Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Η φυλακισμένη Ηλιαχτίδα

 


     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό, ζούσε ένα κοριτσάκι, που το έλεγαν Σοφούλα. Η Σοφούλα είχε χάσει και τους δύο της γονείς και ζούσε με μια θεία της και την οικογένειά της. Η οικογένεια της θείας δεν ήταν ιδιαίτερα ευκατάστατη, και οι γκρίνιες ήταν καθημερινό φαινόμενο, κυρίως επειδή ο θείος αγαπούσε το κρασί περισσότερο από την οικογένειά του. 
     Η θεία προσπαθούσε να βοηθήσει όπως μπορούσε την οικογένειά της, αλλά τα παιδιά ήταν πολλά και το φαγητό δεν έφτανε. Αρκετές φορές, η Σοφούλα ένιωθε πως δεν ήταν και τόσο ευπρόσδεκτη, αλλά δεν είχε πού αλλού να πάει. Βοηθούσε τη θεία της με τις δουλειές, και πολλές φορές πήγαινε εκείνη να μαζέψει το θείο από την ταβέρνα, κινδυνεύοντας να φάει και καμιά σφαλιάρα μέχρι να τον πείσει να έρθει στο σπίτι. Μια μέρα, εκεί που πήγαινε για πολλοστή φορά στην ταβέρνα, είδε στο δρόμο μια άγνωστη γριούλα. Η γριούλα στηριζόταν σε ένα μπαστούνι και κρατούσε ένα αρκετά μεγάλο καλάθι, σκεπασμένο με μια πετσέτα.
     - Ε, κοριτσάκι, της φώναξε, μπορείς να με βοηθήσεις λίγο με το καλάθι μου; Είναι βαρύ και κουράστηκα να το κουβαλάω.
     Η Σοφούλα πήρε το καλάθι από τα χέρια της γριούλας. Το καλάθι ήταν πράγματι πολύ βαρύ.
     - Θα με βοηθήσεις να το μεταφέρω στο σπίτι μου; είπε η γριούλα. Δεν είναι πολύ μακριά.
     Η Σοφούλα δίσταζε. Και η μαμά της - όσο ζούσε -, αλλά και η θεία της, της είχαν πει να μη μιλάει σε αγνώστους.
     - Θα σου δώσω και κάτι για τον κόπο σου, είπε η γριούλα και έβγαλε ένα χρυσό νόμισμα από ένα σακουλάκι που κρεμόταν στο λαιμό της.
     Το χρυσό νόμισμα έλαμπε πολύ και η γριούλα φαινόταν πολύ συμπαθητική. Η Σοφούλα σκέφτηκε ότι με εκείνο το χρυσό νόμισμα, η θεία θα μπορούσε να αγοράσει πολλά πράγματα. 
     - Εντάξει, είπε στην γριούλα, αλλά να κάνουμε γρήγορα. Πρέπει να γυρίσω και να πάω να βρω το θείο μου.
     Οι δυο τους ξεκίνησαν να περπατούν, όσο γρήγορα τους επέτρεπε το βάδισμα της γριούλας, και ύστερα από λίγο βρέθηκαν στο δάσος. Το δάσος ήταν πυκνό και η Σοφούλα αναρωτιόταν φοβισμένη πώς θα έβρισκε τον δρόμο της στη συνέχεια. Δεν υπήρχαν σημάδια που θα μπορούσε να βάλει, ούτε διακρινόταν κάποιο μονοπάτι, περπατούσαν ανάμεσα στα αγριόχορτα, που σχημάτιζαν ένα πολύχρωμο, ευωδιαστό χαλί.
     Ύστερα από λίγη ώρα, έφτασαν σε ένα ξέφωτο, όπου βρισκόταν ένα μικρό, ταλαιπωρημένο σπιτάκι.
     - Φτάσαμε, είπε η γριούλα και άνοιξε την πόρτα. Έλα μέσα.
     Η Σοφούλα μπήκε μέσα στο σπιτάκι. Ήταν πολύ σκοτεινό. Η γριούλα σήκωσε το μπαστούνι της  στον αέρα και κάτι μουρμούρισε. Μεμιάς, το σπιτάκι φωτίστηκε. Η γριούλα στράφηκε προς τη Σοφούλα. Τώρα δεν έμοιαζε καθόλου γριούλα.
     - Ευχαριστώ, είπε. Τώρα μπορείς να αφήσεις κάτω το καλάθι.
     Η Σοφούλα είχε σαστίσει.
     - Ορίστε και το χρυσό νόμισμα που σου υποσχέθηκα, είπε η γριούλα που δεν ήταν πλέον γριούλα. Μα, τι με κοιτάς έτσι; Δεν έχεις ξαναδεί μάγισσα;
     Η Σοφούλα δεν μπορούσε να μιλήσει και ένευσε αρνητικά.
     - Έλα, μην τρομάζεις, δε θα σε φάω, είπε η μάγισσα. Πάρε το νόμισμα που σου υποσχέθηκα.
     Η Σοφούλα πήρε στα χέρια της το νόμισμα.
     - Αν θέλεις, μπορείς να κερδίσεις πολλά νομίσματα σαν κι αυτό, είπε η μάγισσα. Θα σου δείξω τα σημάδια για να βρίσκεις το σπιτάκι μου και θα έρχεσαι να με βοηθάς. Θα σκουπίζεις, θα ξεσκονίζεις και θα καθαρίζεις και το καζάνι μου. Και εγώ θα σου δίνω κάθε φορά ένα χρυσό νόμισμα, τι λες;
     - Εντάξει, απάντησε η Σοφούλα, που σκέφτηκε πως αν μπορούσε να πηγαίνει στη θεία της χρυσά νομίσματα, όλοι τους θα ζούσαν καλύτερα.
     Από εκείνη τη μέρα, στο σπίτι της θείας είχαν πλέον πάντα αναμμένη φωτιά στο τζάκι και γεμάτη με φαγητό κατσαρόλα. Η Σοφούλα πήγαινε κάθε μέρα στο σπιτάκι της μάγισσας και κάθε μέρα έφευγε από εκεί με ένα χρυσό νόμισμα στο χέρι. Βέβαια, το συγύρισμα του σπιτιού της μάγισσας δεν ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση. Κι αυτό επειδή ήταν γεμάτο ράφια με βιβλία και ράφια με μικρά μπουκαλάκια, που έπρεπε να ξεσκονίζονται πολύ προσεκτικά, για να μην πούμε για το καζάνι της μάγισσας που ήθελε καθάρισμα κάθε μέρα. Ποιος ξέρει τι βρωμερά πράγματα μαγείρευε εκεί μέσα, που μετά χρειαζόταν πάνω από μια ώρα τρίψιμο για να καθαρίσει!
     Μια μέρα, που ήταν μόνη της στο σπίτι και ξεσκόνιζε τα βιβλία της μάγισσας, η Σοφούλα άκουσε μια φωνούλα. Θυμήθηκε που η μάγισσα της είχε πει να μην ψαχουλεύει τα πράγματά της και να κοιτάει μόνο τη δουλειά της, αλλά η περιέργειά της ήταν μεγαλύτερη από το φόβο μιας τιμωρίας. Ψάχνοντας να βρει από πού ερχόταν η φωνή, έφτασε σε μία μικρή πορτούλα, που πάντα έμενε κλειστή. Ακούμπησε το αυτί της επάνω στην πόρτα και περίμενε. Σε λίγο η φωνή ξανακούστηκε. 
     - Βοήθεια! είπε η φωνή.
     - Είναι κανείς εκεί; ρώτησε η Σοφούλα.
     - Εγώ, απάντησε η φωνή, βοήθεια!
     Προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα, αλλά ήταν κλειδωμένη. Πού να ήταν, άραγε, το κλειδί; Έσκυψε και κοίταξε μέσα από την κλειδαρότρυπα. Ένα μικρό φως τρεμόσβηνε.  Τι υπήρχε εκεί μέσα;
     - Άκουσέ με, είπε η Σοφούλα, όποιος κι αν είσαι, η πόρτα είναι κλειδωμένη και δεν μπορώ να την ανοίξω. Κάνε υπομονή, όμως, και θα προσπαθήσω να βρω τρόπο να σε ελευθερώσω.
      Από τότε, η Σοφούλα άρχισε να ψάχνει με τρόπο για να βρει το κλειδί της πορτούλας, χωρίς αποτέλεσμα. Ούτε στα ντουλάπια ήταν, ούτε στα συρτάρια, ούτε ανάμεσα στα βιβλία... Ίσως, τελικά, η μάγισσα να το κουβαλούσε συνέχεια μαζί της. Σε αυτήν την περίπτωση, δε θα κατάφερνε ποτέ να σώσει το φυλακισμένο πλάσμα με την ψιλή φωνούλα.
     Μια μέρα, εκεί που τακτοποιούσε τα μπουκαλάκια στα ράφια τους, ένα μπουκαλάκι έπεσε από τα χέρια της και έσπασε. Η μπλε σκόνη που ήταν μέσα στο μπουκαλάκι σκορπίστηκε στο πάτωμα. Η Σοφούλα τρομοκρατήθηκε. Τι θα έκανε η μάγισσα, αν το μάθαινε; Δεν ήθελε να ξέρει. Αποφάσισε να μαζέψει τα θρύψαλα και να τα πετάξει στο ξεροπήγαδο που υπήρχε στον κήπο. Έφερε την σκούπα και άρχισε να σκουπίζει, αλλά τότε, έγινε κάτι απίστευτο: η σκούπα άρχισε να εξαφανίζεται! Για να είμαστε ακριβείς, μόνο το κάτω μέρος, η υπόλοιπη σκούπα φαινόταν πεντακάθαρα.
     Η Σοφούλα, που ήταν πολύ έξυπνη, κατάλαβε αμέσως, ότι αυτό οφειλόταν στην μπλε σκόνη. Προφανώς, ήταν μαγική και εξαφάνιζε τα πράγματα. Της ήρθε μια ιδέα. Ίσως η σκόνη να έκανε αόρατους και τους ανθρώπους. Αν εκείνη μπορούσε να γίνει αόρατη, θα μπορούσε να παρακολουθήσει τη μάγισσα για να δει πού έκρυβε το κλειδί.
     Για καλή της τύχη, στην τσέπη της ποδιάς της είχε ένα κομμάτι χαρτί, όπου έγραφε τις παραγγελίες της θείας της για τον μπακάλη. Έφτιαξε ένα χωνάκι με το χαρτί και προσεκτικά έβαλε μέσα όση περισσότερη μαγική σκόνη μπόρεσε να μαζέψει, χωρίς να την ακουμπήσει με τα χέρια της. Ύστερα, μάζεψε τα σπασμένα γυαλιά και την υπόλοιπη σκόνη και τα πέταξε στο ξεροπήγαδο, όπως είχε σκεφτεί από την αρχή. Και για να μη δει η μάγισσα και την μισοαόρατη σκούπα, την πέταξε κι αυτήν στο ξεροπήγαδο.
     Την επόμενη μέρα, η Σοφούλα έφυγε από το σπίτι της πιο νωρίς από ό,τι συνήθως. Λίγο πριν φτάσει στο σπιτάκι της μάγισσας, έβγαλε από την τσέπη της τη μαγική σκόνη και τρίφτηκε με αυτήν καλά-καλά. Αν είχε μαντέψει σωστά την χρήση της, θα έπρεπε να έχει γίνει αόρατη. Μία ματιά στο τζάμι ενός από τα παράθυρα του σπιτιού της μάγισσας της επιβεβαίωσε ότι η ιδέα της ήταν σωστή. Τώρα έμενε να μπει στο σπιτάκι χωρίς να την πάρει είδηση η μάγισσα.
     Ευτυχώς, ύστερα από λίγο η πόρτα του σπιτιού άνοιξε και η μάγισσα βγήκε έξω φουριόζα, κρατώντας ένα μικρό κλαδευτήρι. Πήγε στον κήπο της και άρχισε να κόβει κάτι περίεργα χορταράκια που έμοιαζαν με μακριά, σγουρά μαλλιά, ενώ η Σοφούλα βρήκε την ευκαιρία να μπει στο σπιτάκι από την ανοιχτή πόρτα, προσπαθώντας να μην κάνει τον παραμικρό θόρυβο. Μπήκε στο σπίτι και κατευθύνθηκε προς την κλειστή πορτούλα. Κάθησε εκεί και περίμενε.
     Ύστερα από λίγο μπήκε στο σπίτι και η μάγισσα.
     - Πρέπει να βιαστώ, όπου να'ναι θα'ρθει η Σοφούλα, είπε η μάγισσα.
     Έριξε τα χορταράκια που είχε μαζέψει στο καζάνι, που ήδη έβγαζε ατμούς, και ανακάτεψε γρήγορα.
     - Σχεδόν έτοιμο, είπε. Μένει η τελευταία λεπτομέρεια.
     Πήγε στην κλειστή πορτούλα, έπιασε το πόμολο και είπε δυνατά κλικ-κλακ τρεις φορές. Ύστερα έκανε τρεις δεξιόστροφες περιστροφές γύρω από τον εαυτό της και η πόρτα άνοιξε. Η Σοφούλα δεν μπόρεσε να δει τι υπήρχε εκεί μέσα, όμως σίγουρα υπήρχε ένα φως που τρεμόπαιζε, κάποιο κερί, ίσως. Η μάγισσα μπήκε μέσα. Ακούστηκε μια τσιριξιά και η μάγισσα ξαναεμφανίστηκε στην είσοδο του δωματίου, ενώ από το χέρι της έβγαινε μία μικροσκοπική λάμψη. Έπιασε το πόμολο, έκλεισε την πόρτα, είπε δυνατά κλακ-κλικ τρεις φορές και έκανε τρεις αριστερόστροφες περιστροφές γύρω από τον εαυτό της. Ακούστηκε ένα κλικ. Προφανώς, η πόρτα ήταν και πάλι κλειδωμένη.
     Η μάγισσα πλησίασε στο καζάνι και άφησε να πέσει από το χέρι της κάτι μικροσκοπικό που λαμπύριζε. Ακούστηκε ένα πουφ! και το καζάνι άρχισε να βγάζει πολύχρωμους καπνούς. Η μάγισσα βούτηξε την κουτάλα της μέσα στο καζάνι και ανακάτεψε γρήγορα. Ύστερα, πήρε με την κουτάλα μια μικρή ποσότητα από το περιεχόμενο του καζανιού και άδειασε μία σταγόνα μέσα σε ένα ποτήρι με νερό. Αμέσως, η σταγόνα μεταμορφώθηκε σε ένα χρυσό νόμισμα, ίδιο με αυτά που έδινε στη Σοφούλα! Ώστε έτσι τα έφτιαχνε τα νομίσματα!
     Η μάγισσα κατέβασε το καζάνι από τη φωτιά και με κόπο το έσυρε έξω από το σπίτι. Ξοπίσω της, νυχοπατώντας πολύ προσεκτικά, ακολούθησε η Σοφούλα. Η μάγισσα σήκωσε το καζάνι και το άδειασε μέσα στο ξεροπήγαδο του κήπου. Γι'αυτό η Σοφούλα το καζάνι το έβρισκε πάντα άδειο!
     Η Σοφούλα εντυπωσιάστηκε πολύ από τα όσα είχε δει, αλλά δεν ξέχασε τον σκοπό της. Έτρεξε γρήγορα μέσα στο δάσος, και χρησιμοποιώντας με μαεστρία κλαδιά από φτέρες, ξεσκονίστηκε καλά-καλά, μέχρι που όλη η μπλε σκόνη είχε εξαφανιστεί από επάνω της. Ύστερα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, πήγε στο σπιτάκι της μάγισσας και χτύπησε την πόρτα.
     - Άργησες, της είπε η μάγισσα.
     - Με πήρε ο ύπνος, είπε η Σοφούλα.
     Από εκείνη τη μέρα, η Σοφούλα περίμενε πώς να μείνει μόνη της στο σπίτι, αλλά η μάγισσα, λες και το είχε καταλάβει, δεν έφευγε καθόλου. Το χρυσό νόμισμα βρισκόταν κάθε μέρα στο τραπέζι και την περίμενε και η Σοφούλα, κάθε φορά που το έπαιρνε θυμόταν την ψιλή φωνούλα που της είχε ζητήσει βοήθεια. Πότε θα κατάφερνε να ελευθερώσει το άγνωστο εκείνο πλάσμα;
     Η τύχη της χαμογέλασε μία μέρα που η μάγισσα είχε ξεμείνει από φύλλα κισσού και αναγκάστηκε να βγει στο δάσος για να μαζέψει. Η Σοφούλα περίμενε να βεβαιωθεί ότι η μάγισσα είχε απομακρυνθεί αρκετά και ύστερα έτρεξε και στάθηκε μπροστά στην πορτούλα. Έπιασε το πόμολο, είπε κλικ-κλακ και ύστερα έκανε τρεις δεξιόστροφες περιστροφές γύρω από τον εαυτό της, όπως είχε δει να κάνει η μάγισσα. Η πόρτα άνοιξε.
     Πολύ προσεκτικά, για να μην σκουντουφλήσει πουθενά, μέσα σε εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο, άρχισε να προχωράει. Δεν μπορούσε να δει τίποτα. Πού βρισκόταν το άγνωστο πλάσμα; Μήπως είχε καταφέρει να το σκάσει; 
     - Είναι κανείς εδώ; είπε η Σοφούλα.
     Και τότε, ξαφνικά, το σκοτεινό δωμάτιο φωτίστηκε. Ένα μικρό κλουβί βρισκόταν στην άκρη του δωματίου και μέσα στο κλουβί βρισκόταν ένα μικροσκοπικό ανθρωπάκι που έβγαζε χρυσό φως.
     - Εγώ είμαι εδώ, είπε το ανθρωπάκι με την ψιλή φωνούλα του.
     Η Σοφούλα πλησίασε στο κλουβί. Το ανθρωπάκι είχε μακριές, χρυσές πλεξούδες. Πρέπει να ήταν νεράιδα.
     - Ήρθα να σε ελευθερώσω, είπε η Σοφούλα, αλλά από ό,τι βλέπω αυτό θα είναι πολύ δύσκολο. Θα πρέπει να ξεκλειδώσω το κλουβί σου, και δεν ξέρω πού βρίσκεται το κλειδί.
     - Εκεί ψηλά βρίσκεται, είπε η μικροσκοπική νεράιδα και έδειξε ένα κλειδάκι που κρεμόταν σε ένα καρφί, ψηλά, δίπλα από ένα μεγάλο ράφι με καζάνια διαφόρων μεγεθών.
     Η Σοφούλα έτρεξε, τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών και έφτασε το κλειδάκι. Ύστερα, ξεκλείδωσε την πόρτα του κλουβιού και ελευθέρωσε τη νεράιδα.
     - Αχ, σε ευχαριστώ τόσο πολύ! είπε η νεράιδα. Πώς θα μπορούσα να σου το ξεπληρώσω;
     Η Σοφούλα δεν μπορούσε να φανταστεί πώς η νεράιδα θα μπορούσε να κάνει κάτι χωρίς το ραβδάκι της. 
     - Ξέρεις, της είπε η νεράιδα, δεν είμαι νεράιδα, είμαι ηλιαχτίδα.
     Η Σοφούλα δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα συνομιλούσε με μία ηλιαχτίδα. 
     - Η μάγισσα με έκλεψε μια μέρα από τον πατέρα μου, στήνοντάς μου μια παγίδα, και με φυλάκισε σε αυτό το κλουβί, συνέχισε η ηλιαχτίδα. Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι δε θα κατάφερνα να ξαναδώ τον πατέρα μου και τις αδερφές μου, αλλά εσύ με έσωσες. Η ευγνωμοσύνη μου θα είναι αιώνια.
     Η Σοφούλα κλείδωσε το δωματιάκι όπως είχε δει να κάνει η μάγισσα, και μαζί με την ηλιαχτίδα, βγήκαν έξω από το σπιτάκι της μάγισσας. Σχεδόν αμέσως, το μέρος πλημμύρισε από φως. Πολλές ψιλές φωνούλες άρχισαν να ακούγονται. Ήταν οι αδερφές της ηλιαχτίδας, που έκαναν μεγάλη χαρά που την ξαναβρήκαν και έστησαν χορό τριγύρω της. Η ηλιαχτίδα είπε στις αδερφές της τι είχε κάνει η Σοφούλα για εκείνη. Όλες συμφώνησαν ότι της άξιζε το καλύτερο δώρο.
     - Βρήκα τι θα κάνω για σένα, είπε ύστερα από λίγο η ηλιαχτίδα. Ξέρω ότι εσείς οι άνθρωποι εκτιμάτε πολύ τα χρήματα. Εγώ δεν έχω χρήματα, αλλά έχω κάτι καλύτερο να σου δώσω.
     Και με τα λόγια αυτά, έβγαλε μία από τις χρυσές τρίχες των μαλλιών της και την έδωσε στη Σοφούλα. Η Σοφούλα κοίταξε την χρυσή τρίχα με απορία.
     - Ξέρεις να ράβεις; ρώτησε η ηλιαχτίδα.
     Η Σοφούλα ήξερε.
     - Με αυτήν την κλωστή, λοιπόν, είπε η ηλιαχτίδα, θα ράβεις τα καλύτερα ρούχα. Είναι γερή και δεν σπάει. Όλος ο κόσμος θα μάθει για εσένα και θα έρχονται από παντού για να τους φτιάξεις τα ρούχα τους. Έτσι θα κερδίζεις πολλά χρήματα, για να μπορείς να ζεις άνετα, και δε θα ξαναχρειαστεί να δουλέψεις για τη μάγισσα.
     Η Σοφούλα ήθελε πολύ να σταματήσει να δουλεύει για τη μάγισσα, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πώς θα έφτανε μία τόση δα τριχούλα για να μπορεί να ράβει τόσα ρούχα.
     - Α, είναι πολύ ελαστική, είπε η ηλιαχτίδα, θα δεις. Εξάλλου, όταν σου τελειώνει, θα στέλνει ο πατέρας μου μία από εμάς, για να σε προμηθεύει με νέα χρυσή κλωστή. Έτσι δεν θα ξεμείνεις ποτέ.
     Η Σοφούλα ευχαρίστησε την ηλιαχτίδα για το δώρο της και όλες οι ηλιαχτίδες σκορπίστηκαν στο δάσος. Ύστερα, η Σοφούλα έκρυψε την χρυσή τρίχα της ηλιαχτίδας κάτω από μία πέτρα λίγο πιο πέρα από το σπιτάκι της μάγισσας, και γύρισε στη δουλειά της, για να μην καταλάβει τίποτα η μάγισσα. Ευτυχώς, όλα πήγαν καλά και όταν γύρισε στο σπίτι της αργότερα, είχε στα χέρια της και το χρυσό νόμισμα, και την χρυσή τρίχα. Δεν θα ξαναπήγαινε να δουλέψει για τη μάγισσα, το είχε αποφασίσει.
     Η θεία της είχε συνηθίσει πλέον να έχει φαγητό και αναμμένο τζάκι κάθε μέρα, και όταν άκουσε ότι αυτό ήταν το τελευταίο χρυσό νόμισμα που της έφερνε η Σοφούλα, πολύ της κακοφάνηκε. Της ζήτησε να μην σταματήσει τη δουλειά της, αλλά εκείνη ήταν ανένδοτη. Τότε η θεία, χωρίς να το πολυσκεφτεί, είπε στη Σοφούλα ότι δεν θα μπορούσε να μένει άλλο εκεί.
     Και ενώ η Σοφούλα ήταν έτοιμη να πει στη θεία της για την ηλιαχτίδα και την χρυσή τρίχα, μια που η θεία ήταν μοδίστρα και πολύ θα τη βοηθούσε η χρυσή τρίχα στη δουλειά της, ύστερα από τη συμπεριφορά της, αποφάσισε να κρατήσει το μυστικό για τον εαυτό της. Μάζεψε, λοιπόν, τα λιγοστά υπάρχοντά της, πήρε και το τελευταίο χρυσό νόμισμα που είχε κερδίσει, και έφυγε. 
     Αποφάσισε να πάει στην πόλη, όπου θα ήταν δύσκολο για τη μάγισσα να την βρει, αν ανακάλυπτε τι είχε κάνει. Όμως η ζωή στην πόλη ήταν πολύ δύσκολη, ειδικά για ένα φτωχό κοριτσάκι που δεν είχε ούτε σπίτι για να μείνει. Το μοναδικό της χρυσό νόμισμα ξοδεύτηκε και η Σοφούλα άρχισε να απελπίζεται. Το μόνο περιουσιακό της στοιχείο ήταν πλέον η χρυσή τρίχα της ηλιαχτίδας.
     Μια μέρα, εκεί που γύριζε στους δρόμους ψάχνοντας για δουλειά και σπίτι, μία χρυσοστολισμένη άμαξα πέρασε από δίπλα της με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Τα άλογα που την έσερναν είχαν αφηνιάσει και ο αμαξάς δεν μπορούσε να τα συγκρατήσει. Η μία ρόδα της άμαξας έσπασε, η πόρτα άνοιξε και από μέσα πετάχτηκε μία πολύ όμορφη και καλοντυμένη πριγκήπισσα. Ήταν η μελλοντική αρραβωνιαστικιά του πρίγκηπα, που πήγαινε πρώτη φορά να τον συναντήσει στο παλάτι.
     Ο κόσμος έτρεξε να βοηθήσει. Η άμαξα είχε σπάσει. Η πριγκήπισσα δεν είχε χτυπήσει, αλλά το όμορφο φόρεμά της είχε σκιστεί σε διάφορα μέρη.
     - Καταστράφηκα! είπε η πριγκήπισσα. Πώς θα εμφανιστώ στον πρίγκηπα έτσι;
     Η πριγκήπισσα ήταν από καλή γενιά και είχε όλες τις χάρες, μόνο που είχε και ένα ελάττωμα: ήταν πολύ αδέξια και κάθε τρεις και λίγο είτε έκανε κάποια ζημιά, είτε έσκιζε το φόρεμά της κατά λάθος. Αυτό, βέβαια, η οικογένειά της είχε καταφέρει να το κρύψει αρκετά καλά και σχεδόν κανείς δεν το ήξερε, τώρα, όμως, το μεγάλο ελάττωμά της θα αποκαλυπτόταν και ο πρίγκηπας σίγουρα θα την απέρριπτε. Πώς θα μπορούσε να σταθεί δίπλα του στον θρόνο, έτσι αδέξια που ήταν;
     - Πάει το φόρεμά μου! συνέχισε η πριγκήπισσα. Τι θα κάνω; Ο πρίγκηπας θα με περιμένει, δεν μπορώ να τον στήσω!
     Η Σοφούλα προσφέρθηκε να βοηθήσει. Χρειαζόταν μόνο μία βελόνα, είπε. Και μόλις βρέθηκε η βελόνα, έβγαλε από την τσέπη της ποδιάς της την χρυσή τρίχα και άρχισε να ράβει. Και τόσο θαυματουργή ήταν η χρυσή τρίχα, που έφτασε για να μανταριστεί όλο το φόρεμα. Και μόλις η Σοφούλα τελείωσε το ράψιμο, το φόρεμα ήταν ακόμα πιο όμορφο από πριν!
     Όλοι ενθουσιάστηκαν, μα περισσότερο απ'όλους η πριγκήπισσα.
     - Ευχαριστώ πολύ, είπε στη Σοφούλα. Πού έμαθες να ράβεις έτσι;
     Μια καταπληκτική ιδέα είχε γεννηθεί στο μυαλό της. Και πρότεινε στη Σοφούλα να γίνει η προσωπική της μοδίστρα. Θα είχε ένα όμορφο δωμάτιο δίπλα ακριβώς στο δωμάτιο της πριγκήπισσας και νόστιμο φαγητό κάθε μέρα. Η μόνη της ασχολία θα ήταν να ράβει τα φορέματα της πριγκήπισσας, όταν σκίζονταν. Η Σοφούλα δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Και η ζωή, ύστερα από τόσο καιρό, της χαμογέλασε πλατιά. 
     Και η πριγκήπισσα επισκέφτηκε τελικά τον πρίγκηπα στο παλάτι, και εκείνος ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που αποφάσισε να γίνουν οι γάμοι τους χωρίς καθυστέρηση.  Οι γάμοι κράτησαν μια ολόκληρη βδομάδα και η πριγκήπισσα φορούσε το πιο καταπληκτικό νυφικό που είχε φτιαχτεί ποτέ. Ήταν έργο της Σοφούλας, που στο γάμο στεκόταν λίγο πιο πέρα από τη νύφη, με τη βελόνα στο χέρι, έτοιμη να επέμβει, αν χρειαζόταν. Αλλά όλα πήγαν καλά και δεν υπήρξαν απρόοπτα.
     Και όταν η πριγκήπισσα έγινε βασίλισσα και μετακόμισε στο παλάτι, μαζί της μετακόμισε και η Σοφούλα. Είχε ένα όμορφο δωμάτιο με ένα ζεστό, μαλακό κρεβάτι, δίπλα στο βασιλικό μπουντουάρ, και νόστιμο φαγητό από τα χέρια του ίδιου του αρχιμάγειρα του παλατιού. Περνούσε τη μέρα της ράβοντας τα φορέματα της βασίλισσας, αλλά και τα ρούχα του βασιλιά, που ευτυχώς δεν ήταν τόσο ατζαμής. Και όταν της τελείωνε η κλωστή, όλο και κάποια ηλιαχτίδα θα βρισκόταν εκεί κοντά για να την προμηθεύσει με νέα χρυσή κλωστή και να την ευχαριστήσει με αυτόν τον τρόπο για την απελευθέρωση της αδερφής της.

Σάββατο 27 Αυγούστου 2022

Μόνιμη μεταμόρφωση

   

     Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια όμορφη λίμνη, ζούσε μια πάπια με τις δύο δίδυμες κόρες της. Τα παπάκια της ήταν τα πιο όμορφα παπάκια του κόσμου, όπως ήταν λογικό, και τα καλύτερα. Ήταν πολύ αγαπημένα και δεν αποχωρίζονταν ποτέ το ένα το άλλο. Όλη η λίμνη αντηχούσε από τα γέλια και τα τραγούδια τους και όταν έπαιζαν με τα άλλα παπάκια της λίμνης, πάντα γίνονταν αρχηγοί. Η πάπια καμάρωνε πολύ τα παπάκια της και όλες οι άλλες πάπιες της λίμνης τη ζήλευαν, στα κρυφά, βέβαια.
     Η χαρούμενη ζωή της λίμνης έκανε κάθε πάπια να ονειρεύεται τα καλύτερα για τα παπάκια της και τη γέμιζε αισιοδοξία, όλα όμως άλλαξαν απότομα για τη συγκεκριμένη μαμά πάπια, όταν οι δύο δίδυμες μπήκαν στην εφηβεία. Η πάπια δεν αναγνώριζε τα παπάκια της. Τώρα είχαν άποψη για τα πάντα, γκρίνιαζαν με το παραμικρό και αντιμιλούσαν σε κάθε τι που τους έλεγε. Το μόνο που τις ενδιέφερε ήταν τα λούσα, τα πάρτυ και τα αγόρια. Η πάπια έχασε τον ύπνο της. Ποτέ δεν είχε φανταστεί τέτοια εξέλιξη για τα κορίτσια της.
     Στην αρχή, βέβαια, θεώρησε ότι ήταν κάτι τυχαίο και παροδικό. Επιστράτευσε όλη τη μητρική της υπομονή και τους μιλούσε όσο πιο γλυκά μπορούσε. Αντί αυτό, όμως, να επαναφέρει τα κορίτσια της στην πρότερη εξαιρετική κατάσταση, όπως νόμιζε, αυτά συνέχισαν ακάθεκτα να γκρινιάζουν και να αντιμιλάνε.
     - Χρειάζομαι ένα νέο φόρεμα για το μεθαυριανό πάρτυ, έλεγε η μία από τις δίδυμες.
     - Κι εγώ χρειάζομαι νέο φόρεμα, έλεγε η άλλη, δεν μπορώ να φορέσω το ίδιο με αυτό που φορούσα στο προηγούμενο πάρτυ!
     - Μπορείτε να τα συνδυάσετε με διαφορετικά αξεσουάρ, πρότεινε η μαμά.
     - Αποκλείεται! έλεγαν και οι δυο με ένα στόμα. Χρειαζόμαστε καινούργια φορέματα, τέλος!
     - Καλά, παιδιά μου, να πάρετε, τους έλεγε μειλίχια η μαμά. Αλλά η ζωή δεν είναι μόνο πάρτυ, είναι και άλλα πράγματα...
     Αλλά ήταν προφανές ότι οι κόρες της δεν της έδιναν την παραμικρή σημασία. Το πάρτυ και τα φορέματα έδειχναν να τις απασχολούν πολύ περισσότερο. Η μαμά πάπια άρχισε να ανησυχεί πραγματικά. Ίσως θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη μέθοδο της μειλιχιότητας και να δοκιμάσει κάτι πιο επιθετικό...
     - Βλέπω ότι τώρα τελευταία δεν μελετάτε όσο θα έπρεπε, τους είπε μια μέρα.
     - Ώωωω, μα τι βαρετό που είναι το σχολείο, καλέ μαμά, είπε η μεγάλη, ποιος ο λόγος να μελετάμε συνέχεια;
     - Πώς θα πάρετε απολυτήριο, αν δεν μελετάτε;
     - Πφ! Απολυτήριο! είπε η μικρή. Και σιγά το πράγμα!... Άκουσα ότι στο μεθαυριανό πάρτυ θα έχουν και μια διάσημη τραγουδίστρια.
     - Σοβαρά; Ποια; ρώτησε η μεγάλη, γεμάτη ενδιαφέρον.
     - Πάλι για πάρτυ ετοιμάζεστε; ρώτησε η μαμά. Προχθές δεν πήγατε;
     - Δεν ξέρω, δεν έμαθα, απάντησε η μικρή στη μεγάλη, χωρίς να δώσει την παραμικρή σημασία στη μητέρα της. Αλλά, για να είναι διάσημη...
     - Βρε κορίτσια, σας μιλάω! 
     - Και που μιλάς, τι μ'αυτό; αντιμίλησε η μεγάλη. Όλο βλακείες μας λες!
     - Βλακείες;
     - Ναι! Εμείς μιλάμε για ΤΟ πάρτυ και εσύ σκέφτεσαι πότε ήταν το προηγούμενο;
     - Εγώ δεν σας είπα να μην πηγαίνετε σε πάρτυ, να πάτε, αλλά ανοίξτε και κανένα βιβλίο!
     - Τα βιβλία μου φέρνουν υπνηλία, είπε η μικρή.
     - Κι εμένα μου φέρνουν πονοκέφαλο, είπε η μεγάλη. Εξάλλου, έχουμε διαβάσει αρκετά. Τώρα θέλουμε μόνο να διασκεδάζουμε.
     - Η ζωή δεν είναι μόνο διασκέδαση.
     - Έτσι λες εσύ, που είσαι μεγάλη και βαρετή!
     - Μαζευτείτε, αλλιώς, θα με αναγκάσετε να πάρω μέτρα.
     - Τι μέτρα; Αν θέλεις να πάρεις μέτρα, να μας πάρεις μέτρα για νέα φορέματα. Πώς θα πάμε στο πάρτυ μεθαύριο;
     - Ωραία, λοιπόν, αφού δεν καταλαβαίνετε αλλιώς, αν δεν διαβάσετε τα μαθήματά σας, δεν θα πάτε στο πάρτυ!
     - Τιιιι;
     - Αυτό που ακούσατε! Λοιπόν, στρωθείτε στο διάβασμα, αλλιώς θα περάσετε το βράδυ κλεισμένες στο σπίτι, μαζί με τη μεγάλη, βαρετή μητέρα σας!
     Και επειδή οι δίδυμες επέμειναν πεισματικά στην άρνησή τους να διαβάσουν, η μαμά πάπια τους απαγόρευσε να πάνε στο πάρτυ και έτσι λύθηκε το πρόβλημα. Ή, μάλλον, έτσι πίστεψε η μαμά πάπια πως λύθηκε το πρόβλημα. Και θα συνέχιζε να το πιστεύει, δηλαδή, αν τα πολύ αλμυρά χορταράκια που είχε φάει τη μέρα του πάρτυ δεν την έκαναν να σηκωθεί αργά το βράδυ για νερό. Και τι είδε η δόλια η μάνα καθώς πήγαινε να πιει νερό; Είδε τις δίδυμες που έμπαιναν στο σπίτι κρυφά από το παράθυρο, στολισμένες και φτιασιδωμένες, προσπαθώντας να μην κάνουν φασαρία. Το αίμα στο κεφάλι της ανέβηκε της μαμάς πάπιας, αλλά κρατήθηκε και δεν τις ξεμπρόστιασε, σκεφτόμενη ότι ήταν προτιμότερο να κάνει την πάπια, όχι πως δεν ήταν.
     Την επόμενη φορά, όμως, που τις άκουσε πάλι να μιλάνε για λούσα και για πάρτυ, δεν μπόρεσε να κρατηθεί.
     - Μην κάνετε όρεξη, τους είπε, και δε θα πάτε στο πάρτυ. Και όχι σαν την άλλη φορά, που το σκάσατε από το παράθυρο...
     - Μα τι λες, καλέ μαμά; είπε η μεγάλη. Εμείς, να το σκάσουμε; Αφού μας είχες βάλει τιμωρία, δε μας είχες βάλει;
     - Άσ'τα αυτά, και δε με κοροϊδεύετε εμένα, σας είδα που μπαίνατε στο σπίτι από το παράθυρο!
     - Εμείς; Θα σου φάνηκε, είπε η μικρή.
     - Έτσι λες; Ε, λοιπόν, αυτή τη φορά δε θα κάνω το ίδιο λάθος. Σας απαγορεύω να πάτε στο πάρτυ, αν προηγουμένως δε διαβάσετε τα μαθήματά σας, και θα φροντίσω να μην πάτε!
     Και το βράδυ του πάρτυ, η μαμά πάπια το πέρασε στο δωμάτιο των κοριτσιών, τα οποία είχαν κατεβάσει κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα, αφού δεν κατάφεραν να το σκάσουν και να πάνε στο πάρτυ!
     Την επόμενη μέρα, η μαμά πάπια δεν μπορούσε να κλείσει το στόμα της από τα χασμουρητά, και οι δίδυμες μουρμούριζαν περισσότερο από ό,τι συνήθως. Η μαμά πάπια σκέφτηκε ότι χρειαζόταν μια πιο μόνιμη λύση, αλλά πού θα την έβρισκε;
     Οι χαρές, όταν μοιράζονται, πολλαπλασιάζονται, οι λύπες και οι ανησυχίες γίνονται πιο υποφερτές. Γι'αυτό η μαμά πάπια μοιράστηκε τις ανησυχίες της με τη γειτόνισσά της τη χήνα, που είχε κι εκείνη παιδιά στην ηλικία των δικών της. Η χήνα την άκουσε προσεκτικά και ύστερα της εκμυστηρεύτηκε ότι και η ίδια αντιμετώπιζε ανάλογα προβλήματα με τους κανακάρηδές της, αλλά ότι είχε βρει οριστική λύση στο πρόβλημά της. Χωρίς να μασήσει τα λόγια της, η χήνα είπε στη μαμά πάπια ότι οι γιοι της είχαν αποθρασυνθεί τόσο, που είχε αναγκαστεί να ζητήσει βοήθεια από μια μάγισσα. Η μαμά πάπια ανατρίχιαζε και μόνο στην ιδέα, αλλά η διαβεβαίωση της χήνας για την αποτελεσματικότητα της μάγισσας την έκανε να αλλάξει γνώμη.
     Έτσι, την επόμενη μέρα η μαμά πάπια πήρε τον μακρύ δρόμο για το σπίτι της μάγισσας, η οποία έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι στην άλλη άκρη της λίμνης. Η μάγισσα άκουσε το πρόβλημά της προσεκτικά και της είπε ότι είχε τον τρόπο να κάνει τις κόρες της να κόψουν μαχαίρι τα ξεπορτίσματα, θα έπρεπε όμως να ξέρει ότι επρόκειτο για μόνιμη λύση και τα μάγια δε θα μπορούσαν να αναστραφούν, αν άλλαζε γνώμη. Η μαμά πάπια είπε ότι ήταν σίγουρη και δε θα άλλαζε γνώμη, και η μάγισσα της έδωσε ένα μικρό μπουκαλάκι, που περιείχε ένα χρυσαφί υγρό.
     - Τρεις σταγόνες από αυτό το υγρό είναι αρκετές να τις κάνουν να μην ξαναξεπορτίσουν, είπε η μάγισσα. Τρεις σταγόνες για την κάθε μία, εννοώ.
     Η μαμά πάπια ευχαρίστησε τη μάγισσα και γύρισε στο σπίτι της. Από εκείνη τη μέρα, κάθε φορά που οι κόρες της ήθελαν να βγουν, έμπαινε στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει το μαγικό φίλτρο, αλλά ύστερα θυμόταν τα λόγια της μάγισσας και φοβόταν λίγο, οπότε, τελικά, επέλεγε να ξενυχτήσει στο δωμάτιό τους, για να μην το σκάσουν.
     Αλλά αυτά τα πάρτυ, τελειωμό δεν είχαν! Κάθε τρεις και λίγο, η μαμά πάπια αναγκαζόταν να ξενυχτάει, και την επόμενη μέρα κοιμόταν όρθια. Μέχρι που ένα βράδυ, το τρίτο στη σειρά που η μαμά πάπια χρειάστηκε να κάνει τον νυχτοφύλακα, τα βλέφαρά της βάρυναν, το κεφάλι της άρχισε να γέρνει, και προτού βραδιάσει για τα καλά, εκείνη ροχάλιζε του καλού καιρού, ενώ οι κόρες της το έσκαγαν, και μάλιστα από την πόρτα!
     Την επόμενη μέρα που η μαμά ξύπνησε και συνειδητοποίησε ότι οι κόρες της το είχαν σκάσει και πάλι, φούντωσε τόσο πολύ, που αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το φίλτρο χωρίς καθυστέρηση. Την είχαν εγκαταλείψει πλέον όλοι της οι ενδοιασμοί. Οι κόρες της έπρεπε να κόψουν τα ξεπορτίσματα μια και καλή. Και αυτή ήταν η οριστική της απόφαση.
     - Σας έφτιαξα λίγο χυμό από φραγκοστάφυλα, να πάρετε βιταμίνες, τους είπε.
     - Δε θέλω, είπε η μεγάλη.
     - Ούτε εγώ θέλω, είπε η μικρή.
     - Όπως θέλετε, είπε η μαμά πάπια, εγώ σκέφτηκα να σας τον φτιάξω, επειδή τώρα τελευταία το φτέρωμά σας έχει θαμπώσει...
     - Καλά, δώσ'τον μου, είπε η μεγάλη.
     - Κι εγώ τον θέλω, είπε η μικρή.
     Και οι δύο νεαρές πάπιες ήπιαν το χυμό τους μονορούφι. Η μαμά πάπια περίμενε να δει κάποια αλλαγή επάνω τους, αλλά καμία αλλαγή δεν έγινε. Οι κόρες της ξανάρχισαν τις συνηθισμένες τους κουβέντες. Κι άλλο πάρτυ θα γινόταν σε τρεις μέρες, σιγά το νέο...
     Όμως αυτή τη φορά η μαμά πάπια είχε πάρει τα μέτρα της. Κι αν η γειτόνισσά της η χήνα είχε λύσει το δικό της πρόβλημα με τους γιους της, δεν είχε κανένα λόγο να αμφιβάλλει ότι πολύ σύντομα θα μπορούσε κι εκείνη να κοιμάται ήσυχη, παρ'όλο που δεν είχε δει ακόμα καμία αλλαγή στις κόρες της.
     - Διαβάσατε τα μαθήματά σας; τις ρώτησε τη μέρα του πάρτυ.
     - Όχι, φυσικά! απάντησαν και οι δύο με ένα στόμα.
     - Ε, τότε, μην περιμένετε να πάτε στο πάρτυ, τους είπε αυστηρά.
     - Έλα, καλέ μαμά! Όλος ο καλός ο κόσμος θα είναι σε αυτό το πάρτυ!
     - Αδιαφορώ! Αν θέλετε να πάτε, στρωθείτε να διαβάσετε!
     - Αποκλείεται!
     - Τότε κι εγώ αποκλείεται να σας αφήσω να πάτε!
     Και η μαμά πάπια τις άφησε να βράζουν στο ζουμί τους, νιώθοντας μια κρυφή ικανοποίηση που εκείνη ήξερε πως δεν θα το ξαναέσκαγαν ποτέ...
     Αυτό, βέβαια, ήταν κάτι που μόνο εκείνη το ήξερε. Οι κόρες της παραξενεύτηκαν λίγο, όταν είδαν ότι δεν κατσικώθηκε στο δωμάτιό τους, όπως τόσες και τόσες φορές, αλλά δεν ασχολήθηκαν περισσότερο με το θέμα. Σιγά-σιγά και αθόρυβα, ντύθηκαν, στολίστηκαν, και άνοιξαν με προσοχή το παράθυρο. Ύστερα, μία-μία, πήδηξαν έξω.
     Η μαμά πάπια εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε πολύ βαθιά, έχοντας εμπιστοσύνη στο φίλτρο της μάγισσας. Και όταν ξημέρωσε το επόμενο πρωί, ξύπνησε χαρούμενη και αναζωογονημένη. Αλλά η έκπληξή της ήταν πολύ μεγάλη, όταν πήγε στο δωμάτιο των κοριτσιών και δεν τις βρήκε μέσα! Το παράθυρο ήταν ανοιχτό. Η μαμά πάπια εκνευρίστηκε πολύ. Πάλι το είχαν σκάσει τα παλιοκόριτσα! Αλλά, ακόμα και έτσι, δε θα έπρεπε να έχουν γυρίσει μέχρι τώρα; Πού γυρνούσαν, άραγε; Μήπως τους είχε συμβεί κάτι;
     Άρχισε να φωνάζει τα ονόματά τους και να τις ψάχνει. Και αφού δεν τις βρήκε στο σπίτι, άρχισε να τις ψάχνει και έξω, χωρίς επιτυχία. Μόνο καθώς γύριζε στο σπίτι της είδε πως στον κήπο, έξω ακριβώς από το παράθυρο των δύο κοριτσιών, είχε φυτρώσει ένα παράξενο φυτό. Και πλησιάζοντας για να δει καλύτερα τα λουλούδια του παράξενου φυτού, ανακάλυψε τις δύο κόρες της, χτενισμένες και ντυμένες για το πάρτυ. Είχαν παγιδευτεί στο φυτό και είχαν μεταμορφωθεί σε λουλούδια.
     Η μαμά πάπια δεν πίστευε στα μάτια της. Αυτή ήταν, λοιπόν, η μόνιμη λύση που χρειαζόταν; Να χάσει τα κορίτσια της για πάντα; Τι είχε κάνει; Γιατί να εμπιστευτεί τη χήνα και γιατί να εμπιστευτεί και τη μάγισσα; Οι τύψεις την κατέκλυσαν. Τρέχοντας πήγε στο σπίτι της μάγισσας.
     - Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, σε είχα προειδοποιήσει, της είπε η μάγισσα. Τα μάγια δεν αντιστρέφονται.
     Και η μαμά πάπια γύρισε άπραγη στο σπίτι της. Και από τότε δεν ξανανησύχησε για τα ξεπορτίσματα των κοριτσιών της, ούτε για την πρόοδό τους στα μαθήματα, αλλά όλη τη μέρα της σχεδόν την περνούσε στον κήπο, έξω από το παράθυρο του δωματίου τους, να ποτίζει και να φροντίζει το παράξενο φυτό με τα δυο τόσο όμορφα λουλούδια του...   

Τρίτη 2 Αυγούστου 2022

Αναζητώντας θέση





     "- Αυτή η ζέστη είναι ανυπόφορη, είπε η Λολίτα, καθώς ανέμιζε νευρικά τη βεντάλια της.
     - Τι άλλο θα μπορούσες να περιμένεις μέσα στο κατακαλόκαιρο, παιδί μου; είπε η Δόνια Φρανσίσκα, και ήπιε μια γουλιά λεμονάδα.
     - Το σιχαίνομαι το καλοκαίρι! είπε η Λολίτα και την αγριοκοίταξε, λες και έφταιγε εκείνη για τη ζέστη. Δεν μπορώ να πάω ούτε μια βόλτα μέχρι την πόλη, να αγοράσω κλωστές για τα κεντήματά μου! Δεν μπορώ να κάνω ένα χτένισμα της προκοπής! Για να μην πω ότι ο ιδρώτας κάνει την πούδρα στο πρόσωπό μου να μοιάζει με λάσπη!
     - Θα περάσει και το καλοκαίρι, κάνε λίγη υπομονή, είπε σοφά η Δόνια Φρανσίσκα και ήπιε άλλη μια γουλιά λεμονάδα. 
     - Κοίτα το πρόσωπό μου, συνέχισε η Λολίτα στον ίδιο τόνο και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη με την χρυσή κορνίζα που βρισκόταν στον απέναντι τοίχο. Κοίτα μαύρους κύκλους! Πώς θα παρουσιαστώ απόψε στη γιορτή του Δον Ραμόν;
     - Δεν κοιμάσαι καλά τώρα τελευταία, είπε η  Δόνια Φρανσίσκα.
     - Πού να μου κολλήσει ύπνος με αυτήν τη ζέστη;
     - Η ζέστη φταίει;
     - Αμ' τι άλλο;
     - Ξεχνάς, φαίνεται, ότι εγώ σε έχω γεννήσει, σενιορίτα!
     - Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς, καλέ μαμά...
     - Α, ώστε δεν καταλαβαίνεις; Νομίζεις, δηλαδή, πως μπορείς να μου κρυφτείς; Ή θαρρείς πως δε σε είδα προχθές το βράδυ, που είχες ανοίξει το παράθυρό σου και καθόσουν και κοιτούσες τον ουρανό, λες και ήσουν νυχτοπούλι;
     - Ε, και τι το κακό έχει αυτό;
     - Τίποτα, αλλά έτσι κοιτούσα κι εγώ τα αστέρια, όταν είχα ερωτευτεί τον Ραφαέλ Φερνάντες, το γιο του Δον Χοσέ...
     - Ποιον Ραφαέλ; Αφού τον μπαμπά τον λένε Κάρλος.
     - Φυσικά και τον λένε Κάρλος, αφού αυτόν παντρεύτηκα! Βλέπεις, άλλες εποχές τότε, πού να τολμήσει μία κοπέλα να φέρει αντίρρηση στην οικογένειά της! Τον πατέρα σου μου έφεραν για γαμπρό, τον πατέρα σου παντρεύτηκα.
     - Και ο Ραφαέλ τι απέγινε;
     - Παντρεύτηκε μια άλλη. Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δε μου είχε δώσει την παραμικρή σημασία. Ήταν, όμως, τόσο ωραίος... Αλλά, μην ξεφεύγουμε από το θέμα μας: για ποιον αναστέναζες προχθές;
     - Δεν αναστέναζα.
     - Ασ'τα αυτά, και ο έρωτας δεν κρύβεται! Εξάλλου, σε άκουσα, ή νομίζεις πως είμαι κουφή; Ποιος είναι;
     - Κανείς.
     - Ναι, καλά... Μη μου πεις ότι ερωτεύτηκες το Δον Ντιέγο!
     - Όχι, βέβαια, σιγά τον άντρα!
     - Ε, όχι και σιγά τον άντρα, πρώτης τάξεως είναι: γοητευτικός, με τρόπους, με κοινωνική θέση, και με περιουσία! Και, αν θέλεις να ξέρεις, τον είδα πώς σε κοίταζε την Κυριακή στη λειτουργία. Σε πληροφορώ πως δεν του είσαι καθόλου αδιάφορη!
     - Σκασίλα μου!
     - Δεν έχεις δίκιο. Οποιαδήποτε κοπέλα θα πέθαινε να είναι στη θέση σου!
     - Μμμμ...
     - Μην ξινίζεις τα μούτρα σου. Ο Δον Ντιέγο είναι πολύ καλή περίπτωση. Ένας γάμος μαζί του θα σε εξασφαλίσει. Ξεχνάς ότι τα οικονομικά μας δεν είναι πλέον ανθηρά; Τα ορυχεία του πατέρα σου κλείνουν, το ένα μετά το άλλο, η απόδοση των κτημάτων μας, μετά τις προπέρσινες ξηρασίες, έχει πέσει στο μισό, τα κοπάδια μας αποδεκατίστηκαν κι αυτά από την ξηρασία... Όπου να'ναι, μόνο οι τίτλοι ευγενείας θα μας απομείνουν.
     - Σου λέω, δε με ενδιαφέρει!
     - Α, πουλάκι μου, ώστε άλλος είναι αυτός που σου πήρε το μυαλό! Μήπως είναι ο γιος του στρατηγού Μαρτίνες; Ή μήπως ο Φερνάντο, ο μικρός γιος του Δον Πέδρο; Μα, αυτός θα γίνει κληρικός - το ξέχασες; - όλος ο κόσμος το ξέρει!
     - Ούτε ο γιος του στρατηγού είναι, ούτε ο Φερνάντο!
     - Τότε, ποιος;
     - Μην επιμένεις, δεν μπορώ να σου πω...
     - Γιατί δεν μπορείς να μου πεις; Ποιος είναι που δε θέλεις να πεις το όνομά του; Μήπως είναι κάποιος που δεν πρέπει; Κάποιος... παντρεμένος; Ω, συμφορά μου! Τι πράγματα είναι αυτά, παιδί μου; Δε θυμάσαι τι έπαθε η Χούλια, η μικρότερη αδερφή του πατέρα σου;
     - Δεν είναι παντρεμένος, ησύχασε.
     - Τότε;... Μη μου πεις: είναι κάποιος παράνομος; Ε; Αυτό είναι; Αυτό είναι! Είναι κάποιος παράνομος! Αχ, κακό που μας βρήκε! Ποιος είναι, Λολίτα; Πες μου, σε παρακαλώ!
     - Πω-πω, πώς κάνεις έτσι; Εντάξει, καλά, θα σου πω... Αλλά υποσχέσου μου ότι δεν θα κάνεις σαν υστερική.
     - Σου το υπόσχομαι, πες μου τώρα!
     - Ωραία, λοιπόν, αφού θέλεις να ξέρεις, είναι κάποιος γοητευτικός, γενναίος άντρας, άσος στο σπαθί και επιδέξιος καβαλάρης.
     - Μη μου μιλάς με γρίφους εμένα, ποιος είναι, πώς τον λένε;
     - Ακόμα δεν κατάλαβες; Ο Ζορό είναι!
     - Ποιος;
     - Ο Ζορό. Από εκείνο το βράδυ που τον είδα στην αυλή μας...
     - Πότε τον είδες στην αυλή μας;
     - Α, ναι, δε σου το είπα... Θυμάσαι εκείνη την κλοπή στο χρηματοκιβώτιο του μπαμπά;
     - Πώς δε θυμάμαι! Τα πιο ακριβά μου κοσμήματα έκαναν φτερά, μαζί με όλες τις εισπράξεις από την πώληση του χρυσωρυχείου στη Σάντα Κλαρίτα. 
     - Το προηγούμενο βράδυ είχα δει τον Ζορό στην αυλή μας.
     - Τι; Και δεν το είπες στον αστυνόμο, όταν σε ρώτησε αν άκουσες τίποτα περίεργο τη νύχτα;
     - Δε με ρώτησε αν είδα, με ρώτησε αν άκουσα.
     - Άσε τις εξυπνάδες σε εμένα! Λες να έχει σχέση με την κλοπή;
     - Εννοείται πως έχει! Όταν τον είδα, κρατούσε στα χέρια του τα κλοπιμαία.
     - Τι μου λες τώρα; Ω, Θεέ μου μεγαλοδύναμε, δώσε μου δύναμη! Είδες τον κλέφτη, δεν είπες τίποτα, και τον ερωτεύτηκες και από πάνω;
     - Μα, αν τον άκουγες κι εσύ, το πώς μου μίλησε, με εκείνη τη βαθιά φωνή του, πώς μου εξήγησε ότι τα χρήματα του μπαμπά θα τα έδινε για να στηρίξει τους φτωχούς καλλιεργητές στη Σάντα Μόνικα, που πεινάνε...
     - Μωρέ, τι μας λες!
     - Σου λέω, μαμά, είναι ένας ευγενής, ένας φιλάνθρωπος, ένας γοητευτικός άντρας. Ποιος να συγκριθεί μαζί του;
     - Το ακούσαμε κι αυτό! Ο άνθρωπος είναι ληστής, ληστής! Σύνελθε, παιδί μου! Μάγια σου έκανε;
     - Μαμά, ό,τι και να λες, εγώ το αποφάσισα: αν δεν παντρευτώ τον Ζορό, θα κλειστώ σε μοναστήρι!
     - Ποιο μοναστήρι;
     - Όποιο να'ναι, δε με νοιάζει...
     - Έλα, τώρα, που θα μπεις σε μοναστήρι, νέα κοπέλα, σαν τα κρύα τα νερά... Ένας ενθουσιασμός είναι, θα δεις που θα σου περάσει...
     - Δε θα μου περάσει! Τον αγαπάω, σου λέω!
     - Εντάξει, τον αγαπάς, αλλά δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου! Να δεις που απόψε, στη γιορτή του Δον Ραμόν, θα γνωρίσεις κάποιον ακόμα καλύτερο.
     - Αποκλείεται!
     - Μην το λες. Άκουσα ότι θα είναι και η αδερφή του Δον Ραμόν με το μοναχογιό της... Σου έχω μιλήσει καθόλου γι'αυτόν; Νέος, όμορφος, μορφωμένος, και πλούσιος! Η μισή Σάντα Μπάρμπαρα είναι δικιά του. Έχει ορυχεία, μετοχές σε πέντε τράπεζες και σε δύο σιδηροδρομικές γραμμές, έχει ένα ποταμόπλοιο ολόδικό του, και η οικογένειά του ελέγχει το εμπόριο αλατιού σε ολόκληρη την Καλιφόρνια.
     - Αδιαφορώ!
     - Να μην αδιαφορείς καθόλου. Σαν τα όρνια θα πέσουν επάνω του όλες οι κοπέλες, θα το δεις.
     - Χάρισμά τους!
     - Δε σε καταλαβαίνω... Και, σε τελευταία ανάλυση, αφού δεν ψάχνεις για γαμπρό, γιατί να πας στη γιορτή;
     - Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Στη γιορτή θα πάω για να διασκεδάσω.
     - Α, ναι; Για κοίταξέ με στα μάτια... Δεν το πιστεύω! Μη μου πεις ότι θα έρθει και ο Ζορό; Μίλα, καλέ! Έχεις ραντεβού με τον Ζορό στη γιορτή του Δον Ραμόν; Πού να το μάθει ο πατέρας σου, κόλπος θα του έρθει! Ή, μάλλον, πού να το μάθει ο αστυνόμος...
     - Να μου κάνεις τη χάρη και να μην κάνεις τίποτα, μ'ακούς;
     - Μωρέ, τι μας λες, που θα αφήσουμε έναν ληστή να κυκλοφορεί ανενόχλητος, να ξελογιάζει τα κορίτσια του κόσμου, και να πηγαίνει και σε χοροεσπερίδες!
     - Αν τον καταδώσεις, δε θα σου ξαναμιλήσω!
     - Για το καλό σου θα το κάνω.
     - Για το δικό μου καλό, ή για το δικό σου;
     - Τι γλώσσα είναι αυτή, δε σέβεσαι καθόλου; Ε, λοιπόν, ας μη μου ξαναμιλήσεις, αν είναι να μιλάς με αυτόν τον τρόπο στη μάνα που σε γέννησε, που θυσίασε τη ζωή της για χάρη σου, που τα δάχτυλά της έβγαλαν ρόζους να σου κεντάει την προίκα, για να θέλεις τώρα να τα πετάξεις όλα για έναν παράνομο, για έναν εγκληματία!...
     Η Δόνια Φρανσίσκα κοντοστάθηκε και αφουγκράστηκε.
     - Τι έπαθες; ρώτησε η Λολίτα.
     - Άκουσες κάτι;
     - Όχι.
     - Ξαφνικά, έχω μια έντονη αίσθηση ότι μας παρακολουθούν...
     Η Λολίτα έτρεξε στο παράθυρο.
     - Κανείς, είπε με απογοήτευση.
     - Κοίτα κατάντια! Στα σοβαρά περίμενες να είναι ο Ζορό; Νομίζεις ότι θα τολμούσε να κυκλοφορήσει με το φως της ημέρας;
     Η Δόνια Φρανσίσκα ξαναστάθηκε.
     - Να το πάλι! είπε.
     - Ποιο;
     - Σίγουρα δεν είναι κανένας εκεί έξω;
     Η Λολίτα ανατρίχιασε.
     - Έχεις δίκιο, μαμά, είπε, τώρα το νιώθω κι εγώ!
     Οι δυο γυναίκες κόλλησαν τα πρόσωπά τους στο παράθυρο. Το ανήσυχο βλέμμα τους σάρωνε όλο το χώρο..."
     Η Πίπη σηκώνει τα δάχτυλά της από το πληκτρολόγιο και απομακρύνεται λίγο από την οθόνη του υπολογιστή, κρατώντας την ανάσα της, καθώς η Δόνια Φρανσίσκα και η Λολίτα κοιτούν προς το μέρος της, προσπαθώντας να διακρίνουν τι είναι αυτό που τις έχει αναστατώσει. Μέχρι στιγμής, το εγχείρημα έχει πάει αρκετά καλά. Όλες οι λέξεις χώρεσαν μια χαρά στον κόσμο της ερωτοχτυπημένης Λολίτας και της μαμάς της. Άσ'τες τώρα να τσακώνονται για τον Ζορό. Άσε τη Λολίτα να αγνοεί ότι ο Δον Ντιέγο, που τόσο πολύ τον σνομπάρει, τις νύχτες φοράει μάσκα και μεταμορφώνεται σε Ζορό. Άσε τη Δόνια Φρανσίσκα να μηχανεύεται τρόπους για να ξεριζώσει τον περιβόητο μασκοφόρο από το νου της κόρης της... 
     Όμως, η Πίπη νιώθει σαν κάτι να λείπει, ναι, κάτι ακόμα έπρεπε να κάνει, κάτι δεν έχει γίνει όπως έπρεπε... Και αφού πάρει μια βαθιά ανάσα - μια που οι δυο γυναίκες σταμάτησαν να κοιτούν προς το μέρος της και τώρα αρχίζουν να κατευθύνονται με προφύλαξη προς το κελάρι, κρατώντας από ένα ασημένιο κηροπήγιο στο χέρι -, η Πίπη συνειδητοποιεί τι είναι αυτό που λείπει. Ναι, καταπληκτική η ιδέα της, και μια χαρά χώρεσαν οι λέξεις στον κόσμο των δύο γυναικών, αλλά τη λέξη χαλβάς, τι την ήθελε; Πώς θα τη χωρέσει τώρα στο Μεξικανικό Λος Άντζελες των αρχών του 19ου αιώνα; Σε ποια θέση θα μπορούσε να τη βάλει;

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2022

Το χρονικό ενός (μη) θαύματος

 



     Καιρό έχουμε να επισκεφτούμε τις χώρες των βεραντών που συνορεύουν με τη Χώρα του διαμερίσματος της Πίπης, και η αλήθεια είναι πως οι κάτοικοί τους είναι μάλλον ήσυχοι και μονοιασμένοι, οπότε δεν συμβαίνουν δράματα, σε γενικές γραμμές. Ο καιρός κυλάει με τις εναλλαγές του, πότε κρύο, πότε ζέστη, πότε αέρας, πότε βροχή, πότε χιόνι (αυτό το τελευταίο πιο σπάνια) και τα φυτά έχουν γνωριστεί αρκετά καλά μεταξύ τους, ώστε να μην παρεξηγούνται εύκολα το ένα με τα σχόλια του άλλου.
     Νέοι κάτοικοι πάντα θα υπάρχουν, όπως μία λουίζα στη Χώρα της πίσω βεράντας, που η Πίπη την προσκάλεσε με κρυφό σκοπό να πάρει τη θέση της προηγούμενης λουίζας, που κατέληξε γκλίτσα, όπως όλοι θυμόμαστε. Η νέα λουίζα ήρθε, πήρε τη θέση της, άρχισε να αναπτύσσεται, και η Πίπη έκρινε πως, επιτέλους, χωρίς αμφιβολία, αυτήν τη λουίζα θα κατάφερνε να την κάνει να γίνει δεντράκι, κλαδεύοντας τα χαμηλά κλαδάκια και αφήνοντας το κεντρικό ακλάδευτο.
     Βέβαια, εδώ η Πίπη μάλλον υπήρξε κομματάκι αφελής, αφού αγνόησε εντελώς κάποιες παραμέτρους και, κυρίως, πως η Χώρα της πίσω βεράντας, θερμή οπαδός των χίπηδων και της ελεύθερης μετακίνησης των λαών, δεν έχει επενδύσει το παραμικρό στη φύλαξη των συνόρων της και στην αστυνόμευση, με αποτέλεσμα να έχει γίνει κέντρο διερχομένων. Και εκεί που η λουίζα φάνηκε να συμπλέει με τα μεγαλόπνοα σχέδια της Πίπης και να ονειρεύεται μέχρι και φωλιές πουλιών στα κλαδιά της, κάποιος είχε άλλη γνώμη. Και μια μέρα η Πίπη βρήκε το κεντρικό κλαδάκι της λουίζας τσακισμένο, με τρόπο που δεν επιδεχόταν την παραμικρή θεραπεία. Δε θα σας πω ψέματα: πολύ αμφιβάλλω αν η λουίζα καταφέρει να αποφύγει την ταπεινή μοίρα του θάμνου.
     Αλλά και στη Χώρα της μπροστινής βεράντας υπήρξαν κανα-δυο νέοι κάτοικοι, όπως μία σάλβια και μία γαρυφαλλιά, που εγκλιματίστηκαν γρήγορα και έπιασαν το κουτσομπολιό μεταξύ τους, καθώς έγιναν γειτόνισσες. Με μόνη τη διαφορά ότι τον άνεμο τον έπιασε μια διεστραμμένη επιθυμία να παίζει σούμο με τη σάλβια, με αποτέλεσμα κάθε τρεις και λίγο η δόλια να ξαπλώνεται φαρδιά-πλατιά. Βαρέθηκε η Πίπη να τη βοηθάει συνέχεια να ξανασταθεί στα πόδια της. Τελικά, επιλέχθηκε η λύση της μετακόμισης, και τώρα η σάλβια τα λέει με το κυκλάμινο, μόνο πως εκείνο περνάει ένα μεγάλο μέρος του χρόνου του κοιμισμένο, και η σάλβια ψιλοπλήττει...
     Η μετακόμιση της σάλβιας σήμανε λίγη μοναξιά για τη γαρυφαλλιά, αλλά μόνο προσωρινά, αφού πολύ σύντομα τακιμιάσανε με το γιασεμί, που είναι σκέτος καραγκιόζης, και αρχίσανε τα ανέκδοτα. Και τόσο πετυχημένα ήταν τα ανέκδοτά τους, που τα γέλια τους μεταδόθηκαν και στους υπόλοιπους κατοίκους της χώρας. Η γαρυφαλλιά έγινε γρήγορα πολύ δημοφιλής, και όλοι άρχισαν να τη φωνάζουν χαϊδευτικά Λίτσα (εκ του γαρυφαλλίτσα, καταλαβαίνετε). Και ο καιρός περνούσε όμορφα και διασκεδαστικά.
     Δυστυχώς, όμως, και η Χώρα της μπροστινής βεράντας έχει ανάλογες απόψεις με αυτές της Χώρας της πίσω βεράντας στο θέμα της φύλαξης των συνόρων, και αυτό έμελλε να έχει τις συνέπειές του. Ένα βράδυ που έμοιαζε με όλα τα άλλα, αλλά καθόλου δεν ήταν, μία νυχτοπεταλούδα έφτασε στη χώρα και, εντελώς τυχαία, κάθησε επάνω στη γαρυφαλλιά. Αλλά με το που ακούμπησε τη γαρυφαλλιά, εκείνη - που, ως γνωστόν, γαργαλιόταν πολύ εύκολα - τινάχτηκε στον ύπνο της και παρ'την κάτω τη νυχτοπεταλούδα!
          Οι νυχτοπεταλούδες είναι, γενικά, ευγενικά πλάσματα, όμως η συγκεκριμένη νυχτοπεταλούδα ήταν μοναχοκόρη μιας κακιάς μάγισσας, και μάλιστα ήταν ιδιαίτερα κακομαθημένη. Και, παρ'όλο που η γαρυφαλλιά ξύπνησε από τις φωνές της νυχτοπεταλούδας και της ζήτησε ευγενικά συγγνώμη, η νυχτοπεταλούδα πέταξε κατευθείαν στη μάνα της και της τα είπε όλα, με το νι και με το σίγμα, προσθέτοντας και πολλά άλλα σύμφωνα. Κοινώς, τα παραφούσκωσε. Της κακιάς μάγισσας δεν της άρεσε να κακομεταχειρίζονται τη μοναχοκόρη της, οπότε, το ίδιο κιόλας βράδυ επισκέφτηκε τη γαρυφαλλιά και της έριξε μια βαριά κατάρα.
     "Ο λαιμός σου να ξεραθεί για πάντα και το νερό να περνάει από μέσα σου, όπως ο αέρας μέσα από ερειπωμένο κάστρο", είπε η μάγισσα. "Τα μάγια να μην σπάσουνε ποτέ, και να μείνεις πάντα ένα ξερόκλαδο", πρόσθεσε. Ύστερα, ακούστηκε ένα τσουφ! και η μάγισσα εξαφανίστηκε μέσα σε έναν κατάμαυρο καπνό, που δεν ξεχώριζε από τη μαυρίλα της νύχτας.
     Έτσι, την επόμενη μέρα που η Πίπη σερβίριζε νερό στα φυτά της Χώρας της μπροστινής βεράντας, σαν αεροσυνοδός σε αεροπλάνο, παρατήρησε ότι η γαρυφαλλιά είχε αρχίσει να ξεραίνεται. Όπως είναι λογικό, η Πίπη ανησύχησε και εκείνη τη μέρα έδωσε περισσότερο νερό στη γαρυφαλλιά, ελπίζοντας πως έτσι θα αναπλήρωνε τους ηλεκτρολύτες της και θα συνερχόταν. Αλλά πού να συνέλθει εκείνη! Ξεραινόταν όλο και περισσότερο, μέχρι που μια μέρα δεν έμεινε ούτε ίχνος πράσινου χρώματος επάνω της. 
     Η γαρυφαλλιά, κατά το κοινώς λεγόμενο, είχε τινάξει τα πέταλα. Και η Πίπη, αφού συνειδητοποίησε ότι η κατάσταση της γαρυφαλλιάς δεν επιδεχόταν πλέον καμία θεραπεία, σταμάτησε να της δίνει νερό. Και η ζωή στη Χώρα της μπροστινής βεράντας συνεχίστηκε, και τα φυτά αναπολούσαν τα ανέκδοτα της γαρυφαλλιάς, και τώρα το έβλεπαν ξεκάθαρα πως τα ανέκδοτα του γιασεμιού δεν ήταν τίποτα μπροστά στα ανέκδοτα της μακαρίτισσας.
     Πέρασαν πολλές μέρες και νύχτες, και η γαρυφαλλιά παρέμενε ξερή και κίτρινη, σαν το στάχυ. Η Πίπη το πήρε, λοιπόν, απόφαση, ότι η γαρυφαλλιά δε θα συνερχόταν ποτέ. Είχε έρθει η ώρα να την πετάξει. Ξέρω, ακούγεται σκληρό, αλλά ύστερα από πολλές τέτοιου είδους απώλειες, η Πίπη το έχει πάρει, πλέον, απόφαση ότι μάλλον δεν το πολυέχει με την κηπουρική και δεν το παίρνει και τόσο βαριά. Πλησίασε, λοιπόν, την γαρυφαλλιά και άρχισε να κλαδεύει τα ξερά κλαδιά της, για να μειώσει τον όγκο των σκουπιδιών.
     Αλλά, εκεί που κόντευε να τελειώσει με το κλάδεμα - και δεν έμενε σχεδόν τίποτα άλλο να κλαδέψει - το μάτι της έπιασε μία αμυδρή ιδέα πράσινου χρώματος! Και, κοιτάζοντας πιο προσεκτικά, η Πίπη είδε, έκπληκτη, πως η γαρυφαλλιά είχε αρχίσει να ζωντανεύει!
     - Μα πώς να έγινε, άραγε αυτό; αναρωτήθηκε η Πίπη. Αφού εγώ είχα σταματήσει τα ποτίσματα εδώ και τόσες εβδομάδες! Θαύμα!
     Αλλά, προτού το αναφωνήσουμε και εμείς, θα πρέπει να πούμε ότι εκείνο το μοιραίο βράδυ, στη Χώρα της μπροστινής βεράντας, την ώρα που η κακιά μάγισσα καταριόταν τη γαρυφαλλιά, εκεί παραδίπλα, και συγκεκριμένα επάνω στο βαθιά κοιμισμένο κυκλάμινο, βρισκόταν μια πονετική νεράιδα, που μόλις έφυγε η κακιά μάγισσα βάλθηκε να σπάσει την κατάρα. Τα μάγια ήταν πολύ ισχυρά και η πονετική νεράιδα πολύ νέα και άπειρη, αλλά ήταν επίσης και πολύ πεισματάρα. Και λίγο πριν από το ξημέρωμα, κατάλαβε ότι το μόνο που θα μπορούσε να κάνει ήταν να αλλάξει την κατάρα. Πήρε, λοιπόν, το νεραϊδοραβδάκι της, το κούνησε μπροστά στη γαρυφαλλιά και είπε: "Να ξεραθείς, αλλά να μην πεθάνεις, μόνο να κοιμηθείς βαθιά. Και να κοιμηθείς μέρες πολλές και νύχτες, μέχρι να σε ξυπνήσει ένα αληθινά ουράνιο δάκρυ".
     Και το ουράνιο δάκρυ είχε αργήσει να έρθει, αλλά λίγες μέρες προτού αποφασίσει η Πίπη να κλαδέψει τη γαρυφαλλιά, τον Ουρανό τον είχαν πιάσει πάλι οι κυκλοθυμίες του - του είχαν τελειώσει και τα αντικαταθλιπτικά - και είχε βαλθεί να κλαίει. Άπειρα ουράνια δάκρυα έπεφταν στη γη, και ένα από αυτά έπεσε επάνω στη μαγεμένη γαρυφαλλιά. Και τα μάγια λύθηκαν.
     Και τώρα η Πίπη ξανάρχισε να δίνει νερό στη γαρυφαλλιά και εκείνη έχει αρχίσει να παίρνει τα πάνω της. Μέχρι και τα ανέκδοτα ξανάρχισε. Και οι κάτοικοι της Χώρας της μπροστινής βεράντας είναι πολύ χαρούμενοι και δεν σταματούν τα χάχανα. Όλα γίνονται σιγά-σιγά όπως και πριν. Μόνο το χαϊδευτικό της γαρυφαλλιάς άλλαξε. Τώρα δεν τη φωνάζουν Λίτσα, αλλά Ρίτσα. Εκ του... Λαζαρίτσα, καταλαβαίνετε...


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Τρίτη 19 Ιουλίου 2022

Ζήτημα λογικής


     - Το τσάι σας, κύριε, είπε ο μπάτλερ και τοποθέτησε με προσοχή το δίσκο στο τραπεζάκι της βεράντας. 
     - Ευχαριστώ, Άρθουρ, είπε ο Σέρλοκ Χολμς, χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από το άρθρο που διάβαζε.
     Τα τζιτζίκια είχαν γίνει υπερβολικά εκκωφαντικά για τα αυτιά του. Πιο ήσυχο το είχε φανταστεί το ελληνικό καλοκαίρι
     - Θα σε παρακαλούσα να συντομεύεις, είπε καθώς γύριζε σελίδα στην εφημερίδα. Το άρωμα της κανέλλας είναι υπερβολικά έντονο για τους οσφρητικούς μου υποδοχείς.
     - Για το χαλβά μιλάς; ρώτησε ο Γουάτσον, αφού πρώτα κατάπιε μια κουταλιά. Μα είναι θαύμα, πρέπει να δοκιμάσεις!
     - Θα προτιμούσα να το αποφύγω, αν δε σε πειράζει. Και μόνο το κακόηχο όνομά του είναι αρκετό για να μου προκαλέσει βαθύτατη απέχθεια.
     - Όπως θέλεις, είπε ο Γουάτσον και έχωσε στο στόμα του μια μεγάλη κουταλιά. Αλήθεια, τι θα έλεγες το βράδυ να πηγαίναμε σε μία ταβέρνα, για λίγο τοπικό χρώμα; Θα έχει ενδιαφέρον, δεν βρίσκεις;
     - Υποθέτω.
     - Ο μαιτρ του ξενοδοχείου μου είπε για μία ταβέρνα που φημίζεται για τα κρεατικά της. Το μενού της περιλαμβάνει κάθε λογής ψητά: μπριζόλες, παϊδάκια, λουκάνικα, σφαιρίδια από κιμά σε διάφορα σχήματα, που δε συγκράτησα το όνομά τους, και ένα πράγμα με άντερα τυλιγμένα γύρω από εντόσθια, που το βάζουν σε σούβλα, να δεις πώς το λένε... τέλος πάντων, δεν έχει σημασία πώς το λένε, ο μαιτρ μου είπε πως είναι πεντανόστιμο. 
     - Φοβάμαι πως το μόνο έδεσμα εντοσθίων που μπορεί να χωνέψει το στομάχι μου είναι το χάγκις.
     - Καλό είναι το χάγκις, αλλά πού να το βρούμε εδώ;
     - Δυστυχώς, θα συμφωνήσω μαζί σου. Μόνο οι σκωτσέζοι γνωρίζουν να το φτιάχνουν σωστά. Αλλά, συντόμευε, σε παρακαλώ, με τον χαλβά! Η μυρωδιά της κανέλλας δε με αφήνει να απολαύσω το τσάι μου.
     - Έχεις δίκιο, συγγνώμη, είπε ο Γουάτσον και έχωσε στο στόμα του μια τελευταία, τεράστια κουταλιά.
     Ο Σέρλοκ άφησε λίγο την εφημερίδα που διάβαζε και ήπιε μία γουλιά τσάι.
     - Ευτυχώς που είχα την ιδέα να πάρω μαζί μου και τον Άρθουρ, είπε, αλλιώς αμφιβάλλω αν θα έπινα ένα τσάι της προκοπής.
     - Ακόμα δεν το πιστεύω ότι βρίσκομαι στην Ελλάδα, είπε ο Γουάτσον, και ήπιε κι εκείνος μια γουλιά από το δικό του τσάι. Από μικρός ονειρευόμουν να έρθω. Από τότε που ο κύριος Μάκιντος στο σχολείο μάς μίλησε για τις αρχαιότητες.
     - Το κακό είναι ότι, δυστυχώς, δεν έχουν αλλάξει και τόσο τα πράγματα από τον καιρό της αρχαιότητας. 
     - Τι εννοείς;
     - Μα να μην υπάρχει μία παμπ; Ένα γήπεδο γκολφ; Ένας αξιόλογος ιππόδρομος; Ένα γήπεδο μπάντμιντον; Για να μη μιλήσω για τη βασιλεία τους, φτηνή απομίμηση των γελοιοδέστερων οίκων!
     Ο Σέρλοκ έβαλε λίγο καπνό και άναψε την πίπα του. Ο καπνός της πίπας πάντα τον ηρεμούσε.
     - Έχεις δίκιο, εννοείται, είπε ο Γουάτσον, αλλά εγώ το βλέπω απλώς σαν έναν εξωτικό προορισμό. Εξάλλου, δε θα μείνουμε για πάντα. Σε δέκα μέρες τελειώνουν οι διακοπές μας.
     - Όπως και να'χει, μιλάμε για μία χώρα όπου στην αρχαιότητα άνθισε ένας σημαντικός πολιτισμός. Δεν μπορεί να μην ενδιαφέρει τους σύγχρονους Έλληνες να τηρήσουν κάποια ελάχιστα στάνταρντ πολιτισμού. Είδες το αλαλούμ που επικρατεί στους δρόμους; Καμία οργάνωση, κανένας σεβασμός, καμία ευγένεια. Και, επιπλέον, την εποχή που σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο η μετακίνηση γίνεται πλέον με αυτοκίνητα, εδώ ακόμα κυκλοφορούν κάρα!
     - Υπάρχουν και άμαξες...
     - Μου φαίνεται πως η υπερκατανάλωση ζάχαρης των τελευταίων ημερών έχει αρχίσει να θολώνει την κρίση σου, αγαπητέ μου. Οποιαδήποτε από αυτές εδώ τις άμαξες, στην Αγγλία θα θεωρείτο κάρο. Με εξαίρεση, ίσως, τη βασιλική άμαξα, την οποία δεν έχω δει, αλλά εκτιμώ πως έχει τις απαραίτητες προδιαγραφές.
     - Δε θα διαφωνήσω, αλλά, τουλάχιστον, θα πρέπει να παραδεχτείς ότι ο καιρός είναι θαυμάσιος.
     - Πολλή ζέστη. Θα έλεγε κανείς πως βρισκόμαστε στη διακεκαυμένη ζώνη.
     - Αν ντυθείς πιο ελαφρά, η ζέστη υποφέρεται.
     - Υπάρχουν κανόνες ένδυσης που ένας τζέντλεμαν δεν μπορεί να παραγνωρίζει.
     - Παρ'όλ'αυτά, θα μπορούσες να βγάλεις τη ρομπ ντε σαμπρ. Στο δωμάτιό σου βρίσκεσαι!
     - Δεν ήμουν ποτέ καλός στα γαλλικά, όμως, αν δεν κάνω λάθος, ρομπ ντε σαμπρ σημαίνει ρόμπα δωματίου. Οπότε, τι λογικότερο από το να τη φοράω στο δωμάτιό μου; Εξάλλου, πρέπει να είμαι ευπρεπώς ενδεδυμένος, σε περίπτωση που δεχτώ επισκέψεις.
     Ο Άρθουρ εμφανίστηκε στη βεράντα.
     - Έχετε επισκέψεις, κύριε, είπε.
     - Ακριβώς όπως το φανταζόμουν, είπε ο Σέρλοκ και σηκώθηκε.
     Στη βεράντα εμφανίστηκε ο ξενοδόχος, συνοδευόμενος από έναν άντρα μετρίου αναστήματος, με παχύ μουστάκι.
     - Κύριε Χολμς, είπε ο ξενοδόχος, λυπάμαι που διακόπτω την ώρα του απογευματινού σας ύπνου...
     - Το σχόλιό σας είναι μάλλον ατυχές, είπε ο Σέρλοκ. Είναι προφανές ότι δεν κοιμόμουν. Γνωρίζω, βέβαια, ότι ο απογευματινός ύπνος είναι κάτι που συνηθίζεται σε αυτά εδώ τα μέρη, όμως εγώ προτιμώ να περνώ τον χρόνο μου με εποικοδομητικότερο τρόπο.
     Ο άντρας με το παχύ μουστάκι ξερόβηξε.
     - Ο κύριος είναι...
     - Αστυνομικός, το βλέπω, είπε ο Σέρλοκ.
     - Πώς το καταλάβατε; Αφού δε φοράει στολή.
     - Βρίσκομαι αρκετές μέρες στη χώρα σας, ώστε να ξέρω ότι η προσεγμένη ένδυση δε συνηθίζεται, όταν δεν το επιβάλλει κάποιου είδους πρωτόκολλο. Το προσεγμένο ντύσιμο του κυρίου, σε συνδυασμό με τα γυαλισμένα του παπούτσια, υποδεικνύει σαφώς κάποιον που πηγαίνει ή που βρίσκεται στην εργασία του.
     - Θα μπορούσε να είναι υπάλληλος του ξενοδοχείου.
     - Οι υπάλληλοι αυτού του ξενοδοχείου φορούν συγκεκριμένη ενδυμασία, με το όνομα του ξενοδοχείου στο πέτο. Στο πέτο του κυρίου δεν υπάρχει κανένα όνομα. Επιπλέον, ποιος ο λόγος να με φέρετε σε επαφή με κάποιον που δεν είναι αστυνομικός, την στιγμή που εγώ είμαι ντετέκτιβ και στο ξενοδοχείο έχει διαπραχθεί φόνος;
     - Μα, πώς το ξέρετε;
     - Ναι, είπε ο Γουάτσον, πώς το ξέρεις;
     - Πριν από μισή ώρα περίπου - για την ακρίβεια στις τέσσερις και είκοσι επτά -, την ώρα που εσύ μασούλαγες εκείνο το κολλώδες πράγμα, που έκανε εκείνο το εκνευριστικό κριτς-κριτς...
     - Ποιο κολλώδες πράγμα;
     - Μπακλαβά δεν τον λένε;
     - Α, ναι...
     - Εκείνη την ώρα που μασούλαγες, λοιπόν, στην είσοδο του ξενοδοχείου σταμάτησε ένα κάρο με  τρεις άντρες, ντυμένους στα λευκά. Οι άντρες μπήκαν βιαστικά στο ξενοδοχείο, και μάλιστα κρατούσαν και ένα φορείο. Ύστερα από λίγη ώρα, οι τρεις άντρες βγήκαν από το ξενοδοχείο, με το φορείο άδειο, ανέβηκαν στο κάρο και έφυγαν. Λίγο αργότερα, και συγκεκριμένα στις τέσσερις και σαράντα τέσσερα, ένα κάρο της αστυνομίας...
     - Μια άμαξα, εννοείτε, διέκοψε ο άντρας με το παχύ μουστάκι.
     - Ένα κάρο εννοώ, αλλά επειδή προβλέπω ότι θα διαφωνήσουμε στον ορισμό, ας το πούμε όχημα. Και συνεχίζω: ένα όχημα, λοιπόν, της αστυνομίας σταμάτησε μπροστά στο ξενοδοχείο και πέντε άντρες βγήκαν από το όχημα και μπήκαν στο ξενοδοχείο. Ανακεφαλαιώνοντας, αρχικά ζητήθηκε ιατρική βοήθεια για κάποιον, πιθανώς τραυματισμένο - εξ'ου και το φορείο - όμως, ήταν ήδη αργά, γι'αυτό και το φορείο επέστρεψε άδειο. Και επειδή, προφανώς, δεν επρόκειτο για ατύχημα, κλήθηκε η αστυνομία για να αναλάβει την υπόθεση. Συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω, δεν μπορώ παρά να συμπεράνω ότι στο ξενοδοχείο έχει γίνει κάποιο έγκλημα, και συγκεκριμένα φόνος. Στοιχειώδες, Γουάτσον.
     - Η φήμη ενός μύθου ωχριά μπροστά στον ίδιο το μύθο, είπε ο ξενοδόχος εντυπωσιασμένος.
     - Υπερβολές, αλλά δέχομαι τη φιλοφρόνηση, είπε ο Σέρλοκ. Ώστε η ελληνική αστυνομία χρειάζεται τις υπηρεσίες μου; απευθύνθηκε στον άντρα με το παχύ μουστάκι.
     - Αστυνόμος Αγησίλαος Παπαχριστόπουλος, συστήθηκε εκείνος, απλώνοντας το χέρι του για χειραψία.
     - Εντυπωσιακό όνομα, είπε ο Γουάτσον.
     - Χτίζετε κάτι, κύριε Παπα...χριστόπουλε; ρώτησε ο Σέρλοκ.
     - Μα πώς;... 
     - Υπάρχουν ίχνη τσιμέντου στα νύχια σας. 
     Ο αστυνόμος κοίταξε τα νύχια του.
     - Έχετε δίκιο, είπε, δεν το είχα προσέξει.
     Ο Σέρλοκ κούνησε ελαφρά το κεφάλι του.
     - Λοιπόν, είπε, τι χτίζετε, αν μου επιτρέπετε να ρωτήσω;
     - Έχω ένα κτήμα στα Πατήσια, και φτιάχνω ένα εξοχικό. Με το μισθό που παίρνω, όμως, δεν μπορώ να πληρώνω εργάτες, οπότε, αναγκαστικά, το χτίζω σχεδόν μόνος μου.
     - Πατήσια, είπατε; ρώτησε ο Γουάτσον.
     - Ναι, είναι αρκετά κοντά στην Αθήνα, είπε ο αστυνόμος. Πολύ όμορφη περιοχή. Αξίζει να την επισκεφτείτε, ιδιαίτερα την Άνοιξη, που ανθίζουν οι αγροί...
     - Ίσως κάποια άλλη φορά, είπε ο Σέρλοκ. Αστυνόμε, επιτρέψτε μου να σας συστήσω το βοηθό μου, τον Τζον Γουάτσον.
     - Χαίρω πολύ, είπε ο Γουάτσον.
     - Κύριε Χολμς, πήρε το λόγο ο ξενοδόχος, το ξενοδοχείο μας ελπίζει να συνδράμετε την ελληνική αστυνομία με τρόπο ώστε η υπόθεση να διαλευκανθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή διακριτικότητα. Δε θα θέλαμε επ'ουδενί να ταράξουμε την εκλεκτή μας πελατεία.
     - Η αλήθεια είναι ότι βρίσκομαι σε διακοπές, αλλά η επίλυση ενός αστυνομικού γρίφου ποτέ δε με αφήνει αδιάφορο. Όσο για τη διακριτικότητά μου, είναι περιττό να μου τη ζητάτε. Έτσι κι αλλιώς, πρόκειται για μια υπόθεση που μπορεί να διαλευκανθεί αποκλειστικά δια της νοητικής οδού. Επιπλέον, το θύμα δεν είχε ιδιαίτερες επαφές με τους πελάτες του ξενοδοχείου, οπότε είναι περιττό να τους ενοχλήσουμε με ερωτήσεις.
     Ο ξενοδόχος τον κοίταξε με απορία.
     - Εκτός αν ο σεφ του ξενοδοχείου σας συνήθιζε να κάνει δημόσιες σχέσεις, συνέχισε ο Σέρλοκ. Αλλά, στις τόσες μέρες που μένω εδώ, δεν τον είδα ούτε μία φορά, ούτε καν στο εστιατόριο. Οπότε...
     - Μα, πώς ξέρετε...
     - ... ότι το θύμα είναι ο σεφ; Μα, αγαπητέ μου, ο σεφ του ξενοδοχείου σας θεωρείται αστέρι! Ποιος σεφ του επιπέδου του, λοιπόν, δε θα ήξερε να αλατίσει σωστά το φαγητό; Κανείς. Και η αθηναϊκή σαλάτα που επέλεξα να φάω σήμερα το μεσημέρι είχε πάρα πολύ αλάτι. Συνεπώς, κάποιος άλλος την έφτιαξε τη σαλάτα, και όχι ο ίδιος ο σεφ. Και ο λόγος ήταν απλός: ο σεφ δεν μπορούσε να την φτιάξει, επειδή ήταν ήδη νεκρός. Στοιχειώδες!
     - Με εντυπωσιάζετε, είπε ο αστυνόμος.
     - Όντως ήταν αλμυρό το φαγητό, είπε ο Γουάτσον.
     - Το μυαλό υπάρχει για να χρησιμοποιείται, είπε ο Σέρλοκ.
     - Σωστά, είπε ο αστυνόμος. 
     - Ας μην χρονοτριβούμε, είπε ο Σέρλοκ, θα συνεργαστώ πολύ ευχαρίστως με την ελληνική αστυνομία. Θα πρότεινα, μάλιστα, να ξεκινήσουμε από εκείνον το μοναχικό Γάλλο με το μακρύ μούσι, που στο εστιατόριο του ξενοδοχείου καθόταν πάντα στο τραπέζι δίπλα από την είσοδο.
     - Νόμιζα πως είπατε ότι δε θα χρειαστεί να ενοχληθούν οι πελάτες του ξενοδοχείου, είπε ο ξενοδόχος.
     - Κάθε κανόνας έχει τις εξαιρέσεις του, και ο συγκεκριμένος πελάτης είναι η εξαίρεση του συγκεκριμένου κανόνα. 
     - Τον μεσιέ Λεκλέρ, εννοείτε;
     - Ναι, αν έτσι ονομάζεται ο άντρας που ταιριάζει στην περιγραφή που σας έδωσα.
     - Και γιατί θα πρέπει να αναζητήσουμε τον μεσιέ Λεκλέρ; ρώτησε ο αστυνόμος.
     - Επειδή στις τέσσερις και τρία τον είδα να βγαίνει βιαστικά από το ξενοδοχείο, κρατώντας τη βαλίτσα του.
     - Είναι αλήθεια ότι ο μεσιέ Λεκλέρ αναχώρησε από το ξενοδοχείο μας σήμερα, είπε ο ξενοδόχος, αλλά αυτό δεν τον κάνει ύποπτο. 
     - Φυσικά, όμως, πείτε μου: παρατηρήσατε κάτι διαφορετικό επάνω του την ώρα που έφευγε;
     - Τίποτα απολύτως.
     - Το μούσι του ήταν το ίδιο μακρύ;
     - Έτσι πιστεύω. Έφτανε μέχρι το μέσο του στήθους του, και μάλιστα το παραμέρισε για να βγάλει το μονόκλ από την τσέπη του, όταν του ζήτησα να υπογράψει στο βιβλίο των αναχωρήσεων.
     - Θυμάστε τι ώρα ήταν;
     - Τέσσερις. Το σημείωσα και στο βιβλίο αναχωρήσεων, αν θέλετε να το δείτε.
     - Δεν χρειάζεται. Και συνεχίζω το συλλογισμό μου: Αφού, λοιπόν, ο μουσάτος μεσιέ Λεκλέρ αναχώρησε σύμφωνα με το βιβλίο αναχωρήσεων του ξενοδοχείου στις τέσσερις, πώς είναι δυνατόν στις τέσσερις και τρία που τον είδα εγώ, να είναι εντελώς ξυρισμένος;
     - Αποκλείεται!
     - Αγαπητέ μου, ο ένας τοίχος του γραφείου μου στο Λονδίνο είναι γεμάτος από τρόπαια πρωταθλημάτων σκοποβολής, μερικά εκ των οποίων τα κέρδισα τα τελευταία δύο έτη. Καταλαβαίνετε ότι η όρασή μου είναι άριστη.
     - Συμφωνώ πως το να φοράει κάποιος ψεύτικη γενειάδα είναι το λιγότερο περίεργο, είπε ο αστυνόμος, και στην περίπτωση του μεσιέ Λεκλέρ είναι σίγουρα ύποπτο. Αν, όμως, αυτός είναι ο δολοφόνος του σεφ, ποιο μπορεί να είναι το κίνητρο του φόνου;
     - Ίσως το κίνητρο να ήταν εμφανέστερο, αν γνωρίζαμε το πραγματικό όνομα του μεσιέ Λεκλέρ.
     - Τι εννοείτε;
     - Ένας άνθρωπος που αλλάζει την εμφάνισή του, και μάλιστα με σκοτεινό σκοπό, δε γίνεται να μην μπει στον πειρασμό να αλλάξει και το όνομά του.
     - Αν ισχύει αυτό...
     - Είμαι απόλυτα σίγουρος πως ισχύει.
     - ... είναι σχεδόν αδύνατο να ανακαλύψουμε το πραγματικό του όνομα.
     - Εγώ, πάλι, θυμάμαι ότι πριν από μερικά χρόνια, βρισκόμουν στο Παρίσι, για μία υπόθεση, θυμάσαι Γουάτσον, την κλοπή εκείνου του πίνακα από το Μουσείο του Λούβρου; Το τελευταίο βράδυ επισκεφτήκαμε ένα εστιατόριο που μας είχαν συστήσει. Λε Μπον Γκου, λεγόταν, και ο σεφ του λεγόταν Φιλίπ Γκαστόν. Θυμάσαι το εστιατόριο, Γουάτσον;
     - Πώς να μην το θυμάμαι; Εκείνο το μιλφέιγ ήταν αφρός! Για να μην μιλήσω για την κρεμ καραμελέ...
     - Στο Λε Μπον Γκου, κύριοι, έφαγα για πρώτη φορά μία υπέροχη σαλάτα, που ήταν προσωπική δημιουργία του σεφ, και μάλιστα της είχε δώσει το όνομά του: σαλάτα Γκαστόν. Την επόμενη μέρα φύγαμε από το Παρίσι και δεν είχα ποτέ ξανά την ευκαιρία να φάω αυτήν την υπέροχη σαλάτα.
     - Ειλικρινά, είπε ο αστυνόμος, δεν καταλαβαίνω τι σχέση μπορεί να έχει το μενού ενός εστιατορίου στο Παρίσι με την υπόθεσή μας.
     - Δεν ξεχνάω ποτέ πρόσωπα, μυρωδιές και γεύσεις. Θα μπορούσα, λοιπόν, να πάρω όρκο ότι προχθές, σε αυτό εδώ το ξενοδοχείο, έφαγα για δεύτερη φορά στη ζωή μου τη σαλάτα Γκαστόν! Με μόνη διαφορά ότι στον κατάλογό σας η σαλάτα αναγράφεται ως "σαλάτα του σεφ"...
      - Δεν καταλαβαίνω το συλλογισμό σας, είπε ο αστυνόμος.
      - Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι ο σεφ του ξενοδοχείου μας δεν λεγόταν Γκαστόν, είπε και ο ξενοδόχος.
     - Μα, φυσικά και δε λεγόταν Γκαστόν, αλλά σίγουρα είχε σπουδάσει μαγειρική στο Παρίσι, πώς αλλιώς θα γινόταν σεφ; Εκεί βρίσκονται οι μόνες παγκοσμίως αναγνωρισμένες σχολές μαγειρικής.
     - Πράγματι, είχε σπουδάσει στο Παρίσι, και μάλιστα είχε δουλέψει και πέντε χρόνια εκεί, προτού έρθει να εργαστεί στο ξενοδοχείο μας.
     Ο Σέρλοκ έβγαλε το μαντήλι του και σκούπισε ελαφρά μερικές σταγόνες ιδρώτα από το μέτωπό του.  
     - Όπως σας είπα και προηγουμένως, είπε, δεν ξεχνάω ποτέ πρόσωπα, μυρωδιές και γεύσεις. Επίσης, ξέχασα να σας πω ότι τη μία και μόνη φορά που έφαγα στο Λε Μπον Γκου, είχα την τιμή να συναντήσω  τον Φιλίπ Γκαστόν και να τον συγχαρώ για τις δημιουργίες του. Μπορείτε, λοιπόν, να φανταστείτε, πόση έκπληξη μου προκάλεσε το γεγονός ότι ο μεσιέ Λεκλέρ, χωρίς το μακρύ του μούσι, ήταν ίδιος ο Φιλίπ Γκαστόν! Ή, αν προτιμάτε, ο Φιλίπ Γκαστόν, αν αποφάσιζε να αφήσει μακρύ μούσι, θα ήταν ίδιος ο μεσιέ Λεκλέρ. Διαλέγετε όποια εκδοχή θέλετε, και οι δύο καταλήγουν στον ίδιο παρονομαστή.
     - Εντυπωσιακό! είπε ο ξενοδόχος, ύστερα από μια μάλλον μακρά σιωπή.
     - Συνεπώς, είπε ο αστυνόμος, το κίνητρο του φόνου...
     - Διεστραμμένος επαγγελματικός ανταγωνισμός, είπε ο Σέρλοκ. Ο σεφ οικειοποιήθηκε τη συνταγή του Γκαστόν και εκείνος εκδικήθηκε με έναν καθ'όλα ακραίο τρόπο.
     - Πρέπει να βιαστώ να βγάλω ένταλμα σύλληψης, είπε ο αστυνόμος, προτού ο Γκαστόν εγκαταλείψει τη χώρα. Κύριε Χολμς, σας ευχαριστώ θερμότατα για τη συνεργασία. Ήταν τιμή μου που σας γνώρισα.
     - Χαίρομαι που βοήθησα, είπε ο Σέρλοκ.
     Ο ξενοδόχος και ο αστυνόμος αποχώρησαν. Ο Σέρλοκ και ο Γουάτσον ξανακάθησαν στη βεράντα. Ο Σέρλοκ άνοιξε την εφημερίδα του. Ο Γουάτσον έπιασε το φλυτζάνι του και το έφερε στα χείλη του.
     - Α, μα αυτό το τσάι έχει κρυώσει! είπε και ξανακούμπησε το φλυτζάνι στη θέση του. 
     - Δεν εκπλήσσομαι, είπε ο Σέρλοκ, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του από την εφημερίδα. Τόση ώρα έχει περάσει από όταν σερβιρίστηκε. Στοιχειώδες, Γουάτσον.

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022

Διασκέδαση κάτω από τα αρμυρίκια


     Τα δυνατά χάχανα μιας παρέας νεαρών έκαναν τη Ραπουνζέλ να σηκώσει ενοχλημένη το βλέμμα της από το βιβλίο που διάβαζε. Ο γοητευτικός Αρμάνδος ήταν έτοιμος να ξεκουμπώσει και το τελευταίο κουμπί της διαβολικής, αλλά σέξι Ρενάτας, μέσα στο είκοσι μέτρων κότερό του, ενώ έξω από το κότερο λυσσομανούσε μια τροπική καταιγίδα. Η Ραπουνζέλ έριξε μια θυμωμένη ματιά προς το μέρος της παρέας και επέστρεψε στο διάβασμά της. Η πόρτα της πολυτελούς καμπίνας άνοιξε διάπλατα. Στο άνοιγμά της φάνηκε ο εξαιρετικά αρρενωπός Αρσένιο, δίδυμος αδερφός του Αρμάνδου, φορώντας μόνο το πανάκριβο μπουρνούζι του, με το κεντημένο μονόγραμμα. Ένα επιφώνημα έκπληξης ξέφυγε από τα χείλη της Ραπουνζέλ. Αυτό θα πει ανατροπή!
     Ένα ροχαλητό ακούστηκε στο πλάι της. Κατέβασε και πάλι το βιβλίο, εκνευρισμένη. Τι κατάσταση κι αυτή, να μην μπορεί να απολαύσει λίγη λογοτεχνία! Κοίταξε γύρω της: γύρω-τριγύρω σκηνές διαφόρων μεγεθών και χρωμάτων, αρμυρίκια φορτωμένα τζιτζίκια, μερικές διάσπαρτες ξαπλώστρες, μπροστά της η θάλασσα που λαμπύριζε κάτω από το μεσημεριανό ήλιο, μερικοί λουόμενοι στη θάλασσα, μερικές ψαρόβαρκες στο βάθος, και μερικά θαλασσοπούλια να τριγυρίζουν τις βάρκες... Σκέτη βαρεμάρα! Και να έχεις και τους ενοχλητικούς να χαχανίζουν από πάνω, λες και βρίσκονται σε πάρτυ!
     Έριξε μια ματιά δίπλα της. Ο άντρας της ροχάλιζε μακαρίως. Εμ, βέβαια, τι ανάγκη είχε αυτός; Του έριξε μια αγκωνιά. 
     - Τι έγινε; ρώτησε αυτός, αλαφιασμένος.
     - Ξύπνα, του είπε η Ραπουνζέλ, πρέπει να μου βάλεις αντηλιακό, η πλάτη μου καίει.
     - Ε, καλά, και πώς κάνεις έτσι;
     - Θέλεις να ξεφλουδίσει η πλάτη μου και να τσούζει;
     - Όχι, βέβαια, αλλά δεν μπορούσες να βάλεις μόνη σου;
     Η Ραπουνζέλ σκέφτηκε ότι ούτε ο γοητευτικός Αρμάνδος, αλλά ούτε και ο εξαιρετικά αρρενωπός Αρσένιο θα έχανε την ευκαιρία να της βάλει αντηλιακό, αλλά δεν είπε τίποτα. Ο άντρας της άνοιξε το μπουκαλάκι του αντηλιακού και της έβαλε λίγο στην πλάτη, απλώνοντάς το βιαστικά. Ο γοητευτικός Αρμάνδος, στη θέση του, θα είχε βρει σίγουρα την ευκαιρία να της κάνει ένα αισθησιακό μασάζ. Και ο εξαιρετικά αρρενωπός Αρσένιο, όμως, δε θα είχε χάσει την ευκαιρία να της λύσει - τάχα κατά λάθος - τον κόμπο που κρατούσε το μαγιό στη θέση του. Ο άντρας της έκλεισε το μπουκαλάκι του αντηλιακού και ξαναξάπλωσε.
     - Θα ξανακοιμηθείς; τον ρώτησε η Ραπουνζέλ.
     - Μάλλον, απάντησε αυτός. Μα είναι θαυμάσιος ο ύπνος κάτω από τα αρμυρίκια!
     - Αν το ήξερα ότι θα περνούσαμε έτσι τις διακοπές, δε θα σε άφηνα να με φέρεις εδώ.
     - Μα γιατί το λες αυτό; Εδώ τα έχουμε όλα: ήλιο, θάλασσα, ησυχία...
     - Και, δηλαδή, δε θα τα είχαμε όλα αυτά, αν είχαμε πάει στο all-inclusive που είχα βρει;
     - Βρε, κουτό, εκεί δε θα είχαμε αυθεντική επαφή με το καλοκαίρι...
     - Μια χαρά επαφή θα είχαμε! Θα είχαμε την πισίνα μας, τις ωραίες μας τις ξαπλώστρες, τις ομπρέλες μας, τα δροσερά μας τα κοκτέιλ, τις ωραίες μας τις ντουζιέρες, το σπα μας, το μασάζ με τα αιθέρια έλαια, το δωμάτιό μας με τον κλιματισμό και την στρογγυλή μπανιέρα με θέα τη θάλασσα...
     - Ε, τώρα είσαι υπερβολική! Και εδώ έχουμε τα πάντα: και ξαπλώστρα σου έχω...
     - Αυτήν την πλαστική της πλάκας, εννοείς;
     - ... ομπρέλα δεν χρειαζόμαστε, αφού τα αρμυρίκια έχουν τόσο πυκνό φύλλωμα...
     - Ναι, και κάθε τρεις και λίγο μαδάνε επάνω μου!
     - ...δροσιά έχουμε άφθονη, ντουζιέρες έχει...
     - Στην άλλη άκρη του κάμπινγκ;
     - ... και το βράδυ κοιμόμαστε κάτω από τα αστέρια!
     - Ναι, και αγκαλιά με όλα τα ζωύφια της παραλίας! Κοίτα πώς έχω γίνει από τα τσιμπήματα!
     - Εντύπωση μου κάνει αυτό, εμένα δεν με έχει τσιμπήσει τίποτα...
     - Φυσικά, αφού εσύ είσαι παχύδερμο!
     - Με πληγώνεις!
     - Κάθεσαι ξάπλα όλη την ώρα και ροχαλίζεις και δε σε νοιάζει πώς περνάω!
     - Τώρα νομίζω ότι δεν έχεις δίκιο. Όλο τον χρόνο δουλεύω για να μη σου λείψει τίποτα - μόνο για το κομμωτήριό σου πληρώνω τα μαλλιοκέφαλά μου - και περιμένω πώς και πώς τις μέρες των διακοπών, για να ξεκουραστώ κι εγώ λιγάκι. Δεν αξίζω λίγη χαλάρωση;
     - Ναι, και για να χαλαρώσεις εσύ, εγώ πρέπει να χαλάσω το δερματάκι μου από τον ήλιο, από τα τσιμπήματα και από το αλάτι της θάλασσας!
     - Σου φταίει και το αλάτι της θάλασσας τώρα;
     - Όλα μου φταίνε! Αν είχαμε πάει στο all-inclusive δε θα έπρεπε να το υποστώ και αυτό. Η πισίνα δεν έχει αλάτι.
     - Έχει χλώριο.
     - Χίλιες φορές καλύτερα, ασπρίζει και τα δόντια!
     - Τι να σου πω, βρε γυναίκα, δε σε βρίσκω πουθενά. Αφού σε ρώτησα προτού να έρθουμε!
     - Πού να ξέρω πόσο χάλια θα ήταν; Στις φωτογραφίες φαινόταν καλύτερο. Οργανωμένο μου είπες πως ήταν, δε φαντάστηκα τόσο πρωτόγονες καταστάσεις!
     - Ε, όχι και πρωτόγονες, υπάρχει και τουαλέτα.
     - Κοινόχρηστη; Να περιμένω στη σειρά, όπως περιμένουν οι άποροι στα συσσίτια; Και όταν έρθει η σειρά μου, να νιώθω σαν κυνηγημένη και να ακούω συνέχεια χτυπήματα στην πόρτα και να πρέπει κάθε φορά να φωνάζω το συνθηματικό "άλλος", ζητώντας βοήθεια; Και ποιος είναι αυτός ο άλλος, τέλος πάντων, και γιατί δεν έρχεται όταν τον φωνάζεις;
     Η παρέα των νεαρών είχε αρχίσει τα τραγούδια, με τη συνοδεία κιθάρας.
     - Βλέπεις; είπε ο άντρας της. Ο κόσμος περνάει καλά εδώ, μόνο εσύ γκρινιάζεις. Έλα, χαλάρωσε λίγο, και το βράδυ θα δεις... Στην καλύτερη ταβέρνα θα σε πάω!
     - Πού; Εδώ;
     - Στο διπλανό χωριό.
     - Καλά, μην ξενιτευτούμε κιόλας!
     - Με κοροϊδεύεις;
     - Πώς σου ήρθε αυτό;
     - Θα πιούμε τα ουζάκια μας...
     - Σιγά το Μερλό!
     - ...θα φάμε τα καλαμαράκια μας, τους κολοκυθοκεφτέδες μας, τα τζατζίκια μας, τις τυροκαυτερές μας...
     - Μμμμμ, σιγά τις γκουρμεδιές! Ο σεφ του all-inclusive έχει τρία αστέρια Μισελέν! Απορώ πώς σε άφησα να με πείσεις να έρθουμε εδώ. Όλες μου οι φίλες απολαμβάνουν παροχές πεντάστερων ξενοδοχείων και εγώ κάθομαι εδώ, να ακούω το ροχαλητό σου!
     - Αφού το ξέρεις, δεν φταίω εγώ για το ροχαλητό, τα κρεατάκια φταίνε...
     - Ας τα έβγαζες!
     - Δε θα με αφήσεις να κοιμηθώ, το βλέπω εγώ...
     - Θα μπορούσαμε, τουλάχιστον, να είχαμε νοικιάσει ένα σκάφος και να είμαστε μόνοι μας, όχι όπως εδώ, να ακούμε τις αγριοφωνάρες του καθενός...
     - Σκάφος; Και ποιος θα το οδηγούσε; Εγώ μόνο άλογο ξέρω να καβαλάω. Να πνιγούμε θέλεις;
     - Την καταστροφή φέρνεις... Θα νοικιάζαμε και σκίπερ.
     - Εντάξει, λοιπόν, του χρόνου θα νοικιάσουμε σκάφος, άσε με τώρα να χαλαρώσω, να χαρείς, είπε ο άντρας της και έριξε στο πρόσωπό του το καπέλο του.
     - Ναι, καλά, είπε η Ραπουνζέλ και ξανάπιασε το βιβλίο της.
     Τα δύο δίδυμα αδέρφια κοιτάχτηκαν αγριεμένα. Ήταν γνωστό από την αρχή σχεδόν του βιβλίου, ότι και οι δύο διεκδικούσαν την ίδια γυναίκα. Η Ρενάτα κουμπώθηκε βιαστικά και σηκώθηκε, κοιτάζοντας το ρολόι της. Έπρεπε να βρει δικαιολογία για να φύγει, σε δέκα λεπτά είχε ραντεβού στο κατάστρωμα με τον Αλφόνσο, τον νεαρό ιερέα και μικρότερο αδερφό των διδύμων...
     Ένα ροχαλητό ακούστηκε. Γύρισε εκνευρισμένη με σκοπό να σκουντήσει τον άντρα της. Ένα ζευγάρι αντρικά πόδια με μαύρες σαγιονάρες στέκονταν πίσω από την κοιμισμένη κοιλιά που ανεβοκατέβαινε ρυθμικά. Σήκωσε το βλέμμα της. Ήταν ένας από τους νεαρούς της παρέας.
     - Ελπίζουμε να μην ενοχλούμε, είπε ο νεαρός. 
     Αν φορούσε ένα πανάκριβο μπουρνούζι με κεντημένο μονόγραμμα θα ήταν φτυστός ο Αρσένιο.
     - Όχι, καθόλου, είπε η Ραπουνζέλ.
     - Αν θέλετε, μπορείτε να έρθετε κι εσείς στην παρέα μας, συνέχισε ο Αρσένιο. Έχουμε και ψυγειάκι με παγωμένες μπύρες.
     - Ίσως αργότερα, είπε η Ραπουνζέλ.
     - Όπως θέλετε, είπε ο Αρσένιο και γύρισε στην παρέα του.
     Βυθίστηκε ξανά στο βιβλίο της. Τα δύο δίδυμα αδέρφια είχαν πιαστεί στα χέρια, εξαπολύοντας λεκτικές απειλές ο ένας στον άλλον. Ακούστηκαν βήματα. Ξανασήκωσε το κεφάλι.
     - Μία μπυρίτσα κερασμένη, είπε ο Αρσένιο και της πρόσφερε το διάστικτο από δροσοσταλίδες κουτάκι.
     - Ευχαριστώ, δεν ήταν ανάγκη, είπε και πήρε την μπύρα.
     - Μα εσείς θα καείτε από τον ήλιο, έχετε ήδη κοκκινήσει!
     - Αλήθεια; Δεν το κατάλαβα καθόλου!
     - Είναι ύπουλα τα αρμυρίκια, ξεθαρρεύεις λόγω της δροσιάς και δεν καταλαβαίνεις ότι ο ήλιος περνάει μέσα από τα φύλλα... Θα θέλατε να σας βάλω λίγο αντηλιακό στην πλάτη; Ο άντρας σας, βλέπω, κοιμάται, μην τον ενοχλούμε τον καημένο...
     Η Ραπουνζέλ του έδωσε το μπουκαλάκι με το αντηλιακό. Έτσι θα της έβαζε αντηλιακό και ο Αρμάνδος, ε, βέβαια, ο Αρμάνδος ήξερε...
     - Σας ευχαριστώ πολύ, είπε.
     - Ευχαρίστησή μου, απάντησε ο Αρσένιο-Αρμάνδος και της έδωσε πίσω το μπουκαλάκι με το αντηλιακό. Και τώρα, θα μου επιτρέψετε να γυρίσω στην παρέα μου. Και, όποτε θελήσετε, έρχεστε...
     Ο Αρσένιο-Αρμάνδος απομακρύνθηκε. Οι πλάτες του ήταν φαρδιές και μαυρισμένες. Η Ραπουνζέλ έριξε μια κλωτσιά στον άντρα της.
     - Τι έγινε πάλι; είπε αυτός και πετάχτηκε μισοκαθιστός.
     - Μου αρέσει που ρωτάς! Εσύ ροχαλίζεις του καλού καιρού, και τη γυναίκα σου την φλερτάρουν ασύστολα!
     - Ποιος, καλέ, σε φλερτάρει;
     - Ένας, από εκείνη εκεί την παρέα. Ορίστε, μου έφερε και μπύρα, να με κεράσει.
     - Η μάρκα μου! Και είναι και παγωμένη!
     - Αυτό έχεις να πεις; Μου έβαλε και αντηλιακό στην πλάτη!
     - Πολύ ευγενικό εκ μέρους του, τέτοια ώρα ο ήλιος είναι πολύ δυνατός...
     - Δεν το πιστεύω! Τι χαλβάς που είσαι! Φλερτάρουν τη γυναίκα σου, και εσύ λίγο ακόμα και θα κρατάς το φανάρι!
     - Θα την πιεις την μπύρα;
     - Η μπύρα σε νοιάζει;
     - Είναι αμαρτία να την αφήσεις να ζεσταθεί, αν δεν τη θέλεις.
     - Ε, τι να σου πω;
     - Ωραία, τότε, θα την πιώ εγώ.
     Ο άντρας της πήρε το κουτάκι και το άνοιξε. Ήπιε μια γουλιά.
     - Τέλεια είναι, χάνεις! είπε.
     Η Ραπουνζέλ γύρισε στο βιβλίο της. Εκεί, τουλάχιστον, τα πράγματα πήγαιναν όπως έπρεπε να πάνε. Και η διαβολική, σέξι Ρενάτα, βρήκε την ευκαιρία να ξεγλιστρήσει και να τρέξει στο κατάστρωμα, όπου ο νεαρός Αλφόνσο την περίμενε, διαβάζοντας ένα βιβλίο με ψαλμούς. Η τροπική καταιγίδα είχε πια περάσει. Η διαβολική, σέξι Ρενάτα έκοψε δυο-τρία κουμπιά και τα πέταξε στη θάλασσα. Το ρούχο της άρχισε να ανεμίζει σαν δαιμονισμένο.
     Ένα ρέψιμο ακούστηκε από τον ήδη ξαπλωμένο άντρα της. Το βλέμμα της περιπλανήθηκε από το ξαπλωμένο κορμί που βρισκόταν δίπλα της στα μαυρισμένα κορμιά της παρέας των νεαρών. Ο Αρσένιο-Αρμάνδος έπινε μια μπύρα. Ο νεαρός που έπαιζε κιθάρα τραγουδούσε με τα μάτια μισόκλειστα. Αν φορούσε ράσο, θα έμοιαζε καταπληκτικά με τον Αλφόνσο. Ξανακοίταξε τον άντρα της.
     Ακούμπησε το βιβλίο στην πετσέτα της, φόρεσε το καπέλο της και σηκώθηκε. Τύλιξε χαλαρά το παρεό της γύρω από τους γοφούς της. Το παρεό ανέμιζε όπως το ξεκούμπωτο ρούχο της Ρενάτας. Τα πόδια της βυθίστηκαν στην άμμο, καθώς άρχισε να περπατά με αργά βήματα προς την παρέα των νεαρών.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου