Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Περί προσμονής το ανάγνωσμα

 


     Αν υπάρχει ένα χαρακτηριστικό των μεγάλων γιορτών, αυτό είναι η προσμονή. Αντίστροφη μέτρηση για διακοπές, άδειες, ξεκούραση, ρεβεγιόν, διασκέδαση... Μέχρι και διαφήμιση με αντίστροφη μέτρηση για τα Χριστούγεννα υπάρχει εδώ και χρόνια. Τι άλλο να προσθέσει κανείς; Την προσμονή για τη λήξη του δρώμενου του Γιάννη, ίσως... Αστειεύομαι, φυσικά.
     Όσο κι αν προσπαθώ, δεν μπορώ να θυμηθώ πώς ένιωθα ως παιδί την προσμονή για τα Χριστούγεννα ή, κυρίως, για την Πρωτοχρονιά. Νομίζω ότι περίμενα τις διακοπές χωρίς το πρωινό ξύπνημα, με τα πολλά παιδικά και τις εορταστικές ταινίες στην τηλεόραση, και χωρίς να μας στέλνουν για ύπνο νωρίς-νωρίς, αφού δεν θα είχαμε σχολείο. Φυσικά, περίμενα και το στολισμένο δέντρο, το οποίο το στολίζαμε πάντα στις 23 Δεκεμβρίου (άσχετα αν τώρα έχει τύχει να στολίσω και παραμονή βράδυ, το έχω πάει σε άλλο επίπεδο, λέμε), αλλά περίμενα και τα μελομακάρονα, όχι τους κουραμπιέδες. Τους κουραμπιέδες, ούτε να τους φτύσω.
     Θυμάμαι, πάντως, πως η παραμονή της Πρωτοχρονιάς ήταν πηγή τεράστιας απογοήτευσης και μελαγχολίας για εμένα. Κάθε φορά με έβρισκα ολόιδια με τον εαυτό μου του προηγούμενου χρόνου και εξίσου αποτυχημένη. Κανέναν στόχο μου δεν είχα επιτύχει, κανένα από τα μεγαλόπνοα σχέδιά μου της προηγούμενης Πρωτοχρονιάς δεν είχα πραγματοποιήσει. Σκέτη αποτυχία, σας λέω. Αλλά μας έχουν περάσει τόσο ύπουλα την ανάγκη για ετήσιο απολογισμό, που το μόνο που κατάφερνα να κάνω με την αλλαγή του χρόνου ήταν να βάλω νέους στόχους και να καταστρώσω νέα σχέδια (βασικά, πάνω-κάτω τα ίδια με της προηγούμενης χρονιάς ήταν), βάζοντας έτσι γερά τα θεμέλια για το επόμενο Βατερλό μου. Πάλι καλά, δηλαδή, που παραμεγάλωσα τελικά και σταμάτησα τους απολογισμούς...
     Θυμάμαι, επίσης, πολύ καθαρά - αφού ήδη ήμουν μεγάλη - την προσμονή που ακολούθησε πριν από πολλά χρόνια, την ιδέα που είχα, χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν, να το παίξω Άγιος Βασίλης της οικογένειας. Επειδή σε αυτήν την οικογένεια ήμαστε πάντα πολύ προσγειωμένοι (τι προσγειωμένοι; πες πακτωμένοι, καλύτερα), η ανταλλαγή δώρων, για κάποιον περίεργο λόγο, ήταν για τους άλλους. Βασικά, το νόημα ήταν: αφού κανονικά τα δώρα τα φέρνει ο Άγιος Βασίλης, αλλά όπως ξέρουμε Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει, ποιο το νόημα της ανταλλαγής δώρων; Κοροϊδευόμαστε και μεταξύ μας, δηλαδή, ενήλικες άνθρωποι; Έλεος!
     Αλλά εμένα μου ήρθε η ιδέα να τους την φέρω ολονών. Και αυτό με γέμισε χαρά. Κάθε φορά που κοίταζα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, του χαμογελούσα συνωμοτικά και νοερά έκανα αντίστροφη μέτρηση προς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, προσπαθώντας να σκεφτώ τον καλύτερο τρόπο ώστε να δράσω χωρίς να με πάρουν χαμπάρι. Και τα κατάφερα. Έκρυψα τα δώρα τους κάτω από τα κρεβάτια τους κάποια στιγμή που ήταν στην κουζίνα ή στο μπάνιο (βοήθησε σημαντικά το ότι δεν τους είχα πάρει αυτοκίνητο, πύραυλο, τρακτέρ ή άλογο, να τα λέμε αυτά), και ένα λεπτό προτού γίνει η αλλαγή του χρόνου πήγα, τάχα τυχαία, στο δωμάτιό τους, έβγαλα τα δώρα από την κρυψώνα τους και τα έβαλα επάνω στα κρεβάτια τους. Ύστερα επέστρεψα, ως αθώα κορασίς, και περίμενα να κάνουμε την αλλαγή του χρόνου, ξέρετε, αναβόσβημα των φώτων, ανοιγοκλείσιμο της πόρτας (όλα κι όλα, μπορεί να μην είμαστε η επιτομή του εορταστικού πνεύματος, αλλά κάποιες παραδόσεις τις κρατάμε)... Και όταν, κάποια στιγμή, τα θύματά μου αποφάσισαν να πάνε για ύπνο, βρήκαν τα δωράκια τους και πολύ τη χάρηκαν την έκπληξή μου. Έκτοτε, το επανέλαβα μερικές φορές (χωρίς κατασκοπικά κόλπα και οσκαρικές σκηνοθεσίες, πλέον), και τελικά το σταμάτησα, αφού χάθηκε ο αρχικός ενθουσιασμός μου και τα συνωμοτικά χαμόγελα στον καθρέφτη, πάντα όμως θυμάμαι εκείνη την πρώτη επιχείρηση "Άγιος Βασίλης".
     Φυσικά, δεν θα ξεχάσω ποτέ και μία 23η Δεκεμβρίου, ακόμα παλιότερα, τότε που εγώ ήμουν 9, σχεδόν 10, και η αδερφή μου 6. Οι γονείς μας είχαν φύγει από το σπίτι για να πάνε στην Αθήνα να ψωνίσουν. Όλα πήγαιναν μια χαρά, μέχρι που άρχισε να σκοτεινιάζει. Πρώτη φορά είχαν αργήσει τόσο πολύ. Η ώρα περνούσε και εγώ, ως μεγαλύτερη, άρχισα να ανησυχώ. Σίγουρα κάτι τους είχε συμβεί. Αλλιώς, γιατί δεν είχαν επιστρέψει ακόμη; Όσο το σκεφτόμουν, τόσο πιο πολύ βεβαιωνόμουν. Είχε επέλθει το μοιραίο. 
     Δεν ήθελα να ανησυχήσω την αδερφή μου, αλλά δεν μπορούσα και να της κρυφτώ. Στο μυαλό μου ήδη μας έβλεπα, σαν σε μαυρόασπρη ταινία, να περπατάμε χεράκι-χεράκι, δύο κοριτσάκια φτωχά και μόνα, μέσα στους έρημους, γκρίζους δρόμους της πόλης. Θα έπρεπε να την προστατεύσω, εγώ ήμουν η μεγάλη αδερφή. Αλλά πώς θα τα κατάφερνα, αφού και εγώ ήμουν παιδάκι; Και με την εικόνα των δυο μας, να περπατάμε μόνες και έρημες μέσα σε μια ασπρόμαυρη ελληνική ταινία, δεν άργησα να βάλω τα κλάματα. Κορόμηλο το δάκρυ.
     Όταν, τελικά, γύρισαν οι γονείς μας και μας βρήκαν με τα πρόσωπα κολλημένα στο τζάμι, μέσα στα δάκρυα, να κλαίμε πρίμο-σεγόντο, φαντάζομαι ότι θα το μετάνιωσαν πικρά που είχαν αργήσει τόσο. Αλλά είχαν λόγο που είχαν αργήσει. Μαζί τους κουβαλούσαν και δύο νάυλον σακούλες. Και μέσα στις σακούλες, υπήρχαν δύο λούτρινα παιχνίδια για εμάς. Αυτό θα πει κάθαρση!
     Τα παιχνίδια ήταν τέλεια: μία μπεζ αρκουδίτσα για την αδερφή μου, και ένας γαλαζογκρί ελεφαντάκος για εμένα. Ο ελεφαντάκος ήταν τεράστιος, γέμισε η αγκαλιά μου, δεν είχα φανταστεί ποτέ ένα τόσο μεγάλο παιχνίδι! Ξέχασα και κλάματα, και μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες, και τα πάντα! 
     Ο ελεφαντάκος είχε ένα κουδουνάκι στην άκρη της προβοσκίδας του. Τον ονόμασα Μπίμπο. Και, όπως μπορείτε να φανταστείτε, δεν μπορούσα να αφήσω την προβοσκίδα του στην τύχη της. Με ξέρετε, δα, εμένα, πώς μου αρέσει η φυσικότητα της κίνησης, από τότε με τον Τζίνι το είχα το κουσούρι. Έτσι, λοιπόν, άρχισα να του κουνάω την προβοσκίδα πάνω-κάτω, για να κάνω ότι τρώει το φαγητό του, τι, νηστικό θα τον άφηνα; Μέχρι το βράδυ, η προβοσκίδα του Μπίμπο είχε χάσει την εκ του εργοστασίου περήφανη ακαμψία της και είχε γείρει πανηγυρικά στο πλάι. Στενοχωρήθηκα, φυσικά, επειδή γενικά τα πρόσεχα τα παιχνίδια μου και δεν ήθελα να χαλάνε. Αλλά η μαμά μου μου είπε ότι έτσι φαινόταν πιο φυσικός - τι πονηρές που είναι οι μαμάδες! - και με έπεισε.
     Φυσικά, θα πρέπει να πω και κάτι άλλο: ότι τα μεγέθη είναι σχετικά. Και ότι ο τεράστιος Μπίμπο, που τότε ίσα που μπορούσα να τον αγκαλιάσω, στην πραγματικότητα δεν ήταν πιο ψηλός από 35 πόντους. Και αυτό, φίλοι μου, όταν το συνειδητοποιείς, νιώθεις τι θα πει αποκαθήλωση, προσγείωση και πάκτωση χωρίς επιστροφή! 

ΥΓ: Το παρόν, παρ'όλο που αναφέρεται περισσότερο στην Πρωτοχρονιά, είναι η δεύτερη συμμετοχή της Πίπης στο χριστουγεννιάτικο δρώμενο του Γιάννη με τίτλο "Χριστούγεννα σε τέσσερις πράξεις". Ο Μπίμπο μου είπε να σας πω χαιρετίσματα.




30 σχόλια:

  1. Πολύ συμπάθησα τον Μπίμπο και την Πίπη από τη μικρή της ηλικία. Ώστε δεν είστε η επιτομή των εορτών ε; Και η προσμονή των εορταστικών διακοπών ήταν το ξύπνημα αργά κλπ κλπ; Συμφωνώ εδώ που τα λέμε. Και εγώ αυτό πρόσμενα μικρή. Ωραίες οι αναμνήσεις σου. Αλλά αν και δραματικό, γέλασα με τα δυο φτωχά μικρά κοριτσάκια που θα τριγυρνούσαν ολομόναχα τα καημένα σαν σε ελλ. ταινία!!...Αχ Πίπη μου με τη γραφή σου!
    Φιλιά πολλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ακριβώς όπως τα γράφω, Άννα μου! Ακόμα θυμάμαι την εικόνα με τα δυο φτωχά κοριτσάκια, που περπατάνε μόνα και έρημα στη μαυρόασπρη ταινία! Και, εννοείται ότι δεν είμαστε η επιτομή των εορτών, με αυτά που έγραψα την προηγούμενη φορά για τον στολισμό του δέντρου τελευταία στιγμή αμφέβαλλες; Αλλά, άνθρωποι είμαστε και εμείς, καμιά φορά παίρνουμε και την... κατρακύλα 🤪.
      Φιλάκια πολλά και από εμένα

      Διαγραφή
  2. Πίπη μου όμορφες οι αναμνήσεις σου, όπως όμορφη και ευρηματική η χειρονομία σου. Το βίωμα σαν τρυφερή προσφορά αγάπης διαμορφώνει και το χαρακτήρα του ανθρώπου. Είναι όμορφο να μοιράζεσαι συναισθήματα με ανθρώπους που αγαπάς.
    Να είσαι καλά! Καλό απόγευμα και καλή εβδομάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έχεις δίκιο, Αννίκα μου, το μοίρασμα είναι πολύ όμορφο, γι'αυτό και το δρώμενο του Γιάννη μας, καθώς φαίνεται, είναι πολύ πετυχημένο! Και, επιπλέον, είναι ένα τσικ πιο έντονα τα αισθήματα αυτού που προσφέρει, από τα αισθήματα αυτού που δέχεται την προσφορά, να τα λέμε και αυτά.
      Καλή εβδομάδα και σε εσένα, εύχομαι!
      Φιλάκια πολλά

      Διαγραφή
  3. Να μαι και εγώ εδώ να κάνω την ανατροπή Πίππη μου. Γίνεται να κάνω με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια; Ναι το ξέρω ότι θα πεις γίνεται, γι αυτό ακριβώς θα σχολιάσω πρώτα την ΑΝΑΜΝΗΣΗ σου που δεν πρόλαβα.😉 Τελικά βλέπω ότι την εποχή εκείνη, θα καταναλώθηκε πολύ βαμβάκι, (χιόνι) γιατί και το δικό μας μικρό τότε με αυτό είχε χιονιστεί. 😊. Ωραίος ο μπαμπάς με το κόλπο της καρτούλας, και από ότι κατάλαβα, το γονίδιο έκανε καλή δουλειά, αφού εμείς έτσι απολαμβάνουμε την γραφή σου και χαμογελάμε κάθε φορά που ερχόμαστε εδώ.
    Και τώρα πάμε στην ΠΡΟΣΜΟΝΉ ΣΟΥ. Πες μου πως να μην γελάσω όπως και η Αννα από πάνω με την περιγραφή των φτωχών και ορφανών κοριτσιών; παρ όλη την δραματική τους κατάσταση! 😊
    Αλλά και με συγκίνησε πολύ η ευφυΐα της πονηρής μανούλας με την προβοσκίδα του μικρού ελέφαντα! Από την φωτογραφία , (καλά δεν περίμενα να τον έχεις ακόμα) ακόμα κούκλος είναι με την γυριστή προβοσκίδα του. Εξ άλλου πως θα ξεχώριζε από τους ομοίους του;😊
    Αυτά τα ολίγα προς το παρόν και όπως καταλαβαίνεις περιμένω να απολαύσω έστω και καθυστερημένα την συνέχεια...
    Να περνάς καλά Πίππη μου με ότι κάνεις. Καλές γιορτές. 🎄την αγάπη φιλιαααα! 🧡🤗

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ σας λέω τον πόνο μου και εσείς γελάτε, Ρούλα μου, αλλά δεν πειράζει, σας συγχωρώ! Αυτά τα καημένα τα κοριτσάκια τα θυμάμαι πολύ καλά, όσο για την ευφυΐα της πονηρής μαμάς, τώρα που το σκέφτομαι έχω να πω ότι το ίδιο επιχείρημα χρησιμοποίησε και στην περίπτωση του Τζίνι, που του καψαλίστηκαν τα μαλλιά στη σόμπα. "Είναι πιο φυσικά έτσι", μου είπε και τότε, μα καμία πρωτοτυπία, αλλά τέτοιο χάπατο ήμουν που τα πίστευα όλα, και έτσι δεν χρειαζόταν να κοπιάσουν ιδιαίτερα.
      Για τη συνέχεια δεν έχω σκεφτεί τι θα γράψω, ίδωμεν. Το σίγουρο είναι ότι τώρα που μπήκα στο χορό, θα χορέψω.
      Φιλάκια πολλά και από εμένα

      Διαγραφή
  4. Πίπη μου αγαπημένη, αυτό σου το χιούμορ γεμάτο αλήθεια χωρίς ίχνος προσποίησης έρχεται και αγκαλιάζει την αφήγησή σου. Την ελαφραίνει χωρίς να τη φθείρει. Τη γλυκαίνει χωρίς να την κάνει μελό. Της δίνει αληθοφάνεια και συναισθηματικό βάθος.
    Να σου πω ότι λάτρεψα εκείνα τα δυο μικρά κοριτσάκια, που σκέφτονταν τους έρημους και ασπρόμαυρους δρόμους. Να σου πω ότι τα πόνεσα, θα σου φανεί υπερβολικό;
    Να σου πω ότι ήμουν κάπου εκεί με τις δυο μεγάλες σακούλες και την κάθαρση.
    Αγάπησα πολύ τον Μπίμπο με την προβοσκίδα του. Νάτος, καμαρώνει εδώ ψηλά στην εικόνα. Φαντάζομαι τον έχεις ακόμα.
    Όμορφες προσμονές, καρδιά μου. Και ειδικά η "καταδρομική" έκπληξη που οργάνωσες, όλα τα λεφτά!
    Κοίτα τώρα, που όλες αυτές οι αφηγήσεις, μας ενώνουν, μας φέρνουν τον έναν κοντύτερα στον άλλον. Μας κάνουν να γνωριστούμε καλύτερα. Σε ευχαριστώ, κορίτσι μου, με την καρδιά μου.
    Φιλιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εννοείται ότι τον έχω ακόμα τον Μπίμπο, Γιάννη μου, αποχωρίστηκα τον Τζίνι, να αποχωριστώ και τον Μπίμπο πήγαινε πολύ!
      Σε πιστεύω ότι τα πόνεσες τα κοριτσάκια, επειδή είσαι ευαίσθητος άνθρωπος. Όσο για την "καταδρομική" μου έκπληξη, νομίζω ότι είναι από τις μεγαλύτερες επιτυχίες μου. Ακόμα θυμάμαι τα μούτρα των γονιών μου, αφού δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι θα βρίσκονταν ποτέ σε αυτήν τη θέση, είχαν μάθει πάντα να δίνουν στους άλλους και όχι να παίρνουν.
      Πολλά φιλιά και από εμένα

      Διαγραφή
    2. Νομίζω ότι έπρεπε οι γονείς σου να χαρούν και μάλιστα διπλά γιατί η πράξη σου, φανέρωσε ότι η δική τους δοτικότητα πέρασε και σε σένα με εξαίρετο τρόπο, Πίπη μου. Αχ τι καλά που έχεις κοντά σου τον Μπίμπο. Τον είδα στην εικόνα και του έκανα μια μεγάλη αγκαλιά. Καλό σου βράδυ, κορίτσι μου.

      Διαγραφή
  5. Ο ελεφαντάκος είναι υπέροχος, και πρωτότυπος θα έλεγα. Κι ωραίο όνομα του έδωσες.
    Μπορεί να δεις αρκετά κουκλάκια, αλλά ελεφαντάκια ελάχιστα.
    Ξεχωρίζει και για αυτό, εκτός των άλλων, των συναισθηματικών.
    Και εγώ περίμενα με λαχτάρα τα δώρα.
    Μεγαλώνοντας έκανα κι εγώ, επειδή δεν είμαστε μεγάλη οικογένεια δεν λάμβανα πολλά αλλά πάντα μου έδινα χαρά, ειδικά όταν ήμουν μικρή και πίστευα πως το δώρο κάτω από το δέντρο το φέρνει ο Άγιος Βασίλης.
    Καλή εβδομάδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι όντως γλύκας ο Μπίμπο μου, Κική μου, παρ'όλα τα χρονάκια του. Δεν βρίσκεις τέτοια παιχνίδια πλέον, και να σημειωθεί ότι είναι γνήσιο τέκνο ελληνικής βιομηχανίας!
      Εύχομαι να ζεις πάντα όμορφες στιγμές με τους αγαπημένους σου!
      Φιλάκια πολλά

      Διαγραφή
  6. Πόσο γέλασα με την περιγραφή σου, όταν άρχισες να φοβασαι για τους γονείς σου και σας φανταζόσουν να κυκλοφορείτε ως δυο μικρά φτωχά κοριτσάκια!! Δεν υπάρχεις, η περιγραφή ήταν επική.
    Εγώ εύχομαι αυτή η κάθαρση να έρχεται πάντα στη ζωή σου. Όχι βέβαια ως ελεφαντάκος, αλλά ως ότι χρειάζεσαι την εκάστοτε στιγμή.
    Πολλά φιλιά Πίπη μου. Καλή εβδομάδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γελάς, βρε αθεόφοβη; Με το δράμα μου; Σα δεν ντρέπεσαι! Τέλος πάντων, σε συγχωρώ και εσένα, λόγω δρώμενου.
      Σε ευχαριστώ πολύ για τις όμορφες ευχές σου και αντεύχομαι!
      Φιλάκια πολλά, Μαρινάκι μου

      Διαγραφή
  7. Χείμαρος είσαι, λέμε!!!
    Τα έκανα ολοζώντανες εικόνες όλα όσα περιγράφεις και δε χόρταινα την ανάγνωση!
    Μπράβο, Πίπη!!!
    Δεν ξεχνώ το "αποκαθήλωση, προσγείωση και πάκτωση χωρίς επιστροφή"!!!
    Επίσης, μη φτύνεις τα κουραμπιεδάκια, καλέ!! Δεν έχεις φάει από χεράκια μου, γι' αυτό λες!Χαχαχα!
    Να είσαι καλά, κορίτσι μου και να θυμάσαι ότι κάτι τέτοιες "επιχειρήσεις" όπως αυτή του Αϊ Βασίλη μένουν και σ' εμάς και στα παιδιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αχ, Γλαύκη μου, είμαι σίγουρη ότι τα κουραμπιεδάκια σου είναι αριστούργημα, απλώς εμένα δε μου αρέσει η βουτυρίλα, γι'αυτό και ψηφίζω μελομακάρονα μονοκούκι!
      Χαίρομαι πολύ που διασκέδασες την ανάρτησή μου. Χείμαρρος λες, ε; Μπορεί να επηρεάστηκα λίγο και από τον Μπάιρον, ποιος ξέρει🤪 ;
      Φιλάκια πολλά

      Διαγραφή
  8. Πόσο μου αρέσει ο τρόπος που γράφεις. Χείμαρρος!
    Απολαυστικότατη! Γέλασα πολύ!
    Σ΄ευχαριστούμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι που το απόλαυσες και που γέλασες πολύ, Μαρία μου! Ναι, έτσι είμαι εγώ, χείμαρρος, παίρνω φόρα, ξεκινάω, και ξεχνάω να σταματήσω. Πού θα πάει, όμως, κάποτε θα το μάθω και το φρένο...
      Και εγώ σε ευχαριστώ για το όμορφο σχόλιό σου.
      Φιλάκια πολλά

      Διαγραφή
  9. Απόλαυση σκέτη οι αναμνήσεις σου. Κι εκείνο το πάκτωμα... Έχεις ένα χάρισμα στη γραφή σου, κάνεις τον άλλο να γελά αβίαστα κι αυτό δεν είναι λίγο.. Σκέφτομαι την αίσθηση όταν σκοτείνιασε και μείνατε μόνες. Στη σημερινή εποχή θα κατηγορούσαν τους γονείς μας για εγκατάλειψη. Ναι, κι εμένα το είχαν κάνει! Άλλα χρόνια...
    Νάσαι καλά, Πίπη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι που απόλαυσες την ανάρτησή μου, Βασίλη! Όσο για το χιούμορ, το έχω ξαναπεί, είναι καταφυγή και όπλο. Όταν η πραγματικότητα σε ξεπερνάει, δεν σου μένουν και πολλές επιλογές, και προκειμένου να σου στρίψει, το στρίβεις από μόνος σου.
      Εκείνες τις εποχές, δεν υπήρχε η έννοια του κινδύνου, όπως υπάρχει σήμερα, οπότε, οι περισσότεροι γονείς τα άφηναν τα παιδιά και μόνα τους στο σπίτι. Δεν τα ξεχνούσαν με τις ώρες, αλλά τα άφηναν και απλώς τους έλεγαν να μην ανοίξουν σε κανέναν την πόρτα. Άλλες εποχές, όντως.
      Πολλά φιλιά

      Διαγραφή
  10. Σε έκανα εικόνα στο τζάμι κολλημένη, Πίπη μου και θυμήθηκα εμένα που με άφηνε έτσι η μαμά μου όταν πήγαινε την αδερφή μου στο σχολείο, στην Αμερική. Ρε συ, αν παθαίναμε κάτι; Πώς μας άφηναν τότε μόνα μας; Μου σηκώνεται η τρίχα! Τι είναι αυτό που έζησες; Για τις παιδικές ψυχούλες είναι τεράστιο!
    Ένι γούει... όταν κι εμείς στολίζαμε στις 23 φτιάχναμε το δέντρο, τόση κούραση για τόσο λίγο; Μα κι εσύ παραμονή ; Πολλά αμερικάνικα σήριαλ έχεις δει... Αυτά δείχνουν να στολίζουν την παραμονή το δέντρο τους!
    Κατά τα άλλα, δεν βαριέται κανείς να σε διαβάζει, χρυσό μου παιδί! (Για μένα είσαι παιδί, ντάξει;)
    Φιλάκια πολλά, Πίπη μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εννοείται ότι είμαι παιδί, κι εσύ το ίδιο εξάλλου, Αριστέα μου!
      Εκείνες τις εποχές οι γονείς δεν ανησυχούσαν, επειδή και αυτοί έτσι είχαν μεγαλώσει (και χειρότερα,αν σκεφτεί κανείς ότι από πολύ μικρά παιδιά δούλευαν κανονικά, και πολλά - ιδιαίτερα τα κορίτσια - τα έστελναν στην Αθήνα ως υπηρέτριες). Επιπλέον, υπήρχε η προστασία της γειτονιάς, που τώρα δεν υπάρχει (ούτε η αίσθηση της γειτονιάς δεν υπάρχει πια). Και η μαμά μου αναγκαζόταν μερικές φορές να αφήνει μόνη της την αδερφή μου στο σπίτι, για να με πάει στο σχολείο. Αν είχε κάποιον να την βοηθήσει, σίγουρα θα έκανε άλλη επιλογή. Τες πα.
      Προβληματίστηκα με αυτό που είπες για τις αμερικανικές ταινίες. Λες να έχω "διαβρωθεί" τόσο πολύ από το αμερικανικό όνειρο; Όου, μάι Γκοντ!
      Χαίρομαι που απολαμβάνεις τα γραπτά μου.
      Φιλάκια πολλά και από εμένα, κοριτσάκι

      Διαγραφή
  11. "Η περήφανη ακαμψία της προβοσκίδας του Μπίμπο"... μα πού τα σκέφτεσαι;;;
    Αχ βρε Πίπη μου, να 'σαι καλά κι εσύ κι ο Μπίμπο σου!
    Πόσο γέλασα με τη σκηνή στο τζάμι. Κι όπως σχολιάζεις κι εσύ, ήταν κάτι συνηθισμένο για την εποχή εκείνη να μένουμε μόνοι στο σπίτι και να εκτελούμε γονεϊκά καθήκοντα στα μικρά μας αδέρφια. Οι γονείς δουλεύανε νυχθημερόν, αλλά είχαμε και υψηλών προδιαγραφών security services απ' τους γειτόνους.
    Προσμένω το επόμενο χτύπημά σου στο δρώμενό μας.
    Φιλί στον γλυκύτατο Μπίμπο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Και εσύ θα σκεφτόσουν κάτι ανάλογο, Μαρία μου, αν τη θυμόσουν την προβοσκίδα όπως ήταν αρχικά: όρθια και άκαμπτη (τουλάχιστον εμφανώς άκαμπτη, αφού εγώ την έκαμψα, τελικά)!
      Έτσι όπως τα λες κι εσύ ήταν με τα μεγαλύτερα αδέρφια, που εκτελούσαν χρέη χωροφύλακα και μπέιμπι σίτερ κατά την απουσία των γονιών.
      Όσο για το ρόλο των γειτόνων, θυμάμαι ένα σχετικό περιστατικό. Αρκετά χρόνια αργότερα από εκείνη την προπαραμονή των Χριστουγέννων, που ακόμα μέναμε σε εκείνο το σπίτι, κάποια γειτονόπουλα από απέναντι τα είχαν αφήσει μόνα τους. Καθώς, λοιπόν, έκλεινα το παράθυρό μας, επειδή είχε αρχίσει να νυχτώνει, βλέπω το ένα από τα δύο στο παράθυρό τους. Το χαιρετάω, με χαιρετάει, και ύστερα από λίγα λεπτά, χτυπάει το κουδούνι και ήταν τα δυο αδερφάκια! Ένιωθαν μοναξιά, μπορεί να φοβούνταν και λίγο, και, προφανώς, τους είχαν πει αν χρειαστούν τίποτα να χτυπήσουν σε εμάς. Έκατσαν μαζί μας, μέχρι που γύρισε η μαμά τους και τα αναζήτησε στο σπίτι μας (και χωρίς, προηγουμένως, να έχει υπάρξει κάποιου είδους συνεννόηση με τους γονείς μου). Απλά, συνηθισμένα πράγματα.
      Θα τον φιλήσω τον Μπίμπο.
      Φιλάκια πολλά και σε εσένα

      Διαγραφή
    2. Τι ωραίο αυτό το περιστατικό! Σαν να έζησες ένα έντονο ντεζαβού με μνήμες απ' την παλιά σου εμπειρία στο τζάμι.

      Διαγραφή
    3. Είδες πόσο εμπλουτίζεται η θέαση του κόσμου μέσα από τα μάτια των άλλων, Μαρία μου; Εγώ ποτέ δε θα το είχα σκεφτεί ως ντεζαβού, αλλά μάλλον έχεις δίκιο!

      Διαγραφή
  12. Το χιούμορ σου που σπάει καρδιές. Εκεί που με συνεπαίρνεις με τις συγκινητικές στιγμές, πετάς ένα "πάκτωμα" κι αρχίζω να σκέφτομαι τις συγκινητικές στιγμές αλλιώς και γελάω. Κλαυσίγελος λέγεται, αν θυμάμαι καλά τα ελληνικά μου. χαχαχα.
    Όπως και να έχει Πίπη μου, κρατάς το ενδιαφέρον μου στα ύψη!!!
    Πολλά φιλιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τι να κάνω, Μαρία μου, που μου αρέσουν οι ανατροπές; Πώς να μου ξεφύγεις;
      Ο Όσκαρ Ουάιλντ, αν θυμάμαι καλά, είχε πει: "Θα ήταν πολύ αστείο, αν δεν ήταν τόσο τραγικό". Αυτή η φράση - όταν την διάβασα - μου έκανε τέτοια εντύπωση, που άρχισα να βλέπω τα πράγματα λίγο πιο αποστασιοποιημένα, και ιδού τα αποτελέσματα!
      Χαίρομαι πολύ που σου κρατάω το ενδιαφέρον και θα συνεχίσω να κινούμαι στο ίδιο μήκος κύματος, όσο περνάει από το χέρι μου. Και αυτό δεν είναι κλαυσίγελος, είναι υπόσχεση 🤪!
      Φιλάκια πολλά

      Διαγραφή
  13. Να γελάσω η να κλάψω, Πίπη μου;
    Πέρασα όλα τα στάδια, όπως και οι φίλοι μας πιο πάνω!
    Έχεις ενα ιδιαίτερο τρόπο να διακωμωδείς τις καταστάσεις, όσο σοβαρές κι αν είναι.
    Είδα κάπου δίπλα σας και τον Βασιλάκη Καΐλα, αν δεν κάνω λάθος, τον λουστράκο στις Ελληνικές ταινίες!
    Να είσαι καλα , χαίρομαι να σε διαβάζω.
    Πολλά φιλιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Α, ναι, ο Βασιλάκης, λίγο πιο κει περπατούσε κι αυτός! Πολύ καλό παιδί, μόνο λίγο πονεμένο...
      Θα προτιμούσα να γελάσεις, αλλιώς, ίσως επηρεαστεί και ο Μπίμπο και βάλει κι αυτός τα κλάματα, και δεν έχεις ιδέα τι θα ακούσω έτσι κι αρχίσει να ρουφάει τη μύτη του!
      Η διακωμώδηση είναι ο καλύτερος τρόπος που γνωρίζω για να μην με πλακώσει η πραγματικότητα.
      Χαίρομαι που χαίρεσαι να με διαβάζεις.
      Φιλάκια πολλά

      Διαγραφή

To comment or not to comment? That is the question