Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας γάιδαρος, που τον έλεγαν Γουσταύο. Ο Γουσταύος δεν έμοιαζε με τους άλλους γαϊδάρους. Ήταν από πολύ καλή οικογένεια, με τίτλους και περγαμηνές. Η μητέρα του, η κόμισσα Ντε Λα Γκαρ, τον μεγάλωσε με τους καλύτερους δασκάλους, που τους πλήρωνε αδρά. Και ο Γουσταύος μπορούσε να απαγγείλει από μνήμης όλους τους προγόνους του, που βρίσκονταν στο λίμπρο ντ'όρο της οικογένειας, ξεκινώντας από τον παππού του και φτάνοντας μέχρι το γάιδαρο που μετέφερε τον Χριστό στα Ιεροσόλυμα!
Ο Γουσταύος ήταν αυτό που λέμε "φυτό", ήταν πάντα χωμένος στα βιβλία. Ξεχνούσε μέχρι και να φάει, όταν μελετούσε. Όλοι έλεγαν ότι θα πήγαινε μπροστά στη ζωή του, ότι θα γινόταν γιατρός, πιθανότατα, και ότι θα κληρονομούσε το ιατρείο του πατέρα του, του διάσημου δόκτορος Γκόντφριντ Φον Ντερ Έζελ, που είχε μεγάλη και εκλεκτή πελατεία. Εκείνος, βέβαια, ονειρευόταν να γίνει αστροναύτης, αλλά ποιος τον ρώτησε...
Βέβαια, η ζωή είναι απρόβλεπτη πολλές φορές. Ο δόκτωρ Φον Ντερ Έζελ είχε μια μικρή, τόση δα, αδυναμία: τα άλογα. Τα αγαπούσε τόσο, που όλα του τα χρήματα σε εκείνα τα έδινε. Και δε θα υπήρχε κανένα πρόβλημα με αυτό, αν υπήρχαν βρύσες που να βγάζουν λεφτά. Τότε, ο δόκτωρ Φον Ντερ Έζελ θα μπορούσε να ασχολείται με τα χόμπυ του χωρίς οικονομικές επιπτώσεις για την οικογένειά του. Όμως τέτοιες βρύσες δεν υπάρχουν, οπότε κάποια στιγμή ο μεγαλογιατρός βρέθηκε να χρωστάει παντού. Οι πιστωτές του ζητούσαν τα λεφτά τους, η γυναίκα του ζητούσε μια καινούργια ετόλ. Κατάλαβε ότι ούτε τη φυλακή θα απέφευγε, ούτε το όνειδος.
Όμως, μέσα στην ατυχία του, ο μεγαλογιατρός είχε και τη μεγάλη τύχη να έχει έναν φίλο παπαγάλο, βουλευτή και μεγαλοδικηγόρο, που μπορούσε να τυλίξει τον οποιονδήποτε με την ευκολία που τυλίγουν οι Κουβανοί τα πούρα. Πήγε, λοιπόν, και τον βρήκε, και ζήτησε τη βοήθειά του. Ο παπαγάλος ανέλαβε την υπεράσπισή του και μέχρι που έκανε και επερώτηση στη Βουλή για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Στο τέλος, κατάφερε να τον βάλει σε ψυχιατρείο πολυτελείας, και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Μια κουβέντα είναι αυτό. Μπορεί ο μεγαλογιατρός να έπεσε στα μαλακά, η κόμισσα Ντε Λα Γκαρ και ο Γουσταύος, όμως, έμειναν πίσω, να κολυμπάνε στα απόνερα των πράξεων του δόκτορος Φον Ντερ Έζελ. Και μια μέρα που η κόμισσα κάθισε μπροστά στον καθρέφτη της, συνειδητοποίησε ότι είχε αρχίσει να παραμεγαλώνει. Τι να της κάνουν, πλέον, τα στολίδια - που, εξάλλου, τα είχε πουλήσει όσο-όσο, για να μπορεί να συνεχίσει να τρώει φιλέ μινιόν τις Κυριακές -, η ηλικία της δεν κρυβόταν.
Και τότε θυμήθηκε ότι, όπως είχε παραμεγαλώσει εκείνη, μάλλον είχε παραμεγαλώσει και ο υιός της και, ρίχνοντάς του μια ματιά, βεβαιώθηκε ότι ο Γουσταύος είχε φτάσει σε ηλικία γάμου. Οπότε, μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να σωθούν οικογενειακώς: να του βρει μια καλή νύφη.
Άρχισε, λοιπόν, να πηγαίνει από κοινωνική εκδήλωση σε κοινωνική εκδήλωση και να μαζεύει πληροφορίες. Και ένα βράδυ, σε μια χοροεσπερίδα στην έπαυλη μιας τρίτης ξαδέρφης της, εντόπισε το θύμα: μια κοπέλα πρώτης τάξεως, από καλή οικογένεια, και με μεγάλη προίκα, σκέτη καλλονή δηλαδή. Είχε, βέβαια, την ιδιοτροπία να κυκλοφορεί φορώντας μάσκα, αλλά πλούσια ήταν, στους πλούσιους οι ιδιοτροπίες είναι πάντα χαριτωμένες. Και το προξενιό έκλεισε.
Τον Γουσταύο δεν τον ρώτησαν, φυσικά, αλλά έτσι κι αλλιώς δε θα έφερνε αντίρρηση στην επιθυμία της μητέρας του. Και μια Κυριακή που έβρεχε, ο Γουσταύος και η πλούσια Γερτρούδη, παντρεύτηκαν στη μητρόπολη. Όλα πήγαιναν μια χαρά, μέχρι την πρώτη νύχτα του γάμου. Η Γερτρούδη νόμιζε ότι ο Γουσταύος φορούσε μάσκα, όπως εκείνη. Όταν, όμως, είδε ότι αυτός δε φορούσε απλώς μάσκα γαϊδάρου, αλλά ήταν κανονικός γάιδαρος, απογοητεύτηκε.
Η πλούσια Γερτρούδη πήγε τρέχοντας στη νονά της, που κατά τύχη ήταν μάγισσα, και της ζήτησε να τη βοηθήσει να κόψει τα δεσμά του γάμου της. Η νονά της έγνεσε ένα κουβάρι νήμα, της το έδωσε και της είπε να το βάλει κάτω από το προσκέφαλο του άντρα της. Η Γερτρούδη έκανε ό,τι της είπε η νονά της. Και τότε, ένα σύννεφο βγήκε από κάτω από το μαξιλάρι του Γουσταύου, και όπως κοιμόταν, τον τύλιξε σαν δίχτυ. Ο Γουσταύος ξύπνησε και άρχισε να γκαρίζει τρομαγμένος. Το δίχτυ πύκνωσε γύρω του, και ο Γουσταύος μεταμορφώθηκε σε έναν τριχωτό καλικάντζαρο. Ύστερα, ένας άνεμος μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο, σήκωσε τον μεταμορφωμένο Γουσταύο και τον μετέφερε ακαριαία μέσα σε ένα κελί φυλακής.
- Στα τσακίδια! είπε η Γερτρούδη ανακουφισμένη και ετοιμάστηκε να βγει.
- Παρ'τα, ξινομούρα! είπε και ο μεταμορφωμένος Γουσταύος, καθώς συστηνόταν στους συγκρατούμενούς του.







