Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Ρέκβιεμ


     
   
       - Θα πάμε εκδρομή! Θα πάμε εκδρομή! φώναξαν όλο χαρά οι νεροσταλίτσες.
     - Δεν κάθεστε καλύτερα, πού να τρέχετε με τέτοιο καιρό, είσαστε και μικρές ακόμα... διαμαρτυρήθηκε η μαμά τους, η νεφέλη.
     - Όχι, θα πάμε τώρα! Και δεν είμαστε τόσο μικρές, πολλές από τις φίλες μας έχουν ήδη ταξιδέψει.
     - Ναι, αλλά ήταν πιο μεγάλες.
     - Καθόλου πιο μεγάλες δεν ήταν, για θυμήσου, ίδια ηλικία είχαμε.
     - Ε, τέλος πάντων, και πού λέτε να πάτε εκδρομή;
     - Θα πάμε να δούμε τη γη...
     - Τη γη; Είστε τρελλές; Ω, Θεέ μου, τι έπαθα η δόλια η μάνα! Βρε, τι δουλειά έχετε εσείς στη γη, κοριτσάκια είστε ακόμα, προχθές ακόμα ήσαστε ατμός!...
     - Μαμά, μην επιμένεις, εμείς θα πάμε στη γη, το αποφασίσαμε!
     - Βρε νιάνιαρα, τι αποφασίσατε που ακόμα δεν ξέρετε πόσο κάνει ένα και ένα;
     - Δύο κάνει και μην προσπαθείς να μας εμποδίσεις, θα πάμε, θα πάμε, θα πάμε!
     - Πω, πω, μου πήρατε το κεφάλι με τις φωνές σας! Βρε, είναι μακριά η γη, θα κουραστείτε...
     - Δεν είναι και τόσο μακριά, αφού την βλέπουμε μια χαρά από εδώ!
     - Αφού την βλέπετε, τότε, δεν χρειάζεται να πάτε να τη δείτε και από κοντά!
     - Εμείς θα πάμε και σταμάτα να γκρινιάζεις!
     - Βρε, η γη είναι χαμηλά και θα πέσετε και θα χτυπήσετε, δεν σας κάνει εντύπωση που καμία φίλη σας δεν γύρισε πίσω;
     - Θα προσέχουμε.
     - Άμυαλα νιάτα! αναστέναξε η νεφέλη.
     - Σκουριασμένα μυαλά! είπαν οι νεροσταλίτσες.
     - Καλά, είπε στο τέλος η νεφέλη, εντάξει, να πάτε, αλλά δεν μπορείτε να πάτε έτσι, θα χτυπήσετε. Περιμένετε λίγο...
     Και μια και δυο φώναξε τον ξάδερφό της, τον Βοριά. Του εξήγησε τι ήθελαν να κάνουν οι νεροσταλίδες και τον παρακάλεσε να τις προστατέψει.
     - Μην ανησυχείς καθόλου, ξαδέρφη, είπε εκείνος.
     Και βάλθηκε να φυσάει τόσο δυνατά, που ο αέρας στη γη πάγωσε.
     - Τώρα μπορείτε να πηγαίνετε την εκδρομή σας, αλλά προσεκτικά, έτσι; είπε η ανήσυχη μαμά στα ανυπόμονα να φύγουν παιδάκια της.
     - Εντάξει, μαμά, είπαν εκείνα καθώς έφευγαν.
     Και άρχισαν να κατεβαίνουν με φόρα, μέχρι που έφτασαν στον παγωμένο αέρα. Και τότε έγινε ένα θαύμα: όλες οι νεροσταλίδες απόκτησαν ένα άσπρο, αφράτο πανωφόρι και έγιναν πολύ ελαφριές, σχεδόν όσο ο αέρας.
     - Α, τι ωραία! είπαν. Τώρα δεν κινδυνεύουμε να χτυπήσουμε, καθώς πέφτουμε. Θα δούμε τη γη χωρίς να χτυπήσουμε καθόλου. 
     Και όρμησαν με νέο κέφι για να εξερευνήσουν τη γη. Όμως ο άνεμος συνέχιζε να φυσάει και οι νεροσταλίδες χωρίστηκαν, άλλες από εδώ και άλλες από εκεί. Και κάποιες ήταν πολύ τυχερές και έπεσαν απαλά-απαλά πάνω σε χορταράκια μυρωδάτα, άλλες ήταν λιγότερο τυχερές και έπεσαν επάνω σε πλάκες πεζοδρομίου και σε ταράτσες πολυκατοικιών, ενώ κάποιες άλλες συνέχισαν να χορεύουν σαν τρελλές από τη χαρά τους και από τον άνεμο που φυσούσε, και φυσούσε και φυσούσε... 
     Όμως υπήρξαν και κάποιες ακόμα, κάποιες πολύ πιο άτυχες, που όπως χόρευαν παρασυρμένες από τον παγωμένο άνεμο συγκρούστηκαν μετωπικά με ένα παρμπρίζ. Είδα πολλές από αυτές σήμερα το απόγευμα που έπεφταν, με τα αφράτα, λευκά πανωφόρια τους, επάνω στο παρμπρίζ του λεωφορείου, αφήνοντας την τελευταία τους πνοή, χάνοντας το λευκό τους πανωφόρι και κυλώντας αργά-αργά προς τα κάτω.
     Ας είναι τρυφερός ο υαλοκαθαριστήρας που τις σκουπίζει...

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

Στα καλά καθούμενα



     Τι ήταν αυτό που έπαθε στα ξαφνικά η Πίπη! Εκεί που βολτάριζε στη Χώρα των θαυμάτων και διάβαζε για της Βανίλιας τα καμώματα, και ενώ έτρωγε ένα κεσεδάκι γιαούρτι – πρόβειο, παρακαλώ – παρά τρίχα να πνιγεί! Λίγο ακόμα και θα κατάπινε το γιαούρτι μαζί με το κουταλάκι! Τι ήταν αυτό; Βραβείο; Από την Βανίλια; Α, μα δεν είναι δυνατόν!
     Από την άλλη, βέβαια, της λύθηκε η απορία, τι τάχα λαμπύριζε τις προάλλες – τι τα’θελες κι εσύ τα στρας και τα διαμάντια στο φόρεμα, βρε Βανίλια; – αλλά τι να το κάνεις, που τώρα θα έπρεπε να παραλάβει και βραβείο;
     Για όσους δεν την ξέρουν, στην Πίπη δεν αρέσει να δίνει συνεντεύξεις, κι αν η Βανίλια περιμένει απαντήσεις σώθηκε. Γι’αυτό και εγώ, επειδή πολύ τη λυπήθηκα τη Βανίλια, που θα έμενε με όλες τις απορίες της αναπάντητες, αποφάσισα να την πάρω εγώ τη συνέντευξη από την Πίπη, που έχω και κάποιο θάρρος.
      Πήγα, λοιπόν, και την επισκέφτηκα στη Χώρα του διαμερίσματος. Δεν με περίμενε, φυσικά.
     - Α, εσύ; μου είπε. Τι θέλεις;
     - Δεν ξέρω αν το έμαθες, της απάντησα, αλλά κέρδισες κάποιο βραβείο...
     - Φυσικά και το έμαθα, τι έγινε λοιπόν, τώρα θα πρέπει και εγώ να ραφτώ σαν τη Βανίλια και να δίνω πρενς κόνφερανς;
     - Δεν είναι απαραίτητο, μπορείς και να μην κάνεις τίποτα από όλα αυτά.
     - Ωραία, τότε, θα παραλάβω το βραβείο στη Χώρα του διαμερίσματος, ντυμένη με τη φόρμα μου, και... δε νομίζω να πειράζει που έχω ασυγύριστα, ε;
     - Όχι, γιατί να πειράζει;
     - ...αν και δε μου φαίνεται και πολύ αδιάβλητος ο τρόπος χορήγησης του συγκεκριμένου βραβείου... Να δεις που η Βανίλια μου το έδωσε επειδή της έκανα κάποτε δώρο ένα ιπποποταμάκι. Πού να το φανταστώ, η δόλια, ότι θα είχε τρέλλα με τα ζώα; Τι ήθελα και εγώ να πρωτοτυπήσω; Ας της έπαιρνα σοκολατάκια!
     - Θα ήθελε, λέει, να σε γνωρίσει καλύτερα...
     - Αλήθεια; Εμένα μου φαίνεται ότι θέλει να της στείλω και ένα σκιουράκι...
     - Γιατί θα έπρεπε να αμφιβάλλεις για τις προθέσεις της;
     - ... ή ένα γαϊδουράκι. Δεν αμφιβάλλω για τις προθέσεις της, απλώς αναρωτιέμαι... Και πώς νομίζει ότι θα με γνωρίσει καλύτερα;
     - Έχω εδώ κάποιες ερωτήσεις...
     - Να τες και οι ερωτήσεις! Είπα, δεν δίνω συνεντεύξεις!
     - Δεν είναι πολλές, μόνο οκτώ...
     - Οκτώ; Με σκοτώνεις!
     - Όχι δα! 
     - Άμα σου λέω!
     - Δεν έχεις δίκιο, οκτώ ερωτήσεις δεν είναι πολλές... και είναι και εύκολες!
     - Και θα με αφήσεις ήσυχη ύστερα;
     - Το υπόσχομαι.
     - Άντε να δούμε...
     - Να ξεκινήσω δηλαδή;
     - Άντε, ξεκίνα, να τελειώνουμε κάποια στιγμή...
     - Λοιπόν, ερώτηση πρώτη: Πείτε μας τι σας ενθουσιάζει...
     - Πρώτα-πρώτα, δεν σου επιτρέπω να μου μιλάς στον πληθυντικό, ποια νομίζεις ότι είσαι;
     - Συγγνώμη...
     - Μάθαμε όλοι τον πληθυντικό ευγενείας και τον χρησιμοποιούμε παντού... Λίγο θέλω για να διακόψω τη συνέντευξη, κανόνισε την πορεία σου.
     - Εντάξει, θα προσέχω. Λοιπόν, τι σε ενθουσιάζει;
     - Η δημιουργία. Μου αρέσει όταν από το τίποτα μπορείς να φτιάξεις κάτι.
     - Γιατί πιστεύετε, χμ, πιστεύεις ότι τα σχόλια και η επικοινωνία βοηθούν τους bloggers και με ποιο τρόπο;
     - Ε, μα τώρα, είναι ερώτηση αυτή; Θα φάω τις κοτσίδες μου!
     - Μα γιατί;
     - Χρειάζεται και ρώτημα; Τα σχόλια και η επικοινωνία βοηθούν όπως βοηθάει ο διάλογος και η ανταλλαγή απόψεων και στην "πραγματική" ζωή. Η επικοινωνία δίνει ιδέες, προτείνει νέες γωνίες θέασης του κόσμου και της ζωής, εμπλουτίζει τον πνευματικό μας κόσμο. Προσωπικά, έχω εμπνευστεί πολλές φορές από κάποια κουβέντα ενός φίλου.
     - Για ποια πράγματα μιλάτε - μιλάς, στο blog σου;
     - Εσύ το πας φιρί-φιρί να με εκνευρίσεις!
     - Μα γιατί;
     - Βρε, εγώ γράφω στο μπλογκ ή εσύ, που έχεις κάνει τη ζωή μου μυθιστόρημα και δεν ξέρω κάθε φορά αν ζω ή αν το φαντάζομαι;
     - Ναι, αλλά εσύ το πήρες το βραβείο!
     - Ωραία, λοιπόν, αφού πρέπει να απαντήσω θα πω ότι γενικά προσπαθώ να διατηρήσω έναν εύθυμο τόνο στο μπλογκ. Γράφω για πράγματα που βλέπω, που ακούω, που νιώθω, προσπαθώντας πάντα να τα παρουσιάσω με έναν τρόπο εναλλακτικό, που είναι μια πραγματική πρόκληση για εμένα. Σε κάλυψα;
     - Ναι, φυσικά. Πάμε τώρα στην τέταρτη ερώτηση: Πώς φαντάζεστε - φαντάζεσαι το blog σου σε δύο χρόνια; Τι θα ήθελες να δεις να μεγαλώνει ή να αλλάζει και με ποιο τρόπο;
     - Το φαντάζομαι λιγότερο ενοχλητικό...
     - Δηλαδή;
     - Ασχολήσου και με κανέναν άλλον, βρε αδερφέ! Κάθε τρεις και λίγο, η Πίπη αυτό, η Πίπη εκείνο, η Πίπη το άλλο... Λίγη διακριτικότητα, επιτέλους! Όταν το ξεκίνησες, το ξεκίνησες από περιέργεια, εντάξει, έγραφες μερικές σκέψεις από εδώ, μερικές από εκεί, καμιά αστεία ιστορία, όλα μια χαρά. Ύστερα με ανακάλυψες και από τότε δεν με έχεις αφήσει σε χλωρό κλαρί! Το παρατήρησες, φαντάζομαι, ότι έχουν αυξηθεί οι αναρτήσεις σου σε τρίτο πρόσωπο...
     - Πιο αργά, δεν σε προλαβαίνω... Ναι, το ξέρω, έχουν αυξηθεί οι αναρτήσεις που σε έχουν για θέμα, αλλά δεν είναι αυτό πιο διασκεδαστικό;
     - Πιο διασκεδαστικό; Από τι και για ποιον;
     - ...Μάλιστα. Πάντως κάποιοι διασκεδάζουν με τις ιστορίες του μπλογκ...
     - Αυτό είναι το μόνο ευχάριστο. Αν, λοιπόν, κάτι θα έπρεπε να θέλεις για το μπλογκ, είναι να συνεχίσεις να έχεις ιδέες.
     - ... να συνεχίσω να έχω ιδέες. Εντάξει, το έγραψα.
     - Πάμε στην επόμενη ερώτηση τώρα, που πήρα φόρα.
     - Τι είναι αυτό που κάνεις καλύτερα;
     - Όπως ξέρεις, υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που κάνω καλά, και άλλα τόσα που τα κάνω χάλια. Νομίζω, όμως, στάσου να συγκεντρωθώ, ναι, είμαι σχεδόν σίγουρη ότι αυτό που κάνω καλύτερα είναι να μην κάνω τίποτα. Και μη νομίζεις ότι το να μην κάνεις τίποτα είναι εύκολο... Καθόλου εύκολο δεν είναι, θέλει τέχνη. Και αυτήν την τέχνη έχω αποφασίσει να τη μάθω.
     - Ενδιαφέρον... Πόσο χρόνο αφιερώνεις στο μπλογκ σου;
     - Άντε πάλι... το μπλογκ είναι δικό σου, όχι δικό μου! Τέλος πάντων, αν θα έπρεπε να απαντήσω για εσένα σε αυτήν την ερώτηση θα έλεγα ότι γράφεις πάνω-κάτω τέσσερις φορές το μήνα και ότι αφιερώνεις περισσότερο χρόνο να διαβάζεις μπλογκ παρά να γράφεις, έτσι δεν είναι;
     - Αλήθεια είναι αυτό.
     - Επίσης, πρέπει να πω ότι πολλές ιστορίες τις γράφεις μια κι έξω, και κυρίως αυτές που έχουν να κάνουν με το άτομό μου, αλλά υπάρχουν και ιστορίες που τις δουλεύεις πρώτα στο μυαλό σου μέχρι να "ωριμάσουν". Τελειώσαμε τώρα;
     - Όχι ακόμα, κοντεύουμε... Πώς γεννιούνται οι αναρτήσεις σου;
     - Εσύ θα μου πεις, αφού εσύ τις γράφεις! Δεν πιστεύω να πεις ότι τις φέρνει ο πελαργός, όπως είπε η Βανίλια, όλος ο κόσμος ξέρει ότι οι πελαργοί φέρνουν μωρά και όχι αναρτήσεις...
     - Ναι, επάνω σε αυτό πρέπει να μάθεις κάτι για τα μωρά και τον πελαργό...
     - Παίξ'το μας και έξυπνη τώρα! Να σου θυμίσω την ανάρτηση με τίτλο "Προτεραιότητα στον πελάτη";
     - Τέλος πάντων, αν πρέπει να απαντήσω εγώ...
     - Γιατί, ποιος άλλος θα έπρεπε να απαντήσει;
     - ... θα πω ότι οι αναρτήσεις μπορούν να γεννηθούν από το ο,τιδήποτε, από μία εικόνα, από μία λέξη, από μία κατάσταση... Καλοδεχούμενες από όπου κι αν έρχονται!
     - Ναι, καλά...
     - Και φτάσαμε στην τελευταία ερώτηση...
     - Επιτέλους!
     - Θέλω να ακούσω τις ευχές σου για τον αναγνώστη.
     - Ποιον αναγνώστη; Έναν αναγνώστη μόνο έχεις, βρε άχρηστη, που με έχεις ξεφωνίσει στα πέρατα της Οικουμένης;
     - Δεν με κατάλαβες, όταν λέω "αναγνώστη" εννοώ όλους τους αναγνώστες.
     - Όλους-όλους;
     - Όλους-όλους.
     - Ε, αν είναι για όλους-όλους... Αν και, εδώ που τα λέμε, εγώ δεν νιώθω ότι έχω αναγνώστες, παρατηρητές της ζωής μου έχω, ανάθεμά σε, που σε λίγο δεν θα έχω μούτρα να κυκλοφορήσω...
     - Στο θέμα μας...
     - Στο θέμα μας, εντάξει. Στους δικούς σου αναγνώστες, που βρέθηκαν στα μέρη της Γλωσσοπάθειας από λάθος, όντες υγιείς, εύχομαι περαστικά.
     - Δεν ντρέπεσαι!
     - Ντρέπομαι, αλλά αυτό δεν βοηθάει. Καλύτερα θα ήταν να τους ευχαριστούσες που κάνουν τον κόπο και διαβάζουν τις ιστορίες σου.
     - Μα τους ευχαριστώ, εννοείται!
     - Όσο για τους αναγνώστες γενικά, εγώ τους εύχομαι να βρίσκουν πάντα απολαυστικά κείμενα να διαβάζουν. Διότι, τι είναι ο αναγνώστης χωρίς το ανάγνωσμα;
     - Καλό!
     - Σου άρεσε; Εμ, τέτοια ξεφτιλισμένη είσαι, που περιμένεις από εμένα να απαντήσω τις ερωτήσεις που θα έπρεπε κανονικά να απαντήσεις εσύ.
     - Μα...
     - Δεν θέλω κουβέντα παραπάνω! Αρκετά με τις ερωτήσεις, κουράστηκα. Και τώρα θα πρέπει να ξεσκονίσω για να βάλω και το βραβείο στο ράφι, ωραία τα κατάφερες!
     Και λέγοντας αυτά, η Πίπη πετάχτηκε όρθια και μου έκανε νόημα να σηκωθώ κι εγώ. Υπάκουσα, φυσικά. Δεν είναι να της πηγαίνεις κόντρα της Πίπης όταν είναι αποφασισμένη για κάτι.
     - Χαιρετίσματα στον Πιγκουίνο και στον Φονικό Κούνελο! μου φώναξε καθώς έφευγα. Είναι και οι δυο τους εξαιρετικοί τύποι και τα μπλογκ τους είναι υπέροχα!
     Άρχισα να απομακρύνομαι από τη Χώρα του διαμερίσματος ενώ ο ήλιος έδυε. Φτηνά την γλίτωσα. Τώρα, το τι θα καταλάβει η Βανίλια για την Πίπη, δικό της θέμα. Εγώ, μια φορά, άλλη συνέντευξη από την Πίπη δεν παίρνω.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Κάπου, κάποτε


     Και τελικά, το είπαν και έγινε: τα ζώα έκαναν εκλογές. Και το λιοντάρι τα βρήκε σκούρα στον προεκλογικό του αγώνα. 
     - Σας εγγυώμαι μια καλύτερη ζωή, είπε στην προεκλογική του ομιλία.
     - Και γιατί δεν μας την έδωσες πριν; τον ρώτησαν εκείνα.
     - Μα δεν το είχα καταλάβει ότι είχατε πρόβλημα, απάντησε.
     - Εμ, βέβαια, πού να το καταλάβεις, έτσι ξαπλωμένος που ήσουν όλη μέρα, να χτενίζεις τη χαίτη σου και να μασουλάς τα ζαρκαδάκια που σου έφερναν οι λέαινες της αγέλης σου.
     - Ναι, αλλά τώρα ξέρω, θα δείτε, θα είμαι καλός...
     - Ό,τι και να κάνεις, αετός δεν είσαι, του απάντησαν και τον αποστόμωσαν, αφού αυτή ήταν η αλήθεια: αετός δεν ήταν.
     Και δεν φταίει μόνο που δεν ήταν αετός, ήταν και που ο αετός είχε βάλει και εκείνος υποψηφιότητα, και τα πράγματα για το λιοντάρι δυσκόλευαν πολύ.
     - Ελάτε να πετάξουμε όλοι μαζί σε μια καλύτερη ζωή! είχε πει ο αετός στη δική του προεκλογική ομιλία, και τα ζώα πολύ θα το ήθελαν να πετάξουν.
     Το λιοντάρι δεν ήξερε πώς να τον αντιμετωπίσει τον αετό.
     - Μην τον ακούτε τον αετό, άρχισε να φωνάζει, δεν ξέρει τι λέει!
     - Μα με εκείνον θα πετάξουμε!
     - Αν τον εκλέξετε θα κάνετε το μεγαλύτερο λάθος της ζωής σας!
     - Γιατί το λες αυτό;
     - Ακούστε με, ξέρω τι σας λέω, αυτός δεν ξέρει πού πάνε τα τέσσερα, εγώ έχω εμπειρία, ξέρω...
     - Ναι, το είδαμε τι ξέρεις!
     - Αν τον εκλέξετε, δεν θα βρίσκετε φαγητό!
     - Μη λες βλακείες!
     - Θα βρέχει κάθε μέρα!
     - Αχ, ωραία! φώναξαν τα σαλιγκάρια.
     - Θα σπάνε τα αυγά σας, είπε στα πουλιά.
     - Θα προσέχουμε.
     - Θα σας πέσει το τρίχωμα, τα δόντια και η ουρά.
     - Μα δεν έχουμε τρίχωμα, ούτε δόντια, είπαν τα πουλιά, ενώ τα άλλα ζώα αλληλοκοιτάζονταν ανήσυχα.
     - Θα σας πέσουν και τα φτερά.
     - Καλά, για τα φτερά δεν μας πολυνοιάζει, είπαν τα ζώα.
     - Θα έχει μόνο νύχτα.
     - Επιτέλους! είπαν οι κουκουβάγιες, οι νυχτερίδες και οι τυφλοπόντικες.
     - Θα πλημμυρίσει η γη με νερό!
     - Θα έχουμε άφθονο νερό να πιούμε, άσε που θα βρίσκουμε να τρώμε και ψάρια...
     Είδε κι απόειδε το λιοντάρι, του τελείωσαν τα επιχειρήματα.
     Και ήρθε η μέρα των εκλογών, και αυτό που φοβόταν το λιοντάρι έγινε: τις εκλογές τις κέρδισε ο αετός, που το γιόρτασε κάνοντας κύκλους ψηλά στον ουρανό. Και έφυγε το λιοντάρι από τον θρόνο και κάθησε στον θρόνο ο αετός.
     Ωραία ήταν όλα και όλοι έλεγαν "επιτέλους, έφυγε το λιοντάρι, που μας είχε ρημάξει τη ζωή", αλλά... πότε θα πετούσαν επιτέλους;
     Περίμεναν μια μέρα, περίμεναν δύο, μία βδομάδα, τρεις βδομάδες, έναν μήνα, δυο μήνες... Κάτι μάλλον δεν πήγαινε καλά. Πήγαν, λοιπόν, και βρήκαν τον αετό.
     - Τι τρέχει; τους ρώτησε.
     - Μας υποσχέθηκες ότι θα πετούσαμε, του απάντησαν.
     - Ε, και γιατί δεν πετάτε;
     - Μα πώς θα πετάξουμε;
     - Τι ερωτήσεις είναι αυτές; Να, έτσι! είπε και πέταξε στον αέρα με ταχύτητα και μαεστρία.
     Μόνο μερικά πουλιά πέταξαν, αλλά εκείνα, εντάξει, πετούσαν και πριν.
     - Μα δεν είναι δύσκολο, είπε ο αετός. Απλώς, ανοίξτε τα φτερά σας και κουνήστε τα πάνω-κάτω.
     Τα ζώα αλληλοκοιτάχτηκαν με απορία.
     - Πού είναι τα φτερά μου; αναρωτήθηκε η αρκούδα.
     - Δηλαδή, έχω φτερά και δεν το ήξερα; ρώτησε ο σκαντζόχοιρος.
     - Μαμά, έχω κι εγώ φτερά; ρώτησε και ένα κουνελάκι τη μαμά του.
     - Ελάτε, λοιπόν, είπε ο αετός, πάμε όλοι μαζί: πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, με δύναμη και ταχύτητα...
     Άρχισαν, λοιπόν, και τα ζώα να κουνάνε πάνω-κάτω τα μπροστινά τους πόδια, αφού κάτι άλλο δεν είχαν επάνω τους, αλλά μάταια. Ύστερα από λίγο ήταν όλα λαχανιασμένα και ιδρωμένα και κανένα τους δεν είχε καταφέρει να πετάξει, ούτε τόσο δα.
     - Μα δεν καταλαβαίνω, είπε ο αετός, τι πρόβλημα υπάρχει;
     - Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να πετάξουμε! φώναξαν όλα μαζί τα ζώα. Μας κορόιδεψες!
     Ο αετός στενοχωρήθηκε πραγματικά. Ειλικρινά, ήθελε πολύ να πετάξουν τα ζώα, τους το είχε υποσχεθεί εξάλλου. Και τώρα τι θα έκανε;
     - Θα υπάρχει κάποια λύση, είπε, δεν μπορεί... Αφήστε με να το σκεφτώ και θα σας πω τι θα κάνουμε.
     Και λέγοντας αυτά, άνοιξε τις φτερούγες του και πέταξε ψηλά, πολύ ψηλά, μέχρι τη φωλιά του επάνω στο βουνό. Ήθελε την ησυχία του για να συγκεντρωθεί.
     Όμως, όσο κι αν συγκεντρώθηκε, όσο κι αν σκέφτηκε, δεν του ήρθε καμιά ιδέα. Ώστε ήταν ένας αποτυχημένος; Τι θα έλεγε τώρα στα ζώα, που τον είχαν εμπιστευτεί; Πώς θα τα αντίκριζε; Με τι μούτρα θα ξανακαθόταν στον θρόνο της εξουσίας; Άρχισε να σκέφτεται το ενδεχόμενο να παραιτηθεί. Ίσως, τελικά, τα πράγματα να ήταν καλύτερα πρώτα, τότε που τα ζώα δεν είχαν προσδοκίες. Τώρα που τους είχε μπει η ιδέα να πετάξουν, δεν υπήρχε καμία ελπίδα να τα ικανοποιήσει.
     - Τι έκανα; αναρωτιόταν. Πόσο χαζός ήμουν, για να τους υποσχεθώ ότι θα πετάξουν;
     Εκεί ψηλά, στο βουνό, που ήταν η φωλιά του αετού, ζούσε και ένα ποντικάκι. Ήταν ένα ποντικάκι γέρικο και σοφό, που είχε αποφασίσει να γίνει ερημίτης και γι'αυτό είχε πάρει τα βουνά. Έτυχε, λοιπόν, το ποντικάκι να ακούσει τους προβληματισμούς του αετού και θέλησε να τον βοηθήσει. Πλησίασε, λοιπόν, προσεκτικά στη φωλιά του αετού και μπήκε μέσα.
     - Τι θέλεις εσύ εδώ; το ρώτησε ο αετός. Δεν φοβάσαι μήπως σε φάω; Έχω να φάω από εχθές.
     - Εγώ είμαι γέρος και κοκαλιάρης, απάντησε το ποντικάκι. Δεν νομίζω να σου αρέσει και πολύ να με φας, θα στραβοκαταπιείς κανένα κόκαλο και θα πεθάνεις πριν να πεις κιχ!
     - Και γιατί ήρθες, λοιπόν;
     - Άκουσα τους προβληματισμούς σου και αποφάσισα να σε βοηθήσω.
     - Εσύ, εμένα;
     - Ναι, άκουσέ με και δεν θα το μετανιώσεις. Υποσχέθηκες κάτι που δεν είναι δυνατόν να γίνει, αφού δεν είναι όλα τα ζώα πουλιά για να πετάνε. Ίσως παρασύρθηκες και πίστεψες ότι θα μπορούσαν να γίνουν πουλιά. Όμως δεν μπορούν. Να είσαι σίγουρος ότι δεν μπορούν. Και σίγουρα πολλά από αυτά θα στενοχωρηθούν όταν καταλάβουν ότι δεν θα πετάξουν ποτέ. Φταίνε όμως και εκείνα που πίστεψαν ότι ήταν κάτι άλλο από αυτό που είναι. Δεν πειράζει, μην στενοχωριέσαι.
     - Και τι θα κάνω; Εκείνα με πίστεψαν, πίστεψαν ότι θα πετούσαν μαζί μου, όπως τους υποσχέθηκα.
     - Με τα μεγάλα λόγια χάνεται η ουσία, είπε το ποντικάκι. Η ουσία είναι άλλη. Αυτό που πραγματικά χρειάζονται τα ζώα, αυτό για το οποίο σε ψήφισαν, δεν είναι να πετάξουν, είναι να έχουν μια καλύτερη ζωή. Και η καλύτερη ζωή είναι διαφορετική για τον λαγό και διαφορετική για τον κύκνο, διαφορετική για τον βάτραχο και διαφορετική για τον λύκο. Καλύτερη ζωή δεν σημαίνει να πετάς, καλύτερη ζωή σημαίνει να ζεις καλύτερα από πριν, στο περιβάλλον όπου βρίσκεσαι και για το οποίο είσαι φτιαγμένος. Φρόντισε, λοιπόν, να βελτιώσεις τη ζωή των ζώων εκεί που ζουν, και άσε τα μεγάλα λόγια για τα παραμύθια.
     Έτσι είπε το ποντικάκι και ο αετός το πήρε το μήνυμα. Αλλά, μεταξύ μας, το ποντικάκι δεν του την είπε όλη την αλήθεια του αετού. Επειδή, για να είμαστε ειλικρινείς, και τα ζώα μπορεί να πετάξουν κάποια μέρα. Ακόμα κι αν αυτή η μέρα είναι πάρα πολύ μακρινή.