Το παλάτι της χώρας είναι φτιαγμένο από όλα τα χριστουγεννιάτικα γλυκά του κόσμου: κουραμπιέδες, μελομακάρονα, δίπλες, πανετόνε, κορμούς σοκολάτας, χριστουγεννιάτικες πουτίγκες και παλλά άλλα. Και μέσα στο παλάτι, στη μεγάλη, κεντρική σάλα, οι επισκέπτες μπορούν να θαυμάσουν τη μοναδική, μαγική μπάλα των Χριστουγέννων. Είναι μία γυάλινη μπάλα, που μέσα έχει ένα στολισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Όποιος την δει δεν εντυπωσιάζεται ιδιαίτερα. Αν όμως την κουνήσει, τότε μέσα στην μπάλα αρχίζει να χιονίζει και τότε, όλες οι ευχές του πραγματοποιούνται.
Όλοι οι κάτοικοι της χώρας, που είναι ξωτικά, ζούσαν ευτυχισμένοι, και ούτε μπορούσαν να φανταστούν τι θα συνέβαινε, μια μέρα που ο βασιλιάς έλειπε, επειδή είχε επισκεφτεί τη χώρα του Πάσχα για διακοπές. Ένας πονηρός καλικάντζαρος, που είχε επισκεφτεί το παλάτι, έκλεψε την μπάλα των Χριστουγέννων και εξαφανίστηκε, χωρίς να τον πάρει είδηση κανένας. Και όταν κατάλαβαν ότι η μπάλα έλειπε, ήταν πια πολύ αργά. Ο καλικάντζαρος είχε φύγει από τη χώρα.
Ο βασιλιάς γύρισε στη χώρα άρον-άρον και έστειλε τους καλύτερους αστυνομικούς στα ίχνη του καλικάντζαρου, χωρίς αποτέλεσμα. Τα Χριστούγεννα είχαν τελειώσει για πάντα. Και ο βασιλιάς αποφάσισε να παραιτηθεί και να μεταναστεύσει σε άλλη χώρα, όπου έπιασε δουλειά ως μπάτλερ.
Αλλά, τι έκανε ο καλικάντζαρος; Μήπως εκμεταλλεύτηκε την μπάλα για να πραγματοποιήσει τις ευχές του; Όχι βέβαια! Απλώς ήθελε να παίξει ποδόσφαιρο με τους άλλους καλικάντζαρους και επειδή η δικιά τους μπάλα είχε πέσει επάνω σε ένα μεγάλο καρφί, είχε τρυπήσει και είχε ξεφουσκώσει, χρειάζονταν μια καινούργια μπάλα.
Έτρεχε, λοιπόν, ο καλικάντζαρος, όλος χαρά για το νέο του απόκτημα, αλλά εκεί που έτρεχε τον είδαν κάτι παιδιά.
- Καλικάντζαρος! φώναξαν τρομαγμένα τα παιδιά.
- Καλικάντζαρος! φώναξε και ένας τροχονόμος, που ρύθμιζε την κυκλοφορία. Μα, πού πάει; Ε, ψιτ, εσύ, είναι κόκκινο το φανάρι, πού πας, δεν το βλέπεις; Φρρρτ! Φρρρρρρρτ!
Και ο τροχονόμος άρχισε να κυνηγάει τον καλικάντζαρο, που είχε περάσει τον δρόμο με κόκκινο, κάτι που ήταν πολύ επικίνδυνο.
- Φρρρτ! φυσούσε την σφυρίχτρα του ο τροχονόμος. Φρρρρτ! Σταμάτα! Φρρρρτ!!!! Σταμάτα, σου λέω! Πρέπει να σου κόψω πρόστιμο!
Αλλά ο καλικάντζαρος, αντί να σταματήσει, ή έστω να κόψει ταχύτητα, άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα. Και σε μια στροφή του δρόμου, ο τροχονόμος τον έχασε.
- Φτου, να πάρει! είπε ο τροχονόμος. Δεν τον πρόλαβα.
Και ο καλικάντζαρος γύρισε τρέχοντας στο σπίτι του, και όταν έφτασε ήταν λαχανιασμένος. Αλλά το πιο σημαντικό ήταν ότι δεν είχε πια μαζί του την μπάλα των Χριστουγέννων, του είχε πέσει στον δρόμο.
Και από το σημείο όπου είχε πέσει η μπάλα, περνούσαν δύο παιδιά.
- Τι ωραία μπάλα! είπαν και τα δύο.
- Δικιά μου είναι, εγώ την είδα πρώτος! είπε το ένα παιδάκι στο άλλο.
- Όχι, εγώ την είδα πρώτος! είπε το άλλο.
- Εγώ θα την πάρω! είπε το πρώτο. Θα την βάλω στο δωμάτιό μου να το στολίζει.
- Εγώ θα την πάρω! είπε το άλλο. Θα τη βάλω στο δικό μου δωμάτιο.
Αλλά το πρώτο παιδάκι την είχε αρπάξει ήδη και έτρεχε στο σπίτι του. Και εκεί, την έβαλε στο κομοδίνο του και την κοίταζε.
- Όμορφη είναι, είπε το παιδάκι, και αν την κουνήσεις πέφτει χιόνι, για δες! Αν, τώρα είχα και μία κούπα ζεστή σοκολάτα, θα ήταν πολύ ωραία.
Ξαφνικά, στο κομοδίνο του εμφανίστηκε μία κούπα με ζεστή σοκολάτα, ακριβώς αυτό που είχε ζητήσει.
Το παιδάκι τότε κατάλαβε ότι η μπάλα ήταν μαγική, και αποφάσισε να την εκμεταλλευτεί.
- Θέλω ένα ποδήλατο, είπε. Και θέλω και ένα δωμάτιο γεμάτο παιχνίδια! Και θέλω και ένα μεγαλύτερο σπίτι! Και θέλω και να πάω στη θάλασσα! Και θέλω και να πετάξω!
Όλη τη μέρα το παιδάκι ζητούσε από την μπάλα διάφορα πράγματα, και το βράδυ, κουρασμένο, αποκοιμήθηκε. Και την επόμενη μέρα, αποφάσισε να πάει βόλτα με το καινούργιο του ποδήλατο. Και εκεί που έκανε ποδήλατο, συνάντησε το άλλο παιδάκι.
- Καινούργιο είναι το ποδήλατο; ρώτησε το άλλο παιδάκι. Πού το βρήκες;
- Ας είναι καλά η μπάλα, είπε το παιδάκι. Είναι μαγική, και πραγματοποιεί όλες τις ευχές.
- Αλήθεια; είπε το άλλο παιδάκι. Τι ωραία, μήπως μπορείς να μου τη δώσεις για λίγο, που θέλω και εγώ ένα ποδήλατο;
Το παιδάκι δεν ήθελε να τη δώσει, αλλά το άλλο παιδάκι ήταν φίλος, οπότε αποφάσισε να κάνει μια εξαίρεση.
- Εντάξει, είπε, θα σου τη δώσω, και για να δεις τι καλός φίλος είμαι, θα σου τη δώσω για ολόκληρη τη μέρα. Το βράδυ, όμως, θα μου τη φέρεις στο σπίτι μου. Είναι εκείνο το μεγάλο, με τον τεράστιο κήπο.
- Μα αλλιώς δεν ήταν το σπίτι σου;
- Το άλλαξα. Ας είναι καλά η μπάλα! Λοιπόν, είμαστε σύμφωνοι;
- Σύμφωνοι! Το βράδυ θα σου τη φέρω στο σπίτι σου.
Το παιδάκι πήρε στα χέρια του την μπάλα και την κοίταξε. Ήταν πολύ όμορφη. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι ήταν τα γενέθλια της μαμάς του. Κρίμα που δεν θα μπορούσε να της δώσει την μπάλα για δώρο. Αλλά, μια στιγμή: γιατί να μη ζητήσει από την μπάλα ένα όμορφο δώρο για τη μαμά του; Τέλεια ιδέα!
Το παιδάκι ξεκίνησε να πάει στη μαμά του, για να της ευχηθεί για τα γενέθλιά της. Εκεί, όμως, που περπατούσε, είδε ένα μικρό παιδάκι που έκλαιγε.
- Γιατί κλαις; το ρώτησε.
- Μου έσκασε το μπαλόνι μου, είπε το παιδάκι και ρούφηξε τη μύτη του.
- Και γι'αυτό στενοχωριέσαι; είπε το παιδάκι.
Και μια και δυο, το παιδάκι κούνησε την μπάλα και ζήτησε ένα καινούργιο μπαλόνι. Και το καινούργιο μπαλόνι ήταν ακόμα πιο όμορφο από το προηγούμενο, και το μικρό παιδάκι σταμάτησε να κλαίει.
Πιο κάτω, το παιδάκι είδε έναν παππού καθισμένο σε ένα παγκάκι, που τουρτούριζε από το κρύο.
- Γιατί κάθεσαι εδώ, παππού, και δεν πηγαίνεις στο σπίτι σου; ρώτησε το παιδάκι.
- Δεν έχω σπίτι, παιδάκι μου, είπε ο παππούς, δεν είχα λεφτά να πληρώσω το ενοίκιό μου και ο ιδιοκτήτης με έδιωξε.
Και το παιδάκι ζήτησε ένα σπίτι για τον παππού. Και ο παππούς βρέθηκε με το κλειδί στο χέρι, μπροστά σε ένα μικρό σπιτάκι, με έναν όμορφο κήπο γεμάτο λουλούδια.
Και πιο κάτω, το παιδάκι συνάντησε μία γιαγιούλα που έκλαιγε.
- Γιατί κλαις, γιαγιάκα; ρώτησε το παιδάκι.
- Αχ, παιδάκι μου, είπε η γιαγιά, σκόνταψα και έπεσα και τα ψώνια μου σκορπίστηκαν στον δρόμο, και το μπουκάλι με το γάλα έσπασε, και το γάλα χύθηκε στον δρόμο, και δεν έχω λεφτά να αγοράσω άλλο γάλα... Πώς θα φάω, τώρα, το παξιμάδι μου, που δεν έχω δόντια;
Και το παιδάκι ζήτησε γάλα για τη γιαγιά, και καινούργια δόντια.
Και η ώρα περνούσε, και το παιδάκι όλη τη μέρα έβρισκε ανθρώπους που χρειάζονταν βοήθεια. Και μόλις έφτασε το βράδυ, το παιδάκι συνειδητοποίησε ότι δεν είχε προλάβει να ζητήσει το δώρο για τη μαμά του, ούτε το δικό του το ποδήλατο. Αλλά η υπόσχεση είναι υπόσχεση, και η μπάλα έπρεπε να επιστραφεί στο πρώτο παιδάκι. Και έτσι κι έγινε.
Το παιδάκι γύρισε στο σπίτι του, χωρίς δώρο για τη μαμά του.
- Χρόνια πολλά, μαμά, είπε το παιδάκι, στενοχωρημένο.
- Τι έχεις παιδί μου; ρώτησε η μαμά.
- Δεν έχω δώρο να σου δώσω, είπε το παιδάκι.
Και το παιδάκι διηγήθηκε στη μαμά του τι είχε συμβεί. Η μαμά του το πήρε στην αγκαλιά της και του έδωσε ένα φιλί.
- Να ξέρεις ότι μου έκανες το καλύτερο δώρο, είπε η μαμά.
- Ναι, αλλά δεν σου πήρα τίποτα, είπε το παιδάκι.
- Η αγάπη σου είναι από μόνη της το μεγαλύτερο δώρο, είπε η μαμά. Όλα τα άλλα αγοράζονται με χρήματα. Η αγάπη, όμως, ποτέ. Επιπλέον, μου έδειξες ότι έχω το καλύτερο παιδί του κόσμου, με τη μεγαλύτερη καρδιά, που νοιάζεται για τους άλλους.
Και η μαμά τού έδωσε άλλο ένα φιλάκι.
- Έχω φτιάξει γλυκό, είπε η μαμά.
Και οι δυο τους έφαγαν το γλυκό, που ήταν πολύ νόστιμο. Και το παιδάκι πήγε για ύπνο, και είδε τα πιο όμορφα όνειρα.
Το πρωί που το παιδάκι άνοιξε τα μάτια του, ο αέρας μύριζε ζαχαρωτά και κέικ μπανάνα.
- Τι ωραία που μυρίζει! σκέφτηκε το παιδάκι.
Και μόλις τότε είδε ότι δεν βρισκόταν στο δωμάτιό του.
- Να δεις που βλέπω όνειρο, σκέφτηκε. Θα φωνάξω "μαμά" και τότε θα ξυπνήσω...
- Μαμά! φώναξε.
Αλλά τίποτα δεν άλλαξε γύρω του. Μόνο που άνοιξε η πόρτα, και το δωμάτιο γέμισε ξωτικά.
- Καλημέρα, βασιλιά! φώναξαν όλα τα ξωτικά μαζί.
Τι να εννοούσαν, άραγε; Και τα ξωτικά του εξήγησαν ότι η μαγική μπάλα, που ανήκε στη χώρα των Χριστουγέννων, είχε βρεθεί τελικά από τους μυστικούς αστυνομικούς της χώρας και είχε επιστραφεί στη θέση της, στη μεγάλη σάλα του παλατιού. Και ότι επειδή δεν είχαν πια βασιλιά, είχαν αποφασίσει να κάνουν βασιλιά τον πιο άξιο για τη θέση. Και ότι μόνο κάποιος που δεν ήταν εγωιστής άξιζε να γίνει βασιλιάς στη χώρα των Χριστουγέννων. Και ότι αφού είχαν δει πόσο σωστά είχε χρησιμοποιήσει την μπάλα, είχαν αποφασίσει να κάνουν εκείνον βασιλιά στη χώρα τους, αν το ήθελε, βέβαια. Και το αγόρι έμεινε για λίγο με το στόμα ανοιχτό, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε και δέχτηκε να γίνει βασιλιάς, αρκεί να έφερναν στη χώρα και την αγαπημένη του μαμά.
Και ήρθε και η μαμά του στη χώρα και από τότε, το παιδάκι βασίλεψε στη χώρα και ήταν ο καλύτερος βασιλιάς, και η μαγική μπάλα δεν ξαναχάθηκε ποτέ από τη μεγάλη σάλα του παλατιού. Και το άλλο παιδάκι έμεινε στο μεγάλο του σπίτι, με τα πολλά του τα παιχνίδια, και έκανε ποδήλατο κάθε μέρα, μέχρι που το ποδήλατο χάλασε. Και το παιδάκι στενοχωρήθηκε που έμεινε χωρίς ποδήλατο, αλλά κυρίως στενοχωρήθηκε που είχε μείνει χωρίς το φίλο του...