Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Ο καθρέφτης του Θάρρους


      Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα απομονωμένο δωμάτιο ενός όμορφου παλατιού, υπήρχε ένας ολόσωμος καθρέφτης με χρυσή κορνίζα και πολύτιμους λίθους γύρω-γύρω. Στο παλάτι υπήρχαν και άλλοι, όμορφοι καθρέφτες, αλλά μόνο σε αυτόν ο βασιλιάς είχε τόση αδυναμία.
     Του τον είχε χαρίσει ένας διάσημος μάγος, κάποτε που τον είχε φιλοξενήσει στο παλάτι, ως δείγμα ευχαριστίας για τη φιλοξενία του.
     - Βασιλιά μου, του είχε πει ο μάγος, δέξου αυτό το δώρο από εμένα, να με θυμάσαι.
     - Ω, τι όμορφος καθρέφτης! είχε θαυμάσει ο βασιλιάς. Σε ευχαριστώ πολύ.
     - Δεν είναι ένας απλός καθρέφτης, είναι μαγικός.
     - Μαγικός;
     - Ναι. Είναι ο καθρέφτης του θάρρους. Όποιος κοιτάζεται σε αυτόν, βλέπει τον εαυτό του όπως πιστεύει ότι είναι: οι φοβιτσιάρηδες φαίνονται φοβητσιάρηδες, οι έξυπνοι φαίνονται έξυπνοι, οι δυνατοί φαίνονται δυνατοί. Όσο κι αν προσπαθεί κάποιος να κρυφτεί, δεν μπορεί. Οι αληθινές του σκέψεις φαίνονται. Γι'αυτό και λέγεται "καθρέφτης του θάρρους". Χρειάζεται θάρρος για να κοιταχτείς σε αυτόν.
     Ο βασιλιάς είχε κοιταχτεί στον καθρέφτη και είχε μείνει πολύ ευχαριστημένος από ό,τι είχε δει. Και τόσο πολύ ευχαριστημένος είχε μείνει, που τον είχε βάλει σε ξεχωριστό δωμάτιο! Και όταν χρειαζόταν να διαλέξει κάποιον νέο σύμβουλο ή υπουργό, τον πήγαινε να κοιταχτεί στον καθρέφτη και έτσι έβλεπε αν άξιζε τη θέση ή όχι.
     Κάποτε, ένας κακός δράκος εισέβαλε στο βασίλειο, και κατέστρεφε ό,τι έβρισκε στο διάβα του. Ο βασιλιάς έστειλε τον στρατό του να πολεμήσει τον δράκο, αλλά ο στρατός του δεν κατάφερε ούτε καν να τον τρομάξει. Αντίθετα, ο δράκος χτύπησε τον στρατό με τη δυνατή ουρά του και τον διέλυσε. Οι μισοί, τουλάχιστον, στρατιώτες και τα άλογά τους σκοτώθηκαν, και οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους εγκατέλειψαν άρον-άρον το πεδίο της μάχης και γύρισαν, τραυματισμένοι και ντροπιασμένοι, στα σπίτια τους.
     Ο βασιλιάς δεν ήξερε τι να κάνει. Με τον στρατό του διαλυμένο δεν είχε και πολλές επιλογές. Έστειλε, λοιπόν, μαντατοφόρους στα γειτονικά βασίλεια, να ζητήσει βοήθεια. Και, επειδή ο δράκος ήταν ένας πολύ τρομακτικός αντίπαλος και θα ήταν σχεδόν αδύνατον να βρεθούν εθελοντές, ο βασιλιάς έταξε και μια μεγάλη αμοιβή σε όποιον εξολόθρευε τον δράκο: δέκα ολόκληρα σακιά χρυσάφι!
     Κανένας, όμως, δεν έδειξε ενδιαφέρον να αντιμετωπίσει τον δράκο για δέκα σακιά χρυσάφι. Ο βασιλιάς αναγκάστηκε να αυξήσει την αμοιβή σε είκοσι σακιά χρυσάφι, και όταν ούτε αυτή η προσφορά εκτιμήθηκε ως έπρεπε, την αύξησε στα τριάντα σακιά χρυσάφι. Άδικος κόπος... 
     Στο μεταξύ, ο δράκος είχε ρημάξει όλη την βόρεια πλευρά του βασιλείου με την καυτή του ανάσα και τη δυνατή του ουρά. Είχε κάψει τα μισά χωράφια και είχε ισοπεδώσει όσα σπίτια είχε βρει στο διάβα του. Στο παλάτι έφταναν συνέχεια άσχημα νέα. Και ακόμα δεν βρισκόταν κανείς να δεχτεί να πολεμήσει τον δράκο.
     Ο βασιλιάς αναγκάστηκε να βάλει τα μεγάλα μέσα. Και υποσχέθηκε ότι θα έδινε, σε όποιον κατάφερνε να εξοντώσει τον δράκο, το χέρι της μονάκριβης κόρης του, που η ομορφιά της είχε ξεπεράσει τα σύνορα του βασιλείου του.
     Τότε, ως δια μαγείας, άρχισαν να καταφθάνουν πρίγκηπες και ιππότες από όλα τα γειτονικά βασίλεια, αλλά και από πιο μακριά. Όλοι ονειρεύονταν να κάνουν την πριγκήπισσα γυναίκα τους και ήταν διατεθειμένοι ακόμα και να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους για μια τέτοια καλλονή. Ήταν, όμως, όλοι κατάλληλοι να τα βάλουν με τον δράκο; Ο βασιλιάς είχε τον τρόπο να το ανακαλύψει. Έτσι, οδηγούσε τους πρίγκηπες και τους ιππότες μπροστά στον καθρέφτη και έβλεπε αν είχαν τα προσόντα. Και μόνο αν έβλεπε γενναία και αγέρωχα είδωλα στον καθρέφτη, μόνο τότε δεχόταν τη βοήθειά τους.
     Από τους πρώτους νέους που κατέφτασαν στο παλάτι, ήταν ένας ιππότης με εντυπωσιακή πανοπλία. Ήταν ψηλός και σωματώδης, και στον καθρέφτη του θάρρους φάνηκε ακόμα πιο σωματώδης από όσο ήταν. Ο βασιλιάς εντυπωσιάστηκε και δέχτηκε τη βοήθεια του γενναίου ιππότη.
     Ο ιππότης έφυγε καμαρωτός-καμαρωτός, ακουμπώντας το χέρι του στην χρυσοποίκιλτη λαβή του τρομερού του σπαθιού. Τρεις μέρες μετά, όμως, στο παλάτι έφτασαν κακά μαντάτα: ο τρομερός δράκος είχε στρέψει την καυτή του ανάσα καταπάνω στον γενναίο ιππότη και τον είχε κάνει κάρβουνο!
     - Κρίμα, τέτοιο γενναίο παληκάρι! είπε ο βασιλιάς απογοητευμένος.
     Ύστερα από μερικές μέρες, ένας πρίγκηπας με χρυσή πανοπλία έφτασε και ζήτησε και εκείνος να πολεμήσει τον δράκο, για το χέρι της πριγκήπισσας. Ο πρίγκηπας ήταν λίγο στρουμπουλός, και το άλογό του είχε αρκετά επίπονη δουλειά να τον κουβαλάει, αλλά φαινόταν πολύ αποφασισμένος. Ο βασιλιάς τον οδήγησε μπροστά στον καθρέφτη του θάρρους, όπου εμφανίστηκε ρωμαλέος και δυνατός. Και ο πρίγκηπας με την χρυσή πανοπλία έφυγε για να αντιμετωπίσει τον δράκο.
     Μόλις έφτασαν τα μαντάτα ότι και ο πρίγκηπας με την χρυσή πανοπλία είχε σκοτωθεί από τον δράκο, ο βασιλιάς δέχτηκε τον επόμενο υποψήφιο. Και αυτός ήταν πρίγκηπας, και πολύ όμορφος μάλιστα. Ο βασιλιάς του ζήτησε να κοιταχτεί στον καθρέφτη του θάρρους.
     - Μα, δεν χρειάζεται, είπε εκείνος, έχω δικό μου καθρέφτη.
     Και λέγοντας αυτά, έβγαλε από μια θήκη της πανοπλίας του έναν μικρό καθρέφτη.
     - Με τέτοια ομορφιά, συνέχισε ο πρίγκηπας και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του, δεν χορταίνω να με βλέπω!
     - Ο δικός μου καθρέφτης είναι ολόσωμος, είπε ο βασιλιάς. Και αν δεν κοιταχτείς σε αυτόν, δεν θα σου δώσω ποτέ το χέρι της κόρης μου, ακόμη κι αν σκοτώσεις τον δράκο.
     Οπότε, ο πρίγκηπας στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Το είδωλό του ήταν ακόμα πιο όμορφο και εντυπωσιακό και από αυτόν τον ίδιο.
     - Εντάξει, λοιπόν, είπε ο βασιλιάς, πήγαινε να πολεμήσεις τον δράκο. Και εύχομαι να τον σκοτώσεις και να γίνεις γαμπρός μου. 
     Έφυγε ο πρίγκηπας γεμάτος αυτοπεποίθηση, και ο βασιλιάς ένιωσε πιο αισιόδοξος από ποτέ. Αλλά ύστερα από λίγες μέρες, έφτασαν και γι'αυτόν άσχημα μαντάτα. Ο όμορφος πρίγκηπας είχε σκοτωθεί από τον δράκο με συνοπτικές διαδικασίες.
     Και αυτό συνεχίστηκε για μέρες. Ένας-ένας, οι επίδοξοι μνηστήρες πήγαιναν να αντιμετωπίσουν τον τρομερό δράκο. Φορούσαν τις καλύτερές τους πανοπλίες και κρατούσαν τα πιο κοφτερά τους σπαθιά. Αλλά, ένας-ένας, είτε σκοτώνονταν από τον δράκο, είτε - αν ήταν τυχεροί - κατάφερναν να το σκάσουν, βαριά τραυματισμένοι και ανεπανόρθωτα ντροπιασμένοι. Και η επέλαση του δράκου συνεχιζόταν.
     - Μα πώς γίνεται, αναρωτιόταν ο βασιλιάς, τόσο γενναίοι και δυνατοί πρίγκηπες και ιππότες να μην καταφέρνουν τίποτα με τον δράκο;
     Αλλά απάντηση δεν έπαιρνε.
     Μια μέρα έφτασε στο παλάτι ένας φτωχός νέος. Δεν φορούσε γυαλιστερή πανοπλία, ούτε κρατούσε στα χέρια του κανένα μεγάλο σπαθί με περίτεχνα σκαλισμένη λαβή.
     - Καλέ, ποιος είναι τούτος; αναρωτήθηκαν οι πρίγκηπες. Και τι θέλει ανάμεσά μας;
     Αλλά ο νέος δεν μιλούσε. Μόνο περίμενε τη σειρά του.
     Ο βασιλιάς τον είδε και τον κάλεσε κοντά του.
     - Τι θέλεις εδώ, παιδί μου; τον ρώτησε.
     - Θέλω να σκοτώσω τον δράκο και να παντρευτώ την πριγκήπισσα, είπε ο νέος.
     - Πήγαινε καλύτερα στο σπίτι σου, ο δράκος είναι πολύ επικίνδυνος, είναι κρίμα να χάσεις τα νιάτα σου. Εξάλλου, υπάρχουν τόσοι άλλοι εδώ, πολύ καλύτερα οπλισμένοι από εσένα, δεν το βλέπεις;
     - Εγώ θα περιμένω τη σειρά μου, όπως όλοι.
     - Θεωρείς, δηλαδή, ότι θα μπορέσεις να σκοτώσεις τον δράκο;
     - Θεωρώ ότι μπορώ να προσπαθήσω.
     Ο βασιλιάς θαύμασε την επιμονή του νέου και αναρωτήθηκε μήπως τον είχε αδικήσει. Εξάλλου, και άλλοι νέοι, όχι ιδιαίτερα εντυπωσιακοί, όταν είχαν σταθεί μπροστά στον καθρέφτη του θάρρους, έμοιαζαν αληθινά λιοντάρια...
     - Έλα μαζί μου, του είπε.
     Και τον οδήγησε στο δωμάτιο με τον καθρέφτη του θάρρους.
     - Στάσου εδώ και κοιτάξου σε αυτόν τον καθρέφτη, είπε.
     Στάθηκε ο νέος και κοιτάχτηκε. Το είδωλό του ήταν ένα πιστό αντίγραφό του. Ούτε καλύτερος φαινόταν, ούτε χειρότερος. Ούτε πιο γενναίος, ούτε πιο δυνατός.
     - Πήγαινε, παιδί μου, είπε ο βασιλιάς. Ο καθρέφτης μίλησε. Δεν είσαι φτιαγμένος για ανδραγαθήματα, γύρνα στο σπίτι σου καλύτερα.
     - Εγώ θα περιμένω, μήπως και αλλάξετε γνώμη, είπε ο νέος και έκανε μια υπόκλιση.
     Από εκείνη τη μέρα, ο νέος βρισκόταν στο παλάτι, ανάμεσα στους γενναίους πρίγκηπες και ιππότες, που έφευγαν ένας-ένας, για να πάνε να αντιμετωπίσουν τον τρομερό δράκο, και περίμενε τη σειρά του. Ο βασιλιάς έστειλε τους ανθρώπους του να μάθουν πληροφορίες για εκείνον. Του είπαν ότι ερχόταν από μια μακρινή χώρα, και ότι ήταν τσαγκάρης.
     - Τσαγκάρης;
     - Μάλιστα, μεγαλειότατε. Έζησε αρκετά χρόνια δίπλα στον καλύτερο τσαγκάρη της πόλης, και όταν ο τσαγκάρης πέθανε, ανέλαβε τη δουλειά του.
     - Γιος τσαγκάρη, λοιπόν.
     - Όχι ακριβώς. Ο τσαγκάρης δεν είχε δικά του παιδιά, τον είχε πάρει ως παραγιό. Κανείς δεν ξέρει από πού είναι στ'αλήθεια, και αν έχει συγγενείς. Πάντως, είναι πολύ καλός τσαγκάρης, όλοι το λένε.
     Οι μέρες περνούσαν, οι γενναίοι πρίγκηπες και ιππότες λιγόστευαν στην αίθουσα αναμονής του παλατιού, και ο φτωχός τσαγκάρης παρέμενε στη θέση του. Ο βασιλιάς τον έβλεπε κάθε μέρα και ευχόταν ο δράκος να σκοτωνόταν μια ώρα αρχύτερα, όχι μόνο για να γλιτώσει το βασίλειό του, αλλά και για να απαλλαγεί από την παρουσία του τσαγκάρη. Όμως, οι ευχές του δεν ευοδώθηκαν. Και έφτασε μια μέρα, που δεν υπήρχε κανένας πρίγκηπας και κανένας ιππότης στην αίθουσα αναμονής του παλατιού. Ο μόνος που είχε μείνει ήταν ο φτωχός τσαγκάρης.
     Ο βασιλιάς δεν είχε άλλη επιλογή παρά να δεχτεί την προσφορά του.
     - Δεν θέλεις να το ξανασκεφτείς; τον ρώτησε.
     - Είμαι αποφασισμένος, βασιλιά μου.
     - Ο δράκος είναι άγριος.
     - Το ξέρω.
     - Είναι ανίκητος.
     - Το έχω ακούσει.
     - Μα δεν έχεις ούτε όπλο!
     - Αυτό είναι αλήθεια.
     - Και πώς θα τον πολεμήσεις, τότε;
     - Δεν ξέρω, θα δω.
     - Τι να πω; Κάνε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός!
     Ο φτωχός τσαγκάρης υποκλίθηκε και έφυγε.
     - Χαμένος πάει κι αυτός, είπε ο βασιλιάς στους συμβούλους του.
     Εκείνοι κούνησαν απλώς το κεφάλι τους, συμφωνώντας με τον βασιλιά.

     Ο νέος περπάτησε πολλές ώρες, μέχρι να φτάσει στο σημείο όπου βρισκόταν ο δράκος. Ήταν πράγματι τρομακτικός, και έβγαζε φλόγες από το στόμα του. Ο νέος φοβήθηκε πολύ. Αλλά είχε αποφασίσει να προσπαθήσει να σκοτώσει τον δράκο και θα το προσπαθούσε.
     Πλησίασε προσεκτικά, όσο πιο κοντά μπορούσε. Είχε μαζί του μια σφεντόνα, αλλά με τίποτα δε θα κατάφερνε να πετάξει πέτρα τόσο μακριά. Άσε που και να πετούσε πέτρα, ούτε που θα κατάφερνε να τον τραυματίσει τον δράκο. Λίγο πιο πέρα είδε και διάσπαρτες πανοπλίες και όπλα, από τους πρίγκηπες και τους ιππότες που είχαν σκοτωθεί από τον δράκο. Αν κατάφερνε να φτάσει μέχρι εκεί, θα μπορούσε να βρει σπαθί και πανοπλία. Αλλά δεν είχε μάθει πώς να χρησιμοποιεί σπαθί. Και εκεί που αναρωτιόταν τι θα μπορούσε να κάνει, λίγο πιο πέρα, κοντά σε μια διαλυμένη πανοπλία, κάτι φάνηκε να γυαλίζει.
     Με πολλές προφυλάξεις έφτασε δίπλα στην πανοπλία και είδε τι ήταν αυτό που γυάλιζε: ένας μικρός καθρέφτης, που προφανώς τον είχε μαζί του ο ιππότης που φορούσε την πανοπλία, για να θαυμάζει σε αυτόν την ομορφιά του. Ο καθρέφτης, παραδόξως, δεν ήταν σπασμένος. Και τότε, του φτωχού τσαγκάρη του ήρθε μια ιδέα.
     Μάζεψε όσο κουράγιο είχε, και άρχισε να πλησιάζει προς τον δράκο, που βρισκόταν στην πλαγιά του βουνού. Σκαρφάλωνε με προσοχή, προσπαθώντας ταυτόχρονα να κρύβεται πίσω από τις πιο μεγάλες πέτρες, για να μην τον δει ο δράκος. Σε αυτό τον βοηθούσε και το γεγονός ότι δε φορούσε πανοπλία να τον βαραίνει, ή να γυαλίζει στον ήλιο. Τελικά, κατάφερε να φτάσει αρκετά κοντά. Από εκείνη την απόσταση, ο δράκος φαινόταν ακόμα πιο τρομακτικός.
     Ο νέος έκανε την προσευχή του, και ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα, και φώναξε στον δράκο, όσο δυνατότερα μπορούσε:
     - Ε, δράκε! Από 'δω!
     Ο δράκος δεν τον άκουσε. Ο νέος έβαλε τα δυο του χέρια στο στόμα του σαν χωνί και ξαναφώναξε:
     - Ε, δράκε! Από 'δω!
     Τότε ο δράκος τον άκουσε, και γύρισε προς το μέρος του. Ο νέος του έριξε μια πέτρα με την σφεντόνα, που τον πέτυχε στο μουσούδι. Ο δράκος αφηνίασε και άρχισε να τον αναζητά, κάτι που δεν ήταν πολύ εύκολο, αφού τα ρούχα του νέου δεν ήταν καθόλου φανταχτερά. Ο νέος του ξανάριξε με την σφεντόνα, και αυτή τη φορά ο δράκος τον εντόπισε. 
     Βγάζοντας φωτιές από το στόμα του, άρχισε να τρέχει προς το μέρος του. Αλλά ο νέος τώρα είχε πιάσει τον καθρέφτη. Και μόλις ο δράκος έφτασε στη σωστή θέση, ο νέος του έριξε την αντανάκλαση του ήλιου στα μάτια. Το δυνατό φως τύφλωσε τον δράκο, που έχασε την ισορροπία του καθώς έτρεχε και άρχισε να πέφτει. Και όπως ήταν τεράστιος, το πέσιμό του ήταν καταστροφικό.
     Η γη τραντάχτηκε από το πέσιμο και η δόνηση έφτασε μέχρι το παλάτι του βασιλιά, που εκείνη την στιγμή έπαιρνε το γεύμα του και είδε μερικά από τα πορσελάνινά του σερβίτσια να πέφτουν κάτω και να γίνονται κομμάτια. Ο νέος εκτινάχτηκε αρκετά μέτρα πιο πέρα από εκεί που στεκόταν, και παρά τρίχα να χτυπήσει σοβαρά. Ο δράκος, όμως, είχε πάθει τη μεγαλύτερη ζημιά από όλους. Πέφτοντας, είχε σπάσει το λαιμό του. Ήταν πλέον νεκρός.
     Τα νέα έφτασαν γρήγορα στο παλάτι και ο βασιλιάς δεν μπορούσε να το πιστέψει. Πώς ήταν δυνατόν να τα είχε καταφέρει ο φτωχός τσαγκάρης; Αφού ο καθρέφτης δεν είχε δείξει κάτι.      
     Πιστεύοντας ότι ο μάγος τον είχε κοροϊδέψει, έστειλε τους ανθρώπους του να πάνε στο σπίτι του και να του ζητήσουν να έρθει στο παλάτι. Ο μάγος ήρθε, στάθηκε μπροστά στον βασιλιά και υποκλίθηκε.
     - Με ζήτησες, βασιλιά μου; είπε. Πώς μπορώ να σου φανώ χρήσιμος;
     - Με κορόιδεψες! είπε ο βασιλιάς. Ο καθρέφτης που μου χάρισες  δεν είναι αυτό που μου είπες.
     - Τι εννοείς; ρώτησε ο μάγος.
     Τότε ο βασιλιάς διηγήθηκε στον μάγο τα όσα είχαν γίνει, με κάθε λεπτομέρεια.
     - Λοιπόν; τον ρώτησε στο τέλος. Τι έχεις να πεις για όλα αυτά;
     - Δεν βλέπω τίποτα το περίεργο, είπε ο μάγος. Ο καθρέφτης έκανε αυτό ακριβώς που σου είπα.
     - Μα μου είπες ότι οι έξυπνοι φαίνονται έξυπνοι, οι φοβιτσιάρηδες φαίνονται φοβιτσιάρηδες, και οι δυνατοί φαίνονται δυνατοί...
     - Ναι, αλλά σου είπα, επίσης, ότι ο καθρέφτης δείχνει τι πιστεύει ο καθένας για τον εαυτό του. Προφανώς, λοιπόν, οι πρίγκηπες και οι ιππότες είχαν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, οπότε υπερεκτίμησαν τις δυνάμεις τους, ενώ ο φτωχός τσαγκάρης, που έβλεπε τον εαυτό του όπως ακριβώς ήταν, δεν προδόθηκε από τις αδυναμίες του. Σου το είπα, εξάλλου, ότι ο καθρέφτης λέγεται καθρέφτης του θάρρους, επειδή χρειάζεται θάρρος για να κοιταχτείς μέσα του. Δεν είναι πολλοί αυτοί που αντέχουν την πραγματική τους εικόνα. 
     Έτσι, ο βασιλιάς κατάλαβε ότι είχε υπερεκτιμήσει τον καθρέφτη και ότι καλό θα ήταν να τον κρύψει κάπου που να μην τον βλέπει κανένας, ούτε καν ο ίδιος. Επίσης κατάλαβε, ότι είχε έρθει η ώρα να παντρέψει τη μοναχοκόρη του. Και όσο κι αν δεν του άρεσε η ιδέα να κάνει γαμπρό του έναν φτωχό τσαγκάρη, η εικόνα του νεκρού, πεσμένου στην πλαγιά του βουνού δράκου, που τώρα έμοιαζε σαν να κοιμόταν, του θύμιζε ότι χωρίς εκείνον τον επίμονο, φτωχό τσαγκάρη, θα είχε μείνει, πιθανώς, χωρίς βασίλειο.

ΥΓ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

To comment or not to comment? That is the question