Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2020

Ο πιο κατάλληλος




          Ανάμεσα σε όλες τις μαγικές χώρες της γης, η χώρα των Χριστουγέννων είναι η πιο μαγική. Μα, και πώς να μην ξεχωρίζει μια χώρα, όπου τα Χριστούγεννα κρατούν όλο τον χρόνο; Τα δέντρα στα πεζοδρόμια είναι πάντα στολισμένα με πολύχρωμες μπάλες και λαμπιόνια και τα φώτα στους δρόμους είναι φωτεινά αστέρια. Τα σπίτια είναι φτιαγμένα από ζαχαρωτά και μοσχομυρίζουν κέικ μπανάνα. Τα τζάμια στα παράθυρα είναι φτιαγμένα από καραμέλα και τα παραθυρόφυλλά τους από εκλεκτή σοκολάτα.  

     Το παλάτι της χώρας είναι φτιαγμένο από όλα τα χριστουγεννιάτικα γλυκά του κόσμου: κουραμπιέδες, μελομακάρονα, δίπλες, πανετόνε, κορμούς σοκολάτας, χριστουγεννιάτικες πουτίγκες και παλλά άλλα. Και μέσα στο παλάτι, στη μεγάλη, κεντρική σάλα, οι επισκέπτες μπορούν να θαυμάσουν τη μοναδική, μαγική μπάλα των Χριστουγέννων. Είναι μία γυάλινη μπάλα, που μέσα έχει ένα στολισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Όποιος την δει δεν εντυπωσιάζεται ιδιαίτερα. Αν όμως την κουνήσει, τότε μέσα στην μπάλα αρχίζει να χιονίζει και τότε, όλες οι ευχές του πραγματοποιούνται. 

     Όλοι οι κάτοικοι της χώρας, που είναι ξωτικά, ζούσαν ευτυχισμένοι, και ούτε μπορούσαν να φανταστούν τι θα συνέβαινε, μια μέρα που ο βασιλιάς έλειπε, επειδή είχε επισκεφτεί τη χώρα του Πάσχα για διακοπές. Ένας πονηρός καλικάντζαρος, που είχε επισκεφτεί το παλάτι, έκλεψε την μπάλα των Χριστουγέννων και εξαφανίστηκε, χωρίς να τον πάρει είδηση κανένας. Και όταν κατάλαβαν ότι η μπάλα έλειπε, ήταν πια πολύ αργά. Ο καλικάντζαρος είχε φύγει από τη χώρα. 

     Ο βασιλιάς γύρισε στη χώρα άρον-άρον και έστειλε τους καλύτερους αστυνομικούς στα ίχνη του καλικάντζαρου, χωρίς αποτέλεσμα. Τα Χριστούγεννα είχαν τελειώσει για πάντα. Και ο βασιλιάς αποφάσισε να παραιτηθεί και να μεταναστεύσει σε άλλη χώρα, όπου έπιασε δουλειά ως μπάτλερ. 

     Αλλά, τι έκανε ο καλικάντζαρος; Μήπως εκμεταλλεύτηκε την μπάλα για να πραγματοποιήσει τις ευχές του; Όχι βέβαια! Απλώς ήθελε να παίξει ποδόσφαιρο με τους άλλους καλικάντζαρους και επειδή η δικιά τους μπάλα είχε πέσει επάνω σε ένα μεγάλο καρφί, είχε τρυπήσει και είχε ξεφουσκώσει, χρειάζονταν μια καινούργια μπάλα. 

     Έτρεχε, λοιπόν, ο καλικάντζαρος, όλος χαρά για το νέο του απόκτημα, αλλά εκεί που έτρεχε τον είδαν κάτι παιδιά.  

     - Καλικάντζαρος! φώναξαν τρομαγμένα τα παιδιά. 

     - Καλικάντζαρος! φώναξε και ένας τροχονόμος, που ρύθμιζε την κυκλοφορία. Μα, πού πάει; Ε, ψιτ, εσύ, είναι κόκκινο το φανάρι, πού πας, δεν το βλέπεις; ΦρρρτΦρρρρρρρτ! 

     Και ο τροχονόμος άρχισε να κυνηγάει τον καλικάντζαρο, που είχε περάσει τον δρόμο με κόκκινο, κάτι που ήταν πολύ επικίνδυνο. 

     - Φρρρτ! φυσούσε την σφυρίχτρα του ο τροχονόμος. Φρρρρτ! Σταμάτα! Φρρρρτ!!!! Σταμάτα, σου λέω! Πρέπει να σου κόψω πρόστιμο! 

     Αλλά ο καλικάντζαρος, αντί να σταματήσει, ή έστω να κόψει ταχύτητα, άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα. Και σε μια στροφή του δρόμου, ο τροχονόμος τον έχασε. 

     - Φτου, να πάρει! είπε ο τροχονόμος. Δεν τον πρόλαβα. 

     Και ο καλικάντζαρος γύρισε τρέχοντας στο σπίτι του, και όταν έφτασε ήταν λαχανιασμένος. Αλλά το πιο σημαντικό ήταν ότι δεν είχε πια μαζί του την μπάλα των Χριστουγέννων, του είχε πέσει στον δρόμο. 

     Και από το σημείο όπου είχε πέσει η μπάλα, περνούσαν δύο παιδιά. 

     - Τι ωραία μπάλα! είπαν και τα δύο. 

     - Δικιά μου είναι, εγώ την είδα πρώτος! είπε το ένα παιδάκι στο άλλο. 

     - Όχι, εγώ την είδα πρώτος! είπε το άλλο. 

     - Εγώ θα την πάρω! είπε το πρώτο. Θα την βάλω στο δωμάτιό μου να το στολίζει. 

     - Εγώ θα την πάρω! είπε το άλλο. Θα τη βάλω στο δικό μου δωμάτιο. 

     Αλλά το πρώτο παιδάκι την είχε αρπάξει ήδη και έτρεχε στο σπίτι του. Και εκεί, την έβαλε στο κομοδίνο του και την κοίταζε. 

     - Όμορφη είναι, είπε το παιδάκι, και αν την κουνήσεις πέφτει χιόνι, για δες! Αν, τώρα είχα και μία κούπα ζεστή σοκολάτα, θα ήταν πολύ ωραία. 

     Ξαφνικά, στο κομοδίνο του εμφανίστηκε μία κούπα με ζεστή σοκολάτα, ακριβώς αυτό που είχε ζητήσει. 

     Το παιδάκι τότε κατάλαβε ότι η μπάλα ήταν μαγική, και αποφάσισε να την εκμεταλλευτεί.  

     - Θέλω ένα ποδήλατο, είπε. Και θέλω και ένα δωμάτιο γεμάτο παιχνίδια! Και θέλω και ένα μεγαλύτερο σπίτι! Και θέλω και να πάω στη θάλασσα! Και θέλω και να πετάξω! 

     Όλη τη μέρα το παιδάκι ζητούσε από την μπάλα διάφορα πράγματα, και το βράδυ, κουρασμένο, αποκοιμήθηκε. Και την επόμενη μέρα, αποφάσισε να πάει βόλτα με το καινούργιο του ποδήλατο. Και εκεί που έκανε ποδήλατο, συνάντησε το άλλο παιδάκι. 

     - Καινούργιο είναι το ποδήλατο; ρώτησε το άλλο παιδάκι. Πού το βρήκες; 

     - Ας είναι καλά η μπάλα, είπε το παιδάκι. Είναι μαγική, και πραγματοποιεί όλες τις ευχές. 

     - Αλήθεια; είπε το άλλο παιδάκι. Τι ωραία, μήπως μπορείς να μου τη δώσεις για λίγο, που θέλω και εγώ ένα ποδήλατο; 

     Το παιδάκι δεν ήθελε να τη δώσει, αλλά το άλλο παιδάκι ήταν φίλος, οπότε αποφάσισε να κάνει μια εξαίρεση. 

     - Εντάξει, είπε, θα σου τη δώσω, και για να δεις τι καλός φίλος είμαι, θα σου τη δώσω για ολόκληρη τη μέρα. Το βράδυ, όμως, θα μου τη φέρεις στο σπίτι μου. Είναι εκείνο το μεγάλο, με τον τεράστιο κήπο. 

     - Μα αλλιώς δεν ήταν το σπίτι σου; 

     - Το άλλαξα. Ας είναι καλά η μπάλα! Λοιπόν, είμαστε σύμφωνοι; 

     - Σύμφωνοι! Το βράδυ θα σου τη φέρω στο σπίτι σου. 

     Το παιδάκι πήρε στα χέρια του την μπάλα και την κοίταξε. Ήταν πολύ όμορφη. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι ήταν τα γενέθλια της μαμάς του. Κρίμα που δεν θα μπορούσε να της δώσει την μπάλα για δώρο. Αλλά, μια στιγμή: γιατί να μη ζητήσει από την μπάλα ένα όμορφο δώρο για τη μαμά του; Τέλεια ιδέα! 

     Το παιδάκι ξεκίνησε να πάει στη μαμά του, για να της ευχηθεί για τα γενέθλιά της. Εκεί, όμως, που περπατούσε, είδε ένα μικρό παιδάκι που έκλαιγε.  

     - Γιατί κλαις; το ρώτησε. 

     - Μου έσκασε το μπαλόνι μου, είπε το παιδάκι και ρούφηξε τη μύτη του. 

     - Και γι'αυτό στενοχωριέσαι; είπε το παιδάκι.  

     Και μια και δυο, το παιδάκι κούνησε την μπάλα και ζήτησε ένα καινούργιο μπαλόνι. Και το καινούργιο μπαλόνι ήταν ακόμα πιο όμορφο από το προηγούμενο, και το μικρό παιδάκι σταμάτησε να κλαίει. 

     Πιο κάτω, το παιδάκι είδε έναν παππού καθισμένο σε ένα παγκάκι, που τουρτούριζε από το κρύο. 

     - Γιατί κάθεσαι εδώ, παππού, και δεν πηγαίνεις στο σπίτι σου; ρώτησε το παιδάκι. 

     - Δεν έχω σπίτι, παιδάκι μου, είπε ο παππούς, δεν είχα λεφτά να πληρώσω το ενοίκιό μου και ο ιδιοκτήτης με έδιωξε. 

     Και το παιδάκι ζήτησε ένα σπίτι για τον παππού. Και ο παππούς βρέθηκε με το κλειδί στο χέρι, μπροστά σε ένα μικρό σπιτάκι, με έναν όμορφο κήπο γεμάτο λουλούδια. 

     Και πιο κάτω, το παιδάκι συνάντησε μία γιαγιούλα που έκλαιγε. 

     - Γιατί κλαις, γιαγιάκα; ρώτησε το παιδάκι. 

     - Αχ, παιδάκι μου, είπε η γιαγιά, σκόνταψα και έπεσα και τα ψώνια μου σκορπίστηκαν στον δρόμο, και το μπουκάλι με το γάλα έσπασε, και το γάλα χύθηκε στον δρόμο, και δεν έχω λεφτά να αγοράσω άλλο γάλα... Πώς θα φάω, τώρα, το παξιμάδι μου, που δεν έχω δόντια; 

     Και το παιδάκι ζήτησε γάλα για τη γιαγιά, και καινούργια δόντια. 

     Και η ώρα περνούσε, και το παιδάκι όλη τη μέρα έβρισκε ανθρώπους που χρειάζονταν βοήθεια. Και μόλις έφτασε το βράδυ, το παιδάκι συνειδητοποίησε ότι δεν είχε προλάβει να ζητήσει το δώρο για τη μαμά του, ούτε το δικό του το ποδήλατο. Αλλά η υπόσχεση είναι υπόσχεση, και η μπάλα έπρεπε να επιστραφεί στο πρώτο παιδάκι. Και έτσι κι έγινε. 

     Το παιδάκι γύρισε στο σπίτι του, χωρίς δώρο για τη μαμά του. 

     - Χρόνια πολλά, μαμά, είπε το παιδάκι, στενοχωρημένο. 

     - Τι έχεις παιδί μου; ρώτησε η μαμά. 

     - Δεν έχω δώρο να σου δώσω, είπε το παιδάκι. 

     Και το παιδάκι διηγήθηκε στη μαμά του τι είχε συμβεί. Η μαμά του το πήρε στην αγκαλιά της και του έδωσε ένα φιλί. 

     - Να ξέρεις ότι μου έκανες το καλύτερο δώρο, είπε η μαμά.  

     - Ναι, αλλά δεν σου πήρα τίποτα, είπε το παιδάκι. 

     - Η αγάπη σου είναι από μόνη της το μεγαλύτερο δώρο, είπε η μαμά. Όλα τα άλλα αγοράζονται με χρήματα. Η αγάπη, όμως, ποτέ. Επιπλέον, μου έδειξες ότι έχω το καλύτερο παιδί του κόσμου, με τη μεγαλύτερη καρδιά, που νοιάζεται για τους άλλους. 

     Και η μαμά τού έδωσε άλλο ένα φιλάκι. 

     - Έχω φτιάξει γλυκό, είπε η μαμά. 

     Και οι δυο τους έφαγαν το γλυκό, που ήταν πολύ νόστιμο. Και το παιδάκι πήγε για ύπνο, και είδε τα πιο όμορφα όνειρα. 

     Το πρωί που το παιδάκι άνοιξε τα μάτια του, ο αέρας μύριζε ζαχαρωτά και κέικ μπανάνα. 

     - Τι ωραία που μυρίζει! σκέφτηκε το παιδάκι. 

     Και μόλις τότε είδε ότι δεν βρισκόταν στο δωμάτιό του. 

     - Να δεις που βλέπω όνειρο, σκέφτηκε. Θα φωνάξω "μαμά" και τότε θα ξυπνήσω... 

     - Μαμά! φώναξε. 

     Αλλά τίποτα δεν άλλαξε γύρω του. Μόνο που άνοιξε η πόρτα, και το δωμάτιο γέμισε ξωτικά. 

     - Καλημέρα, βασιλιά! φώναξαν όλα τα ξωτικά μαζί. 

     Τι να εννοούσαν, άραγε; Και τα ξωτικά του εξήγησαν ότι η μαγική μπάλα, που ανήκε στη χώρα των Χριστουγέννων, είχε βρεθεί τελικά από τους μυστικούς αστυνομικούς της χώρας και είχε επιστραφεί στη θέση της, στη μεγάλη σάλα του παλατιού. Και ότι επειδή δεν είχαν πια βασιλιά, είχαν αποφασίσει να κάνουν βασιλιά τον πιο άξιο για τη θέση. Και ότι μόνο κάποιος που δεν ήταν εγωιστής άξιζε να γίνει βασιλιάς στη χώρα των Χριστουγέννων. Και ότι αφού είχαν δει πόσο σωστά είχε χρησιμοποιήσει την μπάλα, είχαν αποφασίσει να κάνουν εκείνον βασιλιά στη χώρα τους, αν το ήθελε, βέβαια. Και το αγόρι έμεινε για λίγο με το στόμα ανοιχτό, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε και δέχτηκε να γίνει βασιλιάς, αρκεί να έφερναν στη χώρα και την αγαπημένη του μαμά.  

     Και ήρθε και η μαμά του στη χώρα και από τότε, το παιδάκι βασίλεψε στη χώρα και ήταν ο καλύτερος βασιλιάς, και η μαγική μπάλα δεν ξαναχάθηκε ποτέ από τη μεγάλη σάλα του παλατιού. Και το άλλο παιδάκι έμεινε στο μεγάλο του σπίτι, με τα πολλά του τα παιχνίδια, και έκανε ποδήλατο κάθε μέρα, μέχρι που το ποδήλατο χάλασε. Και το παιδάκι στενοχωρήθηκε που έμεινε χωρίς ποδήλατο, αλλά κυρίως στενοχωρήθηκε που είχε μείνει χωρίς το φίλο του... 

 

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

Πέντε


      Μια φορά κι έναν καιρό, επάνω σε μία πράσινη μπανανιά, υπήρχαν πέντε κίτρινες μπανάνες. Για να λέμε την αλήθεια, βέβαια, στην μπανανιά δεν υπήρχαν μόνο πέντε μπανάνες, απλώς αυτές οι πέντε κίτρινες μπανάνες ήταν πολύ καλές φίλες και έκαναν πολλή παρέα. Κάθε μέρα έλεγαν τα όνειρά τους, τις ελπίδες τους, κορόιδευαν όποιο πολύχρωμο πουλί έκανε το λάθος να καθήσει σε κάποιο από τα κλαδιά της μπανανιάς και σχολίαζαν ό,τι γινόταν εκεί γύρω.
     Όλη η γειτονιά αντηχούσε από τα γέλια τους, και όποιος περνούσε κοντά από την μπανανιά δεν μπορούσε να αντισταθεί και να μην αρχίσει να ψάχνει ανήσυχος για κρυμμένους ανθρώπους εκεί γύρω, χωρίς αποτέλεσμα, εννοείται. Και οι μπανάνες σταματούσαν τα γέλια για λίγο και ύστερα συνέχιζαν, με περισσότερα αστεία και περισσότερα γέλια.
     Ένα βράδυ, εκεί που οι μπανάνες κοιμούνταν αγκαλιασμένες και ονειρεύονταν γάμους με εκλεκτές σοκολάτες και δεξιώσεις με πολλούς καλεσμένους, ένας άνεμος κατέφθασε στη γειτονιά. Και ο άνεμος αυτός ήταν πολύ ευέξαπτος και τζαναμπέτης. Και κάποιος φαίνεται πως τον είχε εκνευρίσει αυτόν τον άνεμο και ο άνεμος ξεφυσούσε με τόσα νεύρα και τόση μανία, που τα κλαδιά όλων των δέντρων χόρευαν σαν δαιμονισμένα.
     Η μπανανιά, φυσικά, δεν μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, και τα κλαδιά της άρχισαν να χτυπιούνται μεταξύ τους, σαν σπαθιά ιπποτών. Όλες οι μπανάνες ξύπνησαν τρομαγμένες και δεν ήξεραν τι να κάνουν για να προστατευτούν από τη μανία του ανέμου. Οι πέντε μπανάνες πιάστηκαν σφιχτά μεταξύ τους και άρχισαν να κλαίνε. Ο άνεμος συνέχιζε να φυσάει με μανία. Είχε αρχίσει πια να ξημερώνει.
     - Κορίτσια, δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο στο κλαδί! φώναξε ξαφνικά η μία μπανάνα.
     - Ούτε εγώ αντέχω άλλο! φώναξε η άλλη.
     - Και εγώ κουράστηκα! φώναξε η τρίτη.
     Εκείνη την στιγμή, ο άνεμος φύσηξε ακόμα πιο δυνατά. Μεμιάς, οι πέντε μπανάνες ξεκόλλησαν από το κλαδί και βρέθηκαν να πετάνε στον αέρα, κάθε μία μόνη της...
     Και η πρώτη μπανάνα χτύπησε επάνω σε ένα τζάμι και έπεσε σε ένα περβάζι παραθύρου. Και μέσα στο σπίτι, μία μαμά άκουσε το χτύπημα και κοίταξε έξω από το τζάμι.
     - Μια μπανάνα! είπε έκπληκτη η μαμά. Πώς βρέθηκε άραγε εδώ;
     Και η μαμά άνοιξε το παράθυρο και πήρε μέσα την μπανάνα.
     - Τι σύμπτωση, είπε η μαμά, και πάνω που σκεφτόμουν να φτιάξω φρουτόκρεμα για τα παιδιά μου!
     Έτσι, η πρώτη μπανάνα έγινε μια νοστιμότατη φρουτόκρεμα και τα παιδάκια της μαμάς την έφαγαν και έγλειφαν και τα δάχτυλά τους.
     Και η δεύτερη μπανάνα έπεσε έξω από την καγκελόπορτα ενός σχολείου. Και το σχολείο ήταν ήσυχο, επειδή τα παιδιά βρίσκονταν στις αίθουσες και έκαναν μάθημα, αλλά όταν χτύπησε το κουδούνι για το διάλειμμα, η αυλή αντήχησε από δεκάδες φωνές. Και τα παιδιά όρμησαν έξω και άρχισαν τα παιχνίδια.
     Και ένα παιδάκι που περνούσε δίπλα από την καγκελόπορτα είδε την μπανάνα.
     - Μια μπανάνα! είπε το παιδάκι. Τι δουλειά έχει εδώ;
    Και το παιδάκι έβαλε το χέρι του ανάμεσα από τα κάγκελα, το τέντωσε, το τέντωσε, το τέντωσε, και κατάφερε να πιάσει την μπανάνα.
     - Η μαμά πάντα μου λέει να τρώω φρούτα, είπε το παιδάκι, έχουν βιταμίνες, λέει...
     Και το παιδάκι ξεφλούδισε την μπανάνα και την έφαγε, προτού τελειώσει το διάλειμμα.
     Και η τρίτη μπανάνα έπεσε σε έναν κήπο. Και ο κήπος ήταν όμορφος και φροντισμένος, επειδή ανήκε σε έναν παππού που αγαπούσε τα λουλούδια. Και ο παππούς βγήκε στον κήπο, όπως κάθε μέρα, για να ποτίσει τα λουλούδια του και για να ελέγξει αν ο μανιασμένος άνεμος είχε προξενήσει κάποια καταστροφή. Και το μάτι του παππού έπεσε στην κίτρινη μπανάνα.
     - Τι δουλειά έχει αυτή η μπανάνα εδώ; αναρωτήθηκε ο παππούς.
     Και με κόπο έσκυψε και μάζεψε την μπανάνα από τον κήπο.
     - Μου αρέσουν οι μπανάνες, σκέφτηκε ο παππούς. Είναι μαλακές και δεν χρειάζονται πολύ μάσημα.
     Αλλά ο παππούς είχε και ένα εγγονάκι που πολύ το αγαπούσε, και το οποίο είχε έρθει στον παππού για επίσκεψη. Και ο παππούς πρόσφερε την μπανάνα στο αγαπημένο του εγγονάκι.
     - Ευχαριστώ, παππού, είπε το εγγονάκι.
     Και η τέταρτη μπανάνα έπεσε σε ένα μπαλκόνι. Και σε εκείνο το μπαλκόνι υπήρχαν πολλές γλάστρες με λουλούδια και τέντες με πουλιά και σύννεφα. Και μια γιαγιά βγήκε στο μπαλκόνι και βρήκε την μπανάνα.
     - Από πού ήρθε αυτή η μπανάνα; αναρωτήθηκε η γιαγιά, αλλά κανείς δεν της απάντησε.
     Και η γιαγιά ήταν πολύ χαρούμενη, όχι επειδή είχε βρει την μπανάνα στο μπαλκόνι της, αλλά επειδή περίμενε επίσκεψη από το αγαπημένο της εγγονάκι.
     - Τι μπορώ να κάνω με αυτήν την μπανάνα; αναρωτήθηκε η γιαγιά.
     - Α, το βρήκα! απάντησε μόνη της. Θα το βάλω σε κέικ.
     - Τι μοσχομυρίζει; αναρωτήθηκε το εγγονάκι της γιαγιάς, μόλις μπήκε στο σπίτι της.
     Και η γιαγιά, αντί απάντησης, του πρόσφερε ένα χορταστικό κομμάτι κέικ.
     - Μμμμμμ, είπε το εγγονάκι.
     Και η πέμπτη μπανάνα έπεσε στην άκρη ενός δρόμου. Και ο δρόμος δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά σε εκείνο το σημείο βρισκόταν ένα ζαχαροπλαστείο με μια όμορφη βιτρίνα, γεμάτη γλυκά.
     Και ο ζαχαροπλάστης βγήκε από το ζαχαροπλαστείο για να πετάξει κάτι σκουπίδια στον κοντινό κάδο. Και καθώς επέστρεφε στο ζαχαροπλαστείο, το μάτι του έπεσε επάνω στην μπανάνα.
     - Ποιος πέταξε αυτήν την μπανάνα εδώ; αναρωτήθηκε ο ζαχαροπλάστης.
     Και έσκυψε και την πήρε. Και μόλις μπήκε στο εργαστήριό του, που βρισκόταν στο πίσω μέρος του ζαχαροπλαστείου, το μάτι του ζαχαροπλάστη καρφώθηκε στη μισοτελειωμένη τούρτα σοκολάτα, που βρισκόταν επάνω στον πάγκο.
     - Να με τι θα διακοσμήσω την τούρτα! αναφώνησε ο ζαχαροπλάστης.
     Και η μπανάνα κόπηκε σε φετούλες και τοποθετήθηκε με τέχνη επάνω στην τούρτα σοκολάτα, παρέα με τη σαντιγί και την τρούφα. Και η τούρτα τοποθετήθηκε προσεκτικά στη βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου. Και όλοι κοντοστέκονταν και χάζευαν την τούρτα. Και τους έτρεχαν τα σάλια.
     Έτσι έγινε και όλες οι μπανάνες τελικά βρήκαν η κάθε μία τον σκοπό τους.
     Τέλος του παραμυθιού, καληνύχτα σας.     

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

Επικείμενη επέλαση


      Πόσο όμορφα που είναι τα παλιά τα σπίτια, απλά τα περισσότερα, αλλά με τόσα μυστικά κρυμμένα μέσα τους! Και πόσο πιο όμορφοι είναι οι κήποι, όχι μόνο οι μεγάλοι, όχι μόνο οι καλοδιατηρημένοι, εκείνοι με το περιποιημένο γκαζόν και με τα καλοκλαδεμένα φυτά, αλλά και οι άλλοι, εκείνοι οι εγκαταλελειμμένοι, εκείνοι στους οποίους τα αγριόχορτα έχουν αντικαταστήσει τις ντάλιες και τα τριαντάφυλλα, εκείνοι που θυμίζουν ατίθασο έφηβο και όχι καλόβολο νήπιο.
     Έτσι πιστεύει η Πίπη, η οποία έχει πάντα τα μάτια της ανοιχτά για καλοκρυμμένα μυστικά, παρ'όλο που δεν είναι κουτσομπόλα. Και η εικόνα ενός κήπου, ενός εγκαταλελειμμένου κήπου πιο συγκεκριμένα, είναι τόσο δελεαστική για την Πίπη, που μπορεί και να την στοιχειώσει, με αποτέλεσμα να ψάχνει κάθε ευκαιρία για να περνάει να τον βλέπει όσο πιο συχνά μπορεί.
     Έτσι έπαθε και μια καλοκαιρινή μέρα, καθώς γύριζε στο σπίτι της από τη δουλειά. Εκεί, στο πλάι του δρόμου, μια κλειστή καγκελόπορτα, ήσυχη και λίγο σκουριασμένη, απολάμβανε το μεσημεριανό ήλιο. Επρόκειτο ξεκάθαρα για μία γκαραζόπορτα, η οποία, προφανώς, είχε ξεχάσει πώς έμοιαζε ένα αυτοκίνητο. Τη μοναξιά της σκουριασμένης γκαραζόπορτας την έκαναν πιο αισθητή τα πολλά φυτά, τα οποία διακρίνονταν πίσω της.
     Ένα τέτοιο θέαμα δεν μπορούσε, φυσικά, να αφήσει την Πίπη αδιάφορη και αμέσως άρχισε να αναρωτιέται αν έμενε κάποιος εκεί. Τα πάντα φώναζαν εγκατάλειψη, αλλά η σκέψη αυτής της εικόνας δεν μπορούσε να εγκαταλείψει το μυαλό της. Έτσι, από εκείνη τη μέρα, προσπαθούσε να περνάει μπροστά από εκείνη την γκαραζόπορτα σε κάθε ευκαιρία, και κάθε φορά που περνούσε από εκεί έριχνε διερευνητικές ματιές στο εσωτερικό του κήπου, χωρίς ποτέ να διακρίνει την οποιαδήποτε ανθρώπινη παρουσία.
     Μέχρι που μια μέρα, άκουσε μια φωνή!
     - Ψιτ, ψιτ! έκανε η φωνή. Ψιτ, ψιτ!
     - Ποιος είναι εκεί; ρώτησε η Πίπη και κοίταξε διερευνητικά ανάμεσα στα εξαγριωμένα φυτά που φαίνονταν πίσω από την γκαραζόπορτα.
     - Είσαι μόνη σου; είπε η φωνή.
     Η Πίπη κοίταξε δεξιά-αριστερά. Ο δρόμος ήταν έρημος, λόγω και της ώρας.
     - Ναι, είπε. Ποιος είσαι;
     Ήχος από ξερά κλαδιά και φύλλα ακούστηκε και η άγρια βλάστηση πίσω από την γκαραζόπορτα άρχισε να κινείται, λες και την ανάδευε ένα απαλό αεράκι.
     - Μια τίγρη! σκέφτηκε με θαυμασμό και απορία η Πίπη, καθώς μπορεί να ζει και να κινείται σε μία ζούγκλα, αλλά στη ζούγκλα που ζει η Πίπη μόνο αυτοκίνητα κυκλοφορούν. Μια τίγρη, επανέλαβε την σκέψη της, με φωνή αυτή τη φορά...
     - Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου, είπε η τίγρη, που τώρα είχε πλησιάσει περισσότερο στην γκαραζόπορτα και διακρινόταν καλύτερα.
     - Δεν είσαι μόνη σου; ρώτησε η Πίπη, καθώς προσπαθούσε να δει πίσω από την τίγρη.
     - Μόνος μου, εννοείς, είπε η τίγρη. 
     - Α, είπε η Πίπη, δεν είσαι κορίτσι;
     - Κορίτσι; είπε θυμωμένα η τίγρη και βρυχήθηκε.
     - Σσσσσσσστ! ακούστηκε από πίσω από την τίγρη.
     - Εγώ είμαι ο Σιρ Χαν με το όνομα, είπε η τίγρη, πώς μπόρεσες να πιστέψεις ότι είμαι κορίτσι;
     - Συγγνώμη, είπε η Πίπη, αλλά σε κρύβει η βλάστηση, πώς να το δω; Δεν είσαι μόνος σου, λοιπόν;
     - Όχι, βέβαια, είπε ο Σιρ Χαν. Είμαστε μεγάλη παρέα.
     - Αλήθεια;
     - Ναι. Είναι εδώ και ο Μπαγκίρα, και ο Κάα, και ο Μπαλού, και όλη η φυλή των Μπαντάρ-λογκ, και  ο Ακέλας με την οικογένειά του...
     - Και χωράτε τόσοι πολλοί εκεί μέσα;
     - Φυσικά και χωράμε.
     Η Πίπη έκανε λίγο πιο πίσω και προσπάθησε να εκτιμήσει το μέγεθος του κήπου. Της φάνηκε αρκετά μικρός. Αλλά, για στάσου, τι της θύμιζαν όλα αυτά τα ονόματα;
     - Σιρ Χαν είπες πως σε λένε;
     - Ναι.
     - Πιο σσσσσσιγά, ακούστηκε μία συριστική φωνή.
     Η Πίπη τρόμαξε, καθώς ένα χοντρό φίδι με μεγάλα σχέδια αγκάλιασε τα σκουριασμένα κάγκελα της γκαραζόπορτας.
     - Μην τρομάζεις, είπε ο Σιρ Χαν, αυτός είναι ο Κάα.
     Η Πίπη αποφάσισε να μην ξαναπλησιάσει την γκαραζόπορτα.
     - Θα μας βοηθήσεις; ρώτησε ο Σιρ Χαν.
     - Θα μας βοηθήσσσσσσεις; ρώτησε και ο Κάα.
     - Πώς θέλετε να σας βοηθήσω; είπε η Πίπη.
     - Άνοιξε την γκαραζόπορτα! είπε ο Σιρ Χαν.
     - Άνοικσσσσσσσσσσσσσέ την! είπε και ο Κάα.
     - Πώς να την ανοίξω; ρώτησε η Πίπη.
     - Εμείς δεν μπορούμε, εσύ όμως μπορείς!
     - Εσσσσσύ μπορείςςςςςςςς!
     - Μα δεν έχω το κλειδί!
     - Μήπως δεν θέλεις να μας βοηθήσεις;
     - Μήπωςςςςςς δεν θέλειςςςςςςςς;
     Η αλήθεια είναι πως η Πίπη είχε τις αμφιβολίες της για το αν ήθελε να ξαμολύσει έναν τίγρη και έναν πύθωνα στη γειτονιά, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως δεν είχε το κλειδί της γκαραζόπορτας.
     - Δεν ξέρω πώς να σας ανοίξω, είπε η Πίπη, χωρίς κλειδί η γκαραζόπορτα δεν ανοίγει.
     - Είσαι σίγουρη; ακούστηκε μια ανθρώπινη φωνή και ένα μελαμψό παιδί εμφανίστηκε κοντά στα κάγκελα.
      - Ο Μόγλης! είπε η Πίπη, που αμέσως θυμήθηκε τι της θύμιζαν όλα εκείνα τα ονόματα.
     - Δεν μπορείς να βρεις το κλειδί; ρώτησε ο Μόγλης. Οι φίλοι μου και εγώ θα θέλαμε πάρα πολύ να βγούμε μια βόλτα στη γειτονιά...
     - Δεν γνωρίζω τους ιδιοκτήτες, είπε η Πίπη, ούτε γνωρίζω αν μένει κάποιος εδώ, για να τον ρωτήσω. Αλλά εσείς γιατί θέλετε να βγείτε στη γειτονιά; Είναι πολύ επικίνδυνα εδώ.
     - Εσύ δεν φαίνεσαι να φοβάσαι, είπε ο Σιρ Χαν.
     - Ναι, εσσσσσύ δε φοβάσσσσσαι, είπε και ο Κάα.
     - Εσείς δεν ξέρετε να κυκλοφορείτε στους δρόμους, είπε η Πίπη. Υπάρχουν αυτοκίνητα, και τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα.
     - Πιο γρήγορα από εμένα δε νομίζω, είπε ο Σιρ Χαν.
     - Ίσως όχι πιο γρήγορα, αλλά σίγουρα αντέχουν περισσότερο, είπε η Πίπη. Δεν θα αντέξεις.
     - Εμείς δεν κινδυνεύουμε από τα αυτοκίνητα, είπε μια μαϊμού, που εμφανίστηκε, κρεμασμένη σε ένα κλαδί.
     Ένα αυτοκίνητο διέκοψε την ησυχία του δρόμου. Η Πίπη ξανακοίταξε δεξιά και αριστερά. Ο δρόμος ήταν έρημος και πάλι.
     - Εδώ έξω δεν έχει τόσα δέντρα για να κρεμιέστε, είπε. 
     - Δεν θέλεις να μας ανοίξεις, είπε ένας μαύρος πάνθηρας, που εμφανίστηκε ανάμεσα από τα φύλλα ενός δέντρου, σκαρφαλωμένος κι εκείνος σε ένα μεγάλο κλαδί.
     - Πρόσεχε, Μπαγκίρα, είπε ο Μόγλης, θα το σπάσεις το κλαδί.
     - Έχει δίκιο ο Μπαγκίρα, είπε ο Κάα, άδικα μιλάμε, δεν θέλει να μας βοηθήσσσσσσσει...
     Ακούστηκε αναταραχή ανάμεσα από τις φυλλωσιές.
     - Σσσσσσσστ! ακούστηκε και μία κόμπρα πετάχτηκε ξαφνικά από τη μία άκρη της γκαραζόπορτας.
     Η Πίπη ανατρίχιασε στην ιδέα ότι η γκαραζόπορτα δεν μπορούσε στην πραγματικότητα να εμποδίσει τα φίδια να βγουν έξω... Ούτε τα αιλουροειδή... Ούτε τις μαϊμούδες...
     - Πρέπει πρώτα να βρω τους ιδιοκτήτες, είπε η Πίπη, και να τους ζητήσω το κλειδί. Μήπως είδατε τίποτα ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν στο σπίτι;
     - Τόσον καιρό που είμαστε εδώ, δεν ακούσαμε κανέναν, είπε ο Μόγλης.
     - Αυτό δυσκολεύει τα πράγματα, είπε η Πίπη, θα πρέπει να φέρω κλειδαρά, ή οξυγονοκολλητή...
     - Να φέρεις, είπε ο Σιρ Χαν.
     - Αλλά θα πρέπει να βρω τον καλύτερο, είπε η Πίπη, προσπαθώντας να κερδίσει καιρό. Τα σκουριασμένα κάγκελα και οι σκουριασμένες κλειδαριές είναι πολύ δύσκολη περίπτωση, θέλουν ειδική μεταχείριση. Ίσως θα πρέπει να φέρω κάποιον από το εξωτερικό.
     - Να φέρεις, είπε ο Μόγλης. Είναι δύσκολο;
     - Όχι πολύ, είπε η Πίπη, απλώς παίρνει χρόνο, είναι ολόκληρη διαδικασία.
     - Θα τα καταφέρεις, πιστεύεις;
     - Σίγουρα, αλλά χρειάζεται υπομονή. Μπορείτε να περιμένετε;
     - Εννοείται, τόσον καιρό περιμέναμε...
     - Εντάξει, λοιπόν, θα ψάξω για κλειδαρά και οξυγονοκολλητή, και μόλις τους βρω και μπορέσω να τους φέρω, θα σας πω, σύμφωνοι;
     - Σύμφωνοι!
     Έτσι έγινε, και από τότε, όταν η Πίπη περνάει έξω από την γκαραζόπορτα, κάνει πως δεν την βλέπει, και αν εκείνη την ώρα περνάει κάποιο αυτοκίνητο, επιταχύνει το βήμα της και εξαφανίζεται προτού την πάρουν είδηση οι εξωτικοί ένοικοι του κήπου. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ρίχνει κλεφτές ματιές προς την γκαραζόπορτα και προσπαθεί να βεβαιωθεί ότι κανένας από τους ενοίκους δεν το έχει σκάσει. Ακόμα κι αν είναι νωρίς το πρωί και η μέρα δεν έχει καλοφωτίσει ακόμα...

     
     

     
     Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου