Τρίτη 13 Μαΐου 2025

Η Σταχτοπούτα, που λεγότανε Λουίζα

 


     Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια πολύ όμορφη κοπέλα, που την έλεγαν Λουίζα. Η Λουίζα είχε χάσει τη μαμά της πολύ μικρή, και ο μπαμπάς της είχε ξαναπαντρευτεί και της είχε χαρίσει δυο αδερφούλες, όχι τόσο όμορφες σαν αυτήν, αλλά πολύ καλά κορίτσια.
     Μια μέρα, ο μπαμπάς της μικρής Λουίζας πέθανε και την άφησε μόνη, μαζί με τη μητριά και τις αδερφές της. Στο μεταξύ, βέβαια, η μικρή Λουίζα δεν ήταν και τόσο μικρή, πλησίαζε σε ηλικία γάμου, και ήδη είχαν αρχίσει να φτάνουν προξενιά από παντού. Με τόση ομορφιά και χάρη, ήταν περιζήτητη νύφη.
     Η μητριά της Λουίζας χαιρόταν για τα τόσα προξενιά, αλλά δεν ήθελε να κακοπέσει η προγονή της, οπότε δεν βιαζόταν να επιλέξει γαμπρό. Εξάλλου, είχαν χρόνο ακόμα, γιατί να πάρει η Λουίζα τον πρώτο τυχόντα;
     - Μόνο οι καλύτεροι πρίγκηπες αξίζουν για τις κόρες μου, έλεγε η μητριά της Λουίζας, που δεν την ξεχώριζε από τις αδερφές της.
     Στο μεταξύ, οι τρεις αδερφούλες εκπαιδεύονταν σε όλα αυτά που θα έπρεπε να γνωρίζουν, προκειμένου να είναι απόλυτα προετοιμασμένες για μία βασιλική ζωή: γραφή, ανάγνωση και καλλιγραφία, με δάσκαλο έναν ιερέα, πρώην αρχικαλλιγράφο της Αγίας Έδρας στο Βατικανό, γαλλικά, με δασκάλα μια φημισμένη Γαλλίδα παιδαγωγό, γεννημένη και μεγαλωμένη στο Παρίσι, πιάνο, με πτυχιούχο δασκάλα που είχε μαθητεύσει δίπλα στον Λιστ, κέντημα, με δασκάλα μια πρώην μοναχή από το Μοντ Σαιντ Μισέλ, με ειδίκευση στο κέντημα με χρυσοκλωστή, αλλά και σαβουάρ βιβρ, από μία ηλικιωμένη Ρωσσίδα δούκισσα, απόγονο των Ρομανώφ.
     Με όλη αυτή την εκπαίδευση, η μητριά της Λουίζας ήταν σίγουρη ότι εξασφάλιζε έναν καλό γάμο για τις κορούλες της. Αθώα, καλή μητριά...
     Υπήρχε, βλέπετε, κάτι που η μητριά αγνοούσε: η Λουίζα δεν είχε την παραμικρή διάθεση να παντρευτεί. Εκείνη ονειρευόταν να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, και όχι να περάσει όλη της τη ζωή κλεισμένη σε ένα παλάτι, να κεντάει και να γεννοβολάει διαδόχους. Τα ταξίδια γίνονταν μόνο για δουλειές και οι πρίγκηπες και οι βασιλιάδες δε συνήθιζαν να ταξιδεύουν για δουλειές παρέα με τις γυναίκες τους. Μόνο οι πειρατές πιθανώς να ήταν διαφορετικοί και να έπαιρναν τις γυναίκες τους μαζί στα ταξίδια τους, αλλά εκείνοι δε θεωρούνταν καλοί γαμπροί.
     Η Λουίζα, λοιπόν, δεν ήθελε να παντρευτεί, αλλά η μητριά της και όλη η άτιμη η κοινωνία το ήθελε, και αυτό μόνο προβλήματα μπορούσε να σημαίνει. Η Λουίζα προσπαθούσε επίμονα να βρει έναν τρόπο να αποφύγει το γάμο και, ύστερα από αρκετά ξάγρυπνα βράδια, της ήρθε μια καταπληκτική ιδέα: θα "τσαλάκωνε" την ομορφιά της. Άρχισε, λοιπόν, να μην περιποιείται τον εαυτό της, να μην πολυχτενίζει τα μαλλιά της, να βγαίνει για περίπατο ξυπόλητη στους κήπους το μεσημέρι, χωρίς παρασόλι ή καπέλο, και, γενικά, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να φαίνεται απεριποίητη και άσχημη. Βέβαια, αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο να το καταφέρει, τόσο όμορφη που ήταν.
     Την έβλεπε η μητριά της και ανησυχούσε.
     - Τι να της συμβαίνει; αναρωτιόταν. Πού να τρέχει κάθε μεσημέρι, και μάλιστα ξυπόλητη; Θα γεμίσουν κάλλους τα ποδαράκια της.
     Αλλά προσπαθούσε να είναι διακριτική, επειδή η Λουίζα ήταν στην εφηβεία και είναι γνωστό τι παθαίνει ο άνθρωπος σε αυτή τη φάση της ζωής του.
     - Είσαι καλά, αγάπη μου; τη ρωτούσε όταν την έβλεπε να γυρίζει στο παλάτι το μεσημέρι, μετά τη βόλτα της.
     - Μια χαρά, απαντούσε εκείνη.
     - Είχες πάει βολτούλα;
     - Ναι.
     - Μήπως θα ήταν καλύτερα να φοράς ένα καπελίνο, όταν βγαίνεις; Ο ήλιος είναι πολύ δυνατός το μεσημέρι και θα σε γεμίσει φακίδες. Άσε που μπορεί να πάθεις και ηλίαση.
     - Δεν παθαίνω.
     - Δε φοράς και παπούτσια, βλέπω, και λερωθήκανε τα ποδαράκια σου. Μισό λεπτό να φωνάξω να σου ετοιμάσουν ένα ποδόλουτρο με λεβάντα, να ανακουφιστείς...
     - Μια χαρά είναι τα πόδια μου!
     - Φυσικά, μωρό μου, έχεις υπέροχα πόδια, δεν το συζητώ, ασ'το το ποδόλουτρο, δίκιο έχεις, υπερτιμημένο είναι, έτσι κι αλλιώς... Μήπως πείνασες, να πω να σου ετοιμάσουν ένα ελαφρύ γεύμα; Σήμερα η μαγείρισσα έφτιαξε σούπα από σπαράγγια, ταρτάρ σολωμού με σαλάτα αβοκάντο, αυγά ορτυκιού με τρούφα Προβηγκίας και φιλέτο φασιανού με σως αγριοκέρασου.
     - Εννοείται πως πεινάω, έχω λυσσάξει! Αλλά τι μενού είναι αυτό; Χάθηκε να φτιάξει γεμιστό αγριογούρουνο με κάστανα και πουρέ γλυκοπατάτας, που μου αρέσει;
     - Μα αυτό είναι παχυντικό, αγάπη μου, πρέπει να προσέχουμε τη σιλουέτα μας, όχι ότι εσύ έχεις ανάγκη... Θέλεις να σου ψήσουν λίγο μπον φιλέ και να σου φτιάξουν και λίγο ρυζάκι με λαχανικά στον ατμό;
     - Στον ατμό; Δεν είμαστε καλά! Άρρωστη είμαι; Ας μου βάλουν πέντε αυγά ορτυκιού με τρούφα Προβηγκίας, αλλά να προσθέσουν και δυο-τρία λουκάνικα μέσα... και να μου βάλουν και δυο φιλέτα φασιανού με σως αγριοκέρασου, αλλά να βάλουν και πουρέ γλυκοπατάτας με τη σως αγριοκέρασου. Σκόρδο έχουμε;
     - Τι το θέλεις το σκόρδο;
     - Να το φάω, φυσικά, τι άλλο να το θέλω;
     - Εντάξει, μωρό μου, ό,τι πεις, αλλά μήπως δύο φιλέτα είναι πολλά, και μήπως αντί για λουκάνικα να βάλουν σπαράγγια, και αντί για πουρέ γλυκοπατάτας να βάλουν λίγο μπροκολάκι, που έχει και βιταμίνη C;
     - Γκρμχμχμχ!...
     - Εντάξει, εντάξει, ό,τι πεις, θα δώσω την παραγγελία σου στην κουζίνα, έτσι κι αλλιώς περπατάς κάθε μέρα και τις καις τις θερμίδες...
     - Το σκόρδο μην ξεχάσεις!
     Αλλά, ακόμα και με τις ξυπόλητες βόλτες στον κήπο το καταμεσήμερο, η Λουίζα παρέμενε πανέμορφη. Έβλεπε τις υπηρέτριες του παλατιού και τις ζήλευε, έτσι καμπούρες, ξεχτένιστες και απεριποίητες που ήταν. Καμιά τους δεν κινδύνευε να παντρευτεί. Ενώ εκείνη...
     - Τι κάνεις εκεί, Λουίζα μου; τη ρωτούσε η μητριά της, όταν την έβλεπε τα βράδια, να κάθεται κοντά στο τζάκι, με τα γυμνά της πόδια λερωμένα με στάχτη.
     - Τίποτα δεν κάνω!
     - Γιατί κάθεσαι ξυπόλητη στο τζάκι, παιδί μου, έλα να κάτσεις εδώ με τις αδερφές σου... Κρυώνεις, μήπως; Να πω να σου φέρουν τα παντοφλάκια σου;
     - Μια χαρά είμαι!
     - Μην εκνευρίζεσαι, αγάπη μου, μείνε ξυπόλητη, αφού το θέλεις, αλλά εκεί που κάθεσαι μαυρίζουν τα ποδαράκια σου από την στάχτη, να πω να φέρουν μια λεκανίτσα με νερό...
     - Όχι!
     - Εντάξει, Λουίζα, παιδί μου, όπως θέλεις...
     Και η Λουίζα συνέχιζε να κάθεται ξυπόλητη κοντά στο τζάκι, και να λερώνει τα πόδια της με στάχτη.
     Ένα βράδυ, που η μητριά της, για πολλοστή φορά, προσπάθησε διακριτικά, αλλά χωρίς επιτυχία, να την πείσει να αφήσει τη θέση της κοντά στο τζάκι και να φορέσει παντόφλες, εκείνη πήγε την αντίδρασή της σε άλλο επίπεδο.
     - Εντάξει, Λουίζα μου, ό,τι πεις, είπε η μητριά.
     - Το Λουίζα κομμένη, Σταχτοπούτα από εδώ και πέρα! είπε εκείνη.
     - Τι;
     - Σταχτοπούτα θα είναι το όνομά μου!
     Οι αδερφές της έσκασαν στα γέλια.
     - Τι όνομα είναι αυτό; τη ρώτησαν.
     - Πολύ ωραίο και μοναδικό!
     - Μα πώς μπορούμε να σε φωνάζουμε Σταχτοπούτα, αφού τόσα χρόνια σε έχουμε συνηθίσει Λουίζα;
     - Να ξεσυνηθίσετε!
     Η μητριά της έκανε νόημα στις μικρές να μην το συνεχίσουν, και εκείνες σταμάτησαν.
     - Α, ξέχασα να σας πω, είπε ύστερα από λίγο, τα μάθατε τα νέα;
     - Ποια νέα; ρώτησε η μικρή της κόρη.
     - Ο πρίγκηπας, ο μοναχογιός του βασιλιά και διάδοχος του θρόνου, έχει τα γενέθλιά του μεθαύριο!
     - Αααα! έκαναν με μια φωνή οι μικρές.
     - Ναι, και όχι μόνο αυτό, αλλά για να τα γιορτάσει θα διοργανώσει έναν μεγάλο χορό στο παλάτι.
     - Α, τι ωραία! είπαν οι μικρές. Ωραία δεν είναι, Λουί... Σταχ...το...πούτα;
     - Τι με νοιάζει εμένα;
     - Ρωτάς τι σε νοιάζει; είπε η μητριά. Μα στο χορό θα είναι καλεσμένες όλες οι κοπέλες του βασιλείου, θα είστε και εσείς! Αύριο πάμε για ψώνια! Θα αγοράσουμε τις πιο εντυπωσιακές τουαλέτες!
     - Γιούπι! φώναξαν οι μικρές.
     - Και δε σας είπα και το καλύτερο: Ο πρίγκηπας θα χορέψει με όλες τις κοπέλες, και στο τέλος της βραδιάς θα διαλέξει μία, για να γίνει η γυναίκα του και μελλοντική βασίλισσα!
     - Αλήθεια;
     - Αλήθεια βέβαια! 
     - Λες να διαλέξει μία από εμάς, μαμά;
     - Μία από εσάς τις δύο δεν ξέρω, είστε ακόμα αρκετά μικρές, αλλά ίσως διαλέξει τη Λουίζα μας, που είναι σε πιο κατάλληλη ηλικία...
     Η Λουίζα την αγριοκοίταξε.
     - Την Σταχτοπούτα μας, εννοούσα, διόρθωσε η μητριά το όνομα. Αν, και, μωρό μου, συμφωνώ ότι το Σταχτοπούτα είναι μοναδικό όνομα, αλλά ίσως δεν ταιριάζει και τόσο σε μια πριγκήπισσα, που κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει και βασίλισσα κάποια μέρα, μήπως να το ξανασκεφτόσουν...
     - Μια χαρά ταιριάζει, αλλά έτσι κι αλλιώς, εγώ στο χορό του πρίγκηπα δεν πάω!
     - Γιατί, αγάπη μου; Δε θέλεις να χορέψεις, να διασκεδάσεις; 
     - Δεν πετάω και την σκούφια μου...
     - Ναι, αλλά, δε θέλεις να γίνεις βασίλισσα;
     - Σιγά μη θέλω να γίνω βασίλισσα!
     - Άλλο πάλι και τούτο! Και τι θα ήθελες να γίνεις, δηλαδή; Τι επιλογές υπάρχουν;
     - Οι καλύτερες! Το έχω αποφασίσει: θα γίνω θαλασσοπόρος!
     - Αστειεύεσαι, φαντάζομαι...
     - Καθόλου δεν αστειεύομαι! Και αν πρέπει να παντρευτώ οπωσδήποτε, θα παντρευτώ έναν πειρατή! Τέλος!
     Και η Λουίζα, συγγνώμη, η Σταχτοπούτα ήθελα να πω, σηκώθηκε φουρκισμένη και βγήκε από το δωμάτιο, αφήνοντας μαύρες πατημασιές στο πάτωμα.
     - Αν η Λουίζα παντρευτεί πειρατή, είπε η μικρή κόρη, εγώ λέω να παντρευτώ έναν ταχυδακτυλουργό...
     - Ωραία ιδέα, είπε και η αδερφή της, κι εγώ τότε θα παντρευτώ έναν θηριοδαμαστή, και θα ταξιδεύουμε και οι δυο μας μαζί, με το ίδιο τσίρκο...
     - Για ηρεμήστε εσείς οι δύο, είπε η μητέρα τους, που ό,τι ακούτε το αντιγράφετε... Η Λουίζα μας απλώς κάνει πείσματα, τον πρίγκηπα θα παντρευτεί στο τέλος, και θα το δείτε.
     - Κι εγώ πρίγκηπα θα παντρευτώ, είπε η μικρή. Πλάκα έκανα.
     - Κι εγώ, είπε η μεγάλη.
     - Μπράβο, τα καλά μου τα κορίτσια! Πηγαίνετε τώρα να κοιμηθείτε, για να ξεκουραστείτε και να είστε φρέσκιες αύριο, που θα πάμε για ψώνια.
     Οι αδερφούλες αποσύρθηκαν για να πάνε για ύπνο και η μητέρα τους έμεινε μόνη της και προβληματισμένη. Η Λουίζα είχε αγριέψει πολύ και φαινόταν αποφασισμένη, όχι μόνο να μην πάει στο χορό, αλλά και να σαμποτάρει κάθε πιθανότητα που είχε για να τη διαλέξει ο πρίγκηπας. Η καημένη η μητριά δεν ήξερε τι να κάνει. Και τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από τη νεραϊδονονά της Λουίζας, στέλνοντάς της μήνυμα με την ένδειξη "επείγον".
     Η νεραϊδονονά, γεμάτη ανησυχία, έφτασε άμεσα και η μητριά την ενημέρωσε για τα τερτίπια της βαφτιστήρας της. Η νεραϊδονονά υποσχέθηκε να κάνει ό,τι περνούσε από το ραβδάκι της για να πάνε όλα κατ'ευχήν. Ύστερα, πήγε στο δωμάτιο της Λουίζας.
     - Καλησπέρα, Λουίζα μου, είπε η νεραϊδονονά.
     - Καλώς τη νονά, είπε εκείνη. Πώς και από εδώ, τέτοια ώρα; Δε σε περίμενα.
     - Ήρθα να σου μιλήσω για το χορό του παλατιού.
     - Ωχ, αρχίσαμε..., σκέφτηκε η Λουίζα.
     - Θα πας, φυσικά, έτσι δεν είναι; συνέχισε η νεραϊδονονά.
     Η Λουίζα ήξερε πολύ καλά ότι στη νεραϊδονονά δεν πηγαίνεις κόντρα.
     - Εντάξει, καλά, θα πάω, είπε.
     - Τι μούτρα είναι αυτά; Και θα πας, και θα χορέψεις, και θα περάσεις υπέροχα. Και, εννοείται, θα κερδίσεις και την καρδιά του πρίγκηπα! 
     - Εντάξει, νονά, ό,τι πεις, είπε η Λουίζα.
     - Πότε είναι ο χορός;
     - Μεθαύριο.
     - Εντάξει, λοιπόν, μεθαύριο το βράδυ θα ξανάρθω για να σου φέρω το φόρεμα που θα φορέσεις στο χορό, είπε η νεραϊδονονά. Το ωραιότερο φόρεμα θα σου φτιάξω!
     - Την πάτησα! σκέφτηκε η Λουίζα.
     Το βράδυ του χορού έφτασε και η νεραϊδονονά εμφανίστηκε στο δωμάτιο της Λουίζας.
     - Ορίστε το φόρεμά σου, είπε και το εμφάνισε με ένα κούνημα του ραβδιού της. Είναι ραμμένο με υψηλής ποιότητας νεραϊδοκλωστή και με γνήσια αστερόσκονη. Θα πάθουν πλάκα όσοι το δουν! Σου έφερα και ένα ζευγάρι γυάλινα γοβάκια, φτιαγμένα από κρύσταλλο Βοημίας, για τέλεια εφαρμογή. Τα φοράς και πετάς! Άντε, ντύσου, η ώρα περνάει! 
     Ντύθηκε η Λουίζα, φόρεσε και τα γυάλινα γοβάκια και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Τόσες βόλτες μέσα στο καταμεσήμερο είχαν πάει στράφι.
     - Κούκλα είσαι, είπε η νεραϊδονονά, καλά που έραψα και λίγες σκελίδες σκόρδου στο στρίφωμα για το μάτι... Έλα τώρα να φτιάξουμε και τα μαλλιά σου.
     Κούνησε το ραβδάκι της και τα μαλλιά της Λουίζας χτενίστηκαν όμορφα, από μόνα τους. Η νεραϊδονονά τους έβαλε και λακ, για μεγαλύτερη σταθερότητα.
     - Έτοιμη! είπε η νεραϊδονονά. Βιάσου τώρα, οι αδερφές σου είναι ήδη στην άμαξα και σε περιμένουν. 
     Η νεραϊδονονά συνόδευσε τη Λουίζα στην άμαξα και της έδωσε τη νεραϊδοευχή της.
     - Καλή διασκέδαση και καλή επιτυχία! ευχήθηκε, τόσο στη Λουίζα, όσο και στις αδερφές της. Περιμένω πρόσκληση για το γάμο, είπε σχεδόν ψιθυριστά στη μητριά.
     Η άμαξα με τη Λουίζα και τις αδερφές της έφτασε στο παλάτι λίγο προτού ξεκινήσει ο χορός. Στο μεταξύ, η Λουίζα προσπαθούσε διακριτικά να τσαλακώσει την άψογη εικόνα της, χωρίς επιτυχία. Η λακ στα μαλλιά της είχε δείκτη αντοχής τα 15 Μποφώρ, και η νεραϊδοκλωστή με την οποία είχε ραφτεί το φόρεμα δεν κοβόταν με τίποτα.
      Όλοι έμειναν έκθαμβοι από την ομορφιά της, και μόλις εμφανίστηκε ο πρίγκηπας στη μεγάλη σάλα, το βλέμμα του κατευθείαν καρφώθηκε επάνω της.
     - Χορεύετε; τη ρώτησε, αφού την πλησίασε και υποκλίθηκε ευγενικά.
     - Με πονάει ο κάλλος μου, ήθελε να απαντήσει, αλλά η μητριά της από απέναντι την κοιτούσε επίμονα, οπότε υποκλίθηκε ευγενικά και αφέθηκε στην αγκαλιά του πρίγκηπα. 
     Χόρεψαν για λίγο μέσα στη σάλα και στη συνέχεια, χωρίς να σταματήσουν στιγμή το χορό, ο πρίγκηπας την οδήγησε σε ένα μπαλκόνι, που το έλουζε το φεγγαρόφωτο. 
     - Δεν έχω συναντήσει άλλη σαν κι εσένα, είπε ο πρίγκηπας, καθώς της έκανε μια περιστροφή. Είσαι η πιο όμορφη κοπέλα που έχω δει στη ζωή μου. Από την στιγμή που σε είδα, δεν έχω μάτια για καμία άλλη. Νομίζω ότι βρήκα την αδελφή ψυχή μου, αυτήν που θα γίνει γυναίκα μου. Πώς σε λένε, ομορφιά μου;
     - Σταχτοπούτα.
     - Σταχτοπούτα; Τι όνομα είναι αυτό; 
     - Το βαφτιστικό μου.
     - Εντελώς ακατάλληλο για βασίλισσα, αλλά, μην ανησυχείς, θα βρεθεί μια λύση, τι διάολο, βασιλιάς θα γίνω!
     - Μεγάλη ιδέα έχει για τον εαυτό του, σκέφτηκε η Λουίζα.
     - Θα βγάλω ένα διάταγμα και θα το αλλάξω, συνέχισε ο πρίγκηπας. Πώς σου φαίνεται το όνομα Ροζαλίντα; Ήταν το όνομα της αγαπημένης μου φοραδίτσας. Είχαμε πάρει μέρος και σε διεθνείς αγώνες μαζί, είχαμε πάρει και μετάλλια. Δυστυχώς τη χάσαμε πριν από ένα μήνα.
     - Μήπως είναι κομματάκι ηλίθιος; σκέφτηκε η Λουίζα. Τι νομίζει, ότι θα πάρω τη θέση της φοράδας του;
     - Λυπάμαι, είπε. 
     - Ναι, και τώρα θα πρέπει να βρω καινούργια φοράδα. Αλλά καμία δεν είναι σαν τη Ροζαλίντα... Λοιπόν, πώς σου φαίνεται το όνομα Ροζαλίντα;
     - Σίγουρα είναι ηλίθιος, σκέφτηκε η Λουίζα. Και θα γίνει και βασιλιάς, τρομάρα του!
     - Την καινούργια φοράδα θα την ονομάσω αλλιώς, μην ανησυχείς, δε θα έχετε το ίδιο όνομα, συμπλήρωσε ο πρίγκηπας.
     - Α, καλά, αυτός είναι για τα σίδερα! σκέφτηκε η Λουίζα.
     - Δε θα ήθελα να αλλάξω όνομα, του είπε, είμαι συναισθηματικά δεμένη με αυτό που έχω.
     - Καλά, θα σκεφτώ κάποιο άλλο... Να δω τι θα πει και η μαμά...
     - Και μαμμόθρεφτο, σκέφτηκε η Λουίζα. Όλο και καλύτερο γίνεται... Τι θα κάνω τώρα;
     - Θα τις διώξω όλες, είπε ο πρίγκηπας, δεν έχει νόημα να συνεχιστεί ο χορός, εγώ αποφάσισα ποια θα παντρευτώ.
     - Μήπως να τη ρωτούσες κιόλας;
     - Ποια;
     - Αυτή που θα παντρευτείς.
     - Εσύ είσαι αυτή.
     - Αυτήν εννοώ και εγώ.
     - Να σε ρωτήσω, δηλαδή;
     - Ναι.
     - Δεν το επιτρέπει το πρωτόκολλο.
     - Α, υπάρχει και πρωτόκολλο!
     - Φυσικά και υπάρχει! Γιατί δε σου αρέσει το Ροζαλίντα; Είναι ωραίο όνομα... μα τι συμβαίνει, τι έπαθες;
     Η Λουίζα μόλις είχε καταφέρει να βγάλει το ένα της γοβάκι, με αποτέλεσμα να κουτσαίνει.
     - Τι εννοείς; τον ρώτησε.
     - Γιατί ανεβοκατεβαίνεις έτσι;
     - Ααα, αυτό εννοείς... Ε, να...
     - Είσαι κουτσή;
     - Εεε, όχ... δηλαδή, ναι, είμαι λίγο...
     - Μα δεν ήσουν πριν!
     - Ναι, έχω μια σπάνια πάθηση, που ξαφνικά μου παραμορφώνει το πόδι, να, κοίτα!
     Και η Λουίζα σήκωσε λίγο την άκρη του φορέματός της, αφήνοντας να φανεί το λερωμένο με στάχτη ξυπόλητο πόδι της.
     - Μα αυτό είναι τρομερό! είπε ο πρίγκηπας. Όλα μπορώ να τα δεχτώ σε μια γυναίκα, μέχρι και την εξυπνάδα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να παντρευτώ γυναίκα κουτσή, και με μαυρισμένο πόδι, δεν το επιτρέπει το πρωτόκολλο. Ούτε στη μαμά θα αρέσει. Σε κανέναν δε θα αρέσει, δηλαδή.
     Ο πρίγκηπας υποκλίθηκε. 
     - Λυπάμαι, Σταχτοπούτα, είπε, αλλά θα πρέπει να επιστρέψω στη σάλα. Κάποια κοπέλα θα υπάρχει εκεί μέσα που να είναι κατάλληλη για γυναίκα μου, σύμφωνα με το πρωτόκολλο. Καλή τύχη. Δεν είμαστε πια ζευγάρι. Α, και θα το εκτιμούσα αν εκκένωνες το μπαλκόνι, προτού επιστρέψω με την αρραβωνιαστικιά μου. 
     - Πότε υπήρξαμε ζευγάρι; αναρωτήθηκε η Λουίζα, καθώς κοιτούσε τον πρίγκηπα να απομακρύνεται.
     Λίγο πιο εκεί, το γυάλινο γοβάκι που είχε καταφέρει να βγάλει από το πόδι της έλαμπε στο φεγγαρόφωτο. Και καθώς η Λουίζα το πλησίασε κουτσαίνοντας και έσκυψε να το πιάσει, ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της. Μόλις είχε ανακαλύψει τον τρόπο να αποφεύγει τους επίδοξους μνηστήρες...

ΥΓ: Αυτή ήταν η τρίτη μου συμμετοχή στο δρώμενο της Μούσας μου, Woman in blogs, με θέμα τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ. Το ζητούμενο είναι να "πειράξουμε" όποιο παραμύθι των αδελφών Γκριμ θέλουμε, με όποιον τρόπο θέλουμε, είτε αλλάζοντας την τροπή της ιστορίας, είτε αλλάζοντας την εποχή όπου διαδραματίζεται, είτε αλλάζοντας πρωταγωνιστές. Αφού, λοιπόν, ασχολήθηκα με τα παραμύθια της Χιονάτης και της Κοκκινοσκουφίτσας, ήρθε η σειρά της Σταχτοπούτας, στην οποία έδωσα έναν πιο δυναμικό ρόλο, χωρίς να παραλείψω το γυάλινο γοβάκι. Επίσης, συνειδητοποίησα το προφανές, ότι το όνομα Σταχτοπούτα (όπως και το όνομα Κοκκινοσκουφίτσα) αποτελεί παρατσούκλι, οπότε αποφάσισα να της δώσω το πραγματικό της - κατά την γνώμη μου - όνομα. Ομολογώ ότι την "πειραγμένη" Σταχτοπούτα τη διασκέδασα περισσότερο από τις άλλες δύο διασκευές, και νομίζω ότι αυτό φαίνεται. 
Γούμαν μου, τι δρώμενο ήταν αυτό που σκέφτηκες! 

Τρίτη 6 Μαΐου 2025

Η Κοκκινοσκουφίτσα και ο κακός γερο-Λύκος

 

     Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι, που η μαμά του του φορούσε πάντα ένα κόκκινο σκουφάκι και γι'αυτό όλοι το φώναζαν Κοκκινοσκουφίτσα. Στην Κοκκινοσκουφίτσα δεν άρεσε και τόσο αυτό το παρατσούκλι, ούτε να φοράει σκουφί της άρεσε, αλλά αγαπούσε πολύ τη μαμά της και δεν ήθελε να της χαλάει χατήρι, κυρίως επειδή το κόκκινο σκουφάκι το είχε πλέξει η μαμά μόνη της. Παρεμπιπτόντως, το κανονικό όνομα της Κοκκινοσκουφίτσας ήταν Αφροξυλάνθη. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, δηλαδή, στο θέμα του ονόματος.
     Μια μέρα, η γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας πήρε τηλέφωνο και είπε ότι ήταν άρρωστη και δεν μπορούσε καλά-καλά να σηκωθεί από το κρεβάτι. Η μαμά της Κοκκινοσκουφίτσας, μόλις το έμαθε, έφτιαξε κοτόσουπα και ύστερα φώναξε την Κοκκινοσκουφίτσα και της είπε:
     - Κοκκινοσκουφίτσα, πάρε αυτό το φαγητοδοχείο να το πας στη γιαγιά σου, που είναι άρρωστη. Έχει μέσα κοτόσουπα που της έφτιαξα για να γίνει γρήγορα καλά. Να προσέχεις στον δρόμο, να περνάς πάντα από τις διαβάσεις των πεζών και από τα φανάρια, και μόνο όταν είναι αναμμένος ο Γρηγόρης, και να μη χαζεύεις δεξιά κι αριστερά. Να πάρεις το κλειδί που η γιαγιά έχει κρυμμένο μέσα στην γλάστρα με το βασιλικό, να ανοίξεις την πόρτα και να μπεις να της δώσεις τη σούπα. Και μην καθήσεις πολλή ώρα και κολλήσεις, να γυρίσεις αμέσως πίσω, εντάξει;
     - Εντάξει, μαμά, είπε η Κοκκινοσκουφίτσα και, κρατώντας προσεκτικά το φαγητοδοχείο, ξεκίνησε για το σπίτι της γιαγιάς.
     Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και η διαδρομή προς το σπίτι της γιαγιάς ήταν ευχάριστη. Η Κοκκινοσκουφίτσα περπατούσε προσεκτικά, χωρίς να χαζεύει, όπως της είχε πει η μαμά της. Δεν καθυστέρησε ούτε όταν πέρασε μπροστά από ένα μεγάλο παιχνιδάδικο με μια πολύ εντυπωσιακή βιτρίνα, ούτε όταν πέρασε μπροστά από ένα ζαχαροπλαστείο που μοσχομύριζε σοκολάτα.
     Λίγο πιο πέρα, όμως, το μάτι της Κοκκινοσκουφίτσας έπεσε σε μια παιδική χαρά, όπου, εκτός από τις κούνιες, την τσουλήθρα και δυο-τρεις τραμπάλες, υπήρχαν και μερικά παρτέρια γεμάτα πολύχρωμα λουλούδια. Πόσο θα χαιρόταν η γιαγιά της αν, εκτός από την κοτόσουπα, της πήγαινε μαζί και μερικά λουλούδια!
     Η Κοκκινοσκουφίτσα μπήκε στην παιδική χαρά για να κόψει μερικά λουλουδάκια, αλλά οι κούνιες την κοιτούσαν τόσο προκλητικά που δεν μπόρεσε να τους αντισταθεί. Μέσα σε μισό λεπτό είχε ήδη ανέβει σε μία κούνια και κουνιόταν πέρα-δώθε, πέρα-δώθε, με τα μαλλιά της - όσα ξέφευγαν από το σκουφάκι - και τη φουστίτσα της να ανεμίζουν στον αέρα. 
     Για λίγη ώρα, η Κοκκινοσκουφίτσα περνούσε τόσο ωραία, που ξέχασε και τα λουλουδάκια, και τη γιαγιά, και την κοτόσουπα, αλλά πολύ σύντομα θυμήθηκε τι της είχε ζητήσει να κάνει η μαμά της και τι ήθελε να κάνει και εκείνη, οπότε κατέβηκε από την κούνια και πήγε σε ένα από τα παρτέρια.
     - Γεια σου, μικρούλα, άκουσε μια φωνή, καθώς έκοβε κάτι μαργαρίτες.
     Γύρισε και είδε έναν γεράκο που καθόταν σε ένα παγκάκι εκεί δίπλα.
     - Πώς σε λένε; τη ρώτησε ο γεράκος.
     Η μαμά της της είχε πει να μη μιλάει σε αγνώστους, και τον γεράκο δεν τον γνώριζε, όμως αποφάσισε φερθεί ευγενικά και να μην τον αγνοήσει.
     - Κοκκινοσκουφίτσα, του είπε, επειδή δεν ήθελε να συστηθεί ως Αφροξυλάνθη.
     - Και τι κάνεις εδώ μόνη σου, Κοκκινοσκουφίτσα;
     - Μαζεύω μερικά λουλουδάκια για τη γιαγιά μου.
     - Μα τι καλό παιδί που είσαι, τι ευγενικό, τι καλόκαρδο... Και πού είναι η γιαγιά σου; Είναι κάπου εδώ γύρω;
     - Στο σπίτι της είναι.
     - Α, στο σπίτι της, πολύ ωραία!
     - Ναι, είναι άρρωστη και της πηγαίνω κοτόσουπα που έφτιαξε η μαμά μου.
     - Είναι πολύ νόστιμη η κοτόσουπα, είμαι σίγουρος πως θα είναι πολύ νόστιμη... Και, δε μου λες: μόνη σου πηγαίνεις στη γιαγιά σου; 
     Η Κοκκινοσκουφίτσα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.
     - Μα τόσο μικρό κορίτσι και να κυκλοφορεί στην πόλη μόνο του; Πώς μπορείς; 
     - Δεν είμαι τόσο μικρή! είπε και τεντώθηκε λίγο, προσπαθώντας να φανεί πιο ψηλή.
     - Α, μα βέβαια, δεν το είχα προσέξει, έχεις δίκιο, δεν είσαι τόσο μικρή... Δηλαδή, δε φοβάσαι μη χαθείς;
     - Όχι, φυσικά, τον ξέρω τον δρόμο!
     - Και δε φοβάσαι τίποτα, δηλαδή;
     - Όχι!
     - Τι χαριτωμένο κοριτσάκι που είσαι! Και τι όμορφο σκουφάκι είναι αυτό που φοράς!
     - Η μαμά μου το έφτιαξε.
     - Είναι πολύ ωραίο, και ταιριάζει και πολύ ωραία και με το φουστανάκι σου... Μα, πλησίασε λίγο, να σε δω καλύτερα!
     Η Κοκκινοσκουφίτσα δίσταζε.
     - Μήπως με φοβάσαι;
     - Δε σε φοβάμαι, είπε η Κοκκινοσκουφίτσα, αλλά η μαμά μου μου έχει πει να μη μιλάω σε αγνώστους...
     - Δίκιο έχει η μαμά σου. Αλλά, από την άλλη, μιλάμε ήδη τόση ώρα, θα σου πω και το όνομά μου, οπότε δεν θα είμαι και τόσο άγνωστος, έτσι δεν είναι;    
Η Κοκκινοσκουφίτσα έμεινε σκεφτική.
     - Λύκο με λένε, είπε ο γεράκος.
     - Νίκο;
     - Όχι Νίκο, Λύκο. Αλλά όλοι με φωνάζουν γερο-Λύκο.
     - Περίεργο όνομα έχεις.
     - Ναι, είναι λίγο περίεργο, το ξέρω, αλλά και το δικό σου είναι περίεργο, έτσι δεν είναι;
     Η Κοκκινοσκουφίτσα σκέφτηκε προς στιγμήν να του πει το κανονικό της όνομα, αλλά δεν είπε τίποτα.
     - Και τώρα που συστηθήκαμε και δεν είμαστε πια άγνωστοι, συνέχισε εκείνος, έλα λίγο πιο κοντά μου, να σε δω καλύτερα. Έλα, και θα σου δώσω και μια ωραία καραμέλα.
     Η Κοκκινοσκουφίτσα πλησίασε λίγο.
     - Α, μα και το φορεματάκι σου είναι πολύ καλοφτιαγμένο. Η μαμά σου το έφτιαξε και αυτό;
     - Ναι.
     - Χρυσοχέρα γυναίκα... Από τι ύφασμα είναι;
     - Δεν ξέρω.
     - Από εδώ δεν βλέπω καλά, αλλά αν το πιάσω, θα καταλάβω. Πλησίασε λίγο να δω.
     - Πού είναι η καραμέλα; ρώτησε η Κοκκινοσκουφίτσα, χωρίς να κουνηθεί από τη θέση της.
     - Η καραμέλα; Α, ναι, στην τσέπη μου την έχω. Έλα, πλησίασε, να βάλεις το χέρι σου στην τσέπη μου και να την πάρεις μόνη σου... Δεν πιστεύω να φοβάσαι ακόμη!
     - Όχι, βέβαια, είπε, προσπαθώντας να παραστήσει τη θαρραλέα.
     Η Κοκκινοσκουφίτσα έκανε να πλησιάσει τον γερο-Λύκο.
     - Έτσι μπράβο, έλα λίγο ακόμα πιο κοντά, είπε εκείνος και χαμογέλασε. 
     - Αλτ! ακούστηκε μια δυνατή αντρική φωνή. Τι κάνεις εσύ εδώ, παλιοανώμαλε; 
     Ο γερο-Λύκος γούρλωσε τα μάτια. Η Κοκκινοσκουφίτσα έστρεψε το βλέμμα της προς τη φωνή και είδε έναν αστυνομικό. Και, προτού ενημερώσει τον αστυνομικό ότι τον γεράκο τον έλεγαν γερο-Λύκο και όχι παλιοανώμαλο, ο αστυνομικός τον είχε πιάσει ήδη και τον κρατούσε σφιχτά.
     - Δε σου είπαμε να μην πλησιάζεις τις παιδικές χαρές; είπε ο αστυνομικός στον γερο-Λύκο. Δε σου έγινε μάθημα η τελευταία φορά; Συλλαμβάνεσαι, γύρνα από την άλλη!
     Ο γερο-Λύκος έκανε μεταβολή και έβαλε υπάκουα τα χέρια πίσω από την πλάτη του, ενώ ο αστυνομικός του πέρασε χειροπέδες.
     - Τυχερή ήσουν, μικρή μου, που έτυχε να περνάω από εδώ, είπε ο αστυνομικός. Αλλά, γιατί είσαι μόνη σου, και πού είναι η μαμά σου;
     Και τότε η Κοκκινοσκουφίτσα τα είπε όλα στον αστυνομικό και εκείνος, αφού παρέδωσε τον γερο-Λύκο στο συνάδελφό του για να τον οδηγήσει στον εισαγγελέα, συνόδευσε ο ίδιος την Κοκκινοσκουφίτσα στο σπίτι της γιαγιάς της. Και αφού άφησαν την κοτόσουπα και τα λουλουδάκια στη γιαγιά, και αφού της ευχήθηκαν περαστικά, ο αστυνομικός επέστρεψε την Κοκκινοσκουφίτσα στο σπίτι της. 
     Και εκεί, ο αστυνομικός ενημέρωσε τη μαμά της Κοκκινοσκουφίτσας για τα όσα είχαν συμβεί και της είπε ότι με την ισχύουσα νομοθεσία ήταν πολύ πιθανό ο γερο-Λύκος πολύ σύντομα να ξανακυκλοφορούσε ελεύθερος, αλλά και ότι υπήρχε σχετική νομοθεσία και για τους ακατάλληλους γονείς, οπότε αν ξανάβλεπε την κόρη της να κυκλοφορεί μόνη της στον δρόμο, θα ερχόταν στο σπίτι και θα συλλάμβανε την ίδια για έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο, κάτι που θα μπορούσε πολύ εύκολα να της στερήσει την επιμέλεια της μικρής. Και, ευτυχώς για όλους, η μαμά συνετίστηκε και δεν ξανάφησε την Κοκκινοσκουφίτσα να κυκλοφορήσει μόνη της, μόνο πως το παράκανε λιγάκι, και ύστερα η Κοκκινοσκουφίτσα έτρεχε στους ψυχαναλυτές.
     Αυτό, βέβαια, είναι μια άλλη ιστορία, για ένα άλλο παραμύθι...


ΥΓ1: Ύστερα από γενική απαίτηση να συμμετάσχω στο δρώμενο που διοργανώνει η Woman in Blogs με περισσότερα από ένα παραμύθια των αδελφών Γκριμ, αλλά κυρίως επειδή με αυτό το δρώμενο η Γούμαν πυροδότησε το μηχανισμό που κινεί τη φαντασία μου, αποφάσισα να πιάσω στα χέρια μου και το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας, φέρνοντάς το στη σημερινή εποχή, αλλά μένοντας, κατά κάποιον τρόπο, πιστή στο αρχικό παραμύθι. Θυμίζουμε ότι το ζητούμενο του δρώμενου είναι να "πειράξουμε" με όποιον τρόπο θέλουμε, όποιο παραμύθι των αδελφών Γκριμ θέλουμε, έτσι ώστε να γνωρίσουμε αυτά τα παραμύθια, αλλά και να μπορέσουμε να τα δούμε υπό άλλο πρίσμα. Από ό,τι φαίνεται, ήθελε δεν ήθελε αυτή η μουσίτσα η Γούμαν, έγινε τελικά η Μούσα μου!

ΥΓ2: Θα προσπαθήσω να συγκρατηθώ και να περιμένω τις συμμετοχές και των άλλων, αλλιώς πολύ φοβάμαι ότι η Γούμαν θα πρέπει να μετονομάσει το δρώμενο σε "Ένας Μάιος γεμάτος Πίπη".

Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

Η Χιονάτη, οι εφτά νάνοι, και κάποιοι ακόμη


     Μια φορά κι έναν καιρό, σε έναν μεγάλο, επιβλητικό, βασιλικό πύργο, ζούσε ένας καθρέφτης. Ήταν μεγάλος και εντυπωσιακός, και είχε μια χρυσή κορνίζα, που ήταν φτιαγμένη με μεράκι και μεγάλη προσοχή. Η βασίλισσα του είχε μεγάλη αδυναμία - ήταν προίκα της, εξάλλου, και τον είχε φέρει από το πατρικό της - και τον επισκεπτόταν κάθε τρεις και λίγο. Πού την έχανες, πού την έβρισκες, μπροστά στον καθρέφτη, να κοιτάζεται και να στολίζεται.
     Του βασιλιά δεν του πολυάρεσε όλη αυτή η εμμονή της βασίλισσας με τον καθρέφτη, μα, από την άλλη σκεφτόταν ότι η ομορφιά της βασίλισσας ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο την είχε επιλέξει και ότι ήταν λογικό να φροντίζει τόσο την ομορφιά της, αφού ήταν, ίσως, το μεγαλύτερό της προσόν. Έτσι, δεν της έλεγε τίποτα.
     Αυτό που δεν ήξερε, όμως, ο βασιλιάς, ήταν ότι ο καθρέφτης της βασίλισσας, εκτός από όμορφος, ήταν και μαγικός. Εκτός που μπορούσε να σου δείξει τον εαυτό σου, μπορούσε να ταξιδέψει μέσα σε μια στιγμή σε όλο τον κόσμο και να σου δείξει και ό,τι άλλο ήθελες, όπου κι αν αυτό βρισκόταν. Και όχι μόνο αυτό, σου μιλούσε κιόλας. Δηλαδή, μόνο στη βασίλισσα μιλούσε.
     Ετοιμαζόταν κάθε πρωί η βασίλισσα, φορούσε τα βασιλικά της φορέματα, πήγαινε μπροστά στον καθρέφτη και τον ρωτούσε:
     - Καθρέφτη, καθρεφτάκι, ποια είναι η πιο όμορφη στον κόσμο;
     Και ο καθρέφτης, που εκτός από όμορφος ήταν και έξυπνος, και εκτός από έξυπνος ήταν και εξαιρετικός κόλακας, της απαντούσε:
     - Γύρισα χώρες και χωριά, 
       μα σαν κι εσένα πουθενά,
       πρώτη είσαι στην ομορφιά,
       και δε σε φτάνει άλλη καμιά.
     Και τότε η βασίλισσα, ευχαριστημένη, αποτραβιόταν για να κάνει τα μποτέ της, όπως κάνει κάθε γυναίκα που σέβεται την ομορφιά της.
     Ο καθρέφτης περνούσε πολύ ωραία και ήταν ευχαριστημένος από τη ζωή του στο παλάτι, μέχρι που μια μέρα, στο δωμάτιό του μπήκε η μοναχοκόρη του βασιλιά, η Χιονάτη, που είχε φτάσει σε ηλικία γάμου χωρίς κανένας να το πάρει είδηση, αφού ο βασιλιάς ήταν απασχολημένος με τις ευθύνες του βασιλείου του και η βασίλισσα ήταν απασχολημένη με την ομορφιά της. 
     Η Χιονάτη είχε μπει στο δωμάτιο εντελώς τυχαία, ψάχνοντας το αγαπημένο της χαμστεράκι, που όλο κρυβόταν στα πιο απίθανα μέρη. Έριξε μια γρήγορη ματιά στο δωμάτιο, και αφού το χαμστεράκι της δε φαινόταν πουθενά, ξαναβγήκε από το δωμάτιο χωρίς καθυστέρηση. Ο καθρέφτης έμεινε ξανά μόνος του στο δωμάτιο. Μόνος και ερωτευμένος.
     Από εκείνη τη μέρα, η μόνη σκέψη του καθρέφτη ήταν πώς να ξαναδεί τη Χιονάτη και πώς να ζήσει για πάντα μαζί της. Και επειδή η Χιονάτη μονοπωλούσε πλέον την σκέψη του, του ήταν εξαιρετικά δύσκολο να λέει κάθε μέρα το ποιηματάκι του στη βασίλισσα, αφού στην πραγματικότητα αυτό που ήθελε να βροντοφωνάξει ήταν ότι η πιο όμορφη στον κόσμο ήταν η αγαπημένη του Χιονάτη! Έσφιγγε όμως τα δόντια και κατάφερνε να μην προδώσει το μυστικό του, αφού ήξερε πολύ καλά ως πού μπορούσε να φτάσει η βασίλισσα για να εξαλείψει τον ανταγωνισμό.
     Όποτε έμενε μόνος του, ο καθρέφτης ταξίδευε όπου βρισκόταν η Χιονάτη και την παρακολουθούσε, να ομορφαίνει μέρα με τη μέρα. Την έβλεπε να μαζεύει λουλούδια στον κήπο και ευχόταν να μπορούσε να της χαρίσει όλα τα λουλούδια του κόσμου, την έβλεπε να σιγοτραγουδάει στο παράθυρό της και ευχόταν να μπορούσε να της κάνει καντάδα, την έβλεπε να χορεύει και ευχόταν να μπορούσε να τη συνοδεύσει σε έναν ωραίο, βασιλικό χορό... Αλλά τίποτα από αυτά δεν μπορούσε να γίνει, ο καθρέφτης ήταν φυλακισμένος σε εκείνο το δωμάτιο και σε εκείνη την κορνίζα...
     Μια μέρα που η βασίλισσα στάθηκε μπροστά του και του έκανε τη συνηθισμένη ερώτηση, ο καθρέφτης, που είχε περάσει όλο το βράδυ χαζεύοντας τη Χιονάτη που κοιμόταν και ήταν ακόμα υπό την επήρεια της ομορφιάς της, δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και της απάντησε:
      - Γύρισα χώρες και χωριά, 
       σαν τη Χιονάτη πουθενά,
       πρώτη είναι στην ομορφιά,
       και δεν την φτάνει άλλη καμιά.
     - Πώς; φώναξε η βασίλισσα, κάνοντας τον καθρέφτη να συνειδητοποιήσει την βλακεία που είχε μόλις διαπράξει. Για ποια Χιονάτη μιλάς; Γι'αυτό το μυξιάρικο που έπρεπε να ανεχτώ στις φωτογραφίες του γάμου μου;
     Τι να της πει τώρα ο καθρέφτης; Ότι το μυξιάρικο είχε μεγαλώσει και είχε γίνει μια κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά; Και πώς να καλύψει το λάθος του; Ξερόβηξε και ξαναείπε το σωστό ποιηματάκι:
     - Γύρισα χώρες και χωριά, 
       μα σαν κι εσένα πουθενά,
       πρώτη είσαι στην ομορφιά,
       και δε σε φτάνει άλλη καμιά.
     - Τι είπες για τη Χιονάτη; επέμεινε η βασίλισσα στην προηγούμενή του απάντηση. Είναι εκείνη η πιο όμορφη στον κόσμο;
     - Όχι, βασίλισσά μου, είπε εκείνος. Πριν, απλώς είχα βραχνιάσει και δεν ακούστηκα καθαρά. Γι'αυτό σου επανέλαβα την απάντησή μου. Εσύ είσαι η ομορφότερη σ'όλη την οικουμένη, κι όποιος σε δει χωρίς μιλιά, από το θάμπος, μένει.
     Η βασίλισσα δεν έδωσε συνέχεια, αλλά ούτε πείστηκε από τα λόγια του καθρέφτη. Και από εκείνη τη μέρα τον έβαλε σε επιτήρηση. Άρχισε να έρχεται στο δωμάτιο πιο συχνά και ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, να του κάνει την γνωστή ερώτηση, περιμένοντας πότε θα τον πιάσει να ολισθαίνει εκ νέου. Ο καθρέφτης ήταν μονίμως σε επιφυλακή και, αν είχε καρδιά, σίγουρα θα κινδύνευε να πάθει ανακοπή.
     Ο καθρέφτης σκέφτηκε ότι η αγαπημένη του κινδύνευε από τη βασίλισσα και ότι με κάποιον τρόπο θα έπρεπε να την προστατεύσει. Ενώ, όμως, εκείνος προσπαθούσε να σώσει τη Χιονάτη, εκείνη άρχισε να ερωτοτροπεί με έναν πρίγκηπα από ένα γειτονικό βασίλειο. Πήγαιναν μαζί βόλτα, χεράκι-χεράκι, μέχρι την άκρη του δάσους, τραγουδούσαν μαζί ερωτικά τραγούδια και πετούσαν κέρματα μέσα στο πηγάδι, ξάπλωναν δίπλα-δίπλα στο γρασίδι... Και, παρ'όλο που δεν είχε καρδιά, ο καθρέφτης ένιωσε να τον κυριεύει ο θυμός, με όλα αυτά που έβλεπε. 
     Πώς μπορούσε εκείνη να φέρεται έτσι, την στιγμή μάλιστα που αυτός έσπαγε το μυαλό του - τρόπος του λέγειν - προσπαθώντας να την προστατέψει από τη ζηλόφθονη μητριά της;
     - Αχάριστη! είπε ο καθρέφτης, τυφλωμένος από τη ζήλια του. Τώρα θα δεις! 
     Και την επόμενη φορά που η βασίλισσα του έκανε την γνωστή ερώτηση, εκείνος απάντησε με δυνατή φωνή:
     - Γύρισα χώρες και χωριά, 
       σαν τη Χιονάτη πουθενά,
       Χιονάτη, είσαι σαν ζωγραφιά,
       σκόνη την κάνεις τη μητριά.
     Σκύλιασε η βασίλισσα από το κακό της και αμέσως κατάστρωσε σχέδιο για να εξοντώσει τη Χιονάτη. Την έστειλε στο δάσος να μαζέψει μανιτάρια, δίνοντας κρυφά εντολή στον φρουρό που θα τη συνόδευε να την οδηγήσει πολύ βαθιά μέσα στο δάσος και να την σκοτώσει. Αλλά ο φρουρός τη λυπήθηκε τη Χιονάτη, επειδή πολλές φορές του είχε δώσει καραμέλες, για να πάει στα παιδιά του, και δεν την σκότωσε, αλλά την άφησε στο δάσος, αφού προηγουμένως την ενημέρωσε για τα σχέδια της μητριάς της.
     Ο καθρέφτης τα είδε όλα, φυσικά, αλλά όταν η βασίλισσα του έκανε την γνωστή ερώτηση, εκείνος δεν πρόδωσε αυτά που είχε δει. Είχε μετανιώσει για τη συμπεριφορά του και, επιπλέον, σκέφτηκε πως τώρα που η Χιονάτη βρισκόταν τόσο μακριά από τον αντιπαθητικό, ερωτύλο πρίγκηπα, σύντομα θα τον ξεχνούσε εντελώς, οπότε οι δικές του ελπίδες να την κάνει δική του αναπτερώνονταν.
     Η Χιονάτη έμεινε μόνη της στο δάσος και, ψάχνοντας να βρει κάποιο μέρος να μείνει, τυχαία ανακάλυψε το σπιτάκι όπου έμεναν εφτά νάνοι. Εκείνοι τρόμαξαν λίγο στην αρχή, όταν την είδαν, εξαιτίας του ύψους της, αλλά στη συνέχεια την υποδέχτηκαν με μεγάλη ευγένεια και άκουσαν την ιστορία της. Οι νάνοι είχαν ανατροφή και δεν θα άφηναν ποτέ μια κοπέλα μόνη της στο δάσος. Επιπλέον, καταλάβαιναν ότι η Χιονάτη, αν ήθελε να ζήσει, δεν έπρεπε επ'ουδενί να γυρίσει στο σπίτι της, οπότε της πρότειναν να τη φιλοξενήσουν για όσο καιρό επιθυμούσε. Έτσι, η Χιονάτη άρχισε να ζει στο σπιτάκι των νάνων και περνούσαν όλοι πολύ ωραία.
     Όλα είχαν ηρεμήσει στο παλάτι και η βασίλισσα ήταν η ομορφότερη του κόσμου και ο καθρέφτης ήταν πλέον ήσυχος ότι η Χιονάτη ήταν ασφαλής και κάποια μέρα θα γινόταν δική του. Στο σπιτάκι του δάσους, η Χιονάτη και οι νάνοι περνούσαν υπέροχα και κάθε βράδυ, που οι νάνοι γύριζαν από τη δουλειά τους, έστηναν γλέντι με άφθονο χορό και τραγούδι. Και οι εφτά τραγουδούσαν υπέροχα και ήταν εξαιρετικοί χορευτές. Και, πέρα από μερικά ελαττωματάκια που είχαν - άλλος ήταν λίγο γκρινιάρης, άλλος ήταν λίγο φιλάσθενος, άλλος λίγο ντροπαλός, άλλος λίγο τεμπέλης - όλοι ήταν πολύ καλά παιδιά.
     Μια μέρα, ο μεγαλύτερος από τους νάνους, που του άρεσε πολύ το διάβασμα και γι'αυτό τον έλεγαν Σοφό, τους μάζεψε και τους είπε:
     - Νομίζω ότι μας παρουσιάζεται μια μοναδική ευκαιρία, τώρα που έχουμε τη Χιονάτη ανάμεσά μας.
     - Τι ευκαιρία; ρώτησε ο Χαζούλης, που είχε πάντα τις περισσότερες απορίες από όλους.
     - Έχουμε ήδη φτάσει σε ηλικία γάμου, αλλά εδώ στο δάσος όπου ζούμε είναι πολύ δύσκολο να βρούμε νύφες. Σκέφτηκα, λοιπόν, να προτείνουμε στη Χιονάτη, μια που όλοι τη συμπαθούμε, να διαλέξει έναν από εμάς και να τον παντρευτεί. Τι λέτε; 
     - Ωραία ιδέα! είπαν οι υπόλοιποι νάνοι. 
     Και εκείνο το βράδυ, φορώντας τα καλύτερά τους ρούχα, έκαναν την πρότασή τους στη Χιονάτη. Εκείνη το σκέφτηκε. Ο πρίγκηπάς της ποιος ξέρει πού θα ήταν τώρα, και σιγά μην φανταζόταν ότι εκείνη βρισκόταν καταμεσίς του δάσους για να την ψάξει, άσε που τον κυνηγούσαν όλες οι πριγκήπισσες της επικράτειας, οπότε θα έβρισκε γρήγορα άλλη! Και, φυσικά, ήταν και το άλλο: Πού θα έβρισκε άντρα στο ύψος της σε εκείνη την ερημιά; Οι νάνοι, μπορεί να ήταν κοντοί, αλλά  ήταν όλοι τους καλά παιδιά, όμορφα, και έπιαναν και τα χέρια τους!
     - Σύμφωνοι, είπε η Χιονάτη στους νάνους. Θα παντρευτώ έναν από εσάς. Απλώς, θέλω λίγες μέρες προθεσμία, για να αποφασίσω ποιον θα παντρευτώ.
     Το άκουσε αυτό ο καθρέφτης και παρά τρίχα να ραγίσει από τα νεύρα του! Αν είναι δυνατόν! Ακόμα και με έναν νάνο θα τον απατούσε;
     - Καθρέφτη, καθρεφτάκι, ποια είναι η πιο όμορφη στον κόσμο; τον ρώτησε την επόμενη μέρα η βασίλισσα.
     - Γύρισα χώρες και χωριά, 
       σαν τη Χιονάτη πουθενά,
       μέσα στου δάσους την καρδιά,
       είναι μια σκέτη ομορφιά, απάντησε εκείνος.
     Γυάλισε το μάτι της βασίλισσας. Πώς γινόταν και ζούσε ακόμα η Χιονάτη; Ο καθρέφτης δεν της αποκάλυψε όλες τις λεπτομέρειες, αλλά την ενημέρωσε για το μέρος όπου ζούσε η όμορφη νέα. Και αυτή τη φορά, αφού η βασίλισσα κατάλαβε ότι αν θέλεις να γίνει μια δουλειά πρέπει να την κάνεις μόνος σου, αποφάσισε να πάρει την υπόθεση στα χέρια της.
     Αποτραβήχτηκε στα υπόγεια του πύργου, όπου είχε τα σύνεργα της μαγείας της και, χρησιμοποιώντας τα πιο δηλητηριώδη συστατικά, έφτιαξε ένα πολύ ισχυρό δηλητήριο. Ύστερα, βούτηξε ένα κατακόκκινο μήλο μέσα στο δηλητήριο και το σχέδιό της μπήκε σε εφαρμογή. 
     Η βασίλισσα - που, αν δεν το καταλάβατε ήδη, στην πραγματικότητα ήταν μια κακιά μάγισσα - μεταμορφώθηκε σε μια συμπαθητική γριούλα και, κρατώντας ένα καλάθι, όπου μέσα είχε τοποθετήσει το δηλητηριασμένο μήλο, ακολούθησε τις οδηγίες του καθρέφτη και έφτασε στο σπιτάκι όπου ζούσε η Χιονάτη.
     Την βρήκε να σκουπίζει έξω από το σπιτάκι και προσποιήθηκε ότι δεν αισθανόταν καλά. Η Χιονάτη, πονόψυχη όπως ήταν, της έφερε ένα ποτήρι νερό για να συνέλθει, και εκείνη, τάχα για να την ευχαριστήσει, της πρόσφερε το μήλο.
     Πήρε η Χιονάτη το μήλο, το δάγκωσε, και αμέσως έπεσε κάτω κάτωχρη. Η βασίλισσα είχε πετύχει τον στόχο της, και επέστρεψε στον πύργο της καταχαρούμενη. Βρήκε τον καθρέφτη λίγο θαμπό - επειδή, στο μεταξύ, εκείνος πάλι είχε μετανιώσει για τη συμπεριφορά του και είχε ξεσπάσει σε κλάματα για το θάνατο της αγαπημένης του -, αλλά δεν έδωσε σημασία και του απηύθυνε την γνωστή ερώτηση.
      - Γύρισα χώρες και χωριά, 
       μα σαν κι εσένα πουθενά,
       πρώτη είσαι στην ομορφιά,
       και δε σε φτάνει άλλη καμιά, απάντησε ο καθρέφτης, με ένα λυγμό στη φωνή του.
     - Έτσι μπράβο! είπε η βασίλισσα και αποσύρθηκε στα διαμερίσματά της.
     Στο μεταξύ, στο δάσος, οι νάνοι είχαν ανακαλύψει την νεκρή Χιονάτη και πλάνταξαν στο κλάμα, κυρίως επειδή είχαν χάσει τη μοναδική γυναίκα που είχε καταδεχτεί να τους δει ως υποψήφιους γαμπρούς. Πήγαν στην πόλη και της παρήγγειλαν το πιο ακριβό φέρετρο που μπορούσαν να αγοράσουν, και πήγαν και βρήκαν και έναν παπά για να τελέσει την κηδεία της.
     Η μέρα της κηδείας έφτασε και ο παπάς, εντυπωσιασμένος, ομολογουμένως, από την ομορφιά της νεκρής κοπέλας, άρχισε να ψέλνει, ενώ οι νάνοι ρουφούσαν διακριτικά τις μύτες τους. Αλλά, μόλις οι νάνοι σήκωσαν το φέρετρο στους ώμους τους για να το μεταφέρουν στον τάφο που είχαν φτιάξει για την Χιονάτη, το φέρετρο τραντάχτηκε, και μαζί με αυτό τραντάχτηκε και η Χιονάτη. Τότε, το κομμάτι του μήλου που είχε δαγκώσει η Χιονάτη έπεσε από το μισάνοιχτο στόμα της και εκείνη, ως δια μαγείας, άνοιξε τα μάτια της!
     Χαρά μεγάλη κυρίεψε τους νάνους, αλλά και τον παπά, που ανακάλυψε ότι η ζωντανή Χιονάτη ήταν απείρως ομορφότερη από τη νεκρή Χιονάτη. Η Χιονάτη διηγήθηκε σε όλους τι είχε συμβεί με την γριούλα με το μήλο και όλοι αποφάσισαν να μην ξαναφάνε ποτέ μήλο στη ζωή τους, απόφαση που ενισχύθηκε και από την επιλογή του παπά να κάνει μια αριστοτεχνική σύνδεση του μήλου που είχε δαγκώσει η Χιονάτη με το μήλο της αμαρτίας που είχε δαγκώσει η Εύα. Η Χιονάτη κοίταξε τον παπά γεμάτη θαυμασμό, και σχεδόν έκπληκτη διαπίστωσε ότι ήταν νέος, ωραίος, και στο ύψος της. Αλλά και εκείνος άρχισε να σκέφτεται ότι ίσως είχε βιαστεί να φορέσει τα ράσα.
     Λίγες μέρες μετά, η βασίλισσα στάθηκε και πάλι μπροστά στον καθρέφτη.
     - Καθρέφτη, καθρεφτάκι, ποια είναι η ομορφότερη στον κόσμο;
     Αλλά ο καθρέφτης μόλις είχε δει τη Χιονάτη νυφούλα, στο πλευρό του παπά, ο οποίος είχε τελικά  απαρνηθεί το ράσο για τις χάρες της όμορφης κοπέλας.
     - Καθρέφτη, καθρεφτάκι, ποια είναι η ομορφότερη στον κόσμο; επανέλαβε η βασίλισσα.
     Ο καθρέφτης ήταν πυρ και μανία. 
     - Ε, όχι και με τον παπά! αναφώνησε ο καθρέφτης εκτός εαυτού και μια τεράστια ρωγμή έσκισε την επιφάνειά του απ'άκρη σ'άκρη, καταστρέφοντάς τον για πάντα.
     - Όχι, μη! φώναξε η βασίλισσα, επειδή η ομορφιά της ήταν απόλυτα συνδεδεμένη με τον μαγικό καθρέφτη.
     Μονομιάς, το πρόσωπο της βασίλισσας γέμισε ρωγμές, όπως αυτήν του καθρέφτη. Η βασίλισσα κατάλαβε ότι είχε μεταμορφωθεί ανεπιστρεπτί στον πραγματικό, αποτρόπαιο εαυτό της και ότι δεν θα μπορούσε να ξαναεμφανιστεί ποτέ μπροστά στο βασιλιά. Και αφού είχε χάσει οριστικά το σημαντικότερό της προσόν, την ομορφιά της, αποφάσισε να εξαφανιστεί για πάντα. Καβάλησε ένα μαγικό σκουπόξυλο και πέταξε μακριά, αφήνοντας το βασιλιά στην ησυχία του.
     Όσο για τη Χιονάτη, κατάλαβε ότι, τελικά, αν θέλεις, ο κόσμος είναι γεμάτος άντρες. Και οι νάνοι κατάλαβαν ότι, τελικά, μάλλον το ύψος μετράει.



ΥΓ: Αυτή είναι η δική μου συμμετοχή στο δρώμενο που διοργανώνει η Woman in Blogs, που, ύστερα από γενική απαίτηση, επέστρεψε φουριόζα στο ολίγον αραχνιασμένο, αλλά πάντα αγαπημένο μπλογκόσπιτό της. Το ζητούμενο ήταν να "πειράξουμε" παραμύθια των αδελφών Γκριμ με όποιον τρόπο θέλουμε, είτε εισάγοντας νέους πρωταγωνιστές, είτε αλλάζοντας την τροπή των παραμυθιών, είτε αλλάζοντας το περιβάλλον και την εποχή όπου διαδραματίζονται. Ήταν, μάλλον, αυτό που χρειαζόμουν, παίρνοντας το πασίγνωστο παραμύθι της Χιονάτης και δίνοντας έναν μεγαλύτερο ρόλο στον καθρέφτη, αλλά και έναν πιο τσαχπίνικο αέρα στην πρωταγωνίστρια. Γούμαν μου, ομολόγησέ το: για εμένα το έφτιαξες το δρώμενο!

Κυριακή 13 Απριλίου 2025

Το κουρασάν

 

Σε χώρα παραμυθένια, πέρα, στους ωκεανούς,
που'χε θάλασσες, ηφαίστεια, όρη, μα και ποταμούς,
η μικρή βασιλοκόρη, μία μέρα με βροχή,
χτύπησε κάτω το πόδι, και σήκωσε και φωνή.

"Φτάνει πια όλο τα ίδια, να τρώω κάθε πρωί,
δε θέλω άλλες τηγανίτες κι ομελέτες με τυρί!
Δε θέλω ψωμί με μέλι, ούτε δημητριακά,
ούτε κέικ με σοκολάτα, ούτε αμυγδαλωτά!"

"Μήπως θέλεις κάροτ κέικ; Μήπως θέλεις τραχανά;
Μήπως θέλεις λουκουμάδες;", είπε ανήσυχη η μαμά.
"Τίποτα απ'αυτά δε θέλω, είναι όλα βαρετά,
κουρασάν μονάχα θέλω, βουτυράτα και ζεστά".

Η μαμά έδωσε τότε στην κουζίνα εντολή
κουρασάν να ετοιμάσουν, για να φάει η μικρή.
"Μάλιστα, Μεγαλειοτάτη", είπαν όλοι γελαστοί,
μα, η αλήθεια είναι, κανείς τους δεν είχε τη συνταγή.

Τι να ήτανε εκείνο, το περίεργο φαΐ;
Μήπως, άραγε, το φτιάχναν στις κουζίνες του Μπαλί;
Μήπως το είχανε στο Λάος; Μήπως στο Βατικανό;
Το συνόδευαν με ρύζι, ή μήπως με αστακό;

Μήπως στη Σουαζιλάνδη γνώριζαν το κουρασάν;
Να το έτρωγε ο σάχης που διοικούσε το Ιράν;
Μήπως το'ξεραν στην Κίνα; Στην Ινδία; Στο Σουδάν;
Άραγε, το φτιάχναν σκέτο, ή του βάζαν και πεκάν;

Ρώτησαν σεφ στο Παρίσι, βραβευμένους πατισιέρ,
μα κι εκείνοι δεν γνωρίζαν συνταγή άλλη απ'του εκλέρ.
Χάσανε κάθε ελπίδα να βρούνε τη συνταγή,
και τα δάκρυα απ'τα μάτια τρέχαν, σαν από πηγή.

Εκείνη ακριβώς την ώρα, η βασιλική νταντά,
μπήκε μέσα στην κουζίνα για να φάει μια φρυγανιά.
Τους είδε όλους λυπημένους, ρώτησε πώς και γιατί,
κι έμαθε τι είχε ζητήσει η βασιλική μικρή.

"Μην στενοχωριέστε", είπε, "δυο λεπτά, να το σκεφτώ,
τις διαλέκτους των νηπίων ξέρω εγώ να τις μιλώ". 
Στάθηκε σε μία άκρη, προσπαθώντας να σκεφτεί,
κι άξαφνα το πρόσωπό της είχε κιόλας φωτιστεί.

"Ηρεμήστε εδώ και τώρα, και στρωθείτε στη δουλειά,
για να φτιάξετε μια ζύμη που την ξέρετε καλά.
Βλέπετε, η βασιλοκόρη, όταν είπε κουρασάν,
εννοούσε, δίχως άλλο, το γνωστό, το κρουασάν".

Κυριακή 16 Μαρτίου 2025

Εκτέλεση καθήκοντος


Έγινε κάπου, κάποτε, μία μεγάλη φάση,
δυο μεθυσμένοι κηπουροί πουλούσαν κολοκάσι.
Φώναζαν πολύ δυνατά, καλώντας τους πελάτες
κι ενόχλησαν μία γιαγιά που έκανε πιλάτες.

Βγήκε στον δρόμο η γιαγιά, ζήτησε ησυχία,
μα εκείνοι την αρχίσανε ευθύς στην κοροϊδία.
Φούντωσε εκείνη, η πίεση ανέβηκε στα ύψη,
γύρισε σπίτι βιαστικά, με χάπι να την ρίξει.

Οι μεθυσμένοι γλίτωσαν, νόμιζαν, την κατσάδα,
μα, ξέρουμε όλοι, την ουρά πίσω την έχει η αχλάδα.
Μέσα σε δυο-τρία λεπτά επέστρεψε εκείνη,
ντυμένη στα ολόλευκα, κι όρμησε σαν μπουρίνι.

Τα ακριβείας χτυπήματα έπεφταν σαν χαλάζι,
ήτανε ένα θέαμα για να το κάνεις χάζι.
"Ήμαρτον" φώναζαν κι οι δυο, μα αυτή χτυπούσε ακόμα,
γεμίσανε με μώλωπες σε όλο τους το σώμα.

Απ'τις φωνές τους ξύπνησε ένα μωρό πιο πέρα,
και βγήκε στο παράθυρο η άυπνη μητέρα.
Είδε το όλο θέαμα, φώναξε, μα ματαίως,
κι ως μόνη λύση σκέφτηκε το εκατό, βεβαίως.

Έφτασε ένα περιπολικό, με φώτα χαλασμένα,
μα είχε λήξει το συμβάν, δεν βρήκανε κανέναν.
Ψάξαν δεξιά, ψάξαν ζερβά, ψάξαν πάνω και κάτω,
μόνο έναν βόα βρήκανε, που είχε αγκαλιά έναν γάτο.

Κάποιος θα πει πως έκαναν ώρα πολλή να 'ρθούνε,
γι'αυτό και δυσκολεύονταν μάρτυρες για να βρούνε.
Όμως, κι ας ήταν Σάββατο, κι η φάση ήταν Δευτέρα,
μήνας, σαφώς, δεν πέρασε απ'την σωστή τη μέρα!

Ως και η καταγγέλουσα, κόντεψε να τους βρίσει,
μόλις πριν λίγο το μωρό είχε ξανακοιμήσει.
Και καθώς χασμουριότανε, θυμίζοντάς τους όρκα,
τους έκλεισε, με δύναμη, στα μούτρα τους, την πόρτα. 

Οι δύο αστυνομικοί, δείχνοντας μέγα ζήλο,
φτάσανε σε μια εξώπορτα, με φύλακα έναν σκύλο.
Ρωτήσανε τον φύλακα, τι είχε να καταθέσει,
δυο κοφτερούς κυνόδοντες, μόνο, είχε να εκθέσει.

Πιο κάτω, σε μια αμυγδαλιά, ρωτήσανε μια κίσσα,
μα εκείνη αμέσως πέταξε, με άνεση περίσσια.
Σε μια λακούβα με νερό κατέληξαν οι δυο τους,
κατάθεση να πάρουνε, κοιτώντας τον εαυτό τους.

Ήτανε συνεργάσιμοι, έδωσαν απαντήσεις,
σαφώς και με ακρίβεια, σπάνιο σε ανακρίσεις.
Κι αφού ολοκληρώσανε τα πάντα τόσο φίνα,
επέστρεψαν στο όχημα κι έσβησαν τη σειρήνα.

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2025

Λόγος μετακόμισης

 

      Ο Κούνελος - ο γνωστός, αυτός της Αλίκης - έφερε το φλυτζάνι στα χείλια του και ήπιε μια γουλιά τσάι, χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από την εφημερίδα που διάβαζε. Η πόρτα της κουζίνας άνοιξε και μπήκε η γυναίκα του.
     - Ο διάδρομος δεν έχει φως, έχει καεί η λάμπα, του είπε. Πρέπει να την αλλάξεις άμεσα, αλλιώς κάποιος θα χτυπήσει οπωσδήποτε.
     - Θα την αλλάξω το απόγευμα, είπε εκείνος, χωρίς να αφήσει το διάβασμά του. Τώρα δεν προλαβαίνω.
     - Σκέτο το πίνεις το τσάι σου; 
     - Δεν βρήκα κάτι για να το συνοδεύσω.
     - Έχουν μείνει μπισκότα μπανάνας από προχθές...
     - Θα προτιμούσα λίγο κέικ καρότου, η μπανάνα δεν είναι του γούστου μου.
     - Λυπάμαι, κουνελάκι μου, αλλά τα τελευταία πέντε κομμάτια τα έφαγαν τα μικρά εχθές το βράδυ, μαζί με το γάλα τους.
     - Θα μπορούσες να έχεις φτιάξει περισσότερο κέικ.
     - Δε θέλεις ένα μπισκοτάκι, δηλαδή;
     - Καλύτερα όχι.
     Η γυναίκα του αναστέναξε.
     - Μερικές φορές κάνεις σαν μωρό, είπε. Θα προτιμούσες, δηλαδή, να αφήσω τα παιδιά χωρίς κέικ, για να το φας εσύ;
     - Δεν είπα κάτι τέτοιο, αλλά θα μπορούσες να μου φυλάξεις ένα κομμάτι. Σε εκείνα, εξάλλου, αρέσουν και τα μπισκότα μπανάνας, θα μπορούσαν να έχουν φάει μπισκότα αντί για κέικ...
     - Ναι, αλλά εκείνα ήθελαν κέικ. Τι ήθελες, να έμεναν νηστικά;
     Ήταν η σειρά του Κούνελου να αναστενάξει.
     - Δεν ήθελα τίποτα, είπε. Μην το κάνεις θέμα.
     - Δεν το κάνω.
     Η γυναίκα του άνοιξε ένα μεταλλικό κουτί και πήρε από μέσα ένα μπισκότο μπανάνας.
     - Σίγουρα δε θέλεις ένα; 
     Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
     - Εσύ χάνεις, του είπε και έκοψε μια δαγκωνιά.
     Ξαφνικά, το πρόσωπό της γέμισε αηδία. Άφησε το υπόλοιπο μπισκότο βιαστικά και βγήκε τρέχοντας από την κουζίνα. Ακούστηκε ένας θόρυβος, σαν κάποιος να έπεσε επάνω σε κάτι, και μετά ακούστηκε μια πόρτα που άνοιγε. Ο Κούνελος ήπιε άλλη μια γουλιά τσάι.
     Πέρασαν μερικά λεπτά. Ο Κούνελος τελείωσε το άρθρο που διάβαζε και γύρισε σελίδα. Η πόρτα άνοιξε. Ήταν η γυναίκα του και πάλι.
     - Σου το είπα να αλλάξεις τη λάμπα στο διάδρομο, είπε. Παρά τρίχα να σκοτωθώ πριν, έτσι σκοτεινά που είναι.
     - Δεν έπρεπε να τρέχεις. Μόνο στα παιδιά ξέρεις να φωνάζεις να μην τρέχουν στο διάδρομο;
     Τον κοίταξε, αλλά δεν είπε τίποτα. Πήγε μέχρι τον πάγκο της κουζίνας, όπου είχε αφήσει το υπόλοιπο μπισκότο, το πήρε και το πέταξε στα σκουπίδια. Ύστερα, γέμισε ένα ποτήρι νερό και το ήπιε σχεδόν μονορούφι.
     - Είναι εκείνες οι μέρες; ρώτησε ο Κούνελος.
     - Όχι.
     - Α, εντάξει τότε...
     Η γυναίκα του πήρε το άδειο φλυτζάνι του και άρχισε να το πλένει.
     - Την Κυριακή σκέφτομαι να καλέσω την Αλίκη για τσάι, είπε ο Κούνελος. Έχουμε πολύ καιρό να την καλέσουμε. Ελπίζω να μην υπάρχει πρόβλημα. 
     - Να την καλέσεις.
     - Ελπίζω να φτάσει το κέικ καρότου. Ξέρεις, δα, πόσο της αρέσει...
     Η γυναίκα του πήρε μια πετσέτα και άρχισε να σκουπίζει το φλυτζάνι.
     - Τι ώρα είναι; είπε ο Κούνελος. Ω, μα δε μιλάς κι εσύ, πέρασε η ώρα, πήγε κιόλας εφτά και μισή, πρέπει να φύγω!
     Ο Κούνελος σηκώθηκε.
     - Θέλεις να σου φέρω τίποτα, καθώς θα γυρίζω από τη δουλειά; τη ρώτησε.
     - Όχι.
     - Καλώς, τότε. Φεύγω. Θα τα πούμε το μεσημέρι.
     Προχώρησε προς την πόρτα.
     - Μια στιγμή, είπε εκείνη. Κάτσε λίγο, έχω κάτι να σου πω.
     - Δε μου αρέσει αυτός ο τόνος, είπε ο Κούνελος καθώς ξανακαθόταν στην καρέκλα. Τι έγινε πάλι;... Συνέβη κάτι με τα παιδιά;... Με τους μεγάλους, ε; Κατάλαβα, μπήκαν ξανά στον κήπο του γείτονα και έκλεψαν καρότα, τα παλιόπαιδα...
     - Όχι...
     - ...Δεν το πιστεύω! Πάλι θα τρέχουμε στις αστυνομίες, για καταθέσεις; Και σου το είπα, να μην τα παραχαϊδεύεις τα παιδιά! 
     - Δεν ήθελα να σου πω για τα παιδιά...
     - ...Αλλά εσύ, πού να ακούσεις, όλο αγκαλιές και χάδια ήσουν, και να τα τώρα!... Τι είπες; Δεν έγινε τίποτα με τα παιδιά; 
     - Όχι.
     - Δόξα τω Θεώ! Κι εσύ, πώς τα λες έτσι, βρε γυναίκα, με τρόμαξες!... Αλλά, τότε, τι έγινε;
     - Δεν ξέρω πώς ακριβώς να σου το πω...
     - Να μου το πεις όπως ακριβώς είναι!... 
     - Ε,... λοιπόν,... ξέρεις...
     - Μη μου πεις: έπαθε τίποτα η μάνα μου;
     - Όχι, όχι, μην τρομάζεις πάλι, μια χαρά είναι η μάνα σου...
     - Σίγουρα;
     - Σίγουρα.
     - Όχι, ρωτάω, επειδή είδα στον ύπνο μου ραπανάκια. Και ο ονειροκρίτης το λέει ξεκάθαρα: αν δεις στον ύπνο σου ραπανάκια, να περιμένεις λαχτάρα.
     - Μην ανησυχείς, μια χαρά είναι η μάνα σου. Τόσο καλά, μάλιστα, που εχθές που μιλήσαμε στο τηλέφωνο, μου είπε ότι θα κάνει λεύκανση δοντιών.
     - Λεύκανση δοντιών; Άλλο πάλι και τούτο! Πώς της ήρθε; Στην ηλικία της; Αν και, εδώ που τα λέμε, μικρή είναι ακόμα...
     - Δεν είναι η μάνα σου το θέμα μας!
     - Ωραία, και γιατί δε μου λες ποιο είναι το θέμα μας, για να τελειώνουμε; Τι είναι αυτό που θα πρέπει να μάθω, και που δεν ξέρεις πώς να μου το πεις;... 
     - Λοιπόν...
     - Άσε, κατάλαβα: πάλι ζήτησε αύξηση ο σπιτονοικοκύρης! Δεν έχει το Θεό του, πια! Τι νομίζει ότι είμαι, δημόσιος υπάλληλος, να έχω σταθερό μισθό, μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει;
     - Δε θα με αφήσεις να σου μιλήσω, μου φαίνεται... Ηρέμησε, και ούτε ο σπιτονοικοκύρης ζήτησε αύξηση.
     - Πάλι καλά, δεν είχα καμία όρεξη για μετακομίσεις... Πού θα βρούμε άλλο σπίτι, να μας χωράει και τους είκοσι;
     - Καλά, τώρα που το λες, ίσως κάποια στιγμή να χρειαστεί μια μετακόμιση...
     - Α, όχι, δε θα μετακομίσουμε κοντά στην αδερφή σου, αυτά τα'χουμε ξαναπεί...
     - Δε θα σου έλεγα για την αδερφή μου...
     - Ούτε κοντά στη μάνα σου θα πάμε, μια χαρά είμαστε έτσι, εξάλλου, τα μικρά όπου να'ναι ξεκινάνε και το σχολείο, δεν χρειαζόμαστε μπέιμπι σίτερ.
     - Μόνο για μπέιμπι σίτερ είναι καλή η μάνα μου;
     - Δεν είπα αυτό, αλλά καλύτερα μακριά και αγαπημένοι. Εξάλλου, και η δική μου η μάνα μακριά μένει, δεν την έχεις στα πόδια σου...
     - Αυτό έλειπε! Λοιπόν, σταμάτα να μιλάς, μήπως και συνεννοηθούμε καμιά φορά!... Αυτό που προσπαθώ να σου πω τόση ώρα είναι ότι... έχω καθυστέρηση!
     - Τι εννοείς;
     - Τι να εννοώ; Αυτό που εννοούσα και τις προηγούμενες τρεις φορές εννοώ!
     - Όπα, μια στιγμή, για να δω αν κατάλαβα... Είπες ότι έχεις καθυστέρηση;
     - Ακριβώς!
     - Ε, όχι, δεν το πιστεύω! Κι άλλα παιδιά; Τώρα; Πάνω που αρχίζαμε να μπαίνουμε σε μια σειρά;... Πώς έγινε αυτό, βρε γυναίκα;
     - Δεν ξέρεις πώς έγινε;
     - Θέλω να πω, γιατί; Δεν πρόσεχες καθόλου;
     - Α, για να σου πω!... Δεν φταίω εγώ που όταν ακούς τη λέξη αντισύλληψη νομίζεις ότι μιλάμε για ληστές τραπεζών! Το συρτάρι του κομοδίνου σου είναι γεμάτο προφυλακτικά, χρησιμοποίησε και κανένα καμιά φορά... 
     - Δηλαδή, είσαι σίγουρη ότι είσαι έγκυος;
     - Λες να μην είμαι; 
     - Πόσα να είναι άραγε αυτή τη φορά; Πέντε; Έξι; Εφτά; Λες να είναι πάνω από εφτά; Πού θα τα βάλουμε όλα αυτά τα παιδιά;
     - Είδες, τελικά, που μάλλον θα την χρειαστούμε τη μετακόμιση που λέγαμε;
     - Και πού θα βρούμε σπίτι να χωράει σχεδόν τριάντα νοματαίους; Και πόσο θα κοστίζει;
     - Έχω ένα υπόψη μου...
     - Α, όχι, δεν πιστεύω να βρήκες κιόλας κανένα σπίτι κοντά στη μάνα σου και να μου το φέρνεις απέξω-απ'έξω!
     - Όχι, βέβαια! Εννοώ να μετακομίσουμε στο σπίτι της μάνας μου! Πού αλλού θα βρούμε σπίτι με τόσα δωμάτια, που να είναι και εντελώς δωρεάν;
     Ο Κούνελος ένιωσε να κόβονται τα γόνατά του. Και για πρώτη φορά στη ζωή του αποφάσισε, αν μη τι άλλο, να δίνει μεγαλύτερη σημασία στην αντισύλληψη.

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2025

Χαμένη ευκαιρία

 


     "Σας ενημερώνουμε ότι ο συρμός θα παραμείνει στον σταθμό για μερικά λεπτά".
     Ήταν η τρίτη φορά που άκουγε αυτό το μήνυμα. Στον προηγούμενο σταθμό είχαν παραμείνει τρία λεπτά, στον προ-προηγούμενο δύο. Κοίταξε το ρολόι της: 9.23.
     - Θα αργήσω, σκέφτηκε. 
     Τι κατάσταση ήταν αυτή; Να παίρνεις το μετρό για να πας πιο γρήγορα στον προορισμό σου, και να φτάνεις καθυστερημένη...
      - Έτσι και χάσω αυτή τη δουλειά, θα τους δείξω εγώ, σκέφτηκε.
     Δεν ήταν και λίγο πράγμα, να επιστρέφει στις πασαρέλες ύστερα από ενάμιση χρόνο... Οπότε, αν η καθυστέρηση του συρμού γινόταν η αιτία να παραμείνει εκτός πασαρέλας - ποιος ξέρει για πόσο ακόμη - δε θα το άφηνε έτσι.
     Έπιασε το κινητό της και, ξεφυσώντας, κοίταξε τη λίστα των επαφών της. Το τηλέφωνο του δικηγόρου της ήταν το τρίτο στη λίστα. Το ρολόι του κινητού έδειξε 9.24.
     Ένα μωρό σε ένα καρότσι, λίγο πιο πέρα, άρχισε να κλαίει. Η μητέρα του έσκυψε πάνω από το καρότσι και προσπάθησε να το ηρεμήσει.
     - Αυτό μας έλειπε τώρα, σκέφτηκε, ένα κλαψιάρικο μωρό...
     Χωρίς να το θέλει, το μυαλό της πέταξε σε ένα άλλο μωρό, το δικό της... Ένιωσε να γλυκαίνει λίγο, αλλά συγκρατήθηκε. Αυτή η δουλειά δεν έχει χώρο για συναισθηματισμούς, είναι αδηφάγα, σήμερα σε προσκυνούν και αύριο ούτε να σε φτύσουν. Το κλαψιάρικο μωρό σταμάτησε.
     - Τι συμβαίνει, άραγε; ακούστηκε μια κυρία. Γιατί καθυστερούμε τόσο;
     - Κάποιος θα έπεσε στις γραμμές, είπε μια άλλη.
     - Λέτε;
     - Ε, για να έχουμε τόση καθυστέρηση...
     Το πράγμα γινόταν όλο και χειρότερο, αν κάποιος είχε πέσει στις γραμμές, θα χρειαζόταν πολλή ώρα μέχρι να αποκατασταθεί η λειτουργία των συρμών. Θα την έχανε τη δουλειά, σίγουρα. Ένιωσε να την πιάνει πανικός. Ίσως αυτή ήταν η τελευταία της ευκαιρία. Είχε ήδη κλείσει τα εικοσιπέντε... Έπρεπε να φτάσει στο ραντεβού πάση θυσία.
     Έκανε να πάει προς την πόρτα. Λίγο πριν την φτάσει, η πόρτα έκλεισε στα μούτρα της. Ένιωσε ακόμα πιο παγιδευμένη. 
     - Ναι, ακούστηκε κάποιος που μιλούσε δυνατά στο κινητό, για να καλύψει τη φασαρία του συρμού. Είμαι ακόμα στο μετρό, δεν ξέρω τι έχει γίνει, αλλά σίγουρα δεν προλαβαίνω να είμαι εκεί μέχρι τις 9.30. Πήγαινε να κάνεις τις δουλειές σου, καλύτερα, και τα λέμε μετά, στο γραφείο... Α, αλήθεια; Καλά το φαντάστηκα. Σε ποιον σταθμό, είπες;... Κατάλαβα. Οπότε, θα τα πούμε στο γραφείο. Έλα όποτε τελειώσεις τις δουλειές σου, εγώ θα είμαι εκεί από το μεσημέρι και μέχρι αργά το απόγευμα... Έγινε, γεια! 
     Ο άντρας έκλεισε το τηλέφωνο.
     - Έγινε κάτι σε κάποιον σταθμό; τον ρώτησε η ηλικιωμένη κυρία που καθόταν δίπλα του. Σας άκουσα που κάτι είπατε στο τηλέφωνο.
     - Ναι, της απάντησε, λίγο ενοχλημένος από την αδιακρισία της, ασχέτως αν εκείνος ήταν που φώναζε στο τηλέφωνο. Κάποιος έπεσε στις γραμμές, στον Ευαγγελισμό.
     - Α, τον καημένο! είπε η κυρία.
     - Ωραίο σταθμό διάλεξε, είπε ένας άλλος που τον άκουσε, το νοσοκομείο είναι ακριβώς δίπλα, μπορεί και να την γλιτώσει.
     - Είναι δυνατόν να γλιτώσει κάποιος από κάτι τέτοιο; ρώτησε μια κυρία. Ειδικά όταν θέλει να αυτοκτονήσει;
     - Και πώς ξέρουμε πως δεν ήταν ατύχημα; πετάχτηκε ένας άλλος.
     - Σιγά μην ήταν ατύχημα, είπε ο άντρας που είχε σχολιάσει την επιλογή του σταθμού. Κάθε τρεις και λίγο, όλο και κάποιος πηδάει στις γραμμές. Λες και δεν μπορεί να διαλέξει άλλον τρόπο να αυτοκτονήσει, πρέπει να ταλαιπωρείται τόσος κόσμος εξαιτίας του!
     Στο μεταξύ, ο συρμός είχε φτάσει στον επόμενο σταθμό, και είχε σταθεί και πάλι με τις πόρτες ανοιχτές. Αυτή τη φορά, έσβησαν και τα φώτα για κανα-δυο δευτερόλεπτα.
     "Σας ενημερώνουμε ότι ο συρμός θα παραμείνει στον σταθμό για μερικά λεπτά", ακούστηκε και πάλι από τα μεγάφωνα του σταθμού, μόλις ξανάναψαν τα φώτα.
     - Ορίστε! είπε ο άντρας που είχε βγάλει το λογύδριο για τους αυτόχειρες του μετρό, υπογραμμίζοντας, με αυτόν τον τρόπο, τα όσα είχε πει προηγουμένως.
     - Δεν ντρέπεστε να μιλάτε έτσι για ανθρώπους που ούτε γνωρίζετε; του επιτέθηκε μια νεαρή.
     - Δεν έχω κάτι εναντίον τους, είπε εκείνος, απλώς θα μπορούσαν να αυτοκτονήσουν πιο... αθόρυβα. Έτσι κι αλλιώς, για εκείνους δεν αλλάζει τίποτα.
     Χτύπησε το κινητό της. Ήταν ο σπιτονοικοκύρης της.
     - Καλημέρα, κύριε Νίκο, είπε. Τι κάνετε;... Δε σας ακούω καλά, είμαι μέσα στο μετρό... Α, ναι, επίσης, καλό μήνα... Πώς;... Α, ναι, βέβαια, έχετε δίκιο, δεν ξέρω πώς το ξέχασα, με το μωρό έχω χάσει τον μπούσουλα... Μα, εννοείται πως δεν φταίτε εσείς, ζητώ χίλια συγγνώμη! Μην ανησυχείτε, θα σας την κάνω σήμερα την κατάθεση, μέχρι το απόγευμα θα την έχω κάνει σίγουρα... Εντάξει, ναι, μην ανησυχείτε, και πάλι συγγνώμη...
     Κοίταξε το ρολόι. 9.31.
     - Ουφ! ξεφύσηξε μία κυρία. Θα σκάσουμε εδώ μέσα, με τόσο κόσμο. Ανοίξτε κανένα παράθυρο!
     - Ανοιχτά είναι τα παράθυρα, κυρία μου, δεν τα βλέπετε; της είπε εκνευρισμένα ένας άντρας από την απέναντι πλευρά. Και τα παράθυρα και οι πόρτες είναι ανοιχτές.
     Το μωρό ξανάρχισε να κλαίει. Αυτή τη φορά, οι προσπάθειες της μητέρας του να το κατευνάσει δεν είχαν αποτέλεσμα. Εμφανώς αγχωμένη για την ενόχληση που το μωρό της προκαλούσε στους υπόλοιπους επιβάτες, το πήρε αγκαλιά. Το μωρό ηρέμησε.
     - Τίποτα δεν είναι καλύτερο από την αγκαλιά της μαμάς, είπε μία ηλικιωμένη στην, επίσης ηλικιωμένη, κυρία που καθόταν ακριβώς δίπλα της.
     - Εννοείται, είπε εκείνη. Μάνα είναι μόνο μία.
     "Σας ενημερώνουμε ότι ο συρμός θα παραμείνει στον σταθμό για μερικά λεπτά", ξανακούστηκε από τα μεγάφωνα του σταθμού.
     - Δε θα φτάσουμε ποτέ στον προορισμό μας, μουρμούρισε κάποιος.
     Κοίταξε το ρολόι της. 9.35. Την κυρίεψε το άγχος. Έπρεπε να φύγει. Τώρα. Όρμησε στην πόρτα. 
     - Σιγά, κοπέλα μου! φώναξε ένας ηλικιωμένος. Δεν βλέπεις ότι ο συρμός είναι γεμάτος;
     - Θέλετε να καθήσετε; του πρότεινε ένας νεαρός.
     - Όχι, ευχαριστώ, είπε εκείνος θιγμένα, δεν είμαι και κανένας γέρος...
     Αλλά εκείνη είχε ήδη βγει από τον συρμό, και ανέβαινε βιαστικά τα σκαλιά των κυλιόμενων. Αν έβρισκε άμεσα ένα ταξί, ίσως και να προλάβαινε το ραντεβού. 
     - Ένα ταξί, ένα ταξί... επαναλάμβανε με την σκέψη της, σαν ανακουφιστικό και ευοίωνο μάντρα.
     Βγήκε από τον σταθμό. Ευτυχώς, υπήρχε ένα ταξί παρκαρισμένο. Έτρεξε και μπήκε μέσα. Ανάσανε ανακουφισμένη.
     - Αμπελοκήπους πάμε, είπε στον ταξιτζή, και όσο πιο γρήγορα, σας παρακαλώ. Έχω ένα σημαντικό ραντεβού που πρέπει να προλάβω.
     Ο ταξιτζής έβαλε μπρος και ξεκίνησε. Ο δρόμος ήταν γεμάτος αυτοκίνητα.
     -  Πολλή κίνηση έχει, είπε εκείνη, αν μπορείτε να κόψετε δρόμο από κάπου, θα με υποχρεώσετε.
     - Τέτοια ώρα, όλοι οι δρόμοι είναι πήχτρα, της απάντησε. Τι ώρα είναι το ραντεβού σας;
     - Στις 10.
     - Δύσκολα θα προλάβουμε, μου φαίνεται. Γιατί δεν πάτε με το μετρό; Σε δέκα λεπτά θα έχετε φτάσει.
     - Έτσι νόμιζα και εγώ, αλλά κάποιος έπεσε στις ράγες στον Ευαγγελισμό και οι συρμοί πηγαίνουν σημειωτόν...
     - Α, ναι, κάτι άκουσα πριν, στις ειδήσεις,... νομίζω ότι ήταν και γνωστός...
     Το ταξί έστριψε προς τα δεξιά.
     - Από εδώ η κατάσταση φαίνεται λίγο καλύτερα, είπε ο ταξιτζής, θα κάνουμε έναν μικρό κύκλο, αλλά πιθανώς να μην έχει τόση πολλή κίνηση... Ώστε έτσι με το μετρό... Ποιος να ξέρει τι τον έκανε να πέσει στις ράγες τον άνθρωπο... Τις προάλλες, πάλι κάποιος αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει στο Μοναστηράκι, και τον συγκράτησαν οι άλλοι επιβάτες... Να ήταν ο ίδιος, άραγε;
     Δεν είπε τίποτα, το βλέμμα της ήταν σχεδόν καρφωμένο στο ρολόι του κινητού.
     - Μήπως να ειδοποιούσατε το ραντεβού σας ότι θα καθυστερήσετε λιγάκι; είπε ο ταξιτζής, που προφανώς είχε όρεξη για κουβέντα.
     - Πώς;
     - Μήπως να ειδοποιούσατε, λέω, ότι θα αργήσετε λίγο; 
     - Μπα, όχι, δεν...
     - Α, κατάλαβα, είναι ραντεβού για δουλειά!
     - Ναι.
     - Και αν αργήσετε στο πρώτο ραντεβού θα κάνετε κακή εντύπωση...
     Κούνησε το κεφάλι καταφατικά.
     - Μπορεί και να προλάβουμε τελικά, μην το αποκλείουμε... είπε ο ταξιτζής, προσπαθώντας να την καθησυχάσει. Για τι δουλειά πρόκειται, αν επιτρέπεται;
     - Επίδειξη μόδας, είπε μηχανικά.
     - Επίδειξη μόδας; Δηλαδή, μοντέλο; Αλλά, τι ρωτάω, χωριό που φαίνεται κολαούζο δε θέλει... Εγώ, με το που σας είδα, δηλαδή, το είπα: αυτή η κοπέλα είναι λες και βγήκε από περιοδικό!
     Δεν απάντησε.
     - Μην ανησυχείς, κοπέλα μου, ο ταξιτζής πέρασε στον ενικό, θα την πάρεις τη δουλειά. Μια κοπέλα τόσο όμορφη όπως εσύ, δε γίνεται να μην την επιλέξουν... Α, ορίστε, μάλλον είμαστε τυχεροί. Από εδώ που ήρθαμε η κίνηση δεν είναι τόσο μεγάλη.
     Είχε βυθιστεί στις σκέψεις της και δεν άκουσε λέξη από όσα έλεγε ο ταξιτζής. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν να προλάβει, να προλάβει, να προλάβει...

     Ήταν 9.57, όταν το ταξί σταμάτησε έξω από την πολυκατοικία, όπου ήταν το ραντεβού.
     - Σας ευχαριστώ πολύ, είπε στον ταξιτζή, καθώς του έδινε ένα χαρτονόμισμα, δε θέλω ρέστα...
     - Καλή επιτυχία! της φώναξε αυτός, καθώς εκείνη είχε ήδη αρχίσει να τρέχει προς την είσοδο της πολυκατοικίας.
     Τα τελευταία δυο λεπτά ήταν ένας αγώνας δρόμου δίχως αύριο, καθώς το γραφείο όπου έπρεπε να πάει βρισκόταν στον έκτο όροφο. Ευτυχώς, δηλαδή, που το ασανσέρ ήταν ήδη σταματημένο στο ισόγειο, σαν να την περίμενε.
     Έφτασε έξω από το γραφείο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έστρωσε βιαστικά τα μαλλιά της και χτύπησε. Η πόρτα άνοιξε. Ο χώρος ήταν άδειος.
     Μα, πώς γινόταν αυτό; Δεν υπήρχαν άλλες υποψήφιες; Ο Νικόδημος ήταν ένας από τους πιο γνωστούς σχεδιαστές, τον γνώριζαν όλοι όσοι ασχολούνταν με τη μόδα, μέχρι που την προηγούμενη χρονιά του είχαν αφιερώσει μία ολόκληρη μέρα στην εβδομάδα μόδας του Παρισιού! Εκτός αν είχαν ήδη επιλέξει... Αλλά, όχι, αφού είχε ραντεβού...
     Μια καλοντυμένη γυναίκα εμφανίστηκε. Φαινόταν πολύ σοβαρή.
     - Καλημέρα, είπε, είστε η κυρία Μαυρίδου;
     - Ναι, είπε εκείνη.
     - Δυστυχώς, θα πρέπει να ακυρώσουμε το ραντεβού σας, προσπάθησα να σας καλέσω, αλλά δεν κατάφερα να σας βρω.
     - Ίσως θα ήταν όταν ήμουν μέσα στο μετρό.
     - Ναι, ίσως... Λυπάμαι για την ταλαιπωρία σας. 
     - Δεν πειράζει... Δηλαδή, εννοείτε ότι δεν με χρειάζεστε; Έχετε ήδη επιλέξει τα μοντέλα για την επίδειξη;
     Ένιωσε να λυγίζουν τα γόνατά της.
     - Όχι, όχι, δεν επιλέξαμε τα μοντέλα... Το θέμα είναι λίγο πιο... περίπλοκο... Η αλήθεια είναι πως η επίδειξη δε θα γίνει, τελικά.
     - Άλλαξε γνώμη ο κύριος Νικόδημος;
     - Αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε.
     - Αυτό είναι τρομερό! είπε σαν να μονολογούσε. Αυτή η επίδειξη ήταν ίσως η τελευταία μου ευκαιρία να επανέλθω στις πασαρέλες και να εργαστώ μερικά χρόνια ακόμη.
     - Ελάτε, μην απογοητεύεστε, νέα είστε ακόμη...
     - Έχω κλείσει τα εικοσιπέντε, δεν έχω πολλά χρόνια μπροστά μου!
     - Έχετε δίκιο, αλλά και πάλι, υπάρχουν και άλλες προοπτικές...
     - Φωτογραφίες καταλόγου; Να μου λείπει!
     Η καλοντυμένη γυναίκα την κοίταξε με συμπάθεια. 
     - Σας καταλαβαίνω, είπε.
     - Μπορώ να σας αφήσω, τουλάχιστον, τα στοιχεία μου, για να με ειδοποιήσετε όταν ο κύριος Νικόδημος αποφασίσει να κάνει την επίδειξη;
     - Πολύ θα το ήθελα, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ.
     - Καταλαβαίνω, αυτή είναι η πολιτική σας, αλλά ίσως θα μπορούσε να γίνει μία εξαίρεση...
     Την κοίταξε με βλέμμα γεμάτο απελπισία.
     - Μακάρι να ήταν θέμα πολιτικής, είπε η γυναίκα. Ο λόγος που δεν μπορώ να το κάνω είναι ότι δεν θα γίνει καμία επίδειξη πλέον. Ο Νικόδημος δεν είναι πια μαζί μας.
     - Τι πράγμα; Τι εννοείτε "δεν είναι πια μαζί μας";
     - Τι να εννοώ; Αυτό που καταλαβαίνετε. Ο Νικόδημος πέθανε σήμερα το πρωί!
     - Πώς έγινε αυτό; Δεν ήταν και τόσο μεγάλος!
     - Τα τελευταία χρόνια έπασχε από κατάθλιψη. Έπαιρνε και αγωγή, αλλά η κατάθλιψη είναι ύπουλο πράγμα. Πριν από μερικές μέρες αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, χωρίς επιτυχία. Και σήμερα, τελικά, τα κατάφερε: αυτοκτόνησε, πέφτοντας στις ράγες του μετρό. Το είπαν και στις ειδήσεις.
     Ένιωσε ένα δάκρυ να ανεβαίνει αργά και να θολώνει την όρασή της. Και δεν ήξερε αν αυτό το δάκρυ ήταν για τον αυτόχειρα, ή για τη δική της, χαμένη, επάνοδο στις πασαρέλες...