Σελίδες

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021

Η σκουριασμένη καγκελόπορτα


      Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια πολυσύχναστη γειτονιά μιας πόλης, στριμωγμένη ανάμεσα σε ψηλές, άχρωμες πολυκατοικίες, υπήρχε μια σκουριασμένη καγκελόπορτα, την οποία όλοι προσπερνούσαν βιαστικά. Καμία πινακίδα δεν υπήρχε επάνω της, κανένα όνομα δεν αναγραφόταν στο κουδούνι, δεν υπήρχε καν κουδούνι. Η καγκελόπορτα έμενε μονίμως κλειστή, αλλά και ανοιχτή αν ήταν, ποιος θα επιθυμούσε ή θα τολμούσε να την διαβεί; Μόνο ένα ερειπωμένο κτίσμα διακρινόταν στο βάθος του κήπου, ένα κτίσμα που σίγουρα αποτελούσε το καταφύγιο για όλες τις σαύρες, τα ποντίκια και τις αράχνες της πόλης, για να μη μιλήσουμε για τα κοράκια, που πιθανότατα είχαν φτιάξει φωλιές σε όλες τις τρύπες που διακρίνονταν κάτω από τα ξεκολλημένα κεραμίδια της σκεπής.... 
     Το βράδυ, κανένας δεν πλησίαζε την σκουριασμένη καγκελόπορτα. Τα ψηλά, ακλάδευτα δέντρα του κήπου που πρόβαλλαν αδιάφορα στη διάρκεια της μέρας, το βράδυ έριχναν γύρω τους άγριες, απειλητικές σκιές. Το ερειπωμένο κτίσμα στο βάθος της αυλής, που την ημέρα μπορεί να προκαλούσε το φακό κάποιου ερασιτέχνη φωτογράφου, τη νύχτα εξαφανιζόταν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Ο αέρας μαστίγωνε τα κλαδιά των δέντρων και κάποιες βραδιές με πανσέληνο, ολόκληρη η περιοχή αντηχούσε από τα κλαψιάρικα γαβγίσματα των σκυλιών, που έμοιαζαν να απαντούν στις απόκοσμες, σπαρακτικές κραυγές που έρχονταν από το βάθος του κήπου.
     Μια χειμωνιάτικη μέρα, που ο ουρανός ήταν σκεπασμένος με βαριά, γκρίζα σύννεφα, ένας ξένος κοντοστάθηκε μπροστά στην σκουριασμένη καγκελόπορτα. Ο ξένος ήταν ξεχτένιστος και τα ρούχα του ήταν σκισμένα και βρώμικα. Οι διαβάτες που περνούσαν από κοντά του έκαναν παράκαμψη και τον απέφευγαν, μερικοί ούτε καν τον κοιτούσαν. Κανείς τους, βέβαια, δεν ήξερε ότι ο λόγος που ο ξένος ήταν έτσι απεριποίητος και βρώμικος ήταν ότι λίγες μέρες πριν, σε μια σκοτεινή γωνιά της πόλης, μία ομάδα κακοποιών του είχε επιτεθεί και του είχε κλέψει όλα του τα λεφτά. Χωρίς λεφτά, ο ξένος δεν μπορούσε ούτε να αγοράσει κάτι να φάει, ούτε να βρει κάπου να μείνει, και έτσι περιδιάβαινε στους δρόμους και έψαχνε για φαγητό στους κάδους των σκουπιδιών.
     Το ερειπωμένο κτίσμα στο βάθος του κήπου φάνταζε πολύ τρομακτικό, και ο ξένος θα το απόφευγε, αν είχε τη δυνατότητα, όταν όμως ο ουρανός φωτίστηκε από μία αστραπή και χοντρές σταγόνες βροχής άρχισαν να πέφτουν με δύναμη, αποφάσισε να αγνοήσει τους φόβους του και να ζητήσει καταφύγιο εκεί μέσα. Η σκουριασμένη καγκελόπορτα άνοιξε με δυσκολία. Ο κήπος ήταν γεμάτος αγριόχορτα. Η βροχή είχε δυναμώσει πολύ και δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Όσο πιο γρήγορα μπορούσε, και με μεγάλη προσοχή για να μην πατήσει σε κάποιο σπασμένο σκαλοπάτι, ανέβηκε την σκάλα που οδηγούσε στην είσοδο του κτίσματος. 
     Χτύπησε την σαρακοφαγωμένη πόρτα. Δεν απάντησε κανείς. Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη. Διστακτικά, την έσπρωξε και βρέθηκε σε ένα μεγάλο, σκοτεινό δωμάτιο. Το μέρος ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, αλλά έξω έβρεχε καταρρακτωδώς. Θα περνούσε τη νύχτα του εκεί. Βρήκε μια γωνία, τυλίχτηκε όσο καλύτερα μπορούσε στο παλτό του και κουλουριάστηκε εκεί. Πέρασε πολλή ώρα έτσι, κουλουριασμένος, μέχρι που τον πήρε ο ύπνος.
     Τον ξύπνησε η μυρωδιά φρεσκοψημένου φαγητού. Έτριψε τα μάτια του, για να καθαρίσουν από το όνειρο που πιθανώς έβλεπε, μόνο που δεν έβλεπε όνειρο. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα μαλακό, άνετο κρεβάτι, σκεπασμένος με ένα ζεστό, πουπουλένιο πάπλωμα. Σηκώθηκε και πήγε μέχρι ένα παράθυρο, που κρυβόταν πίσω από μία χοντρή, πολυτελή κουρτίνα. Κοίταξε έξω και είδε τον χορταριασμένο κήπο που είχε διαβεί για να μπει μέσα στο ερειπωμένο κτίσμα. Η βροχή είχε πια σταματήσει και ένα ολοστρόγγυλο, φωτεινό φεγγάρι έλαμπε στο νυχτερινό ουρανό. 
     Η πόρτα του δωματίου όπου βρισκόταν ήταν κλειστή. Από κάπου εκεί μέσα ακουγόταν μια γλυκιά, μελαγχολική μουσική. Γεμάτος περιέργεια, ο ξένος άνοιξε την πόρτα και άρχισε να εξερευνά το χώρο. Ο πλούτος ήταν εμφανής σε κάθε γωνία: πολυτελή έπιπλα, ακριβοί πίνακες, κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, βαρύτιμα υφάσματα. δεν ήξερε τι να πρωτοθαυμάσει. Ακολουθώντας τη μουσική, πλησίασε μία μεγάλη, βαριά πόρτα και την άνοιξε.
     Βρέθηκε σε μία μεγάλη, φωταγωγημένη σάλα. Ένας άντρας ήταν σκυμμένος επάνω σε ένα πιάνο και έπαιζε μια μελαγχολική μελωδία. Ο άντρας σταμάτησε να παίζει. Γύρισε και τον κοίταξε.
     - Ω, ένας επισκέπτης! είπε.
     Ύστερα, σηκώθηκε από το πιάνο, τον καλωσόρισε και τον οδήγησε σε ένα διπλανό δωμάτιο, που ήταν μία τραπεζαρία. Στο κέντρο υπήρχε ένα τεράστιο, στενόμακρο τραπέζι, στρωμένο με υπέροχα, πορσελάνινα σερβίτσια και χρυσά μαχαιροπήρουνα. Υπήρχαν πολλές, μεγάλες πιατέλες με κάθε λογής αχνιστά φαγητά.
     - Θα μου κάνεις την τιμή να φάμε μαζί, υποθέτω, είπε ο άντρας. Ή μήπως δεν πεινάς;
     Ο ξένος όχι απλώς πεινούσε, είχε ξελιγωθεί από την πείνα. Οι υπέροχες μυρωδιές που έρχονταν από τις πιατέλες τον καλούσαν τόσο δελεαστικά...
     Κάθησαν να φάνε και ο ξένος δεν ήξερε τι να πρωτοδοκιμάσει. Όλα τα φαγητά ήταν εξαιρετικά μαγειρεμένα και πεντανόστιμα.
     - Πώς σου φαίνονται τα φαγητά, ρώτησε ο άντρας, σου αρέσουν;
     - Πάρα πολύ, είπε ο ξένος. Στ'αλήθεια, είσαι πολύ τυχερός. Έχεις ένα υπέροχο σπίτι, και το τραπέζι σου είναι φορτωμένο με τα καλύτερα φαγητά, τι άλλο να ζητήσει κανείς;
     Και τότε ο άντρας αναστέναξε και του είπε την ιστορία του. Ότι κάποτε, που το σπίτι του δεν ήταν τόσο υπέροχο, ούτε το τραπέζι του τόσο φορτωμένο, εκείνος ήταν ένας εργατικός και προκομμένος άνθρωπος. Και ότι ήταν και πολύ τυχερός, τόσο, που οι δουλειές του πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο και τα σεντούκια του γέμιζαν λεφτά. Όμως, άρχισε να βλέπει πως οι άλλοι άνθρωποι δεν χαίρονταν και τόσο πολύ με τις επιτυχίες του και ότι τον κοιτούσαν με μισό μάτι. Αυτό δεν του άρεσε καθόλου. Κλείστηκε, λοιπόν, στο σπίτι του και αποφάσισε ότι κανένας δεν ήταν άξιος να μοιραστεί τη χαρά του μαζί του. Και όλο και πλούτιζε, και όλο και στόλιζε το σπίτι του περισσότερο...
     Μια χειμωνιάτικη νύχτα, ένας ζητιάνος χτύπησε την πόρτα του. Πεινούσε και κρύωνε, του είπε. Ο άντρας τον κοίταξε. Σκέφτηκε ότι, αφού οι άνθρωποι που γνώριζε - που ήταν σαφώς σε καλύτερη θέση από τον ζητιάνο - τον ζήλευαν, ο ζητιάνος θα τον ζήλευε πολύ περισσότερο. Ίσως και να τον έκλεβε. Του έδωσε, λοιπόν, ένα κομμάτι ψωμί και του είπε να φύγει. "Μήπως θα μπορούσα", τον ρώτησε ο ζητιάνος, "να περάσω τη νύχτα σε κάποια γωνίτσα στο όμορφο σπιτικό σου; Κάνει παγωνιά απόψε και δεν έχω πού να πάω". "Δεν έχω χώρο", απάντησε ο άντρας. "Μα, το σπίτι σου είναι τόσο μεγάλο", είπε ο ζητιάνος. "Θα μπορούσα να βολευτώ ακόμα και στην αποθήκη". "Στην αποθήκη; Ούτε να το σκέφτεσαι, είναι γεμάτη πράγματα, δεν υπάρχει χώρος για κανέναν", είπε ο άντρας.
     Τότε, ένας δυνατός αέρας φύσηξε και πήρε τα κουρέλια του ζητιάνου. Ο άντρας δεν μπορούσε να πιστέψει τα μάτια του. Μπροστά του βρισκόταν ένας μάγος.
     "Ώστε δεν υπάρχει χώρος, ούτε καν στην αποθήκη σου, για έναν ζητιάνο", είπε ο μάγος. "Για κανέναν δεν υπάρχει", είπε ο άντρας. "Όλοι με ζηλεύουν και κανένας δε θέλει το καλό μου. Γι'αυτό κι εγώ δε θέλω κανέναν". "Αφού, λοιπόν, δε θέλεις κανέναν, η ευχή σου θα πραγματοποιηθεί", είπε ο μάγος. Κούνησε το ραβδί του και μεμιάς το σπίτι του άντρα μεταμορφώθηκε σε ένα ερειπωμένο κτίσμα. "Τώρα", είπε ο μάγος, "κανένας δε θα θέλει να έρθει στο σπίτι σου, η ευχή σου πραγματοποιήθηκε". Ο άντρας τρόμαξε. "Μη φοβάσαι", είπε ο μάγος, "το σπίτι σου άλλαξε μόνο εξωτερικά. Μέσα παραμένει όπως ήταν. Απλώς, κανένας δεν θα τολμάει να σε πλησιάσει, αλλά ούτε και εσύ θα μπορείς να βγεις έξω". 
     Ο άντρας σκέφτηκε ότι αυτό δεν τον πείραζε και τόσο. Εξάλλου, τι να τους κάνει όλους αυτούς τους ζηλιάρηδες που τον περιστοίχιζαν; "Επειδή, όμως, μου έδωσες ένα κομμάτι ψωμί να φάω, και αυτό το εκτιμώ", είπε ο μάγος, "και επειδή κάποτε μπορεί να αλλάξεις γνώμη, κάθε φορά που θα έχει πανσέληνο, θα έχεις την ευκαιρία να λύσεις τα μάγια μου. Αν ένα βράδυ με πανσέληνο κάποιος άνθρωπος μπει στο σπίτι σου, και κοιμηθεί στο κρεβάτι σου και φάει φαγητό από το τραπέζι σου, τότε όλα θα γίνουν όπως πριν". "Δεν θα αλλάξω γνώμη", είπε ο άντρας και ο μάγος χτύπησε το ραβδί του και εξαφανίστηκε.
     Από τότε το σπίτι του ήταν μαγεμένο και όπως φαινόταν απ'έξω, κανένας δεν το πλησίαζε. Ο άντρας περνούσε πολύ ωραία, αφού δεν είχε να αντιμετωπίσει τους άλλους ανθρώπους. Και ούτε όταν είχε πανσέληνο σκεφτόταν το μάγο. Αλλά, σιγά-σιγά, άρχισε να βαριέται. Ήθελε πού και πού να βγει στον κήπο, και ας ήταν έτσι χορταριασμένος, και ας έβλεπε και κανέναν άνθρωπο. Και άρχισε, κάθε φορά που είχε πανσέληνο, να ελπίζει ότι κάποιος θα τον επισκεπτόταν. Ετοίμαζε τα πιο νόστιμα φαγητά, έστρωνε το τραπέζι και περίμενε. Αλλά κανένας δεν ερχόταν, αφού όλοι φοβούνταν να πλησιάσουν.
     - Είχα απογοητευτεί, είπε ο άντρας. Μέχρι που απόψε, που είχε πανσέληνο, εσύ, σπρωγμένος από την ανάγκη σου, τόλμησες να ανοίξεις την πόρτα του σπιτιού μου και να μπεις μέσα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά τόλμησες να κοιμηθείς και δέχτηκες να φας από το τραπέζι μου. Σε ευχαριστώ πολύ, που βοήθησες να λυθούν τα μάγια.
     - Και εγώ σε ευχαριστώ για το υπέροχο δείπνο, είπε ο ξένος. Αλλά η ιστορία σου μου φάνηκε πολύ περίεργη. Και, τώρα που το ξανασκέφτομαι, νομίζω ότι όλα αυτά τα ονειρεύομαι.
     - Έχει αρχίσει να ξημερώνει, είπε ο άντρας. Ας βγούμε, λοιπόν, στον κήπο να δούμε αν ονειρεύεσαι.
     Ο άντρας άνοιξε την εξώπορτα. Και τότε βρέθηκαν σε έναν υπέροχο κήπο με φροντισμένα μονοπάτια, πυκνοφυτεμένα παρτέρια και καλοκλαδεμένα δέντρα.
     Και καθώς η μέρα προχωρούσε και η πόλη ξυπνούσε, οι άνθρωποι άρχισαν να θαυμάζουν την όμορφη καγκελόπορτα, τον φροντισμένο κήπο που βρισκόταν πίσω από αυτήν και το μεγαλοπρεπές σπίτι που βρισκόταν στο βάθος του κήπου. Και, ως δια μαγείας, κανείς δε θυμόταν πια τι υπήρχε προηγουμένως εκεί. Μόνο πού και πού, κάποιος ερασιτέχνης φωτογράφος, τακτοποιώντας τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει, συναντούσε μια φωτογραφία της σκουριασμένης καγκελόπορτας. Και τότε προσπαθούσε, μάταια, να θυμηθεί πού την είχε συναντήσει...

Υ.Γ: Η φωτογραφία είναι της φίλης μου, Ειρήνης Στάμου.

11 σχόλια:

  1. Ω αγαπημένη μου Πίπη! Εδώ είμαστε! Στα "δικά" μας χωρικά ύδατα, στη "δική" μας λατρεμένη ατμόσφαιρα.
    Σε gothic διήγημα δεν σε είχα απολαύσει αν θυμάμαι καλά. Και ιδού το πρώτο! Και μάλιστα επιβλητικό, ατμοσφαιρικό, συμβολικό.
    Εικόνες και αφήγηση πιστές, ονειρικές. Σκηνογραφία εξαιρετική. Ατμόσφαιρα βαριά, παράξενη, μυστηριακή. Χαρακτήρες απόλυτα αρμονικά ενταγμένοι στο σύνολο. Ο πλούσιος και ο ζητιάνος. Σε ένα αντιφατικό περιβάλλον και χώρο. Εγκατάλειψη από έξω, πλούτος και ομορφιά από μέσα.
    Και όλα αυτά ενταγμένα σε ένα στοίχημα.
    Πίπη μου, σήμερα με μάγεψες αγαπημένη μου φίλη στ' αλήθεια! Μου άρεσε πάρα πολύ ετούτο εδώ το διήγημά σου.
    Καλή Κυριακή να έχεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλώς τον αγαπημένο μου κριτικό! Μα πόσο ωραία τα γράφεις! Λίγο να τα πιστέψω, δηλαδή... Ώστε έγραψα και γκόθικ, για φαντάσου! Εγώ απλώς ακολούθησα τη φωτογραφία. Από συμβολισμούς, πάντως, δεν έχεις παράπονο, ήταν πολύ ξεκάθαροι, ακόμα και για εμένα... Χαίρομαι που το απόλαυσες, Γιάννη μου, και εύχομαι να έχω πάντα τέτοιες, απολαυστικές ιδέες.
      Να έχεις μια όμορφη εβδομάδα

      Διαγραφή
    2. Να τα πιστέψεις Πίπη! Δεν κατάλαβα! Γιατί να μην τα πιστέψεις; Ναι, το έγραψες. Και καθώς ήταν αυθόρμητο, έχει και ιδιαίτερη αξία.
      Να μας δίνεις τέτοιες δημιουργίες καλή μου φίλη.
      Καλή βδομάδα.

      Διαγραφή
  2. Ξεκινώ από την φωτογραφία που την βρίσκω εξαιρετική, συγχαρητήρια στη δημιουργό. Επομένως με μια τέτοια φωτογραφία και με το ταλέντο που έχεις να πλέκεις ιστορίες, πως να μην εμπνευστείς αυτό το υπέροχο παραμύθι.
    Μπράβο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μα είναι πανέμορφη η φωτογραφία, Ελένη μου, έχεις δίκιο. Γι'αυτό κι εγώ, όταν την είδα της τη "βούτηξα" της φίλης μου (με την άδειά της, εννοείται)! Και επειδή εξαρχής μου ήρθε η ιδέα για ένα μαγεμένο σπίτι που από μέσα θα ήταν ονειρεμένο, αλλά απ'έξω θα ήταν παρηκμασμένο, όπως αυτό της φωτογραφίας, το παραμύθι ακολούθησε αυτόν τον δρόμο. Χαίρομαι πολύ που σου άρεσε, και το παραμύθι και η φωτογραφία, κι ας μην είναι δικιά μου.
      Φιλάκια πολλά

      Διαγραφή
  3. Τη ζήλεψα αυτήν την καγκελόπορτα! Αλλά η ιστορία που φαντάστηκες, αντάξια της φωτογραφίας, με μάγεψε. Πολλά μηνύματα και διδαχές από το παραμύθι σου. Μπράβο Πίπη μου υπέροχο ανάγνωσμα για το βράδυ μου. Να σαι καλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι, Άννα μου, είναι πανέμορφη! Χαίρομαι που σου άρεσε το παραμύθι μου και που ομόρφυνε το βράδυ σου.
      Καληνύχτα, λοιπόν, και όνειρα γλυκά

      Διαγραφή
  4. Ενα πολύ όμορφο παράδειγμα για όσους δεν έχουν χώρο στην καρδιά τους να μπει η καλοσύνη αφού αυτή είναι που κάνει τους ανθρώπους να μην είναι εγωιστές και καχύποπτοι Πίππη μου΄.
    Το ότι όλο αυτό το όμορφο παραμύθι-διήγημα βγήκε από την πανέμορφη φωτογραφία της φίλης σου Ειρήνης Στάμου και από μια σκουριασμένη καγκελόπορτα, δείχνει την ευαισθησία σου στον άνθρωπο!
    Μπράβο και στις δυο σας να είστε καλά καλο ξημερωμα φιλιαααα!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι πολύ που σου άρεσε η φωτογραφία όσο μου άρεσε κι εμένα, Ρούλα μου, και χαίρομαι επίσης που σου άρεσε και η ιστορία που έφτιαξα για να τη συνοδεύει! Παραμύθι-διήγημα λες, ε; Σαν να έχεις δίκιο, μου φαίνεται, εξάλλου εσύ ξέρεις πολύ καλά από παραμύθια, έχεις γράψει ουκ ολίγα. Όλο και τις μεγαλώνω τις αναρτήσεις μου τώρα τελευταία, θα πρέπει λίγο να τις συμμαζέψω...
      Να έχεις μια όμορφη εβδομάδα. Φιλάκια πολλά

      Διαγραφή
  5. Τι όμορφο blog. Σα να πρόσθεσα ένα νέο βιβλίο με ιστορίες και παραμύθια στη βιβλιοθήκη μου. Χαίρομαι που σε βρήκα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλώς ήρθες, Ειρήνη, στο χώρο μου! Χαίρομαι που σου αρέσει το μπλογκ μου και ελπίζω να σταθεί αντάξιο των προσδοκιών σου, καθώς όλα εξαρτώνται από τον αέρα που φυσάει στο κεφάλι μου!
      Να έχεις ένα όμορφο απόγευμα

      Διαγραφή

To comment or not to comment? That is the question