Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Παιδική απορία

- Γιατί ο ελέφαντας έχει μία προβοσκίδα; ρώτησε ο μικρός Γιωργάκης τη μαμά του.
     - Επειδή αν είχε χίλιες θα μπερδεύονταν μεταξύ τους, του απάντησα εγώ, καθώς η μαμά του δεν είχε καμία απάντηση πρόχειρη.
     Δεν ξέρω αν ο μικρός ικανοποιήθηκε, πάντως δεν επανέλαβε την ερώτηση, και εγώ συμπέρανα ότι είχα δώσει μια ικανοποιητική και προπάντων λογική απάντηση, παρ'όλο που δεν είχα ιδέα γιατί ο ελέφαντας έχει μία προβοσκίδα και όχι περισσότερες. 
     Όμως, ήταν μοιραίο η ερώτηση αυτή του μικρού Γιωργάκη να καρφωθεί στο μυαλό μου και να μου το τριβελίζει κάθε τρεις και λίγο από τότε. Και δεν είναι και λίγος ο καιρός. Δυο χρόνια και βάλε.
     Γιατί, λοιπόν, οι ελέφαντες να μην έχουν δύο προβοσκίδες, για παράδειγμα; Δεν θα τους ήταν πιο εύκολο να ξεριζώνουν δέντρα, να πιάνουν το φαγητό τους, να τρώνε, να κάνουν το μπάνιο τους; Ή, θα μπορούσαν επίσης να έχουν τρία αυτιά, για ήχο ντόλμπι σαράουντ. Εγώ, πάντως, για να είμαι ειλικρινής, αρκετές φορές έχω σκεφτεί ότι θα μου ήταν χρήσιμο ένα τρίτο χέρι. Άρα, γιατί να μην έχουν δύο προβοσκίδες οι ελέφαντες;
     Μέσα στη ντουλάπα μου έχω ένα γκρίζο, γούνινο ελεφαντάκι. Είναι ο φίλος μου, ο Μπίμπο και τον έχω από μικρή. Ο Μπίμπο έχει ένα κουδουνάκι στην άκρη της προβοσκίδας του, την οποία εγώ του την έχω χαλάσει, με αποτέλεσμα να κρέμεται σαν ψόφια, ενώ όταν τον απέκτησα ήταν στητή και καμαρωτή. Ήθελα, βλέπετε, να παραστήσω ότι ο Μπίμπο ήταν ζωντανός ελέφαντας.
     Παρ'όλο που του έκανα αυτή τη ζημιά, ο Μπίμπο έχει πολύ καλό χαρακτήρα και δεν μου κρατάει κακία για τη χαλασμένη του προβοσκίδα. Μου μιλάει ακόμα. Ναι, ξέρω, τώρα θα γελάτε, αλλά σιγά μη δεν έχετε κι εσείς φίλους σαν τον Μπίμπο!
     Καθώς, λοιπόν, το θέμα του ελέφαντα που δεν έχει μόνο μια προβοσκίδα με απασχολούσε πολύ τελευταία, άνοιξα τη ντουλάπα μου για να πω τους προβληματισμούς μου στον Μπίμπο. Και εκείνος, αφού με άκουσε προσεκτικά με τα μεγάλα αυτιά του, με κάλεσε να μπω μέσα στη ντουλάπα!
     - Έχω κάτι να σου δείξω, μου είπε.
     Φυσικά και έκανα αυτό που μου είπε ο φίλος μου, αφού ήθελα να δω τι είχε να μου δείξει. Δεν πρόλαβα, λοιπόν, καλά-καλά να μπω στη ντουλάπα, και η πλάτη της άνοιξε, αποκαλύπτοντας ένα δωμάτιο, όπου μέσα βρισκόταν ένας κανονικός ελέφαντας! Δηλαδή, όχι και τόσο κανονικός: ήταν ένας ελέφαντας με δύο προβοσκίδες!
     Όπως είναι λογικό, έμεινα έκθαμβη και τον κοίταζα σαν χαζή, χωρίς να σκέφτομαι πώς βρέθηκε εκείνο το δωμάτιο πίσω από την πλάτη της ντουλάπας μου, ή τι δουλειά είχε ένας ζωντανός ελέφαντας εκεί. Το μόνο που κοιτούσα ήταν οι δύο του προβοσκίδες και τίποτα άλλο.
     - Γεια σου, μου είπε.
     - Γεια σου, του είπα, και δε μου έκανε εντύπωση ούτε ότι μιλούσε.
     - Τι με κοιτάς έτσι; με ρώτησε. Δεν έχεις ξαναδεί ποτέ σου ελέφαντα;
     Τώρα, τι να του έλεγα; Αποφάσισα να είμαι ειλικρινής.
     - Ελέφαντα έχω ξαναδεί, του είπα, αλλά ελέφαντα με δύο προβοσκίδες δεν έχω ξαναδεί.
     - Ε, τι να κάνουμε; είπε και σήκωσε τους ώμους. Υπάρχουμε και εμείς, οι ελέφαντες με τις δύο προβοσκίδες...
     - Ώστε υπάρχουν κι άλλοι;
     - Ουουου, υπάρχουν πάρα πολλοί!
     Από το μυαλό μου περνούσαν εικόνες με ελέφαντες πιασμένους προβοσκίδα με προβοσκίδα, να περπατάνε χαρωπά...
     - Α, είπε, ο ελέφαντας, κατάλαβα... Εσύ έχεις δει μόνο τους άλλους, τους τυχερούς...
     - Τους ποιους; 
     - Τους τυχερούς... αυτούς με τη μία προβοσκίδα!
     - Μα γιατί το λες αυτό; ρώτησα. Δεν είναι καλύτερα να έχεις δύο προβοσκίδες αντί για μία;
     Ο ελέφαντας αναστέναξε και ξεφύσηξε και από τις δύο προβοσκίδες.
     - Αν ήξερες πόσο εύχομαι να είχα μόνο μία προβοσκίδα!
     - Μα γιατί;
     - Για τον απλούστατο λόγο ότι είμαι αριστεροπροβόσκιδος!
     - Τι είσαι;
     - Αριστεροπροβόσκιδος!
     - Πρώτη μου φορά το ακούω αυτό.
     - Ε, λοιπόν, άκου: οι περισσότεροι ελέφαντες είναι δεξιοπροβόσκιδοι. Δε-ξι-ο-προ-βό-σκι-δοι, συλλάβισε για να καταλάβω, σαν να ήμουν διανοητικά καθυστερημένη.
     - Ε, και;
     - Τι "και"; Αφού οι περισσότεροι είναι δεξιοπροβόσκιδοι, ο κόσμος έγινε με βάση εκείνους, και όποιος είναι αριστεροπροβόσκιδος αντιμετωπίζει πρόβλημα.
     Και άρχισε, με δάκρυα στα μάτια, και ρουφώντας πότε τη μία πότε την άλλη προβοσκίδα, να μου διηγείται το δράμα του, όταν, μικρό ελεφαντάκι ακόμα, πήγαινε να πιάσει την ουρά της μαμάς του και άπλωνε με λαχτάρα την αριστερή του προβοσκιδούλα και τότε εκείνη του έριχνε μία προβοσκιδιά, μα μία προβοσκιδιά!  Ύστερα του έλεγε να πιάσει την ουρά της με τη δεξιά του προβοσκίδα σαν όλα τα καλά ελεφαντάκια, αλλά εκείνο δεν μπορούσε καλά με τη δεξιά προβοσκίδα και του γλιστρούσε η ουρά της μαμάς του και ξέμενε πίσω, μακριά από τη μαμά του και από ολόκληρο το κοπάδι, που ύστερα το κορόιδευαν και από πάνω!
     Σπάραξε η καρδιά μου με τη δραματική παιδική του ηλικία, αλλά εκεί που πραγματικά τον λυπήθηκα ήταν όταν άρχισε να μου διηγείται τα παθήματα της ενήλικής του ζωής. Βλέπετε, στον κόσμο των ελεφάντων (με τις δύο προβοσκίδες) υπάρχει συγκεκριμένο σαβουάρ βιβρ. Δεν μπορεί ο καθένας να χρησιμοποιεί όποια προβοσκίδα του καπνίσει. Όταν, για παράδειγμα, ένας ελέφαντας θέλει να ξεριζώσει ένα δέντρο, πρώτα αγκαλιάζει τον κορμό με τη δεξιά προβοσκίδα, και ύστερα με την αριστερή, και όχι ανάποδα, όπως το έκανε εκείνος. Και το μπάνιο τους, και το αμμόλουτρό τους, με τη δεξιά προβοσκίδα το κάνουν οι ελέφαντες, και όταν τον έβλεπαν να χρησιμοποιεί την αριστερή, τον κορόιδευαν τόσο, που ο καημένος βουτούσε ολόκληρος σε όποια μεγάλη λακκούβα με νερό έβρισκε, κρατώντας έξω από το νερό μόνο την αριστερή του προβοσκίδα για να ανασαίνει, δίνοντας έτσι λαβή για περαιτέρω σχόλια.
     Και με τις ελεφαντίνες είχε μεγάλη ατυχία, επειδή κάθε φορά που πήγαινε να πλησιάσει μία ελεφαντίνα, κρατώντας ένα λουλουδάκι για να της προσφέρει, ξεχνιόταν και της το πρόσφερε με την αριστερή προβοσκίδα, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο - για να μην πω προσβλητικό - στον κόσμο των ελεφάντων. Και η ελεφαντίνα, προσβεβλημένη όσο δεν έπαιρνε, του έριχνε μια προβοσκιδιά (με τη δεξιά της προβοσκίδα, φυσικά) και έφευγε χωρίς ούτε καν να τον χαιρετήσει!
     - Καταλαβαίνεις τώρα, μου είπε, γιατί θα προτιμούσα να είχα μία προβοσκίδα; Με μία προβοσκίδα δεν θα υπήρχε επιλογή. Οι ελέφαντες που έχουν μόνο μία προβοσκίδα χρησιμοποιούν μόνο αυτήν και καμία άλλη. Έτσι δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ελεφάντων και είναι όλοι το ίδιο. Κανένας ελέφαντας με μία προβοσκίδα δεν έχει υποστεί την κοροϊδία που έχω υποστεί εγώ.
     Και φύσηξε την προβοσκίδα του - την αριστερή, φυσικά.
     Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο. Πήγα να δω ποιος ήταν, αλλά δεν ήταν κανένας γνωστός. Επιπλέον, το κουδούνισμα σταμάτησε προτού προλάβω να απαντήσω. Επέστρεψα στη ντουλάπα. Ο Μπίμπο ήταν μόνος του και πάλι.
     - Πού είναι ο ελέφαντας με τις δύο προβοσκίδες; τον ρώτησα.
     Σήκωσε τους ώμους του με απορία.
     - Μα πού πήγε το δωμάτιο που ήταν πίσω από την πλάτη της ντουλάπας;
     Και το δωμάτιο είχε εξαφανιστεί. Μάταια έψαξα για κάποιο μαγικό κουμπί που θα άνοιγε ξανά την πλάτη της ντουλάπας. Μάταια κόλλησα το αυτί μου για να ακούσω πίσω από την ντουλάπα. Το δωμάτιο με τον ελέφαντα είχε εξαφανιστεί, ήταν σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.
     Κι όμως, εγώ το ξέρω πως υπάρχει, όπως ξέρω πως υπάρχουν και ελέφαντες με δύο προβοσκίδες. Όπως ξέρω ότι μου αρέσει η σοκολάτα. Υπάρχει, σε ένα παράλληλο σύμπαν διπροβόσκιδων ελεφάντων, όπου υπερτερούν σαφώς οι δεξιοπροβόσκιδοι, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα εχθρικό περιβάλλον για όλους εκείνους που ξεφεύγουν από τον κανόνα.
     Και επίσης ξέρω ότι αν ο μικρός Γιωργάκης ρωτούσε τώρα τη μητέρα του γιατί οι ελέφαντες έχουν μία προβοσκίδα, εγώ πάλι δε θα ήξερα να του απαντήσω. Θα ήξερα, πάντως, να του απαντήσω γιατί δεν είναι καλή ιδέα οι ελέφαντες με τις δύο προβοσκίδες.

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

Γουλί

  
     - Γιατίιιιιιιι; ρώτησε κλαίγοντας ο μικρός. Θέλω τα μαλλιά μου!
     -  Θα ξαναμεγαλώσουν, παιδάκι μου, του είπε η μαμά του. Μην κλαις.
     - Όχι, εγώ θέλω τώρα να μεγαλώσουν!
     - Τώρα δε γίνεται, θα πρέπει να περιμένεις λίγο...
     - Όχι, δε θέλω να περιμένω, γιατί να μου τα κόψουν;
     - Μα δε βλέπεις εμένα; Και εμένα μου τα έκοψαν, αλλά δεν κλαίω. 
     - Όχιιιιιι...
     - Πρώτη φορά που το κουρεύουν; ρώτησε η γειτόνισσα από δίπλα.
     - Ναι.
     - Θυμάμαι και τα δικά μου παιδιά πώς έκαναν... Σε αυτή την ηλικία νομίζουν ότι τα πάντα είναι οριστικά και αμετάκλητα. Μην κλαις, μικρέ μου, και τα μαλλάκια σου θα ξαναμεγαλώσουν, και θα γίνουν πιο ωραία από πριν...
     - Δε θέλω, θέλω τα δικά μου μαλλιά, αυτά που μου έκοψαν... Γιατί να μου τα κόψουν;
     - Μα για το καλό σου σου τα έκοψαν, του είπε η μαμά του. Σου τα έκοψαν για να μην πιάσεις ψείρες.
     - Τι είναι αυτό;
     - Είναι κάτι έντομα που κάθονται επάνω στα μαλλιά σου και σου τα τρώνε.
     - Τα τρώνε;
     - Ναι, τα τρώνε και μένεις φαλακρός, του είπε η γειτόνισσα.
     - Εσύ να μη μιλάς, δε θέλω, είπε ο μικρός θυμωμένα στη γειτόνισσα, που δαγκώθηκε ντροπιασμένη.
     - Ντροπή, παιδί μου, πώς μιλάς έτσι στην κυρία; Ζήτα της συγγνώμη, έτσι σε μεγάλωσα εγώ;
     - Όχι, δε ζητάω, γιατί μου μιλάει αφού δεν της μίλησα;
     - Δεν πειράζει, είπε η γειτόνισσα, παιδί είναι.
     - Ζήτα συγγνώμη στην κυρία, είπα.
     - Όχι.
     - Ε, τότε κι εγώ θα τους πω μόλις αρχίσουν να μεγαλώνουν τα μαλλιά σου να έρθουν και να σε ξανακουρέψουν, και ύστερα να σε κουρεύουν γουλί συνέχεια και να μην έχεις μαλλιά.
     Ο μικρός σταμάτησε.
     - Συγγνώμη, είπε μέσα από τα δόντια του.
     - Έτσι μπράβο, είπε η μαμά του. Και τώρα φύσα λίγο τη μυτούλα να φύγουν οι μύξες.
     Και ο μικρός φύσηξε τη μύτη του και κάτι πουλιά που κάθονταν εκεί πιο πέρα πέταξαν μακριά τρομαγμένα.
     - Γιατί δε με ακούς όταν σου μιλάω; Τα μαλλιά μάς τα έκοψαν για το καλό μας. Να, δες και τους απέναντι, και εκείνους τους κούρεψαν. Είδες τα παιδιά των απέναντι να κλαίνε;
     - Εγώ τα θέλω τα μαλλιά μου.
     - Και τι νομίζεις, δηλαδή; Ότι εγώ δεν τα θέλω τα δικά μου; Σίγουρα θα προτιμούσα ένα άλλο κούρεμα, τουλάχιστον. Φιλαριστό, για παράδειγμα, θα μου πήγαινε πολύ περισσότερο από αυτό, που μοιάζει λες και με κάλεσαν να υπηρετήσω στο στρατό. Όμως, έτσι πρέπει να κουρευτούμε. Βρε κουτό, όταν κουρεύουμε τα μαλλιά μας, εκτός από τις ψείρες που γλιτώνουμε, δυναμώνουν και τα μαλλιά και όταν μεγαλώνουν και πάλι, είναι πιο όμορφα από πριν.
     - Ναι, αλλά δεν κουρεύονται όλοι. Για κοίτα το πεύκο εκεί απέναντι, εκείνο τα έχει όλα τα μαλλιά του, δεν το κούρεψε κανείς.
     - Και θαρρείς ότι το ίδιο είναι το μαλλί του πεύκου και το μαλλί της μουριάς;
     - Γιατί, δεν είναι;
     - Μα το μαλλί του πεύκου δεν πέφτει ποτέ, και είναι λεπτό και ίσιο. Το μαλλί της μουριάς είναι κατσαρό και το χειμώνα πέφτει.
     - Και εμείς, δηλαδή, είμαστε μουριές;
     - Αμ, τι είμαστε;
     - Τότε κι εγώ θέλω να γίνω πεύκο!
     - Δεν μπορείς να γίνεις πεύκο.
     - Και γιατί δεν μπορώ;
     - Πεύκο γεννιέσαι, δεν γίνεσαι...
     - Εγώ όμως θα γίνω πεύκο.
     - Δε γίνεται αυτό που λες παιδί μου, πώς θα γίνεις πεύκο;
     - Θα πάω στο απέναντι πεζοδρόμιο και θα ζητήσω από το μεγάλο πεύκο να με υιοθετήσει.
     - Και νομίζεις ότι το πεύκο θα σε υιοθετήσει;
     - Ναι, θα με υιοθετήσει και θα γίνω πεύκο και δε θα κουρεύομαι ποτέ. Και όταν θα σε κουρεύουν εσένα, εγώ θα σε κοροϊδεύω από απέναντι.
     - Έτσι λες;
     - Ναι, έτσι λέω.
     - Εντάξει, τότε, πήγαινε.
     - Θα πάω!
     - Αυτό είπα και εγώ, πήγαινε στο απέναντι πεζοδρόμιο, να σε υιοθετήσει το πεύκο. Όταν, όμως, θα γεμίσεις κάμπιες, μην έρθεις να μου κλαίγεσαι...
     - Τι κάμπιες;
     - Δεν έχεις δει πώς είναι την άνοιξη τα πεύκα;
     - Πώς είναι;
     - Γεμάτα κάμπιες. Και οι κάμπιες φτιάχνουν φωλιές μέσα στα μαλλιά των πεύκων και τους χαλάνε το χτένισμα. Αλλά εσένα δε σε νοιάζει, εσύ θέλεις να γίνεις πεύκο... Καλή τύχη, λοιπόν, με τις κάμπιες! Άντε, πήγαινε τώρα!
     Ο μικρός κοντοστάθηκε. Δε γινόταν να γίνει πεύκο αλλά να μην έχει κάμπιες; Είναι τόσο αηδιαστικές οι κάμπιες! Μήπως τελικά έκανε λάθος; Ναι, αλλά είχε και μία περηφάνεια, δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι φοβόταν τις κάμπιες! Άσε που, όσο κι αν προσπαθούσε να μετακινηθεί, τα πόδια του έμεναν πεισματικά σφηνωμένα μέσα στη γη!
     - Λοιπόν; ρώτησε η μαμά του. Δε θα πας στο πεύκο απέναντι να σε υιοθετήσει;
     - Όχι, είπε ο μικρός, άλλαξα γνώμη. Αυτό το πεύκο δεν μου αρέσει για πατέρας! Ούτε τα μαλλιά του μου αρέσουν, πρόσθεσε.
     Η μητέρα του δεν είπε τίποτα, μόνο χαμογέλασε.
     - Και πότε είπες ότι θα μεγαλώσουν ξανά τα μαλλιά μου; ρώτησε ο μικρός.
     - Σε λίγους μήνες, την άνοιξη...
     - Και πότε έρχεται η άνοιξη;
     - Όταν έρθουν τα χελιδόνια...
     - Και πότε έρχονται τα χελιδόνια;
     - Τι θα γίνει, κυρά μου, με το κακομαθημένο σου; φώναξε το πεύκο από απέναντι. Θα σταματήσετε καμιά ώρα να ησυχάσουμε λίγο; Είναι ώρα κοινής ησυχίας!
     - Ναι, ναι, συγγνώμη, είπε η μαμά-μουριά και ο μικρός σκέφτηκε τι καλά που ήταν που δεν τον είχε υιοθετήσει το πεύκο.
     Κι ας ήταν τώρα κοντοκουρεμένος, χωρίς μαλλιά...


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

Επικίνδυνη ζώνη

 
     - Είμαστε όλοι; ρώτησε ο πρόεδρος της Ένωσης Κυνηγών.
     - Σχεδόν όλοι, είπε ο γραμματέας. Λείπουν δυο-τρεις, αλλά η απαραίτητη πλειοψηφία υπάρχει.
     - Ωραία, ας ξεκινήσουμε τότε.
     - Λοιπόν, νομίζω ότι ο καλύτερος αυτόν το μήνα ήμουν εγώ: πέτυχα με τη μία δύο διαφορετικούς στόχους.
     - Τι στόχους;
     - Δύο αυτοκίνητα.
     - Σταματημένα; Α, αν είναι σταματημένα δε μετράει.
     - Αν είναι για σταματημένα, να σας πω εγώ. Πέτυχα τουλάχιστον τριακόσια μέσα στο μήνα.
     - Ναι, αλλά με τη μία;
     - Αν είναι με τη μία, την προηγούμενη βδομάδα πέτυχα δύο αυτοκίνητα και ένα λεωφορείο, όλα σταματημένα στο ίδιο φανάρι.
     - Σιγά το κατόρθωμα! Πόσα αυτοκίνητα πετυχαίνεις την ημέρα; Εγώ, χωρίς να προσπαθήσω ιδιαίτερα, πετυχαίνω μέχρι και πενήντα.
     - Ε, εντάξει, είπαμε ότι οι κυνηγοί τα μεγαλοποιούν λίγο, αλλά εσύ το παράκανες: πενήντα αυτοκίνητα σε μια μέρα;
     - Αν είναι σταματημένα, φυσικά. Σιγά το δύσκολο!
     - Τότε, ο πρωταθλητής είμαι εγώ: μέσα σε μια μέρα έχω πετύχει τετρακόσια!
     Σάλος ακούστηκε από τους υπόλοιπους.
     - Αποκλείεται, είπε ένας από αυτούς.
     - Γιατί με αμφισβητείς; Εσύ δεν έλεγες τις προάλλες ότι πέτυχες κινούμενο στόχο ανάμεσα από φυλλωσιές δέντρων;
     - Αφού έτσι έγινε! 
     - Ε, αν έγινε έτσι, αυτό ήταν θέμα τύχης, όχι ικανότητας!
     - Κι όμως, κύριε, τον στόχο τον είχα εντοπίσει από πριν που πλησίαζε, υπολόγισα πού έπρεπε να σταθώ, υπολόγισα την ταχύτητα του στόχου και την ταχύτητα του αέρα και τον πέτυχα με την πρώτη! Δέκα λεπτά σκουπιζόταν για να καθαρίσει μετά!
     - Ε, εντάξει, και εγώ μια φορά πέτυχα στόχο που έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα και έκανε ζιγκ-ζαγκ...
     - Αυτό ήταν θέμα τύχης, το δικό μου όμως ήταν καθαρά θέμα εμπειρίας. Μην ξεχνάς ότι είμαι πολύ μεγαλύτερός σου: εγώ πρόλαβα και το προηγούμενο φθινόπωρο, εσύ είσαι νιάνιαρο ακόμα.
     - Νιάναρο ξενιάναρο, το δικό μου κατόρθωμα ήταν πιο εντυπωσιακό από το δικό σου.
     - Αν θέλετε να ακούσετε κάτι εντυπωσιακό, πετάχτηκε ένας άλλος, ακούστε προσεκτικά: εγώ προχθές πέτυχα στόχο επάνω σε νεοκλασικό κτίριο!
     - Και πώς τα κατάφερες, ρε ψεύταρε; Αφού στα νεοκλασικά έχουν βάλει καρφιά!
     - Εμ, αν είσαι τεχνίτης...
     - Τι τεχνίτης;
     - Εγώ έχω κάνει μαθήματα γιόγκα, τα καρφιά δε με τρομάζουν... Πάτησα επάνω κανονικά και έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω. Κι αν δε με πιστεύετε, πάμε να σας δείξω!
     - Άξιος! φώναξε κάποιος από εκείνους που κάθονταν στην άκρη.
     - Άξιος! Άξιος! φώναξαν και μερικοί ακόμα.
     - Ναι, αλλά ο στόχος δεν ήταν κινούμενος, διαμαρτυρήθηκε ένας από τους προηγούμενους. Νομίζω ότι είπαμε ότι οι κινούμενοι στόχοι είναι οι πιο δύσκολοι. Αλλιώς, δεν έχει νόημα να ονομαζόμαστε κυνηγοί!
     - Όλοι οι στόχοι μετράνε! απάντησε αυτός με τη γιόγκα.
     - Μόνο οι κινούμενοι!
     - Όχι, όλοι!
     - Παιδιά, είπε ο πρόεδρος, δεν είναι ανάγκη να συμφωνήσουμε επάνω σε αυτό. Ας ψηφίσει ο καθένας εκείνον που νομίζει ότι αξίζει τον τίτλο του κυνηγού του μήνα, και ας κερδίσει αυτός που θα πάρει τις περισσότερες ψήφους. Η ψηφοφορία θα γίνει με ανάταση της φτερούγας, όπως πάντα! Ποιοι είναι οι υποψήφιοι;
     Αυτά έλεγαν κάτι περιστέρια σήμερα στον δρόμο, και η αλήθεια είναι ότι πολύ θα με ενδιέφερε να μάθω ποιος εκλέχθηκε κυνηγός του μήνα. Όμως, βιαζόμουν πολύ και από την άλλη, έπρεπε και να προσέχω. 
     Γι'αυτό και πήγα από την απέναντι πλευρά του δρόμου...