Η Χιονάτη κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και χαμογέλασε.
- Χρόνια μου πολλά, είπε.
Ο καθρέφτης της χαμογέλασε και εκείνος.
- Χρόνια πολλά, της απάντησε. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, πρόσθεσε.
Και αυτό ήταν αλήθεια. Ο χρόνος της είχε φερθεί ιδιαίτερα καλά. Είχαν βοηθήσει,
βέβαια, και κάποιες καλλυντικές κρέμες, αλλά το πιο σημαντικό ήταν που το δέρμα
της ήταν καλής ποιότητας. Της το είχε επιβεβαιώσει και ο βασιλικός
δερματολόγος.
Ακούστηκε ένα ελαφρύ χτύπημα στην πόρτα και η πόρτα μισάνοιξε. Ήταν η προσωπική της καμαριέρα.
- Όλα έτοιμα, μεγαλειοτάτη, είπε η καμαριέρα.
Η Χιονάτη χαμογέλασε ευγενικά.
- Στολίστηκε η σάλα; Στρώθηκε το τραπέζι; Ετοιμάστηκαν τα φαγητά; Η
τούρτα;
- Όλα πηγαίνουν σύμφωνα με το πρόγραμμα, μεγαλειοτάτη. Τα φαγητά είναι
έτοιμα για σερβίρισμα, η τούρτα στολίστηκε, τα πατώματα σφουγγαρίστηκαν, τα χαλιά τινάχτηκαν και τα
έπιπλα ξεσκονίστηκαν εξονυχιστικά, τα τζάμια λάμπουν, οι καθρέφτες το ίδιο, το
μεγάλο τραπέζι της σάλας στολίστηκε με τα λουλούδια που έφεραν πρωί-πρωί από το
βασιλικό θερμοκήπιο, το κρασί που επιλέξατε από τη βασιλική κάβα βρίσκεται στη
σωστή θερμοκρασία, και το φόρεμά σας είναι έτοιμο και φρεσκοσιδερωμένο.
- Πολύ ωραία, είπε η Χιονάτη. Δεν πιστεύω να στείλατε προσκλήσεις!
- Ούτε μία μεγαλειοτάτη. Σας θυμίζω και ότι όσοι βοήθησαν στη
διοργάνωση της γιορτής έχουν ορκιστεί απόλυτη εχεμύθεια, οπότε δεν θα υπάρξουν
διαρροές. Να φέρω το φόρεμά σας να το φορέσετε;
- Αργότερα… Πήρε κανείς τηλέφωνο;
- Όχι, μεγαλειοτάτη.
- Θα πάρουν αργότερα, μάλλον. Φέρε μου, σε παρακαλώ, τον προσωπικό μου υπολογιστή και
ύστερα πήγαινε να βοηθήσεις στην κουζίνα. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τη
σύνδεση, φαντάζομαι…
- Όχι, μεγαλειοτάτη. Η σύνδεση δουλεύει ρολόι.
Η προσωπική καμαριέρα της Χιονάτης της έφερε τον υπολογιστή της και
εξαφανίστηκε. Άνοιξε η Χιονάτη τον υπολογιστή και μπήκε στο φέισμπουκ. Την
υποδέχτηκε η πληροφορία ότι η Bonnie Longhair, το ψευδώνυμο της Ραπουνζέλ,
έπινε δηλητηριώδεις ουσίες στην τοποθεσία ΤΟ ΚΛΑΜΠ. Για του λόγου το αληθές, ακριβώς κάτω από την πληροφορία, υπήρχε μία φωτογραφία
της Ραπουνζέλ, με ένα ποτό στο χέρι και κάτι άγνωστους τύπους στο τσακίρ κέφι
δίπλα της, να χαμογελάει. Αυτό είχε γίνει πριν από δέκα ώρες.
- Μπράβο ξενύχτι! σκέφτηκε η Χιονάτη.
Αμέσως κάτω από τη φωτογραφία της Ραπουνζέλ, υπήρχε η φωτογραφία ενός ταψιού
με ένα μπακλαβά, την οποία είχε αναρτήσει η She Hrazade, δηλαδή η Σεχραζάντ, και από κάτω έγραφε: Να τρώει η μάνα
και του παιδιού να μη δίνει.
Η Χιονάτη ξερογλείφτηκε και κοίταξε ακόμα πιο κάτω. Η Cindy Tinyfoot, δηλαδή η Σταχτοπούτα,
είχε αναρτήσει τη φωτογραφία ενός τζακιού και δήλωνε ότι κρύωνε, στην τοποθεσία
ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΜΟΥ. Στην άκρη της φωτογραφίας φαινόταν η άκρη των μικροσκοπικών
ποδιών της Σταχτοπούτας, που φορούσαν χοντρές κάλτσες.
Η Χιονάτη αποφάσισε να δει τα μηνύματά της. Κανένα. Μα, κανένας δεν
είχε θυμηθεί τα γενέθλιά της; Άλλες χρονιές κατακλυζόταν από μηνύματα και
ευχές, και φέτος τίποτα; Ένιωσε μία έντονη παρόρμηση να δημοσιοποιήσει τα γενέθλιά της, αλλά κρατήθηκε. Όχι, το είχε υποσχεθεί στον εαυτό της. Δεν θα δημοσιοποιούσε τίποτα. Έτσι θα έβλεπε ποιοι την αγαπούσαν πραγματικά, ποιοι θυμούνταν μια τόσο σημαντική για εκείνη ημερομηνία.
Μπήκε στο χρονολόγιο της Ωραίας Κοιμωμένης. Βασιλικός ύπνος, ήταν το
σχόλιο της τελευταίας ανάρτησης και έδειχνε ένα τεράστιο κρεβάτι, καλυμμένο με ένα πολύχρωμο πάπλωμα, στην τοποθεσία
COMFORT RESORT VILLAS.
Ο Kontorevithoulis
ποζάριζε με τρία μανεκέν, καπνίζοντας ένα πούρο και από κάτω έγραφε: #mikros_ sto_ mati#. Τα μανεκέν φορούσαν κοντά φορέματα, που του έφταναν στο
ύψος των ματιών, και ο Κοντορεβυθούλης χαμογελούσε πονηρά.
Η Χιονάτη αναστέναξε και κοίταξε το χρονολόγιο του Πινόκιο (Puppetboy). Ο Πινόκιο είχε
αναρτήσει ένα ανέκδοτο και από κάτω σχολίαζε: 2good2btrue. Η Χιονάτη έκλεισε
τον υπολογιστή προβληματισμένη.
Ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα και εμφανίστηκε ξανά η καμαριέρα.
- Μεγαλειοτάτη, έφεραν το ταχυδρομείο, ανακοίνωσε.
- Επιτέλους, φερ’το αμέσως, είπε η Χιονάτη και έτρεξε στο σεκρετέρ της.
Η καμαριέρα έφερε πέντε φακέλους. Δεν ήταν αυτό που ήλπιζε, αλλά καλοί
ήταν και οι πέντε φάκελοι. Έπιασε τον πρώτο. Λογαριασμός ρεύματος. Δεν το έλεγες και ευχετήρια κάρτα. Τον άφησε
αμέσως κάτω. Ο δεύτερος φαινόταν πιο ελπιδοφόρος. Διαφημιστικό για ινστιτούτο
ομορφιάς. Κρίμα τη χαρά που έκανε. Ο τρίτος ήταν από τους εφτά νάνους.
- Να που κάποιος το θυμήθηκε! αναφώνησε η Χιονάτη και άνοιξε τον
φάκελο.
Απογοητεύτηκε από τις πρώτες κιόλας γραμμές. Οι νάνοι απλώς της έγραφαν τα
νέα τους. Τα αρθριτικά τούς ταλαιπωρούσαν όλους και ο Γκρινιάρης είχε ανεβάσει
και υψηλή πίεση, ο Σοφός, δε, ήταν της γνώμης ότι είχε φτάσει πια η ώρα να βγουν
στη σύνταξη. Οι νάνοι δεν ήξεραν τι να αποφασίσουν και ζητούσαν την γνώμη της.
- Μέχρι κι οι νάνοι τα ξέχασαν τα γενέθλιά μου, είπε η Χιονάτη. Και τους θεωρούσα φίλους!
Ο τέταρτος φάκελος ήταν από την Κοκκινοσκουφίτσα. Ήταν πρόσκληση σε
πάρτυ γενεθλίων. Μωρέ, θράσος και αυτό, να ξεχνάει τα γενέθλια της Χιονάτης και
να την προσκαλεί στα δικά της γενέθλια!
- Σιγά μην πάω! είπε η Χιονάτη και έσκισε την πρόσκληση στα τέσσερα, προτού την πετάξει στο καλάθι των αχρήστων.
Έριξε μια βιαστική ματιά και στον τελευταίο φάκελο: δεν ήταν καν για
εκείνη, είχε γίνει λάθος από το ταχυδρομείο. Έλεος πια με τα ταχυδρομεία!
Η Χιονάτη πήγε στον καθρέφτη.
- Δεν μπορεί, είπε στο είδωλό της, είναι ακόμα νωρίς, ούτε πέντε δεν
έχει πάει, αργότερα θα το θυμηθούν όλοι, τι που δεν έκανα ανακοίνωση μέσω
φέισμπουκ ή που δεν έστειλα προσκλήσεις, όλοι τα ξέρουν τα γενέθλιά μου, κάπου
θα τα έχουν σημειώσει, δεν μπορεί, σε κάποια ατζέντα ίσως, έτσι τα σημείωναν
παλιά, είναι φίλοι, να δεις που θα έρθουν όλοι να μου ευχηθούν τελικά.
Κάλεσε την καμαριέρα της. Είχε έρθει η ώρα να ντυθεί για τη γιορτή. Και
αφού ντύθηκε με τη βοήθεια της καμαριέρας, κατέβηκε στη σάλα και έλεγξε τα πάντα: τα βρήκε όλα στην
εντέλεια.
Αλλά η ώρα περνούσε και κανένας δεν έδινε σημεία ζωής, ενώ το στομάχι της Χιονάτης άρχισε να γουργουρίζει
(και τα βασιλικά στομάχια γουργουρίζουν όταν πεινάνε). Στο μεταξύ, γύρισε και ο άντρας της
από τη δουλειά, και κάθησε στη συνηθισμένη του θέση για να φάει, και ούτε που
πρόσεξε τον προσεγμένο διάκοσμο, ούτε το καινούργιο φόρεμα της Χιονάτης, που της
πήγαινε τόσο πολύ…
- Μήπως ξέχασες κάτι; τον ρώτησε και του χαμογέλασε.
- Δεν νομίζω, είπε εκείνος, τα σκουπίδια τα πέταξα, είμαι σίγουρος.
- Δε μιλάω για τα σκουπίδια, μιλάω για κάτι άλλο…
- Κάτσε να φάμε και μου τα λες μετά, δε σε βλέπω από την πείνα! Εσύ
δεν πεινάς;
Η Χιονάτη κάθησε στο τραπέζι.
- Δεν αλλάζεις καλύτερα; είπε ο βασιλιάς, θα το λερώσεις το καλό σου
το φόρεμα, αμαρτία είναι, δεν έχουμε, δα, και καμιά γιορτή…
Το λευκό πρόσωπο της Χιονάτης κοκκίνισε μονομιάς και μια ρυτίδα ζωγραφίστηκε ανάμεσα από τα φρύδια της, αλλά δεν είπε
τίποτα.
Τελείωσαν το φαγητό τους και οι υπηρέτες μάζεψαν τα πιάτα. Τότε πρόσεξε ο
βασιλιάς και τα άλλα σερβίτσια.
- Περιμένουμε κόσμο; είπε.
- Από ό,τι φαίνεται όχι, είπε η Χιονάτη έτοιμη να βάλει τα κλάμματα.
- Και τι τα θέλουμε τόσα σερβίτσια; Και τόσα λουλούδια στα βάζα, είναι
απαραίτητα; Μήπως θέλεις να μου πεις κάτι; Πάλι είσαι έγκυος;
Η Χιονάτη γύρισε τα μάτια προς το ταβάνι, εκεί που ένας τεράστιος
πολυέλαιος έλαμπε σαν τον ήλιο.
- Άναψες και το μεγάλο πολυέλαιο; Ξέρεις πόσο θα μας έρθει ο λογαριασμός του
ρεύματος; Αχ, βρε γυναίκα, δεν θα έβλαπτε να κάναμε και λίγη οικονομία…
- Αρκετά! φώναξε η Χιονάτη και πετάχτηκε όρθια. Γιατί το ένα, γιατί το
άλλο, είναι τα γενέθλιά μου σήμερα, αναίσθητε! Αλλά πού να το θυμηθείς!
- Σήμερα είναι; Δεν είσαι έγκυος, δηλαδή;
- Τι έγκυος; Ξύπνα, έχω γενέθλια λέμε!
- Καλά, περιστεράκι μου, μη θυμώνεις, έχεις γενέθλια, το κατάλαβα… Έχεις δίκιο,
το ξέχασα, είμαι ένας γάιδαρος, αλλά δεν με βοηθάς κι εσύ… Το ξέρεις ότι οι
άντρες έχουμε πρόβλημα στο να θυμόμαστε επετείους! Χρόνια πολλά, βασίλισσά μου,
να σε χαίρομαι και να σε καμαρώνω, και χαλάλι ο πολυέλαιος… Πες μου τι δώρο θέλεις και θα σου το πάρω!
- Τίποτα δε θέλω, να το θυμόσουν, τόσο σημαντική είμαι, λοιπόν, για
εσένα, τόσο σημαντική για όλους, που κανένας δε θυμήθηκε τα γενέθλιά μου;
- Και γι'αυτό στενοχωριέσαι, καρδούλα μου; Γιατί δεν το ανακοινώνεις στο
φέισμπουκ να δεις για πότε θα σου ευχηθούν όλοι;
Αντί για απάντηση, η Χιονάτη όρμησε στην τούρτα. Και χωρίς να περιμένει να τη σερβίρουν, έκοψε μόνη της ένα μεγάλο κομμάτι. Και αφού το έφαγε, έκοψε και δεύτερο. Και σαν να γλυκάθηκε λίγο...