Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Θαυμαστής απόδρασης συνέχεια


     Τελικά, το μυστήριο λύθηκε: υπήρχε τρύπα στη σακούλα με τους γίγαντες. Μία πιο προσεκτική ματιά από όλες τις προηγούμενες απέδειξε ότι ο γίγαντας δεν δραπέτευσε μυστηριωδώς και ότι δεν επρόκειτο για τον Χουντίνι των γιγάντων. Πώς την πάτησα έτσι, ακόμα δεν μπορώ να το καταλάβω. Mea culpa.
     Όπως ήταν αναμενόμενο, ο γίγαντας επανατοποθετήθηκε στη σακούλα μαζί με τους υπόλοιπους, και η μοίρα του θα είναι να πάει στον παράδεισο του φούρνου και να γίνει πλακί. Case closed, και ζητώ συγγνώμη για την αναστάτωση.

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Θαυμαστή απόδραση


     Στη χώρα των Γιγάντων ζουν οι Γίγαντες, όπως είναι φυσικό. Και είναι πολλοί, οι Γίγαντες που ζουν στη χώρα των Γιγάντων. Και γεννιούνται, και μεγαλώνουν πολλοί μαζί, οι Γίγαντες. Και μία φιλοδοξία έχουν στη ζωή τους οι Γίγαντες: να πάνε στον Παράδεισο.
     Τώρα, βέβαια, μη φανταστείτε ότι ο Παράδεισος των Γιγάντων είναι ένας υπέροχος κήπος, όπου όλα είναι ήρεμα και όμορφα, όπου ψάλλουν οι αγγέλοι και χορεύουν τα χερουβείμ αγκαλιά με τα σεραφείμ, όχι, δεν είναι έτσι ο Παράδεισος των Γιγάντων. Ο Παράδεισος των Γιγάντων είναι ένα τεράστιο, μεταλλικό κρεβάτι, όπου οι Γίγαντες ξαπλώνουν αγκαλιά με ντοματούλες και κρεμμυδάκια, και ύστερα όλοι μαζί, αφού τακτοποιηθούν όμορφα-όμορφα στο κρεβάτι αυτό, μπαίνουν σε ένα μέρος με πολύ υψηλή θερμοκρασία και ψήνονται. Είναι λίγο περίεργος, αλήθεια, ο Παράδεισος των Γιγάντων.
     Στη χώρα των Γιγάντων, όμως, γεννήθηκε και ένας Γίγαντας αντάρτης. Όχι, εκείνος δεν ήθελε να πάει στον Παράδεισο, ήθελε να πάει στην Κόλαση.
     - Μα τι λες, αφορισμένε; τον ρωτούσαν οι φίλοι του. Τι δουλειά έχεις εσύ στην Κόλαση;
     - Την προτιμώ χίλιες φορές από τον Παράδεισο!
     - Μα είναι καλύτερο να σε φάει ένα πουλί και ύστερα να βρεθείς κάπου στην ερημιά, μόνος κι έρημος;
     - Εγώ το προτιμώ.
     - Τι περίεργες ιδέες είναι αυτές; Κάθε Γίγαντας που σέβεται τον εαυτό του ξέρει ότι ο προορισμός του είναι ο Παράδεισος...
     - Εγώ δεν τον θέλω τον Παράδεισο, δεν μου ταιριάζει! Προτιμώ χίλιες φορές τα παιδιά μου να μεγαλώσουν στην Κόλαση, μόνα τους και ελεύθερα, στην απέραντη ερημιά.
     - Και νομίζεις ότι είναι στο χέρι σου να τον αποφύγεις τον Παράδεισο;
     - Φυσικά και είναι.
     - Και πώς θα τα καταφέρεις, βρε κουτεντέ, να τον αποφύγεις, αφού θα έρθει το χέρι της Μοίρας και θα σε πάρει για να σε πάει κατευθείαν στον Παράδεισο;
     - Θα το σκάσω!
     - Ναι, σιγά μην τα καταφέρεις...
     - Θα τα καταφέρω και θα το δείτε!
     - Ναι, καλά...
     Και οι άλλοι Γίγαντες έφευγαν γελώντας, αλλά ο Γίγαντας της ιστορίας μας ήξερε πολύ καλά τι ήθελε και ήταν αποφασισμένος να το πετύχει. Στρώθηκε, λοιπόν, στη δουλειά, και μελετούσε ό,τι είχε σχέση με αποδράσεις.
     - Πώς τα πας; τον ρωτούσαν καμιά φορά για να κάνουν πλάκα.
     - Είμαι σε καλό δρόμο, απαντούσε. Σήμερα κατάφερα να το σκάσω από μέσα από μια θημωνιά.
     - Μπράβο, μπράβο, συνέχισε έτσι, του έλεγαν και πήγαιναν λίγο πιο πέρα για να γελάσουν με την ησυχία τους.
     - Πώς πάει; τον ρωτούσαν κάποια άλλη μέρα. 
     - Πολύ καλά, απαντούσε. 
     - Θα θυμάσαι, βέβαια, ότι η ώρα που θα έρθει το χέρι της Μοίρας πλησιάζει...
     - Ναι, ναι, το ξέρω, έλεγε εκείνος. Μην ανησυχείτε, όμως, θα προλάβω να είμαι έτοιμος όταν έρθει.
     Κι όμως, δεν ήταν έτοιμος όταν το χέρι της Μοίρας έφτασε. Και τον έπιασε το χέρι της Μοίρας, και τον στίβαξε μαζί με πολλούς άλλους Γίγαντες μέσα σε ένα σακί. Και έκλεισε το σακί. Και έμεινε ο Γίγαντας εκεί μέσα.
     - Λοιπόν; του είπαν οι άλλοι. Τι έχεις να πεις τώρα; Είδες ότι κανείς δεν καταφέρνει να τον αποφύγει τον Παράδεισο;
     - Εγώ θα το σκάσω, απάντησε.
     Οι άλλοι δεν του είπαν τίποτα άλλο. Ήταν φανερό ότι ο Γίγαντας δεν ήταν στα καλά του.
     Και τους έβαλαν τους Γίγαντες τους στιβαγμένους στο σακί μέσα σε ένα φορτηγό, μαζί με πολλά άλλα σακιά με Γίγαντες, και κλείσανε την πόρτα, και το φορτηγό ξεκίνησε, και ο δρόμος είχε πολλές λακούβες, και οι μισοί Γίγαντες αρρώστησαν.
     Και ύστερα τους έβγαλαν τους Γίγαντες τους στιβαγμένους στα σακιά και τους έβαλαν επάνω σε κάτι εξέδρες, το ένα σακί δίπλα στο άλλο. Και κόσμος πολύς περνούσε και κοίταζε τα σακιά. Και κάποιοι άπλωναν τα χέρια τους και έπαιρναν κάποιο σακί, και οι Γίγαντες που ήταν μέσα στο σακί αποχαιρετούσαν τους άλλους, εκείνους που έμεναν πίσω, δίνοντας ραντεβού στον Παράδεισο.
     Και ήρθε και ένα χέρι, και πήρε το σακί όπου βρισκόταν ο Γίγαντας, και η πορεία προς τον Παράδεισο ξεκίνησε. Και μόλις η Πίπη έφτασε στο σπίτι της και έβγαλε τη σακούλα με τους γίγαντες από την τσάντα με τα ψώνια, είδε με έκπληξη ότι ένας γίγαντας ήταν έξω από τη σακούλα! Μάταια έψαξε για κάποια τρύπα στη σακούλα, δεν υπήρχε καμία τρύπα. Και τότε, πώς βρέθηκε έξω εκείνος ο γίγαντας; Παραξενεύτηκε πολύ η Πίπη.
     Και οι Γίγαντες που ήταν μέσα στο σακί κοιτούσαν με ζήλεια τον Γίγαντα, που ήταν απ'έξω. Τον ζήλευαν επειδή τα είχε καταφέρει, επειδή το είχε σκάσει. Επειδή δεν τα είχε παρατήσει, αλλά είχε κυνηγήσει το όνειρό του. Και ο Γίγαντας σκεφτόταν ότι βρισκόταν πολύ κοντά στο όνειρό του, να τον φάει ένα πουλί και να βρεθεί μόνος κι έρημος σε κάποια ερημιά της Κόλασης.
     Και η Πίπη τώρα κάθεται και σκέφτεται τι να κάνει με το γίγαντα που βρέθηκε έξω από τη σακούλα: να τον κάνει πλακί μαζί με τους άλλους γίγαντες ή να τον πετάξει να τον φάει κανένα πουλί; 
     Μα πώς στο καλό βρέθηκε ο γίγαντας έξω από τη σακούλα;


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

Παρηγοριά (προσοχή: το ακόλουθο κείμενο μπορεί να αποβεί μοιραίο για τη σιλουέτα)

      Όποιος λέει ότι το φαγητό δεν είναι παρηγοριά, δεν έχει γνωριστεί με το παστίτσιο. Δεν έχει δοκιμάσει το μακαρονάκι με την τρύπα στη μέση, τον μυρωδάτο κιμά από πάνω και τη βελούδινη μπεσαμέλ, που τα σκεπάζει και τα δύο τρυφερά, σαν απαλή κουβερτούλα.
     Ούτε το ψητό στο φούρνο έχει δοκιμάσει, με τις πατατούλες του τις ξεροψημένες, που το χρώμα τους χρυσαφίζει και που λιώνουν στο στόμα. Ούτε με το σουβλάκι έχει συστηθεί, με το κρεατάκι του, την δροσερή του την ντοματούλα, το τζατζικάκι του το ωραίο, την πιτούλα γύρω-γύρω...
     Ούτε τα σουτζουκάκια ξέρει τι είναι, με το άρωμα του κίμινου το μοναδικό, την ωραία, κόκκινη σάλτσα που τα συνοδεύει, να βουτάς το ψωμάκι σου και να ευφραίνεσαι μέχρι τον έβδομο ουρανίσκο σου... Και, φυσικά, ούτε τους λαχανοντολμάδες γνωρίζει, τους τυλιγμένους ευλαβικά με τα λαχανόφυλλα, σαν νεογέννητα σε φασκιές, τους περιχυμένους με το αυγολέμονο, τι θεϊκός συνδυασμός!
     Αν του μιλήσεις για το στιφάδο, θα σε κοιτάξει σαν χάνος, αφού δεν ξέρει τι θα πει μοσχομυριστό και ροδοτηγανισμένο κρεμμυδάκι μέσα σε κόκκινη, πεντανόστιμη σάλτσα, αν του μιλήσεις για κανελλόνια με κιμά το πρόσωπό του θα γεμίσει απορία, και αν του μιλήσεις για ριζότο μανιταριών, μην περιμένεις καμία αντίδραση από μέρους του, αφού είναι πολύ πιθανό να μην ξέρει ούτε τι είναι μανιτάρι!
     Αν πεις, δε, για τα γλυκά, εκεί είναι που έχει μαύρα μεσάνυχτα! Το πληθωρικό προφιτερόλ, με τα σου του, με την κρεμώδη του σοκολάτα και με τη σαντιγύ από πάνω δεν ανήκει στην σφαίρα των γνωριμιών του, ούτε γνωρίζει ποια είναι η κρεμ μπρουλέ, με την καραμελένια υαλοσκεπή, ούτε ξέρει τι είναι ένα αφράτο σουφλέ σοκολάτας, και πως μέσα του κρύβει ένα σοκολατένιο ποταμό, και ούτε έχει γνωρίσει το καφεμυριστό τιραμισού με τη βελούδινη κρέμα του, την καλυμμένη με κακαόσκονη!
     Του μιλάς για χρυσαφένιους λουκουμάδες που γυαλίζουν από το μέλι και μοσχομυρίζουν κανέλλα, και είναι σαν να του μιλάς για ισολογισμούς εταιρειών. Του μιλάς για σοκολατόπιτα και εκείνος σκέφτεται ανισόπεδες διαβάσεις και φωτεινούς σηματοδότες. Του μιλάς για μηλόπιτα και εκείνος σκέφτεται κατασκευαστικές εταιρείες και μεσιτικά γραφεία.
       Όποιος λέει ότι το φαγητό δεν είναι παρηγοριά, δεν ξέρει τι λέει. Δεν ξέρει καν τι είναι η παρηγοριά, ίσως να μην ξέρει και τι είναι το φαγητό. Εγώ, πάντως, σε αυτήν την κατηγορία δεν ανήκω. Και αυτό το λέω έχοντας μόλις παρηγορηθεί, αφού απόλαυσα στο έπακρο σχεδόν μισό κουτί με σοκολατένια πουράκια (με μαύρη σοκολάτα, παρακαλώ).
     Σκέφτομαι, όμως, ότι ίσως δεν παρηγορήθηκα αρκετά. Ίσως να χρειαστώ επανάληψη της θεραπείας...

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Παιδική απορία

- Γιατί ο ελέφαντας έχει μία προβοσκίδα; ρώτησε ο μικρός Γιωργάκης τη μαμά του.
     - Επειδή αν είχε χίλιες θα μπερδεύονταν μεταξύ τους, του απάντησα εγώ, καθώς η μαμά του δεν είχε καμία απάντηση πρόχειρη.
     Δεν ξέρω αν ο μικρός ικανοποιήθηκε, πάντως δεν επανέλαβε την ερώτηση, και εγώ συμπέρανα ότι είχα δώσει μια ικανοποιητική και προπάντων λογική απάντηση, παρ'όλο που δεν είχα ιδέα γιατί ο ελέφαντας έχει μία προβοσκίδα και όχι περισσότερες. 
     Όμως, ήταν μοιραίο η ερώτηση αυτή του μικρού Γιωργάκη να καρφωθεί στο μυαλό μου και να μου το τριβελίζει κάθε τρεις και λίγο από τότε. Και δεν είναι και λίγος ο καιρός. Δυο χρόνια και βάλε.
     Γιατί, λοιπόν, οι ελέφαντες να μην έχουν δύο προβοσκίδες, για παράδειγμα; Δεν θα τους ήταν πιο εύκολο να ξεριζώνουν δέντρα, να πιάνουν το φαγητό τους, να τρώνε, να κάνουν το μπάνιο τους; Ή, θα μπορούσαν επίσης να έχουν τρία αυτιά, για ήχο ντόλμπι σαράουντ. Εγώ, πάντως, για να είμαι ειλικρινής, αρκετές φορές έχω σκεφτεί ότι θα μου ήταν χρήσιμο ένα τρίτο χέρι. Άρα, γιατί να μην έχουν δύο προβοσκίδες οι ελέφαντες;
     Μέσα στην ντουλάπα μου έχω ένα γκρίζο, γούνινο ελεφαντάκι. Είναι ο φίλος μου, ο Μπίμπο και τον έχω από μικρή. Ο Μπίμπο έχει ένα κουδουνάκι στην άκρη της προβοσκίδας του, την οποία εγώ του την έχω χαλάσει, με αποτέλεσμα να κρέμεται σαν ψόφια, ενώ όταν τον απέκτησα ήταν στητή και καμαρωτή. Ήθελα, βλέπετε, να παραστήσω ότι ο Μπίμπο ήταν ζωντανός ελέφαντας.
     Παρ'όλο που του έκανα αυτήν τη ζημιά, ο Μπίμπο έχει πολύ καλό χαρακτήρα και δεν μου κρατάει κακία για τη χαλασμένη του προβοσκίδα. Μου μιλάει ακόμα. Ναι, ξέρω, τώρα θα γελάτε, αλλά σιγά μη δεν έχετε κι εσείς φίλους σαν τον Μπίμπο!
     Καθώς, λοιπόν, το θέμα του ελέφαντα που δεν έχει μόνο μια προβοσκίδα με απασχολούσε πολύ τελευταία, άνοιξα την ντουλάπα μου για να πω τους προβληματισμούς μου στον Μπίμπο. Και εκείνος, αφού με άκουσε προσεκτικά με τα μεγάλα αυτιά του, με κάλεσε να μπω μέσα στην ντουλάπα!
     - Έχω κάτι να σου δείξω, μου είπε.
     Φυσικά και έκανα αυτό που μου είπε ο φίλος μου, αφού ήθελα να δω τι είχε να μου δείξει. Δεν πρόλαβα, λοιπόν, καλά-καλά να μπω στην ντουλάπα, και η πλάτη της άνοιξε, αποκαλύπτοντας ένα δωμάτιο, όπου μέσα βρισκόταν ένας κανονικός ελέφαντας! Δηλαδή, όχι και τόσο κανονικός: ήταν ένας ελέφαντας με δύο προβοσκίδες!
     Όπως είναι λογικό, έμεινα έκθαμβη και τον κοίταζα σαν χαζή, χωρίς να σκέφτομαι πώς βρέθηκε εκείνο το δωμάτιο πίσω από την πλάτη της ντουλάπας μου, ή τι δουλειά είχε ένας ζωντανός ελέφαντας εκεί. Το μόνο που κοιτούσα ήταν οι δύο του προβοσκίδες και τίποτα άλλο.
     - Γεια σου, μου είπε.
     - Γεια σου, του είπα, και δεν μου έκανε εντύπωση ούτε ότι μιλούσε.
     - Τι με κοιτάς έτσι; με ρώτησε. Δεν έχεις ξαναδεί ποτέ σου ελέφαντα;
     Τώρα, τι να του έλεγα; Αποφάσισα να είμαι ειλικρινής.
     - Ελέφαντα έχω ξαναδεί, του είπα, αλλά ελέφαντα με δύο προβοσκίδες δεν έχω ξαναδεί.
     - Ε, τι να κάνουμε; είπε και σήκωσε τους ώμους. Υπάρχουμε και εμείς, οι ελέφαντες με τις δύο προβοσκίδες...
     - Ώστε υπάρχουν κι άλλοι;
     - Ουουου, υπάρχουν πάρα πολλοί!
     Από το μυαλό μου περνούσαν εικόνες με ελέφαντες πιασμένους προβοσκίδα με προβοσκίδα, να περπατάνε χαρωπά...
     - Α, είπε, ο ελέφαντας, κατάλαβα... Εσύ έχεις δει μόνο τους άλλους, τους τυχερούς...
     - Τους ποιους; 
     - Τους τυχερούς... αυτούς με τη μία προβοσκίδα!
     - Μα γιατί το λες αυτό; ρώτησα. Δεν είναι καλύτερα να έχεις δύο προβοσκίδες αντί για μία;
     Ο ελέφαντας αναστέναξε και ξεφύσηξε και από τις δύο προβοσκίδες.
     - Αν ήξερες πόσο εύχομαι να είχα μόνο μία προβοσκίδα!
     - Μα γιατί;
     - Για τον απλούστατο λόγο ότι είμαι αριστεροπροβόσκιδος!
     - Τι είσαι;
     - Αριστεροπροβόσκιδος!
     - Πρώτη μου φορά το ακούω αυτό.
     - Ε, λοιπόν, άκου: οι περισσότεροι ελέφαντες είναι δεξιοπροβόσκιδοι. Δε-ξι-ο-προ-βό-σκι-δοι, συλλάβισε για να καταλάβω, σαν να ήμουν διανοητικά καθυστερημένη.
     - Ε, και;
     - Τι "και"; Αφού οι περισσότεροι είναι δεξιοπροβόσκιδοι, ο κόσμος έγινε με βάση εκείνους, και όποιος είναι αριστεροπροβόσκιδος αντιμετωπίζει πρόβλημα.
     Και άρχισε, με δάκρυα στα μάτια, και ρουφώντας πότε τη μία πότε την άλλη προβοσκίδα, να μου διηγείται το δράμα του, όταν, μικρό ελεφαντάκι ακόμα, πήγαινε να πιάσει την ουρά της μαμάς του και άπλωνε με λαχτάρα την αριστερή του προβοσκιδούλα και τότε εκείνη του έριχνε μία προβοσκιδιά, μα μία προβοσκιδιά!  Ύστερα του έλεγε να πιάσει την ουρά της με τη δεξιά του προβοσκίδα σαν όλα τα καλά ελεφαντάκια, αλλά εκείνο δεν μπορούσε καλά με τη δεξιά προβοσκίδα και του γλιστρούσε η ουρά της μαμάς του και ξέμενε πίσω, μακριά από τη μαμά του και από ολόκληρο το κοπάδι, που ύστερα το κορόιδευαν και από πάνω!
     Σπάραξε η καρδιά μου με την δραματική παιδική του ηλικία, αλλά εκεί που πραγματικά τον λυπήθηκα ήταν όταν άρχισε να μου διηγείται τα παθήματα της ενήλικής του ζωής. Βλέπετε, στον κόσμο των ελεφάντων (με τις δύο προβοσκίδες) υπάρχει συγκεκριμένο σαβουάρ βιβρ. Δεν μπορεί ο καθένας να χρησιμοποιεί όποια προβοσκίδα του καπνίσει. Όταν, για παράδειγμα, ένας ελέφαντας θέλει να ξεριζώσει ένα δέντρο, πρώτα αγκαλιάζει τον κορμό με τη δεξιά προβοσκίδα, και ύστερα με την αριστερή, και όχι ανάποδα, όπως το έκανε εκείνος. Και το μπάνιο τους, και το αμμόλουτρό τους, με τη δεξιά προβοσκίδα το κάνουν οι ελέφαντες, και όταν τον έβλεπαν να χρησιμοποιεί την αριστερή, τον κορόιδευαν τόσο, που ο καημένος βουτούσε ολόκληρος σε όποια μεγάλη λακούβα με νερό έβρισκε, κρατώντας έξω από το νερό μόνο την αριστερή του προβοσκίδα για να ανασαίνει, δίνοντας έτσι λαβή για περαιτέρω σχόλια.
     Και με τις ελεφαντίνες είχε μεγάλη ατυχία, επειδή κάθε φορά που πήγαινε να πλησιάσει μία ελεφαντίνα, κρατώντας ένα λουλουδάκι για να της προσφέρει, ξεχνιόταν και της το πρόσφερε με την αριστερή προβοσκίδα, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο - για να μην πω προσβλητικό - στον κόσμο των ελεφάντων. Και η ελεφαντίνα, προσβεβλημένη όσο δεν έπαιρνε, του έριχνε μια προβοσκιδιά (με τη δεξιά της προβοσκίδα, φυσικά) και έφευγε χωρίς ούτε καν να τον χαιρετήσει!
     - Καταλαβαίνεις τώρα, μου είπε, γιατί θα προτιμούσα να είχα μία προβοσκίδα; Με μία προβοσκίδα δεν θα υπήρχε επιλογή. Οι ελέφαντες που έχουν μόνο μία προβοσκίδα χρησιμοποιούν μόνο αυτήν και καμία άλλη. Έτσι δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ελεφάντων και είναι όλοι το ίδιο. Κανένας ελέφαντας με μία προβοσκίδα δεν έχει υποστεί την κοροϊδία που έχω υποστεί εγώ.
     Και φύσηξε την προβοσκίδα του - την αριστερή, φυσικά.
     Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο. Πήγα να δω ποιος ήταν, αλλά δεν ήταν κανένας γνωστός. Επιπλέον, το κουδούνισμα σταμάτησε προτού προλάβω να απαντήσω. Επέστρεψα στην ντουλάπα. Ο Μπίμπο ήταν μόνος του και πάλι.
     - Πού είναι ο ελέφαντας με τις δύο προβοσκίδες; τον ρώτησα.
     Σήκωσε τους ώμους του με απορία.
     - Μα πού πήγε το δωμάτιο που ήταν πίσω από την πλάτη της ντουλάπας;
     Και το δωμάτιο είχε εξαφανιστεί. Μάταια έψαξα για κάποιο μαγικό κουμπί που θα άνοιγε ξανά την πλάτη της ντουλάπας. Μάταια κόλλησα το αυτί μου για να ακούσω πίσω από την ντουλάπα. Το δωμάτιο με τον ελέφαντα είχε εξαφανιστεί, ήταν σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.
     Κι όμως, εγώ το ξέρω πως υπάρχει, όπως ξέρω πως υπάρχουν και ελέφαντες με δύο προβοσκίδες. Όπως ξέρω ότι μου αρέσει η σοκολάτα. Υπάρχει, σε ένα παράλληλο σύμπαν διπροβόσκιδων ελεφάντων, όπου υπερτερούν σαφώς οι δεξιοπροβόσκιδοι, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα εχθρικό περιβάλλον για όλους εκείνους που ξεφεύγουν από τον κανόνα.
     Και επίσης ξέρω ότι αν ο μικρός Γιωργάκης ρωτούσε τώρα τη μητέρα του γιατί οι ελέφαντες έχουν μία προβοσκίδα, εγώ πάλι δεν θα ήξερα να του απαντήσω. Θα ήξερα, πάντως, να του απαντήσω γιατί δεν είναι καλή ιδέα οι ελέφαντες με τις δύο προβοσκίδες.