Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα κυπαρίσσι. Δηλαδή, δεν υπήρχε μόνο ένα κυπαρίσσι, υπήρχαν πολλά, αλλά εμείς θα μιλήσουμε για ένα συγκεκριμένο.
Αυτό το κυπαρίσσι, που λέτε, ήταν ψηλόλιγνο, όπως όλα τα άλλα κυπαρίσσια, και στεκόταν καμαρωτό-καμαρωτό σε έναν κήπο γεμάτο φυτά. Βέβαια, λόγω ύψους και μόνο, ξεχώριζε αμέσως από τα άλλα φυτά του κήπου, αλλά αυτό δεν το έκανε σε καμία περίπτωση να σηκώνει τη μύτη του ψηλά. Τα άλλα κυπαρίσσια ήταν όλα πολύ σοβαρά, όπως έπρεπε να είναι τα κυπαρίσσια, και μιλούσαν μόνο μεταξύ τους, αφού κανένα άλλο φυτό δεν έφτανε τόσο ψηλά όσο εκείνα, για να μπορούν να συζητήσουν.
Όμως, το κυπαρίσσι της ιστορίας μας, ενώ ήταν επίσης σοβαρό, ήταν και ιδιαίτερα κοινωνικό, με αποτέλεσμα να προσπαθεί να κάνει φιλίες με όλα τα φυτά του κήπου. Με τα περισσότερα φυτά, λόγω ύψους, δυστυχώς, δεν κατάφερνε να επικοινωνήσει. Υπήρχε, όμως, μια μπουκαμβίλια που, αν και δεν ήταν το ίδιο ψηλή με εκείνο, κατάφερνε, σκαρφαλώνοντας με μαεστρία, να φτάσει αρκετά ψηλά, έτσι ώστε να μπορούν να μιλάνε. Και τι καλή παρέα που έκανε εκείνη η μπουκαμβίλια! Τα καλύτερα ανέκδοτα ήξερε! Και τόσο πολύ γελούσε το κυπαρίσσι με τα ανέκδοτα της μπουκαμβίλιας, που μερικές φορές το έπιανε λόξυγγας. Και τότε, η μπουκαμβίλια γελούσε ακόμα περισσότερο. Και τόσο τρανταζόταν από τα γέλια, που στον κήπο έβρεχε μπουκαμβιλιολούλουδα.
Τα άλλα κυπαρίσσια δεν καταλάβαιναν τι της έβρισκε της μπουκαμβίλιας το κυπαρίσσι. Τι, δηλαδή; Σάμπως εκείνα δεν ήξεραν ανέκδοτα; Ήξεραν, και μάλιστα πολλά. Και το κυριότερο: ήταν ανέκδοτα υψηλού επιπέδου - μόνο τέτοια άρμοζαν σε εκείνα - και σύμφωνα με το σαβουάρ βιβρ της κυπαρισσοκοινωνίας. Ενώ εκείνη η μπουκαμβίλια ήταν εντελώς παρακατιανή. Χαζογέλαγε δυνατά με ανοιχτό το στόμα - τι ανεπίτρεπτο! - και ντυνόταν και τόσο παρδαλά, σαν καρνάβαλος!
- Τι μπασκλασαρία! έλεγαν, μμμμμ!
Και κοιτούσαν με μισό μάτι, τόσο την μπουκαμβίλια, όσο και το κυπαρίσσι, που έκανε παρέα με άτομα που δεν άρμοζαν στο κοινωνικό του στάτους. Αλλά το κυπαρίσσι δεν άκουγε τίποτα από αυτά που έλεγαν, αφού τα δυνατά γέλια της μπουκαμβίλιας σκέπαζαν κάθε άλλο ήχο.
Μια μέρα, ο αρχηγός των κυπαρισσιών - δηλαδή η κυρία του, για να είμαστε ακριβείς - είχε την καταπληκτική ιδέα να διοργανώσει έναν διαγωνισμό για το πιο εντυπωσιακό κυπαρίσσι. Ήταν πολύ της μόδας τέτοιοι διαγωνισμοί, οι άνθρωποι έκαναν πολλούς, τα έβλεπε εκείνη από πάνω από τον μαντρότοιχο.
Όλα τα κυπαρίσσια ενθουσιάστηκαν - μέσα στα επιτρεπόμενα πλαίσια, εννοείται - και δήλωσαν αμέσως συμμετοχή στο διαγωνισμό. Ύστερα, άρχισαν να στολίζονται και να ετοιμάζονται με μεγάλη προσοχή.
Το κυπαρίσσι μας, είχε δηλώσει και εκείνο συμμετοχή, και στολιζόταν, και ξεσκόνιζε τα φύλλα του, και τίναζε τα κλαδιά του, και προσπαθούσε να πάρει την πιο εντυπωσιακή πόζα που μπορούσε, αλλά τίποτα δεν τον ικανοποιούσε. Ό,τι και να έκανε, τα υπόλοιπα κυπαρίσσια ήταν πολύ πιο εντυπωσιακά από εκείνο. Η φίλη του η μπουκαμβίλια το ενθάρρυνε με διάφορα επιφωνήματα θαυμασμού, αλλά το κυπαρίσσι δεν είχε πολύ καλό προαίσθημα για το διαγωνισμό. Ούτε τα ανέκδοτα της μπουκαμβίλιας μπορούσαν να του φτιάξουν τη διάθεση. Το καημένο, αισθανόταν μειονεκτικά.
Μια μέρα, λίγο πριν από το διαγωνισμό, εκεί που το κυπαρίσσι έκανε την πρωινή του γυμναστική για να είναι σε φόρμα, άκουσε τα άλλα κυπαρίσσια που το κορόιδευαν. Ήταν πολύ νωρίς ακόμα και η μπουκαμβίλια κοιμόταν, οπότε δεν υπήρχαν τα γέλια της να σκεπάζουν τις ομιλίες των άλλων κυπαρισσιών.
- Τι παιδεύεται; είπε ένα από τα πιο ψηλά κυπαρίσσια. Αφού δεν πρόκειται να κερδίσει.
- Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, είπε ένα άλλο, και όλα τα κυπαρίσσια γέλασαν διακριτικά, σύμφωνα με το σαβουάρ βιβρ.
- Τι ελπίδα να έχει το δόλιο; είπε ένα άλλο. Δεν βλέπετε ποιον έχει διαλέξει για φίλο; Την μπουκαμβίλια.
- Μμμμμμ! έκαναν όλα μαζί. Σιγά το άτομο!
- Όλο φασαρία κάνει και όλο γελάει δυνατά, αν είναι δυνατόν!
- Γιατί; Τα ρούχα της τα έχετε δει; Παρδαλά, όπως και αυτή!
- Χι! Χι! Χι!
Το κυπαρίσσι ενοχλήθηκε, που μιλούσαν έτσι για τη φίλη του, αλλά δεν είπε τίποτα. Πάντως, του χάλασε εντελώς η διάθεση. Όταν ξύπνησε η μπουκαμβίλια, το είδε πιο μελαγχολικό από κάθε άλλη φορά.
- Τι έχεις; το ρώτησε.
- Τίποτα, είπε εκείνο.
- Πώς τίποτα; Αφού σε βλέπω!
- Δεν έχω τίποτα, σου λέω!
- Καλά, αλλά άκου τώρα τι μου θύμισες: ήταν μια μηλιά, μια αχλαδιά και μια κυδωνιά...
Αλλά ούτε το ξεκαρδιστικό ανέκδοτο με τη μηλιά, την αχλαδιά και την κυδωνιά έφτιαξε τη διάθεση του κυπαρισσιού. Η μπουκαμβίλια, όμως, δεν ήταν τύπος που τα παρατάει. Και αφού είπε άλλο ένα ανέκδοτο για έναν κάκτο με φαλάκρα - ένα από τα καλύτερά της - και είδε ότι δεν είχε αποτέλεσμα, πίεσε το κυπαρίσσι να της πει τι είχε συμβεί. Και το κυπαρίσσι της είπε.
- Και γι'αυτό σκας; του είπε. Εμένα, πάντως, δεν με πειράζει, ας λένε ό,τι θέλουν. Το πιθανότερο είναι ότι σε ζηλεύουν.
- Εμένα; Γιατί;
- Επειδή και εκείνα θα ήθελαν πολύ να έχουν έναν φίλο έξω από τα "επιτρεπόμενα", αλλά δεν τολμούν. Ενώ εσύ τόλμησες.
- Ίσως να έχεις δίκιο, αλλά όσο σκέφτομαι τι θα ακούσω μετά το διαγωνισμό...
- Γιατί;
- Όποιος κερδίσει, θα με κοροϊδεύει ακόμα περισσότερο.
- Και γιατί να μην κερδίσεις εσύ;
- Αποκλείεται να κερδίσω! Ούτε στο μικρό τους δαχτυλάκι δεν τα φτάνω! Εκείνα είναι τόσο όμορφα, τόσο εντυπωσιακά...
- Και γιατί υπάρχουν οι φίλοι; είπε η μπουκαμβίλια. Θα σε βοηθήσω εγώ.
- Πώς;
- Θα δεις. Έχω μια ιδέα.
Και η μπουκαμβίλια δεν είπε τίποτα άλλο, όσο και αν τη ρωτούσε το κυπαρίσσι.
Η μέρα του διαγωνισμού έφτασε. Και η επιτροπή άρχισε να επιθεωρεί τα διαγωνιζόμενα κυπαρίσσια. Η σειρά του κυπαρισσιού πλησίαζε. Και τότε, η μπουκαμβίλια αγκάλιασε σφιχτά το κυπαρίσσι.
- Ω, τι εντυπωσιακό! είπε το ένα μέλος της επιτροπής.
- Πανέμορφο! είπε ένα άλλο.
- Δε σας θυμίζει μπαλαρίνα; είπε ένα τρίτο.
- Πολύ πρωτότυπο! είπε και ένα τέταρτο. Σαν να φοράει φούστα!
Και τα επιφωνήματα θαυμασμού έδιναν και έπαιρναν.
Το αποτέλεσμα του διαγωνισμού μπορείτε να το φανταστείτε. Το κυπαρίσσι κέρδισε την πρώτη θέση παμψηφεί και τα υπόλοιπα κυπαρίσσια έσκασαν από τη ζήλεια τους.
- Κοίτα τι μας έκανε μια παλιομπουκαμβίλια! έλεγαν.
Αλλά το κυπαρίσσι δεν τα άκουγε, αφού τα δυνατά γέλια της μπουκαμβίλιας σκέπαζαν κάθε άλλο ήχο. Μόλις του είχε πει το ανέκδοτο με το πλατάνι που είχε πυτιρίδα.
ΥΓ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
To comment or not to comment? That is the question