Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021

Το τίμημα της επιτυχίας


      Ο ουράνιος ζαχαροπλάστης αναστέναξε. Πρώτη μέρα χωρίς σοκολάτα. Πρώτη μέρα χωρίς μία από τις μεγάλες του αγάπες. Και τώρα, τι θα δημιουργούσε; Τόσα χρόνια, η ειδικότητά του ήταν η σοκολάτα: σοκολατόπιτες, μους, προφιτερόλ, κορμοί, μωσαϊκά, τρουφάκια, μπράουνις, σουφλέ, παγωτά... Ουρές έκαναν οι πελάτες του. Από όλον το γαλαξία έρχονταν και, μεταξύ μας, οι πιο πιστοί του πελάτες ήταν αυτοί που έρχονταν από την Ανδρομέδα. Πόσες τούρτες γενεθλίων δεν είχε στείλει σε παιδικά πάρτυ στην Ανδρομέδα! Αλλά και στο Άλφα του Κενταύρου είχαν μεγάλη ζήτηση τα γλυκά του. Ήταν ο επίσημος προμηθευτής όλων των δεξιώσεων του Προεδρικού Μεγάρου. Τι θα έκαναν τώρα οι πιστοί του πελάτες, όταν θα μάθαιναν για τη νέα στροφή στην καριέρα του;
     Θα τον εγκατέλειπαν, το δίχως άλλο. Από εδώ και πέρα, οι μεγάλες ουρές θα αποτελούσαν παρελθόν. Η βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου του θα περνούσε απαρατήρητη. Τα γλυκά θα μπαγιάτευαν. Και μαζί με τα μπαγιάτικα γλυκά, θα μαράζωνε και το πάθος του για τη ζαχαροπλαστική...
     Αλλά το στοίχημα είναι στοίχημα. Πώς του ήρθε να ρισκάρει τόσο πολύ; Από πού είχε αντλήσει όλη εκείνη τη σιγουριά; "Αν χάσω, δεν θα ξαναφάω σοκολάτα", είχε πει. Ορίστε τώρα!
     Στην άκρη του πάγκου βρήκε μερικές μπάρες σοκολάτας. Τις είχε για τις λιγούρες. Αποστρέφοντας το βλέμμα, άνοιξε το καλάθι και τις πέταξε μέσα. "Θα πρέπει να κόψω και το ρόφημα σοκολάτας", σκέφτηκε, καθώς θυμήθηκε το μεταλλικό κουτί που έκανε παρέα στο βαζάκι του καφέ, επάνω στο ράφι της κουζίνας. "Να θυμηθώ να το πετάξω, όταν γυρίσω στο σπίτι".
     Έβαλε στο στόμα του μία καραμέλα βουτύρου. "Παρηγοριά στον άρρωστο", είπε και φόρεσε την ποδιά του.
     Και τώρα, τι θα έφτιαχνε; Πώς θα γέμιζε την άδεια βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου; "Ας φτιάξω ρυζόγαλο", είπε. "Και κρέμα καραμελέ θα μπορούσα να φτιάξω", σκέφτηκε, "αλλά συγκρίνονται η κρέμα καραμελέ και το ρυζόγαλο με μία ωραία σοκολατόπιτα; Μπα, δεν συγκρίνονται! Και χαλβά θα μπορούσα να φτιάξω, αλλά δεν νομίζω να θελήσει κανένας να αγοράσει χαλβά, όταν αλλού μπορεί να βρει προφιτερόλ με αφράτα σουδάκια... Μήπως, τελικά, να φτιάξω γαλακτομπούρεκο;"
     Με θλίψη θυμήθηκε ότι τα σιροπιαστά γλυκά δεν ήταν το φόρτε του. Ποτέ του δεν είχε καταφέρει να σιροπιάσει σωστά ούτε έναν μπακλαβά, σιγά μην τα κατάφερνε με το γαλακτομπούρεκο! Μήπως να ξεκινούσε τα γλυκά κουταλιού; Ε, εντάξει, πόση επιτυχία θα είχαν πια τα γλυκά του κουταλιού; Βέβαια, τα γλυκά του κουταλιού μπορείς να τα συνδυάσεις με γιαούρτι, αλλά όλοι ξέρουν ότι στο Άλφα του Κενταύρου το σιχαίνονται το γιαούρτι... Άσε που τα γλυκά του κουταλιού του θύμιζαν μία αντιπαθητική θεία του, που ζούσε στην Αφροδίτη και όποτε ερχόταν για επίσκεψη τα μάγουλά του κοκκίνιζαν από το πολύ το τσίμπημα... 
     Και δε θα μπορούσε, άραγε, να ειδικευτεί στις τάρτες; Σιγά το δύσκολο! Ναι, αλλά και πάλι: ποιος θα έβαζε κεράκια επάνω σε μια τάρτα; Μόνο ένας πυρομανής... Μπα, τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με τις σοκολατένιες δημιουργίες! Η καραμέλα βουτύρου θρυμματίστηκε ανάμεσα στα δόντια του. Μια νέα καραμέλα βουτύρου την ακολούθησε στο στόμα του.
     Αν ήταν Χριστούγεννα, θα μπορούσε να φτιάξει κουραμπιέδες και μελομακάρονα, τα Χριστούγεννα όμως είχαν περάσει. Μήπως να ειδικευόταν στα τσουρέκια; Μα, ναι, βέβαια! Θα μπορούσε να φτιάξει και τσουρέκια γεμιστά με κάστανο, με μαρμελάδα, με σοκολά..., όχι, χωρίς σοκολάτα.
     Και τότε, το αποφάσισε: "θα ειδικευτώ στο μιλφέιγ!". Αλλά το μιλφέιγ απαιτεί τέχνη, δεν είναι παίξε-γέλασε... Η πρώτη προσπάθεια ήταν μια σκέτη αποτυχία, τα φύλλα ήταν σαν μπισκότο. Στη δεύτερη προσπάθεια, η κρέμα έγινε πολύ αραιή, δραπέτευσε από τα φύλλα και λέρωσε όλο τον πάγκο. Στην τρίτη προσπάθεια, το αποτέλεσμα θύμιζε περισσότερο μιλφέιγ, αλλά μόνο στην εμφάνιση, στη γεύση θύμιζε μπουγάτσα. Μήπως να έφτιαχνε μπουγάτσα; Όχι, τώρα που το είχε αποφασίσει, θα έφτιαχνε μιλφέιγ, πάει και τελείωσε! Και δωσ'του συνέχιζε τις προσπάθειες, και η μία προσπάθεια διαδεχόταν την άλλη...
     Και έφτασε το βράδυ, και το μιλφέιγ ακόμα δεν είχε πετύχει... Αλλά ο ουράνιος ζαχαροπλάστης ήταν πλέον αποφασισμένος. Και οι προσπάθειες συνεχίστηκαν όλη τη νύχτα. Και το πρωί, λίγο πριν από το ξημέρωμα, ο ουράνιος ζαχαροπλάστης ένιωσε πως, επιτέλους, τα είχε καταφέρει.
     Και οι άνθρωποι ξύπνησαν και άρχισαν να ανοίγουν τα παράθυρά τους. Και ανακάλυψαν με έκπληξη ότι ο τόπος είχε γεμίσει ζάχαρη άχνη. 


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

Ματαιωθείσα εκδρομή



     - Βαρέθηκα! είπε η μπουκαμβίλια. 

     - Κι εγώ, είπε η γαρυφαλιά και αναστέναξε. 

     - Παίζουμε “ομοιοκαταληξία”; πρότεινε το γεράνι. 

     - Σιγά το παιχνίδι, είπε η γαρυφαλιά. 

     - Απορώ τι του βρίσκεις, είπε και η μπουκαμβίλια. 

     - Από τότε που έχασα τον κολλητό μου, δεν έχω κανέναν να παίξω, μουρμούρισε το γεράνι. 

     - Όχι πάλι γκρίνια! είπε και το αγιόκλημα. 

     - Βρε παιδιά, είπε το κλήμα, γιατί δεν πάμε μια εκδρομή να ξεσκάσουμε λίγο; 

     - Τι λες; τον σκούντηξε η τριανταφυλλιά η εκατοντάφυλλη. Πώς θα πάμε εκδρομή; 

     - Πάει, ξεκούτιανε αυτός, είπε το κυκλάμινο.  

     - Γιατί, βρε παιδιά, τι είπα; Να πάμε μια εκδρομή είπα, σιγά το έγκλημα, όλοι πάνε! 

     - Ε, όχι κι όλοι! είπε η τριανταφυλλιά η λευκή. 

     - Τα σπουργίτια όλο για τις εκδρομές τους μιλάνε! Για να μην πω για τα χελιδόνια... 

     - Μα εκείνα είναι πουλιά! 

     - Και είπα εγώ ότι είναι λουλούδια; 

     - Ναι, αλλά έχουν φτερά και πόδια... 

     - Το ότι δεν έχουμε φτερά και πόδια δε σημαίνει ότι δεν μπορούμε να πάμε μια εκδρομή... 

     - Δεν έχεις και άδικο, είπε το γιασεμί. Δεν πρέπει να αφήνουμε μία μικρή έλλειψη να ορίζει τη ζωή μας. 

     - Χάζεψες κι εσύ; είπε η μπουκαμβίλια. Μικρή έλλειψη το λες εσύ αυτό; 

     Και η μπουκαμβίλια σχεδόν χαστούκισε το γιασεμί με το ένα της κλαδί. 

     - Μη θυμώνεις, είπε το γιασεμί. Αυτό που εννοώ είναι ότι δεν πρέπει να απογοητευόμαστε. Μπορεί να υπάρχει λύση. Αν, για παράδειγμα, βοηθούσε ο αέρας, ίσως θα μπορούσαμε να ταξιδέψουμε, όλοι μαζί... 

     Όλα τα φυτά κοιτάχτηκαν. Όλοι μαζί; Πώς θα γινόταν αυτό; 

     - Το βρήκα! είπε το γιασεμί. Δε σας είπα εγώ ότι μπορεί να υπάρχει λύση; Θα ταξιδέψουμε με τη βοήθεια του ανέμου! Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι πανιά και έναν άνεμο να τα φουσκώσει. 

     - Και πού θα τα βρούμε τα πανιά; ρώτησε το γεράνι. 

     - Κοίτα επάνω, είπε το γιασεμί. 

     - Στον ουρανό θα τα βρούμε τα πανιά; 

     - Σε ποιον ουρανό; Την τέντα δεν την βλέπεις; 

     Ξαφνικά, όλα τα φυτά πρόσεξαν την τέντα που κάλυπτε όλη τη Χώρα της Μπροστινής Βεράντας από άκρη σε άκρη. 

     - Αααααα, είπαν όλα τα φυτά με μια φωνή. 

     - Τώρα το μόνο που μένει είναι να διαλέξουμε πού θα πάμε, είπε το γιασεμί. Εγώ προτείνω την Καραϊβική. Είναι ιδανική για ταξίδι με πλοίο. 

     - Εγώ θέλω να πάω εκδρομή στο βουνό, είπε το κυκλάμινο. Τι σημαίνει “Καραϊβική”; 

     - Κάτι με καράβια, φαντάζομαι, είπε η λευκή τριανταφυλλιά. Εγώ θέλω να πάω στην Κοιλάδα των Ρόδων. Έχω ακούσει ότι υπάρχει. 

     - Καλή ιδέα, είπε και η εκατοντάφυλη τριανταφυλλιά. 

     - Σιγά μην πάμε και στην Κοιλάδα των σκόρδων! είπε η γαρυφαλιά. Δε θα άντεχα ένα μέρος γεμάτο τριανταφυλλιές. 

     - Έχω ακούσει ότι υπάρχουν λούνα παρκ, όπου πας και υπάρχουν διάφορα παιχνίδια, είπε το γεράνι. 

     - Όλο στα παιχνίδια έχεις το μυαλό σου, είπε το κυκλάμινο. 

     - Πολύ ξενέρωτοι είστε όλοι, είπε το γεράνι. 

     - Εγώ δε θέλω λούνα παρκ, θέλω να πάμε σε ένα δάσος, είπε η γαρυφαλιά 

     - Σε δάσος με πλοίο; Τι άλλο θα ακούσουμε! είπε το γιασεμί. Παιδιά, μην το κουράζουμε: το ταξίδι με τα πανιά μπορεί να γίνει μόνο σε μέρος με θάλασσα. Και η Καραϊβική, που σας πρότεινα, είναι ένα μέρος με θάλασσα. 

     - Η Κοιλάδα των Ρόδων έχει θάλασσα; ρώτησε η λευκή τριανταφυλλιά. 

     - Όχι, φυσικά, αφού είναι κοιλάδα! 

     - Κρίμα! 

     - Η Μαύρη Θάλασσα όμως είναι θάλασσα, είπε το κλήμα. 

     - Τι να κάνουμε σε μία θάλασσα που είναι μαύρη; είπε το γεράνι. Καλύτερα να μείνουμε εδώ! 

     - Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, είπε το γιασεμί. Η Καραϊβική έχει θάλασσα και είναι μακριά, έχω ακούσει τα καλύτερα. Θα βρω και τον κατάλληλο άνεμο - κάποιον που να ξέρει καλά τη διαδρομή, εννοείται - να συνεννοηθώ... Θα περάσουμε τέλεια, θα δείτε! 

     Τα φυτά δεν είπαν τίποτα άλλο. Ήταν εμφανές ότι το γιασεμί ήξερε τι έλεγε. Ήταν επίσης εμφανές ότι στην ουσία κανένα φυτό δεν είχε κάποια πρόταση της προκοπής. 

     Έτσι, το γιασεμί βάλθηκε να ρωτάει τους ανέμους που περνούσαν, αν κάποιος γνώριζε κατά πού έπεφτε η Καραϊβική, και ύστερα από πολύ ψάξιμο, μάλλον κάτι βρήκε. 

     - Εγώ θα σας πάω, του είπε ένας άνεμος πολύ τζαναμπέτης και καραμπουζουκλής, που περνούσε βιαστικός από τη Χώρα της Μπροστινής Βεράντας. 

     - Πότε μπορείς; ρώτησε το γιασεμί. 

     - Ή τώρα ή ποτέ, του είπε ο άνεμος, δεν ξέρω πότε θα ξαναπεράσω. 

     - Παιδιά, φώναξε το γιασεμί, ήρθε η ώρα! Είστε έτοιμοι για την εκδρομή; 

     - Ναι! φώναξαν όλα τα φυτά μαζί. 

     - Όρτσα τα πανιά! φώναξε το γιασεμί. 

     - Όρτσα! φώναξε δυνατά ο άνεμος και μεμιάς η τέντα χωρίστηκε σε τρία μεγάλα, φουσκωμένα πανιά. 

     - Παιδιά, κρατηθείτε, φώναξε δυνατά το γιασεμί, σαλπάρουμε! 

     - Ζήτω! φώναξαν τα φυτά. 

     Αλλά η Χώρα της Μπροστινής Βεράντας παρέμενε πεισματικά στη θέση της. 

     - Δε γίνεται τίποτα, είπε ο άνεμος, ύστερα από λίγο. Θα πρέπει να ξεκολλήσετε από τη Χώρα του Διαμερίσματος. 

     - Να ξεκολλήσουμε, ναι, είπε το γιασεμί. Παιδιά, κόψτε τους δεσμούς με τη Χώρα του Διαμερίσματος! 

     - Ε, πού πάτε; είπε η Πίπη που είχε ακούσει τη φασαρία και είχε τρέξει στη Χώρα της Μπροστινής Βεράντας. 

     - Πάμε εκδρομή! φώναξε η μπουκαμβίλια. 

     - Τι κάνατε στην τέντα;  

     - Δεν είναι τέντα, είναι πανιά! είπε ο άνεμος. 

     - Αυτό βλέπω, είπε η Πίπη 

     - Αν θέλεις να πας εκδρομή μαζί μας, μείνε, φώναξε το γιασεμί, αλλιώς γύρνα πίσω στη Χώρα του Διαμερίσματος! 

     - Δε θα πάτε πουθενά, είπε η Πίπη και όρμησε στα πανιά.  

     - Όρτσα τα πανιά! φώναξε ο άνεμος και φύσηξε με μανία. 

     - Βρε, άσε τα πανιά κάτω, φώναξε η Πίπη και έτρεξε να τα μαζέψει. 

     - Μηηηηηη! φώναξε το αγιόκλημα. Θα πάμε εκδρομή! 

     - Δεν θα πάτε πουθενά, είπε η Πίπη. Δε θα αφήσω εγώ τη Χώρα του Διαμερίσματος να συνορεύει με τον δρόμο! 

     Ο δρόμος εκείνη την ώρα ήταν γεμάτος αυτοκίνητα, αλλά κανένας δεν σταμάτησε να βοηθήσει την Πίπη στο δύσκολο αγώνα της με τον άνεμο. 

     - Τι επιμονή! θαύμασε ο άνεμος. 

     - Άσε τα πανιά είπα! φώναξε η Πίπη και άρχισε να μαζεύει σιγά-σιγά τα πανιά. 

     - Εσύ να τα αφήσεις!

     - Ποτέ! είπε η Πίπη και συνέχισε με επιμονή.

     Τα πανιά είχαν ήδη μαζευτεί κατά το ήμισυ.

     - Λυπάμαι, παιδιά, είπε ο άνεμος, χωρίς τα πανιά δεν μπορώ να σας μεταφέρω πουθενά.

     Και ο άνεμος, με ένα του φύσημα, εξαφανίστηκε. 

     - Όχι! φώναξαν τα φυτά. Πάει η εκδρομή! 

     Έτσι έγινε προχθές, και η Χώρα της Μπροστινής Βεράντας έμεινε τελικά στη θέση της, αγκυροβολημένη δίπλα στη Χώρα του Διαμερίσματος. Τα φυτά, εντωμεταξύ, κατέβασαν κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα και τώρα δεν της μιλάνε της Πίπης. 

     Αλλά εκείνη δεν δίνει και μεγάλη σημασία, έχει μία σκισμένη τέντα να την απασχολεί...