικρό κολιεδάκι. Πρέπει να ήμουν γύρω στα 11-12. 
     Γύρω από το κουτάκι υπήρχε μια καρτούλα διπλωμένη. Και με γράμματα ολόιδια με τα γράμματα του μπαμπά, η καρτούλα έγραφε: 
                                           "Για την Αντιγόνη
                                             ο Άγιος Βασίλειος"
     Το καλύτερο από όλα, όμως, ήταν ότι, αν γυρνούσες την καρτούλα από την άλλη, μπορούσες να διαβάσεις και κάτι άλλο:

                               "ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΕ ΣΥΝΤΗΡΗΣΕΙΣ
                                 ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΥΔΡΑΥΛΙΚΩΝ 
                                  ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ, ΘΕΡΜΑΝΣΕΩΝ 
                                    ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΤΙΚΩΝ ΑΓΩΓΩΝ
                                              Α. Ρ.
                                      ΤΗΛ.....                          ΑΘΗΝΑ"

     Πάντα ορθογράφος, ο μπαμπάς.

     ΥΓ: Η συγκεκριμένη ανάρτηση είναι η ταπεινή συμμετοχή της Πίπης στο χριστουγεννιάτικο δρώμενο του Γιάννη, με όνομα Χριστούγεννα σε τέσσερις πράξεις. Ο Γιάννης, πέρα από τα όσα του έσυρα παραπάνω, είναι ένας από τους βασικούς κινητήριους μοχλούς της μπλογκογειτονιάς μας, και τον ευχαριστώ για όσα κάνει για όλους μας.