Εγώ, κυρ-πρόεδρε, παντρεύτηκα το Λενάκι, που το αγάπαγα σφόδρα, παιδιόθεν, που λένε... Το παντρεύτηκα με δόξα και τιμή και το έβαλα κορώνα στο κεφάλι μου, μέχρι και τη φωτογραφία του γάμου μας έβαλα στο μαγαζί, δεν ξέρω αν ξέρεις, «Εκλεκτά κρέατα ο Νώντας», μεγάλο μαγαζί, γωνιακό, με όλα τα κομφόρ...
Και το Λενάκι, θρονιάστηκε στον θρόνο του και κυβερνούσε το σπιτικό μας ωσάν την πώς τη λένε, τη Μαρία Αντουανέτα, εκείνη με το παντεσπάνι, και τίποτα δεν της έλειπε. Και στο κρεβάτι άρχοντας, εννοείται, κυρ-πρόεδρε, ο Νώντας όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει, με νοείς, φαντάζομαι, πανηγύρι κάθε βράδυ, μας άκουγαν μέχρι τα Πετράλωνα… Και να οι γούνες, και να τα φιλέτα, και να οι ψαροταβέρνες τα Σαββατόβραδα, και να τα μπουζούκια, πρώτο τραπέζι, εννοείται, και να τα Σούνια, που ήταν και κάργα ρομαντικό το Λενάκι και του άρεσαν οι φεγγαράδες…
Και της πήρα και πλυντήριο, και ψυγείο, και ηλεκτρική κουζίνα, και υπηρέτρια, μέχρι και τηλεόραση της πήρα. Και τότε ήταν που άρχισε να μου μιλάει για μια εκπομπή που παρακολουθούσε, όχι από εκείνες με τους δημοσιογράφους, που όλο ανακοινώνουν δέσμες μέτρων, από τις άλλες, τις φεμινιστικές, εγώ αυτά τα ξένα δεν τα ξέρω… Και ύστερα από λίγο άρχισε να μου ζητάει να πιάσει δουλειά, επειδή, λέει, έτσι είπαν στην εκπομπή, και την έβαλα στο μαγαζί, και της έκοψα και μισθό.
Και όλα ηρέμησαν για λίγο, αλλά μετά άρχισε να μου ζητάει να της πάρω αμάξι! Βρε, καλή μου, βρε χρυσή μου, όχι, το είπαν στην εκπομπή, όλες οι γυναίκες σοφάρουν, θέλω κι εγώ, και το βράδυ μου άρχισε την κρεβατομουρμούρα, ξέρεις, κυρ-πρόεδρε, γλώσσα δεν έβαζε μέσα, μέχρι σεξουαλική απεργία μου έκανε, και είδα κι απόειδα και της πήρα και αμάξι, και δάσκαλο να μάθει να σοφάρει της πήρα. Και τότε ήταν που σταμάτησε να έρχεται στο μαγαζί και άρχισε τα σούρτα-φέρτα.
Στην αρχή δεν το’πιασα το υπονοούμενο, αλλά το πράγμα συνεχιζόταν, και όταν τη ρωτούσα πού ήταν, μου έλεγε ότι είχε πάει βόλτα με τις φίλες της, πού να φανταστώ... Μια μέρα γυρνάει σα βρεγμένη γάτα, κοιτάω, τι να δω, το αμάξι σαν το ακορντεόν του ζητιάνου στη γωνία. Πού το χτύπησες το αμάξι, ρε, Λενάκι; με τράκαρε ένας στην Καλλιθέα, μου λέει, εκεί που πήγαινα στη μοδίστρα μου… Και την επόμενη μου έρχεται το ραβασάκι από το δικαστήριο, επειδή, λέει, έπεσε με το αμάξι και γκρέμισε μια μάντρα στη Βάρη…
Και έρχομαι εδώ και μαθαίνω, ότι το Λενάκι, λέει, συνοδευόταν από αρρένα αψηλό. Γιατί με αψηλό, ρε, Λενάκι; Τι φταίω εγώ που είμαι 1,60; Ε, αν με αυτό δεν έφτασε ο κόμπος στο χτένι, δεν ξέρω με τι άλλο μπορεί να φτάσει! Να πλερώσω, κυρ-πρόεδρε, τη μάντρα, να πλερώσω, λεφτά υπάρχουν, αλλά με τη δική μου αποκατάσταση τι θα γίνει; Το δικό μου το κέρατο ποιος θα το πλερώσει;
ΥΓ: Αυτή ήταν η μία από τις δύο συμμετοχές της Πίπης στο τελευταίο "Παίζοντας με τις λέξεις", που διοργανώνει ακούραστα η αγαπημένη μας Μεμαρία, στο ξαναβαφτισμένο της μπλογκ "Μ'ένα χάρτινο καραβάκι". Η Πίπη αυτή τη φορά του έδωσε και κατάλαβε, και νιώθει την ανάγκη να ζητήσει δημόσια συγγνώμη από τη Μαρία την Κανελλάκη και από το Αννετά...κι, για τα όσα τους έσουρε όταν πρωτοείδε τις λέξεις. Τελικά, αυτές ξέρουν.



