Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Λοβ στόρυ



Η Ανν, η όμορφη ξανθή, του Χάθαγουεϋ η κόρη,
τυχαία ερωτεύτηκε το πιο άξιο αγόρι.
Ουίλλιαμ τονε λέγανε, κι είχε όλες τις χάρες,
με ταβλαδόρο έμοιαζε που'ρίχνει πάντα εξάρες.

Ήτανε μεγαλύτερος, όπως συνηθιζόταν,
κι η Ανν, όταν τον έβλεπε, πολύ τον ορεγόταν.
Εμπόδια εις το γάμο τους καθόλου δεν υπήρξαν
και ο Ουίλλιαμ με την Ανν σε μια οικογένεια σμίξαν.

Όλα πηγαίνανε καλά, η αγάπη ήταν μεγάλη,
κι ήτανε πια ολόκληρο το αγαποπορτοκάλι.
Η Ανν μαγείρευε έξοχα, του έπλεκε ζακέτες,
κι ο Γουίλ τα βράδυα έκανε μέχρι και πιρουέτες.

Όμως ο Γουίλ ο όμορφος είχε άλλη μια αγάπη,
που του ήταν απαραίτητη, σαν της καρδιάς το χάπι:
του άρεσε το θέατρο, να γράφει και να παίζει,
και το σκεφτόταν συνεχώς, μέχρι και στο τραπέζι.

Η Ανν δεν γκρίνιαξε αρχικά, αλλά, εν συνεχεία,
άρχισε να του μουρμουρά, να δείχνει δυσφορία.
Ο Ουίλλιαμ νευρίασε, δεν ήταν τάχα άντρας;
Δεν ήτανε αφεντικό εκείνης της γαλιάντρας;

"Γιατί, Γουίλ, δεν μ'αγαπάς; Γιατί μ'αφήνεις μόνη,
κι όταν ξαπλώνεις μου τραβάς μακριά μου το σεντόνι;"
"Κι εσύ παλιά μου ζέσταινες πάντα τη θερμοφόρα,
μα απλώνεις τις ποδάρες σου και με παγώνεις τώρα."

"Νόμιζα πως με αγαπάς, πως είμαι το μωρό σου,
μα εσύ στα θέατρα γυρνάς, εκεί είναι το μυαλό σου!"
"Κι εσύ αρχικά με πρόσεχες, κι ήσουν σαν κουρκουμπίνι,
μα τη ζωή μου έκανες να μοιάζει με πατίνι."

"Παλιά όλο χαμογέλαγες, όποτε κι αν μιλούσα,
τώρα έχεις νεύρα ολημερίς, και κυνηγάς τη Μούσα."
"Τα νεύρα μου τα έσπασες εσύ με τη μουρμούρα,
αν το'ξερα θα σε άφηνα στη μάνα σου, χαμούρα!"

"Πώς μου μιλάς; Δεν ντρέπεσαι; Θέλω να σε χωρίσω!"
"Αμήν και πότε, ελεύθερος να μείνω και να ζήσω!"
Ο Γουίλ απ'την Επισκοπή εγύρεψε βοήθεια
για να χωρίσει, μα εκεί του αρνήθηκαν, στ'αλήθεια.

"Ο χωρισμός αδύνατος, μου'παν στην Εκκλησία,
λύση δεν επιτρέπεται, κι ας κάναμε βλακεία."
"Δεν σφάξανε, στην κλίνη μου κανείς δε θα πλαγιάσει,
αλλιώς ευθύς την γκλάβα του την σπάω με το φαράσι!"

Συνέχισαν, λοιπόν, μαζί να ζούνε με το ζόρι 
κι ο ένας τον άλλον, συνεχώς, τον έκανε βαπόρι.
Ο Ουίλλιαμ είχε έμπνευση και έγραφε αράδα,
για έρωτες δακρύβρεχτους, που έχουν νοστιμάδα.

Και μια ημέρα  ο Ουίλλιαμ έγραψε μέγα δράμα,
για την αγάπη δυο παιδιών που πνίγηκε στο κλάμα.
Ήταν μεγάλος ο έρωτας του ευγενούς Ρωμαίου
κι η Ιουλιέτα άξια του πιο γλυκού υμεναίου.

Η Ανν το ανακάλυψε τυχαία στο γραφείο:
"Γουίλ μου, ακόμα μ'αγαπάς, γράφεις για εμάς τους δύο!"
Μα ο Γουίλ, που δεν γουστάριζε, έδωσε σαφές σήμα,
δεν πάντρεψε τους εραστές, τους έστειλε στο μνήμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

To comment or not to comment? That is the question
(Θυμηθείτε ότι όλα τα σχόλια, προτού εμφανιστούν στην "πασαρέλα", περνούν από οντισιόν)