Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2019

Σωτήρια παρέμβαση


     Ο πρίγκηπας φόρεσε το καλό του σπαθί, αυτό με τη θήκη με τους πολύτιμους λίθους, και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
     - Φτου σου, λεβέντη μου! είπε στο είδωλό του.
     Όλα ήταν έτοιμα: η άμαξα στολισμένη, τα άλογα ζεμένα, ο οδηγός στη θέση του… Είχε έρθει η ώρα να φύγουν για το ρεβεγιόν. Καμαρωτός-καμαρωτός, πλησίασε σε μία πόρτα και την άνοιξε. Μπροστά σε μία ντουλάπα ήταν κρεμασμένο ένα μακρύ, σατέν φόρεμα στο χρώμα της σαμπάνιας. Δίπλα από το φόρεμα υπήρχε ένα ζευγάρι ασορτί σατέν γοβάκια. Κάτι, μάλλον, δεν πήγαινε καλά.
     Ο πρίγκηπας πλησίασε σε μια άλλη πόρτα και χτύπησε ευγενικά.
     - Όλα είναι έτοιμα, αγάπη μου, είπε χαρούμενα.
     Κανένας ήχος δεν ακούστηκε. Ξαναχτύπησε, λίγο πιο δυνατά αυτή τη φορά.
     - Αγάπη μου, είσαι έτοιμη;
     - Όχι, φύγε! ακούστηκε μια γυναικεία φωνή, στα όρια της απόγνωσης.
     - Μα, τι συμβαίνει; ρώτησε ο πρίγκηπας και άνοιξε την πόρτα.
     Η Ραπουνζέλ καθόταν μπροστά στον καθρέφτη της, ενώ δίπλα της η προσωπική της κομμώτρια της έβαζε ένα μαργαριτάρι στα μαλλιά. Ο πρίγκηπας κοντοστάθηκε.
     - Είσαι πολύ όμορφη, είπε.
     - Μη με κοροϊδεύεις, είπε εκείνη. Τα μαλλιά μου είναι απαίσια!
     - Δεν έχετε δίκιο, Μεγαλειοτάτη, είπε η κομμώτρια, αυτό το χτένισμα θα συζητηθεί πολύ…
     - Δε σου είπα να φύγεις; είπε η Ραπουνζέλ στον πρίγκηπα. Και εσύ, είπε στην κομμώτρια, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα καλύτερο; Σε ρεβεγιόν είμαι καλεσμένη, όχι στη λαϊκή!
     - Μα, Μεγαλειοτάτη, το κεφάλι σας αυτήν την στιγμή έχει επάνω του 150 γνήσια μαργαριτάρια Καραϊβικής και 200 διαμάντια συνολικού βάρους χιλίων καρατίων, όλα δεμένα με κλωστές από ατόφιο χρυσάφι. Είναι ένα χτένισμα που δεν θα το έχει καμία άλλη…
     - Είσαι υπέροχη, αγάπη μου, είπε και ο πρίγκηπας.
     - Να πας μόνος σου στο ρεβεγιόν, είπε η Ραπουνζέλ. Εγώ, με αυτό το μαλλί, δεν έρχομαι.
     - Και, δηλαδή, θέλεις να μας συζητάνε; Θέλεις να λένε ότι δεν τα πηγαίνουμε καλά; Θυμάσαι πέρυσι που ο άντρας της Ωραίας Κοιμωμένης πήγε μόνος του στο ρεβεγιόν, και είπε ότι δεν μπορούσε να ξυπνήσει τη γυναίκα του, επειδή κοιμόταν πολύ βαριά; Κανένας δεν τον πίστεψε και όλοι έλεγαν ύστερα ότι η Ωραία Κοιμωμένη τον είχε παρατήσει για έναν πωλητή στρωμάτων, χωρισμένο, με τρία παιδιά.
     - Μα πώς να εμφανιστώ έτσι; Κοίτα εδώ!
     - Δεν νομίζω ότι έχεις δίκιο, καρδούλα μου. Τα μαλλιά σου είναι υπέροχα, ακόμα και έτσι.
     - Δεν έπρεπε να σε ακούσω, έπρεπε να τα αφήσω όπως ήταν.
     - Και το αυχενικό σου, αγάπη μου; Το ξεχνάς το αυχενικό; Δεν είσαι πολύ καλύτερα τώρα, με δέκα κιλά λιγότερα μαλλιά να κρέμονται από το κεφάλι σου;
     - Θα φορούσα κολλάρο.
     - Και στο ρεβεγιόν;
     - Στο ρεβεγιόν θα το έβγαζα, για μια βραδιά θα άντεχα…
     - Αφού το είπε και ο γιατρός.
     - Σπουδαίο κομπογιαννίτη μου βρήκες!
     - Ε, όχι και κομπογιαννίτη, πρόκειται για σπουδαίο ορθοπεδικό, μου τον σύστησε ο Κουασιμόδος…
     - Τώρα μάλιστα!
     - …έχει κάνει θαύματα με την σκολίωσή του, τον είδες την τελευταία φορά τον Κουασιμόδο; Μέχρι που χόρεψε και βαλς με την Εσμεράλδα!
     - Καλά, αυτό δεν ήταν βαλς, ήταν κωμωδία!
     - Μη γίνεσαι κακιά, φταίει που δεν έχει κάνει αρκετά μαθήματα χορού ακόμη…
     - Ναι, καλά, τέλος πάντων… Πω-πω, δεν μπορώ να κοιτάξω τον εαυτό μου στον καθρέφτη!
     - Υπερβάλλεις, μωρό μου, τα μαλλιά σου ακόμα και τώρα είναι πιο μακριά από τα μαλλιά όλων, και το χτένισμά σου είναι πολύ εντυπωσιακό, θα ταιριάζει υπέροχα με την σαμπανί την τουαλέτα που έραψες, είδες που έμαθα και το σαμπανί; Έλα να ντυθείς να πάμε στο ρεβεγιόν, πάντα τελευταίοι φτάνουμε…
     - Όλοι κάθε χρόνο περιμένουν να δουν το χτένισμά μου, τι θα πουν φέτος που θα δουν τα μαλλιά μου τόσο κοντά; Θα γελάνε μέχρι και οι σουπιέρες!
     - Ξέρεις πολύ καλά ότι οι σουπιέρες δε θα γελάνε, αλλιώς θα τους χυθεί απ’έξω το περιεχόμενο! Τα μαλλιά σου είναι υπέροχα, η τουαλέτα σου είναι μοναδική, τα γοβάκια σου επίσης…
     - Η Σταχτοπούτα φοράει πάντα τα καλύτερα γοβάκια, δεν μπορώ να τη συναγωνιστώ στα γοβάκια…
     - Μην το λες, ακούστηκε ότι μετά την τελευταία της εγκυμοσύνη, τα πόδια της παρέμειναν πρησμένα και τώρα φοράει μεγαλύτερο νούμερο… Άσε που της έμεινε και λίγη κοιλιά…
     - Αλήθεια;
     - Αλήθεια.
     - Αλήθεια, Μεγαλειοτάτη, είπε και η κομμώτρια, το άκουσα και εγώ.
     - Ναι, ε;
     - Και αν μιλήσουμε για τη Χιονάτη, το καλοκαίρι πήγε διακοπές στην Καραϊβική και το λευκό της πρόσωπο γέμισε πανάδες. Δεν μπορεί πια να εμφανιστεί δημόσια χωρίς βαρύ μέικ απ…
     - Πρέπει να βάφει και το μαλλί της η Χιονάτη.
     - Εννοείται πως το βάφει, είναι λογικό να έχει τόσο μαύρο μαλλί σε αυτή την ηλικία; Γι’αυτό σου λέω, καρδούλα μου, ντύσου να πάμε στο ρεβεγιόν, θα είσαι η πιο όμορφη εκεί μέσα.
     - Πιο όμορφη και από την Πεντάμορφη;
     - Ε, και τι είναι δηλαδή η Πεντάμορφη; Μια υπερτιμημένη καλλονή. Άσε που, όπως άκουσα τις προάλλες, ένα μποτοξάκι που έκανε δεν της πέτυχε και τόσο…
     - Πάντα το έλεγα ότι τόση ομορφιά δεν μπορούσε να είναι πραγματική…
     - Είδες; Στα λόγια μου έρχεσαι! Εσύ είσαι μία φυσική ομορφιά, κάθε μέρα που σε βλέπω μου φαίνεσαι και πιο όμορφη…
     - Μήπως υπερβάλλεις εσύ τώρα;
     - Καθόλου! Και, τώρα που το σκέφτομαι, ίσως η νέα κουπ – είδες, έμαθα και την κουπ – σε κάνει να φαίνεσαι ακόμα πιο νέα και πιο μοντέρνα…
     - Η αλήθεια είναι ότι καμία δεν έχει τολμήσει να αλλάξει κουπ.
     - Βλέπεις; Μόνο εσύ έχεις τόση αυτοπεποίθηση που τολμάς να κάνεις αλλαγές και να τις υποστηρίζεις…
     Η Ραπουνζέλ κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
     - Λες, δηλαδή, να αλλάξω και χρώμα;
     - Όλα θα τα μπορούσες εσύ!
     - Το κόκκινο θα μου πήγαινε, λες;
     - Κόκκινο; Δεν το έχω σκεφτεί.
     - Ή μήπως να τα έκοβα τελείως κοντά; Είδα μία ταινία, τις προάλλες, και η ηθοποιός είχε πολύ κοντά μαλλιά…
     - Ε, εντάξει, ας μην φτάσουμε στα άκρα…
     - Λες όχι, δηλαδή;
     - Ό,τι πεις εσύ, μωρό μου, εγώ τι να ξέρω;
     - Καλά, θα το σκεφτώ… Εντάξει, λοιπόν, θα έρθω στο ρεβεγιόν!
     - Μα φυσικά, γλυκιά μου, γίνεται να πάω στο ρεβεγιόν μόνος μου, σαν την καλαμιά στον κάμπο;
     - Βγες έξω, για να ντυθώ, σε παρακαλώ. Φέρτε μου, την τουαλέτα και τα γοβάκια μου, άντε, γρήγορα, έχω αργήσει!
     Ο πρίγκηπας βγήκε από το μπουντουάρ της Ραπουνζέλ ανακουφισμένος. Τελικά, τι σπουδαία ιδέα είχε τον προηγούμενο μήνα να παρακολουθήσει εκείνο το σεμινάριο αυτοβοήθειας για απεγνωσμένους συζύγους!

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Υπήρχε λόγος...



     - Ελιά δεν έχει, Παντελή; είπε ο Στέφανος, βλέποντας το πιατάκι που συνόδευε το κυριακάτικο ουζάκι του.
     Ο Παντελής έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε προς το καφενείο.
     - Ελιές τέλος, είπε άγρια. Την επόμενη βδομάδα, θα σου έχω ατζούγιες.
     - Τι είπα; είπε απορημένα ο Στέφανος.
     - Τι να σου πω; είπε ο Φάνης, που καθόταν παραδίπλα. Τις τελευταίες μέρες είναι σαν να τον τσίμπησε μύγα.
     - Και με τις ελιές τι τον έπιασε;
     - Ποιος να ξέρει;
     - Μην κρίνετε ίνα μην κριθείτε, είπε ο παπα-Φώτης, που καθόταν κι εκείνος στο καφενείο. Ποιος ξέρει τι μαράζι βασανίζει καθενός την ψυχή!
     Ο Παντελής ξαναβγήκε με ένα πανί στο χέρι και άρχισε να καθαρίζει ένα τραπεζάκι.
     - Αλήθεια, Παντελή, είναι αλήθεια αυτό που μου είπε η γυναίκα μου; ρώτησε ο Λάμπρος, που μαζί με τον Αντρέα έπαιζαν τάβλι.
     - Τι σου είπε η γυναίκα σου; ρώτησε ο Παντελής και σταμάτησε το καθάρισμα.
     - Αρραβώνιασες το Βασίλη;
     - Ναι, είπε ο Παντελής και συνέχισε το καθάρισμα.
     - Και δε λες τίποτα, βρε τζαναμπέτη, να σου ευχηθούμε;
     - Πώς το λένε το κορίτσι; ρώτησε ο Φάνης. Πού το γνώρισε;
     - Πότε ο γάμος; ρώτησε και ο Στέφανος.
     - Ώχου, δε με παρατάτε, κουτσομπόληδες; είπε ο Παντελής και ξαναμπήκε στο καφενείο.
     - Μα γιατί κάνει έτσι; είπε ο Αντρέας.
     - Αφήστε, είπε ο Στέφανος, θα μας τα πει όλα ο Βασίλης.
     Ένας νεαρός είχε φανεί στην άκρη του δρόμου.
     - Καλώς τον τον αρραβωνιάρη, είπε ο Αντρέας, μόλις ο νεαρός έφτασε στο καφενείο.  Τι γένια είναι αυτά, καλέ;
     Ο Βασίλης χάιδεψε το πηγούνι του.
     - Δεν είναι γένια, μπαρμπα-Αντρέα, μούσι είναι.
     - Και ποια η διαφορά;
     - Το μούσι είναι περιποιημένο.
     - Α, καλά, άμα το λες εσύ…
     - Τι μάθαμε, αρραβωνιάστηκες; είπε ο Στέφανος.
     Ο Βασίλης χαμογέλασε αμήχανα.
     - Πού το μάθατε;
     - Μου το είπε η γυναίκα μου, είπε ο Λάμπρος. Της το είπε η μάνα σου. Αλήθεια είναι;
     - Αλήθεια είναι.
     - Πώς τη λένε;
     - Εύα…
     - Ωραίο όνομα!
     - Και πού την γνώρισες; Με το τσιγκέλι θα σου τα βγάζουμε;
     - Την γνώρισα στην σχολή.
     - Α, συμφοιτήτρια!
     - Μη μου πεις ότι είναι και από τα μέρη μας!
     - Ποια μέρη μας, μπαρμπα-Φάνη; Αθηναία είναι η κοπέλα, Αθηναία, και από πολύ καλή οικογένεια, κόρη διπλωμάτη.
     - Α! Ώστε γι’αυτό είναι έτσι ο πατέρας σου; Συγγένεψε με την αριστοκρατία και δε θέλει παρτίδες με τον απλό λαό;
     - Ο πατέρας μου; Γιατί, τι σας είπε;
     - Τίποτα.
     - Δεν ξέρω τι λέτε, η Εύα είναι η προσωποποίηση της απλότητας, γι’αυτό και ταιριάξαμε.
     - Πότε θα γίνει ο γάμος; ρώτησε ο παπα-Φώτης.
     - Αργεί ακόμα, παπα-Φώτη. Προς το παρόν, απλώς συζούμε.
     - Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα μοντέρνα, παιδί μου, η ένωση δύο ανθρώπων πρέπει να ευλογείται από το Θεό…
     - Θα γίνει και αυτό… Το σημαντικό είναι ότι είμαστε πρώτα σύντροφοι και αυτό από μόνο του αποτελεί τη βάση για μια αρμονική συμβίωση.
     - Και πότε θα μας την γνωρίσεις, βρε Βασίλη;
     - Όπου να’ναι… Θα περάσει από εδώ για να πάμε μια βόλτα στο χωριό. Ήρθε εχθές το βράδυ και δεν πρόλαβε να το δει. Α, να τη, έρχεται!
     Μια νεαρή, λεπτή κοπέλα φάνηκε να πλησιάζει με γοργά βήματα. Τα μακριά μαλλιά της ήταν λυτά. Καθώς πλησίαζε, άρχιζαν να διακρίνονται και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της.
     - Καλημέρα, είπε και χαμογέλασε με μία τέλεια οδοντοστοιχία.
     Κανείς όμως δεν είδε την τέλεια οδοντοστοιχία. Όλοι είχαν εστιάσει την προσοχή τους στην μεγάλη κρεατοελιά που υπήρχε στο σαγόνι της…

ΥΓ: Αυτή ήταν η συμμετοχή της Πίπης στο "Παίζοντας με τις λέξεις", που ξαναδιοργάνωσε, ύστερα από πολύμηνη απουσία, η αγαπημένη μας Μεμαρία, στο χάρτινο καραβάκι της, το οποίο ελπίζουμε σύντομα να ξανασαλπάρει για το επόμενο, παιχνιδιάρικό του ταξίδι.

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2019

Τι έφταιγε;



     Ο Γιάννης χάιδευε τα δύο ημερών γένια του, αλλιώς θα έμοιαζε με άγαλμα, καθώς κοιτούσε με προσήλωση την κενή οθόνη του υπολογιστή.
     - Είσαι καλά; τον ρώτησε η γυναίκα του, που μπήκε εκείνη την στιγμή στο δωμάτιο.
     - Καλά είμαι, απάντησε, αλλά μέσα του το ήξερε πως δεν ήταν καθόλου καλά.
     Τόσες μέρες τώρα και ακόμα να βρει ιστορία για να γράψει. Πώς ήταν αυτό δυνατό; Ύστερα από τόσα και τόσα που είχε γράψει, πώς ήταν δυνατό να μην μπορεί να γράψει ούτε λέξη;
     - Έχει κάτι ο υπολογιστής; ξαναρώτησε η γυναίκα του.
     - Σαν τι να έχει;
     - Δεν ξέρω, φαίνεται σαν να έχει κολλήσει.
     - Όχι, μια χαρά είναι.
     «Εγώ έχω κολλήσει», σκέφτηκε ο Γιάννης.
     - Θα κλείσω το παράθυρο. Έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει.
     Ο Γιάννης κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο ήλιος είχε δύσει και ο ουρανός είχε πάρει το χαρακτηριστικό μπλε χρώμα που παίρνει προτού μαυρίσει εντελώς.
     Η γυναίκα του έκλεισε το παράθυρο και άναψε το φως.
     - Θέλεις κάτι να φας; ρώτησε.
     - Όχι, δεν πεινάω.
     Η γυναίκα του έφυγε και ο Γιάννης έμεινε μόνος στο δωμάτιο, μαζί με τον υπολογιστή. Και με την κενή οθόνη.
     - Σκέψου, Γιάννη, σκέψου, είπε στον εαυτό του, αλλά το μυαλό του θύμιζε υπερβολικά την οθόνη του υπολογιστή.
     - Χρειάζομαι κάποια ιδέα, σκέφτηκε το αυτονόητο.
     Έπιασε την εφημερίδα. Εδώ είμαστε. Αστυνομικό ρεπορτάζ. Φόνοι, απαγωγές, ληστείες, βιασμοί, εκβιασμοί… Τι να διαλέξει;
     - Ναι, αλλά καρφώνεσαι, Γιάννη, είπε στον εαυτό του.
     - Και τι πειράζει; απάντησε. Ας καρφώνομαι. Ο «λαός» μου, όλοι αυτοί που λατρεύουν τα αστυνομικά μου, θα απογοητευτούν αν δεν πάρουν αυτό που συνηθίζω να τους προσφέρω.
     - Ναι, αλλά τότε πώς θα είσαι σίγουρος ότι οι σύντροφοι μπλόγκερ σε ψηφίζουν για το κείμενο και όχι επειδή είσαι ο Γιάννης; Να, θα λένε, αυτό είναι του Γιάννη, ας του δώσουμε έναν βαθμό, τόσα κομπλιμέντα μας κάνει, αμαρτία είναι…
     - Α, χάρες δεν θέλω, είπε ο Γιάννης. Λες να με ψηφίζουν μόνο από συμπάθεια; Εντάξει, τότε, ας γράψω κάτι άλλο… Αλλά τι;
     Κοίταξε γύρω του. Το δωμάτιο ήταν τακτοποιημένο, και διακοσμημένο σύμφωνα με τα γούστα του. Πήγε μέχρι την αγαπημένη του πολυθρόνα και άναψε το λαμπατέρ που βρισκόταν δίπλα της. Ύστερα, έσβησε το μεγάλο φως.
     - Χρειάζομαι ατμόσφαιρα, για να εμπνευστώ, σκέφτηκε, και ο απαλός φωτισμός του λαμπατέρ είναι ό,τι πρέπει. Ας βάλω και μουσική.
     Πήγε στο πικάπ, που το είχε από το γάμο του – δώρο του θείου Χαράλαμπου - , και έβαλε έναν δίσκο. Το δωμάτιο πλημμύρισε από ήχους τζαζ.
     - Αυτό είναι, είπε, δεν χρειάζεται τίποτα άλλο. Η απλότητα είναι μεγάλη αρετή. Απαλός φωτισμός, μουσική, χαλάρωση, και οι ιδέες θα έρθουν όπως οι μύγες στο μέλι…
     Κάθησε στην πολυθρόνα και αφέθηκε να τον παρασύρει η μουσική. Το μυαλό του κατακλύστηκε με εικόνες: ερειπωμένα ορφανοτροφεία, σκοτεινά σανατόρια, ύποπτοι γιατροί και νοσοκόμες, θύματα που γυρεύουν εκδίκηση… Μα, στάσου, βρε Γιάννη, πάλι στο αστυνομικό επιστρέφεις;
     Η πόρτα του δωματίου άνοιξε.
     - Θα βάλω να πιω ένα μαρτίνι, είπε η γυναίκα του. Να σου φέρω και εσένα;
    Α, βέβαια, χρειαζόταν και ένα ποτό, και ένα ντράι μαρτίνι ήταν ό,τι έπρεπε! Τώρα θα την έβρισκε την ιδέα, οπωσδήποτε!
     - Φέρε μου, είπε.
     Με το μαρτίνι στο χέρι, ο Γιάννης ξαναβυθίστηκε στις σκέψεις του… Και είδε ότι πληκτρολογούσε σαν να μην υπήρχε αύριο, και ολοκλήρωνε την ιστορία του, και έστελνε τη συμμετοχή του. Και η συμμετοχή του ήταν τόσο διαφορετική από τις προηγούμενες, που κανένας δεν φανταζόταν ότι την είχε γράψει αυτός, ακόμα κι αυτός ο ίδιος δυσκολευόταν να το πιστέψει... Και ένας-ένας, όλοι σαγηνεύονταν από την ιστορία και έδιναν σωρηδόν τα τριάρια, και η μέρα της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων έφτανε, και μαζί και τα αποκαλυπτήρια… Και όλοι έμεναν με ανοιχτό το στόμα! Μα, ο Γιάννης το είχε γράψει αυτό το αριστούργημα; Αλήθεια; Ο Γιάννης; Ο γνωστός Γιάννης; Αυτός με τα δύο ν;
     Ο Γιάννης τινάχτηκε. Πού βρισκόταν; Α, ναι, στην πολυθρόνα του. Ο υπολογιστής; Στη θέση του, μόνο πως τώρα η οθόνη είχε μαυρίσει. Είχε γράψει, μήπως, την ιστορία; Ποια ιστορία; Αυτή την περίεργη, αυτή που άρεσε σε όλους, αυτή που του είχε δώσει το βραβείο… μια στιγμή! Πότε είχε ολοκληρωθεί κιόλας το παιχνίδι; Τι μέρα ήταν;
     Ο Γιάννης είχε ξυπνήσει για τα καλά, αλλά το μυαλό του συνέχιζε να είναι κενό ιδεών. Άδικα, λοιπόν, είχε φτιάξει ατμόσφαιρα, άδικα είχε βάλει μουσική – ο δίσκος πρέπει να είχε τελειώσει προ πολλού - , άδικα είχε πιει και το μαρτίνι… Μα, πώς ήταν δυνατόν να αποτύχει το μαρτίνι;
     Και, ξαφνικά, όπως συμβαίνει συνήθως, ο Γιάννης συνειδητοποίησε τι είχε φταίξει: από το μαρτίνι έλειπε η ελιά!    

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Πάνω απ'όλα η απλότητα

     Οι φωνές έξω από το βασιλικό παράθυρο όλο και δυνάμωναν.
     - Δεν αντέχω άλλο, είπε η Μαρία Αντουανέτα. Αυτές οι φωνές μού έχουν πάρει το κεφάλι! Αν ήταν, τουλάχιστον, πιο μελωδικές… Ή, έστω, αν τις συνόδευε ένα κλειδοκύμβαλο…
     - Δεν έχουν σταματήσει από εχθές, είπε η Λουίζ ντε Μπουντουάρ, η αγαπημένη της κυρία επί των τιμών.
     - Μα τι θέλουν, επιτέλους;
     - Θέλουν να μιλήσουν στον Μεγαλειότατο, λένε.
     - Άλλο και τούτο! Από πότε ο λαός μιλάει απευθείας στο βασιλιά;
     - Δεν αντέχουν άλλο, λένε, να δουλεύουν σαν σκλάβοι και να μην έχουν να φάνε ούτε ψωμί…
     - Υπερβολές! Υπάρχουν τόσα άλλα πράγματα να φάει κανείς…
     - Ένας φιόγκος ακόμα και είστε έτοιμη, Μεγαλειοτάτη, είπε ο κόμης Σεσουάρ.
     Η Μαρία Αντουανέτα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη με την χρυσή κορνίζα.
     - Πα μαλ, είπε. Με ένα τέτοιο χτένισμα, όμως, θα ταίριαζε περίφημα και ένα φτερό παγωνιού, νε σ'πα;
     - Εξαρτάται από το φόρεμα με το οποίο θα το συνδυάσετε, είπε ο κόμης Σεσουάρ. Τι σκέφτεστε να φορέσετε;
     - Πραγματικά προβληματίζομαι, είπε η Μαρία Αντουανέτα. Αν τελικά ο Λουδοβίκος δεχτεί να μιλήσει στους ταραξίες, δεν θα πρέπει να βρίσκομαι κι εγώ εκεί;
     - Φαντάζομαι πως θα πρέπει, είπε η Λουίζ ντε Μπουντουάρ.
     - Τι άραγε να ταιριάζει σε μια τέτοια συνάντηση;
     - Τι θα λέγατε για εκείνο το μπεζ με το διακριτικό ντεκολτέ και την ασορτί σατέν ζώνη;
     - Ε, όχι και να φορέσω περσινό ρούχο! Δε συναντάει κανείς κάθε μέρα εκπροσώπους του λαού!
     - Δεν ταιριάζει και με το φτερό του παγωνιού, είπε ο κόμης Σεσουάρ.
     Οι φωνές δυνάμωσαν κι άλλο.
     - Σκέφτομαι το μπλε φόρεμα από κινέζικο μετάξι, συνέχισε η Μαρία Αντουανέτα, ταιριάζει θαυμάσια με τα μάτια μου… Και το πορφυρό που μου έραψε προχθές ο κόμης ντε Γαζί δεν είναι άσχημο, ιδιαίτερα αν το συνδυάσω με τη δαμασκηνί τη ζώνη και τα ασορτί γοβάκια από δέρμα κορσικανού σκίουρου…
     - Ίσως θα έπρεπε να προτιμήσετε κάτι διαφορετικό, είπε διστακτικά η Λουίζ ντε Μπουντουάρ.
     - Τι εννοείτε, Λουίζ;
     - Δεν ξέρω ακριβώς, αλλά δεν νομίζω το δαμασκηνί το φόρεμα να εκτιμηθεί ιδιαίτερα από ανθρώπους που ανήκουν στο λαό… Από μερικές κλεφτές ματιές που τους έριξα εχθές, δεν μπορώ να πω ότι εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα…
     - Αλήθεια;
     - Ούτε στο ελάχιστο… Φανταστείτε, κανείς τους δεν φορούσε περούκα, ενώ οι άντρες είχαν όλοι γένια! Τρε μπανάλ!
     - Ο μαρκήσιος ντε Μουστακί έχει ένα γένι που με κάνει να μην κοιμάμαι τα βράδια, αχ, ελπίζω αυτό να μην φτάσει στα αυτιά του Λουδοβίκου, βέβαια…
     Η Μαρία Αντουανέτα γέλασε παιχνιδιάρικα και οι υπόλοιποι τη μιμήθηκαν.
     - Μην ανησυχείτε, Μεγαλειοτάτη, είπε η Λουίζ ντε Μπουντουάρ. Όταν μιλάω για γένια, όμως, δεν εννοώ σαν το περιποιημένο γένι του μαρκησίου, μιλάω για τρίχες που φυτρώνουν ανεξέλεγκτα σε όλο το πρόσωπο!
     - Ω, μον Ντιε, αυτό είναι τρομερό! Τρομερό, και εντελώς κακόγουστο... Μήπως να βάλω το φόρεμα το σμαραγδί;
     - Αυτό ταιριάζει και με το φτερό, είπε ο κόμης Σεσουάρ.
     Ακούστηκε ήχος σπασμένου γυαλιού.
     - Τι ήταν αυτό; φώναξε τρομαγμένη η Μαρία Αντουανέτα.
     Στο δωμάτιο μπήκε η Εβανζελί ντε Μεσάζ, κρατώντας μια πέτρα στο ένα χέρι και ένα κομμάτι χαρτί στο άλλο.
     - Μεγαλειοτάτη, είπε και υποκλίθηκε ευγενικά, οι ταραξίες έσπασαν το τζάμι του κεντρικού παραθύρου της ανατολικής πτέρυγας.
     - Τι είναι αυτό το χαρτί;
     - Ήταν δεμένο στην πέτρα που πέταξαν… Ζητούν την απελευθέρωση των συντρόφων τους που βρίσκονται στη Βαστίλλη, λένε.
     - Τι άλλο θα ακούσουμε! είπε η Μαρία Αντουανέτα.
     - Ανεπίτρεπτο, είπε και η Λουίζ ντε Μπουντουάρ.
     - Κανένας σεβασμός στο θεσμό της βασιλείας, έναν θεσμό ευλογημένο από την ίδια την Αγία Έδρα, είπε η Εβανζελί ντε Μεσάζ και σταυροκοπήθηκε.
     - Καλά που μου το θυμίσατε, καλή μου Εβανζελί, είπε η Μαρία Αντουανέτα, το απόγευμα θα επισκεφτώ τον καρδινάλιο Ροκφόρ. Οι συζητήσεις μας πάντα με ηρεμούν. Θα κάνω και μία δωρεά για τα νόθα παιδιά των ευγενών. Να θυμηθώ να τον ρωτήσω και για την πορεία των εργασιών στην Νοτρ Νταμ. Τοποθετήθηκε, άραγε, η καμπάνα ή αργεί ακόμη;
     - Αποφασίσατε τι θα φορέσετε; ρώτησε η Λουίζ ντε Μπουντουάρ. Εγώ, πάντως, σας προτείνω το μπεζ, και ας είναι περσινό. Είναι σχετικά πιο απλό και θα το εκτιμήσουν οι ταραξίες… θα δείξετε ότι είστε κοντά στο λαό, ότι τον συμπονάτε… ίσως έτσι πεισθούν και να αποχωρήσουν ευγενικά…
     - Όχι, όχι το μπεζ, με χλωμιάζει, μάλλον κλίνω προς το σμαραγδί…
     - Πάω να φέρω το φτερό, είπε ο κόμης Σεσουάρ.
     - Μα, Μεγαλειοτάτη…
     - Ω, Λουίζ, Λουίζ, μα δεν το βλέπετε, καλό μου παιδί; Το σμαραγδί είναι το πιο κατάλληλο φόρεμα για την περίσταση, θα τους καθηλώσω όλους. Δεν υπάρχει επιχείρημα που να μπορεί να σταθεί απέναντι σε ένα τέτοιο φόρεμα, θα το δείτε…
     - Εσείς ξέρετε καλύτερα, Μεγαλειοτάτη…
     - Ο Λουδοβίκος θα ενθουσιαστεί, είμαι σίγουρη… Φέρτε μου, παρακαλώ, και το σμαραγδένιο μου κολιέ με τα ασορτί σκουλαρίκια, πρέπει να αναδειχθεί το σύνολο…
     - Αμέσως!...
     - Έφερα και το φτερό, είπε ο κόμης Σεσουάρ.
     - Μανιφίκ! Βοηθήστε με να το φορέσω, παρακαλώ… Α, και κάποιος να μου φέρει ένα κλαδί ελιάς, θα το κρατήσω αντί για σκήπτρο. Βλέπετε, Λουίζ; Αποφάσισα να ακολουθήσω τη συμβουλή σας: Πάνω απ’όλα η απλότητα!
    

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Πίσω από κλειστές πόρτες

     Είναι κάπου ένα δέντρο, ένα δέντρο ψηλό, με μεγάλο και γερό κορμό, που δεν είναι όπως τα άλλα. Και δεν είναι όπως τα άλλα, επειδή αυτό το δέντρο έχει μια πόρτα. Πώς το ξέρω, θα μου πείτε. Μα, δεν την βλέπετε τη φωτογραφία; Αφού υπάρχει η φωτογραφία, δεν μπορεί, και το δέντρο θα υπάρχει!
     Τι, άραγε, θα μπορούσε να κρύβει αυτό το δέντρο; Μα, κάποιο σπίτι, φυσικά! Αλλιώς, τι τη θέλει την πόρτα; Και αφού κρύβει ένα σπίτι, ποιος θα μπορούσε να μένει σε αυτό το σπίτι; Ιδού ένα ερώτημα που αξίζει!
     Δεν νομίζω να μένει κάποιος ελέφαντας εκεί, πώς θα χωρούσε; Θα μπορούσε, όμως, άνετα να μένει μια οικογένεια σκίουρων: μαμά, μπαμπάς, παιδιά, παππούδες, γιαγιάδες, ξαδέρφια, θείοι, θείες... Στο υπόγειο - εκεί που βρίσκονται και οι ρίζες - θα είναι η αποθήκη με τα τρόφιμα: καρύδια, κουκουνάρια, φρούτα, μανιτάρια, και τα κρασιά: κόκκινο κρασί από φραγκοστάφυλα, λευκό από τσάγαλα και αφρώδες από μύρτιλλα. Όταν πλησιάζεις στο δέντρο θα ακούς τον ήχο από τις φωνές των σκίουρων που θα συζητάνε, θα παίζουν, θα τσακώνονται...
     Θα μπορούσε, βέβαια, να ζει και μια ηλικιωμένη, μοναχική κουκουβάγια. Το σπίτι θα είναι γεμάτο ράφια, μέχρι εκεί που φτάνουν τα πιο ψηλά κλαδιά, και τα ράφια θα είναι γεμάτα βιβλία, επειδή η κουκουβάγια θα λατρεύει το διάβασμα. Εκτός αυτού, η κουκουβάγια θα είναι διάσημη γκουρού και θα δέχεται επισκέψεις συγκεκριμένες ώρες. Κατά τις ώρες του επισκεπτηρίου μια ατελείωτη ουρά από διάφορα ζώα θα ξεκινάει από το σπίτι της κουκουβάγιας και θα ελίσσεται, σαν τεράστιο, πολύχρωμο φίδι, μέσα στο δάσος.
     Μήπως, όμως, αυτή η πόρτα είναι απλά και μόνο η πόρτα ενός ασανσέρ; Πλησιάζεις, πατάς το κουδούνι, ανοίγει, μπαίνεις και επιλέγεις αν θέλεις να πας ψηλά στον ουρανό ή χαμηλά, μέσα στη γη... Α, πολύ με μπερδεύει αυτή η πόρτα!
     Δε μένει παρά να κάνουμε μία επιτόπια έρευνα. Και αφού διασχίσουμε πόλεις και χωριά, ποτάμια, ρυάκια, βουνά, αφού χαλάσουμε τουλάχιστον σαράντα ζευγάρια παπούτσια, και αφού κάψουμε τουλάχιστον 1.452.897.548.527.125.569.443.785.412.631 θερμίδες - και με την προϋπόθεση ότι δεν έχουμε εξαϋλωθεί στο μεταξύ - κάποια στιγμή η τύχη μάς χαμογελά και εντοπίζουμε το μυστήριο δέντρο με την πόρτα. Η χαρά μας είναι απερίγραπτη και μια και δυο πλησιάζουμε. Προς στιγμήν διστάζουμε: να χτυπήσουμε την πόρτα; Ας πλησιάσουμε λίγο ακόμα και ας στήσουμε αυτί. Θα ακούσουμε, άραγε, τις ψιλές φωνές των σκίουρων;
     Και, ναι, κάτι ακούγεται! Αλλά, μισό λεπτό, αυτοί οι ήχοι δεν μοιάζουν με φωνές σκίουρων, είναι φωνές, ναι, αλλά... Κι όμως, αυτές οι φωνές είναι ανθρώπινες!
     Κολλάμε το αυτί μας στον κορμό. Οι φωνές είναι ξεκάθαρα δύο, και οι δύο γυναικείες. Η μία απότομη και αυταρχική, η άλλη χαμηλόφωνη και κλαψιάρα. Φοράμε στα αυτιά μας τα μαγικά μας ακουστικά που αγοράσαμε μέσω τηλεαγοράς για 137.789,99 ευρώ - μεγάλη ευκαιρία, ούτε 137.790 δεν έκαναν - και τώρα ακούμε ξεκάθαρα:
     - Υποσχέσου το! λέει η αυταρχική φωνή.
     - Μα, δεν είμαι σίγουρη... κλαψουρίζει η άλλη.
     - Ώστε θέλεις να το ξανασκεφτείς;
     - Όχι πάλι το μαστίγιο, μη, σε παρακαλώ!
     - Γιατί δεν συνεργάζεσαι, επιτέλους;
     - Μα υπάρχουν κι άλλοι σαν εμένα, δεν είμαι μόνο εγώ...
     - Οι άλλοι έχουν ήδη σταματήσει να γράφουν εδώ και καιρό.
     - Αυτό είναι ψέμα, όλο και κάποιος γράφει...
     Ακούγεται ένα μαστίγιο να χτυπάει κάπου.
     - Την επόμενη φορά θα πέσει επάνω σου, λέει η αυταρχική φωνή.
     - Όχι, Αννετά...κι, σε παρακαλώ!...
     - Να μη με παρακαλείς καθόλου, λέει το Αννετά...κι, αφού δική της είναι η αυταρχική φωνή. Τι θέλεις, να με τρελλάνεις θέλεις;
     - Όχι, φυσικά, συγκατοικάκι μου, γιατί το λες αυτό;
     - Δε μου φτάνει που ψάχνω χωρίς επιτυχία να βρω το Διονύση, έστω να μου δώσει το κλειδί, να μπαίνω να ξαραχνιάζω το σπίτι του, δε μου φτάνει που άνοιξα το σπίτι μας και το βρήκα τίγκα στην σκόνη, δε μου φτάνει που το καθάρισα από όλες τις παλιατσαρίες που είχες κουβαλήσει εκεί μέσα, να έχω και εσένα που δεν αποφασίζεις τι θέλεις να κάνεις; Γράψε, μαρή, σου λέω, γράψε κάτι, το όνομά σου έστω με καλλιγραφικούς χαρακτήρες, όχι, λες, με απασχολούν άλλα τώρα.
     - Αφού...
     - Μη με διακόπτεις! Τι σε απασχολεί, πουλάκι μου; σου λέω. Πολλά και διάφορα, λες. Ναι, αλλά το σπιτάκι μας μαραζώνει, είναι διώροφο, μεγάλο, με διπλά μπάνια και play room - εσύ το ήθελες το play room - και εγώ είμαι μία, δεν προλαβαίνω να το συγυρίζω μόνη μου, άπλωσε το χέρι σου, πιάσε ένα ξεσκονόπανο, στρώσε το κρεβάτι σου, έστω!
     - Αφού...
     - Μη με διακόπτεις! Ναι, ξέρω, αφού θα ξανακοιμηθείς και θα το χαλάσεις, γιατί να το στρώσεις; Αλλά εγώ δεν αντέχω άλλο, κι αν δεν μπορείς να συνεισφέρεις, να πάρεις μια παραδουλεύτρα τότε! Αλλά, βέβαια, δεν θέλεις να μπει τρίτος ανάμεσά μας, τι σου φταίω, μαρή, μου λες;
     - Εγώ...
     - Ναι, ξέρω, ξέρω, εσύ νοιάζεσαι για εμένα, και είμαστε συγκατοικάκια, και τρίχες κατσαρές! Όλα τα μέσα χρησιμοποίησα για να σε πείσω να αρχίσεις να ξαναγράφεις, τι παστίτσιο με φτιαχτή μπεσαμέλ σου έταξα, τι τρίπατη τούρτα με φρέσκια σαντιγύ, τι πίτσα ψημένη επάνω ακριβώς στο Βεζούβιο!... Τη μια έφταιγε η Αριστέα, που έχει αποχωρήσει, την άλλη έφταιγε η Μεμαρία, που καθυστέρησε να βγάλει το επόμενο "παίζοντας με τις λέξεις", την άλλη έφταιγε ο Γιάννης, που γράφει μυθιστορήματα και ξεχνιέσαι διαβάζοντάς τα, έλεος πια!
     Ακούγεται σιωπή.
     - Λοιπόν, δεν πάει άλλο, ξανακούγεται το Αννετά...κι, από εδώ και πέρα σού απαγορεύω να ξαναγράψεις!
     - Μα, αν αλλάξω γνώμη;
     - Να μην αλλάξεις!
     - Μα αυτό είναι φασισμός!
     - Τολμάς να αντιμιλάς;
     Ακούγεται πάλι το μαστίγιο.
     - Είπες κάτι;
     - ...
     - Από την στιγμή που όλες τις ευθύνες του σπιτιού τις άφησες επάνω μου, εγώ αποφασίζω και για το πολίτευμα που θα ισχύει εκεί μέσα, και αν αποφασίσω ότι θα ισχύει ο φασισμός, εσένα δεν σου πέφτει λόγος, κατάλαβες;
     - ...Μμμ.
     - Δεν θέλω να απαντάς σαν αγελάδα, σαν άνθρωπος να απαντάς! Κατάλαβες;
     - ...Ναι.
     - Λοιπόν, σου απαγορεύω να ξαναγράψεις, και έχω ετοιμάσει εδώ και μια δήλωση μεταμέλειας, την οποία θα πρέπει να υπογράψεις... Αχ, όχι πάλι δάκρυα, δε με ρίχνεις με αυτά...
     - Μου λείπει ο Διονύσης...
     - Τι είπες τώρα;
     - Μου λείπει ο Διονύσης, είπα...
     - Και εμένα δε μου λείπει, νομίζεις;
     - Αν θέλεις, θα σε βοηθήσω να τον ψάξουμε.
     - Δεν ξέρω πού κρύβεται.
     - Θα πάμε στο σπίτι του και θα φτιάξουμε αντικλείδι, να μπεις να ξαραχνιάσεις.
     - Γίνεται αυτό;
     - Έχω ένα φίλο κλειδαρά, καλό παιδί, κι αν ακούσεις τίποτα για φυλακή, μη δίνεις σημασία, παρεξήγηση ήταν...
     - Όχι, δεν θα ήταν σωστό...
     - Σκέψου το, δε θα μου το χαλάσει το χατήρι.
     - ...Καλά...
     - Αλλά μη μου ζητάς να υπογράψω δηλώσεις μεταμέλειας... Το σπίτι μας το έφτιαξα με αγάπη, και το play room για να παίζουμε μαζί το ήθελα...
     - Θα νιώσω καλύτερα αν σταματήσεις να γράφεις... Και αν αρχίσεις να κάνεις και καμιά δουλειά στο σπίτι... Λουμπάγκο με έπιασε προχθές, που έσκυψα κάτω από το κρεβάτι, για να καθαρίσω.
     - Θα δω μήπως προσλάβω καθαρίστρια. Δεν θυμάμαι να σου το έχω πει, έχω αλλεργία στην σκόνη.
     - Υποσχέσου μου ότι δεν θα ξαναγράψεις.
     - Ούτε ένα χαϊκού;
     - Είχες και στο χωριό σου χαϊκού;
     - Ούτε ένα ραβασάκι, να σου πω ότι πετάχτηκα μέχρι το φούρνο;
     - Ε, εντάξει, ραβασάκια μπορείς να μου γράφεις... 
     Ησυχία. Μόνο κάτι ρουφήγματα μύτης ακούγονται πού και πού. Ας βγάλουμε, λοιπόν, από τα αυτιά μας τα μαγικά μας ακουστικά και ας απομακρυνθούμε γρήγορα από το δέντρο, προτού το Αννετά...κι και το Λυσιππάκι ανοίξουν την πόρτα και μας βρουν μπροστά τους να κρυφακούμε. Διότι τότε, μπορεί να μη μας σώσει η δικαιολογία ότι ψάχναμε το Διονύση...