Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Συμβουλές στον καθρέφτη

     Ε, λοιπόν, δύσκολο πράγμα το βιολί. Και το λέω με πλήρη επίγνωση των όσων λέω. Και, φυσικά, το λέω με την εμπειρία του ενός μαθήματος που έκανα. Που, όπως λέει και η παροιμία "η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται". Αν πιστέψω αυτήν την συγκεκριμένη, δεν πρόκειται ποτέ μου να μάθω. Εκτός αν με κυριέψει το πνεύμα του Παγκανίνι.
     Τώρα, βέβαια, θα μου πείτε: "ήθελές τα και έπαθές τα". Τι ήθελες, μεγάλη γυναίκα, τώρα στα γεράματα, να μάθεις ένα μουσικό όργανο; Και όχι το οποιοδήποτε μουσικό όργανο, αλλά να μάθεις βιολί, που θεωρείται το δυσκολότερο; Δεν έχω τίποτα να απαντήσω σε αυτό, αφού δικιά μου ήταν η επιλογή.
     Από την άλλη, έχω και τα ελαφρυντικά μου. Πρώτον, το βιολί μου άρεσε από μικρή. Δεύτερον, η εκμάθηση βιολιού βοηθάει τον εγκέφαλο και καθυστερεί το Αλτσχάιμερ, έτσι τουλάχιστον λένε διάφορες μελέτες. Τρίτον, τρίτον, πρέπει να υπάρχει και τρίτον, ε, λοιπόν, δεν υπάρχει τρίτον, αλλά γιατί όχι;
     Όμως, τα πράγματα είναι δυσκολότερα από ό,τι περιμένεις. Δεν το φαντάζεσαι πόσο δύσκολα είναι. Πρώτα-πρώτα, πρέπει να μάθεις να κρατάς το βιολί. Και μη νομίζεις ότι είναι απλό, αν ήταν απλό δεν θα είχε γούστο, όχι, πρέπει ουσιαστικά να το κρατάς μεταξύ ώμου και σαγονιού, αλλά πρέπει να τοποθετείς και το χέρι σου με τη σωστή γωνία και στο σωστό σημείο. Και ας πούμε ότι αυτό είναι το εύκολο.
     Αμ, τι να πεις για το δοξάρι; Που επίσης πρέπει να το κρατάς με συγκεκριμένο τρόπο και τα δάχτυλά σου να ακουμπούν σε συγκεκριμένα σημεία, και ο καρπός να είναι χαλαρός, και ο αγκώνας και ο ώμος χαμηλά; (Υπενθυμίζω: αριστερός ώμος ψηλά, να κρατάει το βιολί σε συνεργασία με το σαγόνι, δεξιός ώμος χαμηλά, λίγο σκολίωση μου θυμίζει όλο αυτό, την απέφυγα την σκολίωση στο σχολείο, αλλά ποτέ δεν είναι αργά να αποκτήσω λίγη σκολίωση, έτσι, για το "γαμώ το") Πώς, όμως, να είναι χαλαρός ο καρπός, και ο αγκώνας και ο ώμος χαμηλά, την στιγμή που σφίγγεις το χέρι προσπαθώντας να κρατάς τα δάχτυλα τοποθετημένα στα σωστά σημεία;
     Και ξεκινάνε οι ασκήσεις, και πρέπει να παίζεις μόνο σε μία χορδή και ξεκινάς την πρώτη, την σολ, και ακούς γκρρρρουουουουουου, γκρρρρρρρρουουουουουου, πιάνεις τη δεύτερη, την ρε, γκρρρρρρρρρρραααααααααα, γκρρρρρρρρααααααααααα, η τρίτη είναι ακόμα πιο ψιλή, είναι η λα βλέπεις, γκρρρρρρρρρρεεεεεεεεεεεε, γκρρρρρρρρεεεεεεεεεεε, και ολοκληρώνεις με την τελευταία, τη μι, που είναι η πιο ψιλή και κάνει γκρρρρρριιιιιιιιιιιι, γκρρρρρρρρρρρριιιιιιιιιιιιι. Και καλά είναι αν ακούς γκρου και γκρα και γκρε και γκρι, έλα όμως που τις περισσότερες φορές ακούς γκρρρρρουουυουααααουουουυουααοαουουουουαααααεεεεεεαααααααουουουουου...
     Έχουμε, επίσης, και το πέρασμα του δοξαριού με ρετσίνι, και το συνεχές ξεσκόνισμα του βιολιού και του δοξαριού για να μην πιάσει σκόνη, τόσο ξεσκόνισμα που έχω κάνει στο βιολί τρεις μέρες τώρα δεν έχω κάνει στο σπίτι μου σε τρία χρόνια. Και γιατί δεν πρέπει να πιάσει σκόνη το βιολί; Επειδή, έτσι και κολλήσει η σκόνη επάνω του χάνει τη λάμψη του και αν θέλεις να το καθαρίσεις θα το καταστρέψεις και δεν θα μπορείς να το πουλήσεις. Αυτό το τελευταίο μου το ανέφερε ήδη δύο φορές ο δάσκαλος. Τι να εννοεί, άραγε;
     Αλλά δεν ξέρει με τι κέρατο βερνικωμένο έμπλεξε κι αυτός. Τι νομίζει, ότι με τις πρώτες δυσκολίες θα το βάλω κάτω; Με τις δεύτερες, ίσως, αλλά και με τις πρώτες; Ήμαρτον, Κύριε! (Για καλό και για κακό, βέβαια, ας μην παραμελώ και το ξεσκόνισμα...)
     Εγώ, κύριε, δεν είμαι καμία τυχαία, είμαι φακιδομύτη και κάθε φακίδα στο πρόσωπό μου σημαίνει και μια αναμέτρηση με τον ήλιο! Χα! Εγώ έχω σχέδιο, τι νόμισες, ότι πηγαίνω στα τυφλά; (και να μην ξεχνάω και τις παραγγελίες για ρεσιτάλ που έχω από τις φίλες μου, άλλες τρελλές κι αυτές, εμ, για να έχουν εμένα φίλη καλύτερες θα είναι;)
     Αποφάσισα, λοιπόν, να δώσω χρόνο στον εαυτό μου και να μην απογοητευτώ προτού περάσουν δυο-τρεις μήνες. Αν σε δυο-τρεις μήνες δεν έχω καμία απολύτως εξέλιξη, τότε θα αρχίσω να προβληματίζομαι. Αλλά μέχρι τότε, θα κάνω τις ασκήσεις μου κάθε μέρα, και γκρου και γκρα και γκρε και γκρι, και πού θα πάει, κάτι θα καταφέρω. Εξάλλου, ο δάσκαλος μου είπε να μην απογοητεύομαι. Το ίδιο θα έλεγε και ο δάσκαλος της Βανέσα Μέι, υποθέτω.
     Πρέπει, όμως, να οργανωθώ. Το πράγμα θέλει μελέτη. Και προτού τα κρινοδάχτυλά μου γεμίσουν κάλους από το δοξάρι και το βιολί (και με την προϋπόθεση οι κάλοι να "φυτρώσουν" στα σωστά σημεία) συνειδητοποίησα ότι θα πρέπει να συνδυάσω εμπειρίες και δεξιότητες από πολλούς χώρους.
     Έχουμε και λέμε: το τρίψιμο του δοξαριού με ρετσίνι μου θυμίζει το τρίψιμο της στέκας στο μπιλιάρδο. Ένα το κρατούμενο. Επίσης, το ότι πρέπει να χαλαρώνεις το σφίξιμο στο δοξάρι όταν δεν παίζεις για να μην στραβώσει, μου θυμίζει ότι στην τοξοβολία το τόξο το διαλύεις όταν δεν το χρησιμοποιείς και το συναρμολογείς όταν το χρειάζεσαι (ναι, έχω κάνει και τοξοβολία τρία φεγγάρια).
     Από την τοξοβολία επίσης είναι και ο τρόπος κίνησης του δοξαριού. Η ίδια στάση και η ίδια, επαναλαμβανόμενη κίνηση έτσι ώστε να παράγεται ο ίδιος ήχος. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην τοξοβολία. Η επίτευξη του στόχου δεν γίνεται με τροποποίηση της στάσης του σώματος ή της κίνησης του τοξότη, αλλά με ρύθμιση του σκόπευτρου και μόνο. 
     Ο χαλαρός τρόπος που πρέπει να κρατάω το δοξάρι σε αντίθεση με τον αρχικά σφιγμένο τρόπο που το κρατούσα, μου θυμίζει την εποχή που μάθαινα να πλέκω με βελόνες. Έτσι και με τις βελόνες, στην αρχή τις κρατούσα σφιχτά για να μη μου φύγουν οι πόντοι, οι πόντοι όμως δε φεύγουν και τόσο εύκολα και όσο περνάει ο καιρός και όσο περισσότερο πλέκεις, τόσο πιο χαλαρά τις κρατάς τις βελόνες. Οπότε και αυτό είναι θέμα χρόνου.
     Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, δεν είναι και τόσο ακατόρθωτο αυτό που πρέπει να κάνω. Και τυφλό σύστημα δεν ήξερα και έμαθα, που νόμιζα ότι δεν θα τα κατάφερνα ποτέ να κουνήσω τα δύο χέρια μου ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Άρα, τρέμε Βανέσα Μέι.
     Το μέλλον το βλέπω μπροστά μου. Εγώ να δίνω συναυλία στο Ηρώδειο, και στα ενδιάμεσα να παίζει η καημένη η Βανέσα, καλή είναι για να γεμίζει τα κενά που θα αφήνω. Στις θέσεις των V.I.P. οι γονείς μου, οι φίλοι μου παραδίπλα, ε, αν μου ζητήσει και η Βανέσα μια θέση για τη μαμά της θα της δώσω εκεί, στην Α' ζώνη, να χαρεί η καημένη.
     Και θα βγω στην σκηνή και θα παίξω τους Ουγγρικούς χορούς του Μπραμς, ή ένα από τα κοντσέρτα για βιολί του ιδίου, και οι θεατές θα παραληρούν στις κερκίδες, και τα φλας θα αναβοσβήνουν, και αυτόγραφα δε θα δίνω και τόσο πολλά, θα πιαστεί το χέρι μου να υπογράφω και αυτό το χέρι το χρειάζομαι για να παίζω.
     "Με τον νου πλουταίνει η κόρη, με τον νου κι η ακαμάτρα", θα μου πείτε. Αλλά, πρώτον, τα όνειρα δεν απαγορεύονται και δεύτερον, όσο πιο δύσκολος είναι ο αγώνας τόσο μεγαλύτερη αξία έχει η νίκη, ή ακόμα και η ήττα. Αλλά, ποιος μίλησε για ήττα; Ο αγώνας δίνεται πάντα με σκοπό τη νίκη.

     

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

Κάθε αρχή και δύσκολη

    

     - Θα μάθω βιολί, είπε η Πίπη και όλοι την κοίταξαν περίεργα, πιο περίεργα από όταν πρωτοείδαν τα πεταχτά της κοτσίδια και τις πολλές της φακίδες.
     - Τι το θέλεις το βιολί; της είπαν.
     - Μου αρέσει, απάντησε.
     Και η αλήθεια ήταν ότι το βιολί της άρεσε από παλιά, από όταν τα κοτσίδια της ήταν πιο χοντρά και οι φακίδες της περισσότερες. Της άρεσε επειδή το βιολί δεν είναι ένα απλό μουσικό όργανο, είναι ένα όργανο μαγικό. Αλλιώς, γιατί χρειάζεται να το ακουμπήσεις με ένα ραβδάκι για να κελαηδήσει;
     Πολύ περίεργα την κοίταξαν οι άλλοι, όταν έμαθαν για το βιολί, τόσο περίεργα που άρχισε να προβληματίζεται. Όμως η Πίπη έχει και φίλους, τον Τζίμυ τον Γλωττοφάγο, την Ρίνα τη Μινωταυρίνα, την Μίνα τη Σιβυλλική, την Πετιμεζούλα τη Ζεν, οι οποίοι πολύ ενθουσιάστηκαν με την ιδέα. Και πολύ χάρηκε η Πίπη που έχει αυτούς τους φίλους, επειδή την στηρίζουν και την ενθαρρύνουν.
     - Α, της είπε ένας φίλος φίλου, θα σου δώσω εγώ ένα βιολί για να παίζεις.
     - Τι ωραία, είπε η Πίπη.
     - Μόνο που είναι παλιό...
     - Ακόμα καλύτερα, σκέφτηκε η Πίπη, θα το είχε κάποιος παλιός, μεγάλος μάγος...
     - ...και θα χρειαστεί να το πας στο μάστορα.
     - Α, εντάξει τότε, είπε η Πίπη.
     Και πήρε το βιολί που της έδωσε ο φίλος του φίλου - που δεν έμοιαζε καθόλου με μαγικό όργανο, αφού δεν είχε ραβδάκι - και το πήγε στο μάστορα.
     - Θέλω να φτιάξω αυτό το βιολί, είπε στο μάστορα.
     - Για να δούμε, είπε εκείνος και έπιασε το βιολί και το κοίταξε από όλες τις πλευρές. 
     Το χάιδεψε, το γύρισε ανάποδα, το έβαλε να κάνει "Αααα" και κοίταξε το λαιμό του με το φως, και ύστερα το εξέτασε για ακροαστικά, χτυπώντας τα πλευρά του με τα δάχτυλα.
     - Θα είμαι ειλικρινής, είπε στην Πίπη, που περίμενε με αγωνία τη διάγνωση. Αυτό το βιολί είναι άρρωστο. Ο λαιμός του είναι γδαρμένος, πιθανώς λόγω φαρυγγίτιδας, και όπως το ακούω, έχει ακροαστικά. Πολύ φοβάμαι ότι όπου να'ναι θα το γυρίσει σε πνευμονία. Εγώ, δηλαδή, να το θεραπεύσω, μπορώ, αλλά πάντα θα υπάρχει ο κίνδυνος για υποτροπή. Κατά την γνώμη μου, καλύτερα να αγοράσεις ένα καινούργιο βιολί.
     Ευτυχώς που η Πίπη δεν είχε προλάβει να δεθεί συναισθηματικά με το βιολί και έτσι δεν την πείραξε και πολύ που ήταν άρρωστο. Έτσι, αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του μάστορα και να αγοράσει ένα καινούργιο βιολί.
     Και αγόρασε η Πίπη ένα βιολί, που ήταν πολύ όμορφο, αλήθεια. Και το ακούμπησε με το μαγικό ραβδάκι, αλλά το μόνο που κατάφερε να βγάλει από εκεί μέσα ήταν κάτι βραχνοί βάτραχοι, που άρχισαν τα χοροπηδητά και ύστερα πήδηξαν έξω από το παράθυρο. Ξαναπροσπάθησε, κουνώντας το μαγικό ραβδάκι με μεγαλύτερη μαεστρία, αλλά και πάλι το μόνο που βγήκε από εκεί μέσα ήταν κάτι φάλτσες καρακάξες, που γέμισαν τον τόπο πούπουλα.
     - Χρειάζεσαι δάσκαλο, τη συμβούλεψε η Ρίνα η Μινωταυρίνα.
     Και η Πίπη έψαξε να βρει έναν δάσκαλο-μάγο του βιολιού, για να την μάθει μερικά μαγικά. Και όταν εκείνος έπιασε στα χέρια του το βιολί και το ακούμπησε με το μαγικό ραβδάκι, έβγαλε από μέσα δύο καναρίνια, τρεις καρδερίνες, δύο κοτσύφια και ένα αηδόνι! Μάλιστα, αηδόνι! Και όλα μαζί - τα καναρίνια, οι καρδερίνες, τα κοτσύφια και το αηδόνι - άρχισαν να κελαηδούν τόσο γλυκά, που η Πίπη έμεινε να τα θαυμάζει. Τι ωραία μαγικά που ήξερε ο δάσκαλος-μάγος!
     - Δεν είναι δύσκολο, απλώς θέλει δουλειά, είπε ο δάσκαλος-μάγος και η Πίπη υποσχέθηκε στον εαυτό της να δουλέψει, έτσι ώστε και εκείνη να μπορεί να βγάζει ωδικά πτηνά μέσα από το βιολί.
     - Το ξέρω ότι χρειάζεται δουλειά, είπε στο δάσκαλο-μάγο.
     - Κάθε μέρα, είπε εκείνος.
     - Κάθε μέρα, είπε και η Πίπη στον εαυτό της, τ'ακούς;
     - Άκουσα, της είπε ο εαυτός της.
     Και ο δάσκαλος-μάγος της έδειξε πώς να πιάνει το μαγικό ραβδάκι. Και τα δάχτυλα πρέπει να ακουμπήσουν σε συγκεκριμένα σημεία και το χέρι της Πίπης έγινε λες και είχε πάθει αγκύλωση. Και όταν η Πίπη πήγε στο σπίτι της προσπάθησε να πιάσει το μαγικό ραβδάκι σωστά, αλλά πολύ αμφιβάλλω αν τα κατάφερε. Όμως, αυτό δεν πειράζει και τόσο, αφού το Σάββατο η Πίπη θα ξεκινήσει μαθήματα κανονικά. Και τότε - πού θα πάει; - θα μάθει πώς να το κρατάει το μαγικό ραβδάκι. Κάτι είναι κι αυτό. Τουλάχιστον για αρχή.

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Χίλιοι και ένας κόμποι

    
 
    - Τι έγινε; ρώτησε ανήσυχη η Γκιουλμπαχάρ, όταν άκουσε τον Αλή να χτυπάει θυμωμένος την πόρτα του σπιτιού.
     - Άσε με, βρε γυναίκα, είπε εκείνος, παρά τρίχα να σκοτωθώ σήμερα...
     - Αχ, αφέντη μου, πώς έγινε αυτό;
     - Το χαλί φταίει! φώναξε ο Αλή και πέταξε ένα σκισμένο χαλί στο πάτωμα. Πιάστηκε σε ένα καρφί, χωρίς να το καταλάβω, και σκίστηκε, και καθώς ξεκίνησα να φύγω αυτό άρχισε να ξηλώνεται σιγά-σιγά. Πριν προλάβω να απομακρυνθώ, πέσαμε και οι δύο κάτω.
     - Δοξασμένο το όνομα του Αλλάχ! είπε η Γκιουλμπαχάρ. Ευτυχώς μας φύλαξε από τα χειρότερα.
     - Ναι, είπε και ο Αλή, φαντάζεσαι τι θα είχε γίνει αν είχα προλάβει να βγω στη λεωφόρο; Φαντάζεσαι πόσα άλλα χαλιά θα είχαν μπλεχτεί στην ξηλωμένη κλωστή;
     - Δε θέλω να το φανταστώ, είπε εκείνη και έσκυψε να μαζέψει το χαλί.
     - Ε, τι κάνεις εκεί; ρώτησε ο Αλή.
     - Το παίρνω να το πετάξω, είπε η Γκιουλμπαχάρ. Έχει ξηλωθεί τόσο που δεν φτιάχνεται. 
     - Αχ, γυναίκα σπάταλη! είπε ο Αλή. Ο πατέρας μου πάντα έλεγε "όλα φτιάχνονται, τίποτα να μην πετιέται". Και τώρα θέλεις εσύ να πετάξω καινούργιο χαλί;
     - Όχι και καινούργιο, αυτό ήταν προίκα του πατέρα σου, που και εκείνος το κληρονόμησε από τον δικό του πατέρα, και ποιος ξέρει από ποιον το κληρονόμησε και εκείνος. Αν το χαλί μπορούσε να μιλήσει, θα σου έλεγε για τότε που το πρωτοπάτησαν τα πασουμάκια της Χαντιτζά, της γυναίκας του Προφήτη...
     - Υπερβάλλεις, αλλά ακόμα και έτσι, είναι αυτός λόγος να το πετάξω;
     - Μα έχει ξηλωθεί...
     - Ε, και; Θα το πάω στο μάστορα να το φτιάξει. Φέρε μου το πουγκί μου.
     - Αχ, άντρα μου, είσαι δυνατός, είσαι όμορφος, είσαι δουλευταράς, αλλά σοφός δεν είσαι. Δεν το καταλαβαίνεις ότι το σημερινό σου ατύχημα ήταν ένα μήνυμα που σου έστειλε ο Αλλάχ; Αρκετά το χρησιμοποίησες αυτό το χαλί, καιρός να πάρεις άλλο. Αλλιώς, την επόμενη φορά που θα ξηλωθεί, φοβάμαι πως δεν θα την γλιτώσεις.
     - Δάγκωσε την γλώσσα σου, γυναίκα, είπε ο Αλή, και παρ'το απόφαση: το χαλί δεν πετιέται. Έχει πολλά ταξίδια να κάνει ακόμα.
     - Ναι, καλά, είπε και η Γκιουλμπαχάρ, που έβλεπε ότι ο άντρας της δεν έβαζε μυαλό, θυμάσαι στο ταξίδι του μέλιτος, που παρά τρίχα να μας πετάξει μέσα στον Ινδικό ωκεανό, να μας φάνε τα ψάρια;
     - Εκεί έφταιγα εγώ, είπε ο Αλή, δεν είχα προσέξει ότι του είχαν μπερδευτεί τα κρόσσια στη μια άκρη. Ήμουν και νιόπαντρος βλέπεις, και δεν είχα μάτια για τίποτα άλλο, παρά μόνο για εσένα.
     - Βρε, άσε τις γαλιφιές, και δε με ρίχνεις! Το καλό που σου θέλω, πάρε ένα καινούργιο χαλί. Αλλιώς, σύντομα με βλέπω να μένω χήρα, και ποιος θα μας φροντίζει, εμένα και τα πέντε μας παιδιά;
     - Και είναι λόγος αυτός να ξοδέψω τα ωραία μας λεφτά; Τι θαρρείς, ότι τα λεφτά φυτρώνουν στα δέντρα; Ενώ με μερικά γρόσια θα κάνω τη δουλειά μου και θα μας μείνουν και τα λεφτά.
     - Καλά μου το έλεγε η μάνα μου, είπε η Γκιουλμπαχάρ: "όλα γιατρεύονται στον άνθρωπο παιδί μου, μόνο η τσιγκουνιά δεν γιατρεύεται με τίποτα".
     Αλλά ο Αλή είχε ήδη φορτωθεί στον ώμο το ξηλωμένο χαλί και άνοιγε την πόρτα για να φύγει.
     - Πήγαινέ το, τουλάχιστον, στο Μουσταφά, είπε η Γκιουλμπαχάρ.
     - Τι λες, βρε γυναίκα; Αυτός θα με χρεώσει ένα πουγκί γρόσια!
     - Κάνει όμως καλή δουλειά...
     - Ναι, σιγά, χρυσή κλωστή χρησιμοποιεί; Άκου, στο Μουσταφά! Δεν αγοράζω καλύτερα καινούργιο χαλί;
     - Στα λόγια μου έρχεσαι, είπε η Γκιουλμπαχάρ.
     - Στον Αχμέντ θα το πάω.
     - Τι να σου πω, άντρα μου, εσύ θα το φας το κεφάλι σου. Δεν βλέπεις που ο Αχμέντ δεν έχει καθόλου πελατεία; Χαζοί είναι οι άλλοι που δεν επισκευάζουν τα χαλιά τους σε αυτόν;
     - Είναι λογικό, τώρα ξεκινάει, νέο παιδί είναι.
     - Την επιχείρηση του πατέρα του κληρονόμησε.
     - Ε, και;
     - Δε σου φαίνεται περίεργο που ούτε οι πελάτες του πατέρα του δεν πατάνε πια στο μαγαζί του;
     - Είσαι υπερβολική, είπε ο Αλή. Λοιπόν, εγώ τώρα πηγαίνω...
     - Πετάξου και μέχρι την αγορά να μου πάρεις μπαχαρικά για το κους κους, είπε η Γκιουλμπαχάρ, για να τον πειράξει. Αλλά, τι λέω, πώς θα πεταχτείς χωρίς χαλί;
     Ο Αλή δεν της απάντησε, αλλά έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Η Γκιουλμπαχάρ αναστέναξε.
     - Ο Αλλάχ ας μας προστατεύσει, είπε και πήγε να μαγειρέψει.
     Ο Αλή πήγε με το χαλί του στο μαγαζί του Αχμέντ. Εκείνος χάρηκε πολύ που τον είδε, ένα μήνα είχε να δει πελάτη.
     - Πόσα θέλεις για να επισκευάσεις αυτό το χαλί; ρώτησε ο Αλή.
     - Από ό,τι βλέπω, θέλει αρκετή δουλειά, είπε εκείνος. Έχει ξηλωθεί μεγάλο μέρος του. Τριάντα γρόσια θα μου δώσεις και θα σου το φτιάξω.
     - Τριάντα; είπε ο Αλή. Ε, όχι και τριάντα. Εγώ υπολόγιζα πέντε!
     - Να σου κάνω καλύτερη τιμή τότε, είπε ο Αχμέντ. Δώσε μου είκοσι, αλλά μην το πεις σε κανέναν και νομίζουν ότι άρχισα τις αγαθοεργίες.
     - Είκοσι γρόσια είναι πολλά, οικογενειάρχης άνθρωπος είμαι, είπε ο Αλή. Να σου δώσω δέκα, από το υστέρημά μου;
     - Με γδύνεις, είπε ο Αλή, αλλά χαλάλι σου. Θα σου το φτιάξω με δέκα γρόσια. Αλλά τα θέλω όλα μπροστά.
     Έτσι και έγινε, και ο Αλή έδωσε τα δέκα γρόσια, και ο Αχμέντ τα πήρε, και ο Αλή ήταν πολύ ικανοποιημένος από το παζάρι που έκανε, και που δε θα έδινε ένα πουγκί γρόσια στο Μουσταφά, και σιγά, πόσο καλύτερος ήταν ο Μουσταφά πια, και εκείνος παιδί μάστορα ήταν και ο Αχμέντ παιδί μάστορα ήταν... Και ο Αλή γύρισε στο σπίτι του πολύ ικανοποιημένος.
     - Πότε θα το πάρεις το χαλί; ρώτησε η Γκιουλμπαχάρ.
     - Την Παρασκευή, είπε ο Αλή.
     - Άντε να δούμε, έχει και παζάρι στο Ισπαχάν την Παρασκευή, να πας να ψωνίσεις που μας τελειώνουν οι προμήθειες. 
     - Τι σπάταλη! σκέφτηκε ο Αλή. Όλο στα ψώνια το έχει το μυαλό της.
     Αλλά δεν είπε τίποτα. Ήταν που η Γκιουλμπαχάρ του είχε φτιάξει και το αγαπημένο του φαγητό, ιμάμ μπαϊλντί.
     Τώρα, όσοι ξέρουν από χαλιά, γνωρίζουν ότι η κατασκευή των ιπτάμενων χαλιών είναι μία τέχνη μυστική, που την γνωρίζουν ελάχιστοι και που πηγαίνει από πατέρα σε γιο. Το μυστικό βρίσκεται στους κόμπους, και συγκεκριμένα σε έναν, στον κόμπο τον μαγικό. Και είναι αυτός ο κόμπος που κάνει όλη τη δουλειά, και που ο τεχνίτης πρέπει να ξέρει να τον φτιάχνει με κλειστά μάτια. Και αλίμονο αν λυθεί ο μαγικός κόμπος. Τότε, το χαλί - είτε είναι στον αέρα είτε όχι - χάνει την ικανότητά του να πετάει και πέφτει. Ό,τι είχε συμβεί στον Αλή, δηλαδή.
     Πέρασαν οι μέρες και ήρθε η Παρασκευή, και ο Αλή πήγε όλος χαρά να παραλάβει το επιδιορθωμένο του χαλί. Ο Αχμέντ τον περίμενε, και μάλιστα του το είχε διπλώσει και ωραία, και του το είχε τυλίξει με ένα βελούδο. 
     - Το βελούδο είναι προσφορά του καταστήματος, είπε ο Αχμέντ.
     Και ο Αλή έτρεξε με χαρά στο σπίτι του, με το χαλί το περιτυλιγμένο με βελούδο στον ώμο. Τώρα θα έβλεπε η γυναίκα του, που τον είχε αμφισβητήσει!
     - Λοιπόν, είπε καμαρωτά, τι έχεις να πεις; Όχι μόνο έφτιαξε το χαλί με δέκα γρόσια μόνο, αλλά μας κάνει δώρο και αυτό το υπέροχο βελούδο, να το πάρεις να κεντήσεις μαξιλάρια για το μεγάλο τον οντά.
     Η Γκιουλμπαχάρ δεν είπε τίποτα, εντάξει, μπορεί να είχε κάνει και λάθος.
     - Θα πεταχτείς τώρα μέχρι το Ισπαχάν, να μου πάρεις προμήθειες; τον ρώτησε.
     - Φυσικά, είπε ο Αλή, και ξεδίπλωσε το χαλί. Πάμε! είπε.
     Αλλά το χαλί έμεινε ακίνητο, σαν να ήταν κουφό.
     - Πάμε! ξαναείπε ο Αλή. Πάμε στο Ισπαχάν!
     Αλλά το χαλί έμεινε στη θέση του.
     - Τι έγινε; αναρωτήθηκε ο Αλή. Γιατί δεν πετάει;
     - Τι να έγινε, καημένε; είπε η Γκιουλμπαχάρ. Ο Αχμέντ σε κορόιδεψε. Δεν ξέρει να φτιάχνει ιπτάμενα χαλιά, αυτό είναι. Γι'αυτό και κανείς δεν πηγαίνει το χαλί του σε εκείνον, σου τα'λεγα εγώ, δε σου τα'λεγα;
     Βέβαια, η Γκιουλμπαχάρ δεν είχε απόλυτο δίκιο. Ο Αχμέντ δεν είχε πρόθεση να κοροϊδέψει τον Αλή. Είχε προσπαθήσει να το φτιάξει το χαλί, απλώς δεν τα είχε καταφέρει. Και αυτό επειδή, παρ'όλα τα μαθήματα που του είχε κάνει ο πατέρας του, αυτός δεν είχε καταφέρει να μάθει πώς δένεται ο μαγικός κόμπος, πότε τον έδενε ανάποδα, πότε τον έδενε σε λάθος θέση, και γι'αυτό δεν μπορούσε να φτιάξει ιπτάμενα χαλιά.
     - Θα του το πάω πίσω, είπε θυμωμένος ο Αλή.
     Και μια και δυο, φορτώθηκε ξανά το χαλί στον ώμο του και πήγε στον Αχμέντ.
     - Με κορόιδεψες, του είπε, δε μου το έφτιαξες το χαλί.
     - Πώς δε σου το έφτιαξα, δε θυμάσαι που ήταν ξηλωμένο; είπε εκείνος.
     - Ναι, αλλά προτού ξηλωθεί πετούσε, ενώ τώρα δεν πετάει!
     - Τι να σου πω, είπε ο Αχμέντ, φαίνεται θα ξηλώθηκε ο μαγικός κόμπος.
     - Ε, φτιάξ'τον! είπε ο Αλή.
     - Θα σου τον έφτιαχνα πολύ ευχαρίστως, είπε ο Αχμέντ, αν μπορούσα να βρω ποιος είναι. Αλλά πού να τον βρω το μαγικό κόμπο μέσα σε όλους αυτούς τους κόμπους που έχει το χαλί;
     - Και τώρα τι θα κάνω; είπε ο Αλή. Θέλω να πάω στο Ισπαχάν να ψωνίσω και υπολόγιζα σε αυτό το χαλί.
     - Μπορείς να νοικιάσεις χαλί από τον Ισμαήλ. Με δέκα γρόσια νοικιάζεις ένα για ολόκληρη τη μέρα.
     - Δέκα γρόσια; Είναι πολλά, μα τον Προφήτη! Και με το χαλί αυτό τι θα κάνω;
     - Α, δεν ξέρω, αν θέλεις πήγαινέ το στο Μουσταφά. Ίσως εκείνος να μπορεί να τον βρει το μαγικό κόμπο και να τον φτιάξει. Εγώ δεν μπορώ.
     Εγκεφαλικό πήγε να πάθει ο Αλή. Τόσα λεφτά πεταμένα, το χαλί αχρηστευμένο πια, και θα έπρεπε είτε να νοικιάσει είτε να αγοράσει καινούργιο... Και τι θα έλεγε στη γυναίκα του, που θα τον κορόιδευε;
     Με βαριά καρδιά πήγε στο μαγαζί του Γιουσούφ με τα χαλιά, και ύστερα από σκληρά παζάρια κατάφερε να αγοράσει ένα καινούργιο ιπτάμενο χαλί. Φόρτωσε και το παλιό, το επιδιορθωμένο του χαλί επάνω στο καινούργιο, και γύρισε στο σπίτι.
     - Τι είναι αυτό; ρώτησε η Γκιουλμπαχάρ. Πήρες καινούργιο χαλί;
     - Ναι, είπε ο Αλή, το σκέφτηκα καλύτερα. Είπα να στρώσουμε το παλιό στο μεγάλο τον οντά. Θα ταιριάζει πολύ ωραία με τα βελούδινα μαξιλάρια που θα κεντήσεις. Όσο για τις μετακινήσεις μου, αποφάσισα να αγοράσω ένα άλλο, να μη μου παραπονιέσαι και εσύ. Βέβαια, μου κόστισε δύο πουγκιά γρόσια, αλλά χαλάλι.
     - Πόσο σοφά τα σκέφτηκες όλα, άντρα μου, είπε η Γκιουλμπαχάρ, που τα κατάλαβε όλα. Θα πεταχτείς τώρα στο Ισπαχάν να ψωνίσεις;
     - Φυσικά, είπε εκείνος. Δώσε μου τη λίστα με τα ψώνια. Και αν βρω, θα σου φέρω και ένα ρόδο. Να δεις τι καλό άντρα έχεις. 
     Η Γκιουλμπαχάρ χαμογέλασε. Από μέσα της ευχαριστούσε τον Αλλάχ, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τα είχε τακτοποιήσει όλα τόσο ωραία.
     - Πάμε! είπε ο Αλή και το χαλί ανυψώθηκε στον αέρα.
     Το χαλί με τον Αλή εξαφανίστηκε και η Γκιουλμπαχάρ πήρε το παλιό χαλί στο μεγάλο τον οντά και το έστρωσε. Και εκεί παραμένει μέχρι σήμερα, να κάνει παρέα με τα βελούδινα, κεντητά μαξιλάρια.

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

Μεταξύ μας

     
      Λοιπόν, θα σας εκμυστηρευθώ κάτι: στο σπίτι μου υπάρχει... μας ακούει κανείς; Μήπως υπάρχει κάποιος που κρυφοκοιτάζει την οθόνη του υπολογιστή πίσω από την πλάτη σας; Διώξτε τον, θέλω ό,τι πω να μείνει μεταξύ μας. Λοιπόν; Όλα εντάξει; Να συνεχίσω;
     Στο σπίτι μου, λοιπόν, υπάρχει - είμαστε μόνοι, είπαμε, έτσι; - , υπάρχει ένα φάντασμα! Ορίστε, το είπα: υπάρχει ένα φάντασμα στο σπίτι μου. Τώρα θα μου πείτε, πώς το ξέρω. Έλα ντε που το ξέρω! 
     Μισό λεπτό να βεβαιωθώ ότι δεν κρυφοκοιτάει αυτά που γράφω. Αλλιώς, ποιος ξέρει τι θα μου κάνει όταν του δοθεί η ευκαιρία. ...Ναι, δεν ακούω τίποτα. Μπορεί να κοιμάται. Ή, μπορεί απλώς να μην ξέρει ότι γράφω γι'αυτό. Όπως και να'χει, νομίζω πως είμαι μόνη μου τώρα.
     Στην αρχή δεν το είχα καταλάβει ότι δεν ήμουν μόνη στο σπίτι. Η πρώτη υποψία μου μπήκε όταν έχασα ένα ζευγάρι κάλτσες, και αργότερα άλλο ένα. Πού πήγαν οι κάλτσες μου, αφού χωρίς τα πόδια μου δεν μπορούν να περπατήσουν και να φύγουν; Άρα, κάποιος τις πήρε. Και ποιος άλλος θα μπορούσε να τις έχει πάρει, παρά κάποιο φάντασμα;
     Και δεν είναι μόνο οι κάλτσες. Από όταν πρωτοϋποπτεύθηκα την ύπαρξή του στο σπίτι, το φάντασμα ξεθάρρεψε. Μερικές φορές σβήνει τα φώτα στα καλά καθούμενα, άλλες φορές εξαφανίζει μαχαιροπήρουνα, άλλες φορές σκοντάφτει επάνω στα έπιπλα και τα κάνει να βγάζουν περίεργους θορύβους και όταν γίνεται πραγματικά κακό με σκουντάει και μου πέφτουν τα πράγματα από τα χέρια ή χάνω την ισορροπία μου... Καμιά μέρα θα χτυπήσω και η αιτία θα είναι το φάντασμα. Και όχι τίποτ'άλλο, πώς θα το πω στους γιατρούς, που θα με κοιτάξουν σαν να είμαι τρελλή;
     Σκέφτομαι ότι θα'πρεπε να το διώξω με κάποιον τρόπο, αλλά, από την άλλη, είναι μια παρέα... Και αν αποφασίσω να το διώξω, τι θα πρέπει να κάνω, εξορκισμό; Α, μπα, τα φοβάμαι αυτά, καλύτερα να συνεχίσω να προσποιούμαι ότι δεν καταλαβαίνω τίποτα και - ποιος ξέρει; - μπορεί να βαρεθεί και να φύγει από μόνο του.
     Κι αν, από την άλλη, μου κουβαλήσει και την οικογένειά του; Τότε τι κάνω; Και μην αναρωτιέστε αν είμαι καλά στα μυαλά μου, είναι απόλυτα λογικό να έχει και οικογένεια. Αλλιώς, γιατί να κλέψει δύο ζευγάρια κάλτσες και όχι μόνο ένα; Φως-φανάρι, τα έκλεψε για την οικογένειά του.
     Γενικά, κατά καιρούς χάνω πολλά πράγματα, από όταν εμφανίστηκε το φάντασμα. Χάνω αποδείξεις, σημειώσεις, την ισορροπία μου, την ώρα μου, το κέφι μου, την ψυχραιμία μου, μέχρι και το μυαλό μου χάνω. Ευτυχώς που δεν έχασα ακόμα τον ύπνο μου, παρ'όλο που εκείνο προσπαθεί να με κάνει να τον χάσω. Βλέπετε, το βράδυ που ξαπλώνω για να κοιμηθώ είναι που κάνει την περισσότερη φασαρία. Και δώσ'του να τρίζουν από τα βήματά του τα πατώματα ή και οι πόρτες. Και ορίστε που το ψυγείο ακούγεται πιο δυνατά το βράδυ, που το φάντασμα βολτάρει ανενόχλητο στο σπίτι. Και ορίστε που τα ρούχα που ακουμπάω το βράδυ τακτοποιημένα στο κάτω μέρος του κρεβατιού τα βρίσκω την επόμενη μέρα πεσμένα στο πάτωμα!                                         
     Το φωτιστικό στη Χώρα του διαμερίσματος της Πίπης τα βλέπει όλα, ακόμα κι όταν είναι σβηστό. Ακόμα και όταν γύρω του τα πάντα είναι σκοτεινά, ακόμα και τότε εκείνο βλέπει πεντακάθαρα. Βλέπει, λοιπόν, πεντακάθαρα, πότε η Πίπη είναι απρόσεκτη με τα πράγματά της, και πότε είναι αφηρημένη και αφήνει διάφορα πράγματα κάπου πρόχειρα, και ύστερα τα ψάχνει και δεν τα βρίσκει. Και βλέπει πολύ καθαρά ότι η Πίπη είναι απρόσεκτη όταν κουβαλάει πράγματα και όλο σκοντάφτει δεξιά και αριστερά, και όλο κινδυνεύουν να της πέσουν τα πράγματα από τα χέρια της. Και, φυσικά, δεν του ξεφεύγει καθόλου ότι η Πίπη κλωτσάει στον ύπνο της και ρίχνει κάτω από το κρεβάτι της ό,τι βρίσκεται επάνω του. Και το φωτιστικό διασκεδάζει πάρα πολύ όταν βλέπει την Πίπη να ψάχνει κάτι που την προηγούμενη μέρα κρατούσε στα χέρια της, ή να παραπατάει και να προσπαθεί με αγωνία να κρατήσει την ισορροπία της και τα πράγματα που κρατάει , ή να κοιτάζει έκπληκτη τα πεσμένα ρούχα στο πάτωμα του υπνοδωματίου της, αυτά που η ίδια έριξε με μια κλωτσιά κάτω το προηγούμενο βράδυ. Έχει μεγάλη πλάκα αυτή η Πίπη!                                              
     Α, δεν ξέρω τι άλλο να κάνω με το φάντασμα! Τι; Μήπως είμαι υπερβολική; Τι εννοείτε όταν λέτε ότι τα έχω τα χρονάκια μου; Όχι, το φάντασμα δε λέγεται Αλτσχάιμερ, δεν έχουμε συστηθεί, δεν ξέρω το όνομά του, πώς σας ήρθε αυτό, άκου Αλτσχάιμερ! Αλλά έτσι είναι πάντα, κανείς δεν αποδέχεται την αλήθεια. όλοι είναι δύσπιστοι, όμως εγώ λέω την αλήθεια, υπάρχει φάντασμα στο σπίτι και θα το αποδείξω... Ορίστε, πάλι εξαφανίστηκε το μαχαίρι του ψωμιού... αν δεν είναι αυτό απόδειξη, τότε δεν ξέρω τι είναι, και τώρα που το θυμήθηκα, κάτσε να μετρήσω και τις κάλτσες μου, ίσως λείπει κι άλλο ζευγάρι, μόλις μου φάνηκε ότι έχασα και μια μπλούζα...