Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018

Ποιος θα πλερώσει;




     Εγώ, κυρ-πρόεδρε, παντρεύτηκα το Λενάκι, που το αγάπαγα σφόδρα, παιδιόθεν, που λένε... Το παντρεύτηκα με δόξα και τιμή και το έβαλα κορώνα στο κεφάλι μου, μέχρι και τη φωτογραφία του γάμου μας έβαλα στο μαγαζί, δεν ξέρω αν ξέρεις, «Εκλεκτά κρέατα ο Νώντας», μεγάλο μαγαζί, γωνιακό, με όλα τα κομφόρ...

     Και το Λενάκι, θρονιάστηκε στον θρόνο του και κυβερνούσε το σπιτικό μας ωσάν την πώς τη λένε, τη Μαρία Αντουανέτα, εκείνη με το παντεσπάνι, και τίποτα δεν της έλειπε. Και στο κρεβάτι άρχοντας, εννοείται, κυρ-πρόεδρε, ο Νώντας όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει, με νοείς, φαντάζομαι, πανηγύρι κάθε βράδυ, μας άκουγαν μέχρι τα Πετράλωνα… Και να οι γούνες, και να τα φιλέτα, και να οι ψαροταβέρνες τα Σαββατόβραδα, και να τα μπουζούκια, πρώτο τραπέζι, εννοείται, και να τα Σούνια, που ήταν και κάργα ρομαντικό το Λενάκι και του άρεσαν οι φεγγαράδες…
     Και της πήρα και πλυντήριο, και ψυγείο, και ηλεκτρική κουζίνα, και υπηρέτρια, μέχρι και τηλεόραση της πήρα. Και τότε ήταν που άρχισε να μου μιλάει για μια εκπομπή που παρακολουθούσε, όχι από εκείνες με τους δημοσιογράφους, που όλο ανακοινώνουν δέσμες μέτρων, από τις άλλες, τις φεμινιστικές, εγώ αυτά τα ξένα δεν τα ξέρω… Και ύστερα από λίγο άρχισε να μου ζητάει να πιάσει δουλειά, επειδή, λέει, έτσι είπαν στην εκπομπή, και την έβαλα στο μαγαζί, και της έκοψα και μισθό.
     Και όλα ηρέμησαν για λίγο, αλλά μετά άρχισε να μου ζητάει να της πάρω αμάξι! Βρε, καλή μου, βρε χρυσή μου, όχι, το είπαν στην εκπομπή, όλες οι γυναίκες σοφάρουν, θέλω κι εγώ, και το βράδυ μου άρχισε την κρεβατομουρμούρα, ξέρεις, κυρ-πρόεδρε, γλώσσα δεν έβαζε μέσα, μέχρι σεξουαλική απεργία μου έκανε, και είδα κι απόειδα και της πήρα και αμάξι, και δάσκαλο να μάθει να σοφάρει της πήρα. Και τότε ήταν που σταμάτησε να έρχεται στο μαγαζί και άρχισε τα σούρτα-φέρτα.
     Στην αρχή δεν το’πιασα το υπονοούμενο, αλλά το πράγμα συνεχιζόταν, και όταν τη ρωτούσα πού ήταν, μου έλεγε ότι είχε πάει βόλτα με τις φίλες της, πού να φανταστώ... Μια μέρα γυρνάει σα βρεγμένη γάτα, κοιτάω, τι να δω, το αμάξι σαν το ακορντεόν του ζητιάνου στη γωνία. Πού το χτύπησες το αμάξι, ρε, Λενάκι; με τράκαρε ένας στην Καλλιθέα, μου λέει, εκεί που πήγαινα στη μοδίστρα μου… Και την επόμενη μου έρχεται το ραβασάκι από το δικαστήριο, επειδή, λέει, έπεσε με το αμάξι και γκρέμισε μια μάντρα στη Βάρη…
     Και έρχομαι εδώ και μαθαίνω, ότι το Λενάκι, λέει, συνοδευόταν από αρρένα αψηλό. Γιατί με αψηλό, ρε, Λενάκι; Τι φταίω εγώ που είμαι 1,60; Ε, αν με αυτό δεν έφτασε ο κόμπος στο χτένι, δεν ξέρω με τι άλλο μπορεί να φτάσει! Να πλερώσω, κυρ-πρόεδρε, τη μάντρα, να πλερώσω, λεφτά υπάρχουν, αλλά με τη δική μου αποκατάσταση τι θα γίνει; Το δικό μου το κέρατο ποιος θα το πλερώσει;


     ΥΓ: Αυτή ήταν η μία από τις δύο συμμετοχές της Πίπης στο τελευταίο "Παίζοντας με τις λέξεις", που διοργανώνει ακούραστα η αγαπημένη μας Μεμαρία, στο ξαναβαφτισμένο της μπλογκ "Μ'ένα χάρτινο καραβάκι". Η Πίπη αυτή τη φορά του έδωσε και κατάλαβε, και νιώθει την ανάγκη να ζητήσει δημόσια συγγνώμη από τη Μαρία την Κανελλάκη και από το Αννετά...κι, για τα όσα τους έσουρε όταν πρωτοείδε τις λέξεις. Τελικά, αυτές ξέρουν.

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2018

Θεραπείας παρενέργειες

     Η Βρισηίδα η ακρίδα έπαιζε με τις φιλενάδες της "Δεν πηδάς, κυρα-Μαρία", όταν παρατήρησε ότι δύο ακρίδες από τη παρέα μιλούσαν χαμηλόφωνα και την κοιτούσαν, φως φανάρι ότι την σχολίαζαν χωρίς καν να κρατούν τα προσχήματα. Η Βρισηίδα πολύ ενοχλήθηκε και έχασε τη συγκέντρωσή της εντελώς, και όταν αργότερα άρχισαν το κρυφτό, δεν μπορούσε να σκεφτεί καμία καλή κρυψώνα και οι υπόλοιπες την έβρισκαν σχεδόν αμέσως.
     Τι να έλεγαν, άραγε, οι δυο τους; αναρωτιόταν η καημένη η Βρισηίδα, και αν δεν ήταν η κολλητή της φίλη, η Μακριλένα, ποτέ της δεν θα το μάθαινε:
     - Καλέ Βρισηίδα, της είπε η Μακριλένα εμπιστευτικά, το ξέρεις ότι μυρίζει η αναπνοή σου;
     Να κάτι που δεν είχε φανταστεί ποτέ η Βρισηίδα. Ώστε μύριζε η αναπνοή της;
     - Μήπως έχεις κανένα χαλασμένο δόντι; έριξε την ιδέα η Μακριλένα.
     Να, λοιπόν, που έπρεπε να πάει στον οδοντογιατρό, και η Βρισηίδα δεν τους συμπαθούσε καθόλου τους οδοντογιατρούς.
     - Μάλλον θα πρέπει να σε δει κάποιος οδοντίατρος, είπε η Μακριλένα και η Βρισηίδα κατάλαβε ότι δεν είχε και πολλές επιλογές.
     - Θα πάω στον οδοντίατρο, είπε με μισή καρδιά η Βρισηίδα και την επόμενη μέρα κιόλας βρισκόταν στο οδοντιατρείο του κυρίου Αδαμάντιου Κορώνα, οδοντίατρου με ειδίκευση στην εντομοδοντολογία.
     Ο κύριος Κορώνας έβαλε την Βρισηίδα να καθήσει στην οδοντιατρική του καρέκλα και να ανοίξει καλά-καλά το στόμα της. Ύστερα άναψε ένα δυνατό φως από πάνω της και άρχισε την εξέταση.
     Αφού, λοιπόν, την εξέτασε με κάθε λεπτομέρεια, και αφού της έβγαλε και ακτινογραφίες, τις οποίες τις κοίταξε πολύ προσεκτικά, ο κύριος Κορώνας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δόντια της Βρισηίδας ήταν εντελώς γερά.
     - Δεν βλέπω να υπάρχει κανένα πρόβλημα με τα δόντια σας, είπε ο κύριος Κορώνας.
     - Ναι, είπε η Βρισηίδα, αλλά μυρίζει η αναπνοή μου, έτσι λένε όλοι, μέχρι και η κολλητή μου, η Μακριλένα.
     - Εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι'αυτό, λυπάμαι πολύ, είπε ο κύριος Κορώνας.
     - Και τι θα κάνω; Θα συνεχίσουν να με σχολιάζουν οι άλλες ακρίδες;
     - Το μόνο που θα μπορούσα να προτείνω είναι οι μέντες, ή τουλάχιστον, να μασάτε τσίχλα με άρωμα μέντας ή δυόσμου.
     - Δε μου αρέσουν οι τσίχλες.
     - Τότε, αν δεν σας πειράζει, μπορείτε να μασάτε φύλλα δυόσμου, κάνουν την ίδια δουλειά με τις τσίχλες.
     Αυτά είπε ο κύριος Κορώνας και η Βρισηίδα έφυγε από το ιατρείο του σκεφτική. Πού θα έβρισκε φύλλα δυόσμου; Και τι γεύση θα είχαν; Μήπως δεν ήταν νόστιμα;
     Και εκεί που περπατούσε, η Βρισηίδα σκόνταψε επάνω σε έναν δυόσμο. Και αμέσως άρχισε τις δοκιμές. Και πολύ της άρεσε ο δυόσμος. Τόσο, που δεν χόρταινε να μασάει τα φύλλα του. Και από τότε το πρόβλημά της λύθηκε δια παντός.
     Αλλά με το που λύθηκε το πρόβλημα της Βρισηίδας, ξεκίνησαν τα προβλήματα της Πίπης. Κι αυτό, διότι ο δυόσμος που έλυσε το πρόβλημα της Βρισηίδας βρίσκεται στη Χώρα της πίσω βεράντας και, όπως όλοι ξέρουμε, η Χώρα της πίσω βεράντας συνορεύει με τη Χώρα του διαμερίσματος, όπου ζει η Πίπη.
     Όχι, πείτε μου κι εσείς, που είστε αμερόληπτοι: χάθηκαν οι δυόσμοι; Τον δυόσμο της Πίπης έπρεπε να διαλέξει η Βρισηίδα;


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

Περί ανέμων και υδάτων



- Μαίρη!
- Αννέτα! Καιρούς και ζαμάνια! Τι κάνεις, βρε θηρίο;
- Καλά, εσύ; Αλλά, τι ρωτάω, βλέπω! Μη μου πεις: αδυνάτισες!
- Ε, ναι, φαίνεται;
- Τι ρωτάς αν φαίνεται, μισή έχεις μείνει!
- Ε, όχι και μισή…
- Θέλω τη δίαιτά σου, οπωσδήποτε!
- Πήγα σε έναν καλό διαιτολόγο και σώθηκα!
- Α, ναι; Κι εγώ πρέπει να πάω σε διαιτολόγο, όσο κι αν προσπαθώ δεν τα καταφέρνω να αδυνατίσω από μόνη μου. Είναι καλός ο δικός σου;
- Κούκλος: ψηλός, γεροδεμένος, και με ένα χαμόγελο να σε στείλει αδιάβαστη…
- Μαίρη!
- Ε, τι «Μαίρη!»; Σου λέω, αξίζει!
- Βρε, για διαιτολόγο σου είπα ότι ψάχνω ή για γκόμενο;
- Για διαιτολόγο μου είπες, αλλά τι να κάνω που ο διαιτολόγος μου κάνει και για γκόμενος;
- Τώρα, σοβαρά, είναι τόσο καλός;
- Όσο δε φαντάζεσαι…
- Και, δηλαδή, εσύ τον έχεις και γκόμενο;
- Ε, όχι και γκόμενο, αφού ξέρεις, εγώ είμαι μια σοβαρή, παντρεμένη γυναίκα…
- Ναι…
- … αλλά τι να κάνω που ο Σάκης φοράει μόνιμα σωσίβιο από γεροντόπαχα, βλέπω το διαιτολόγο και ανοίγει το μάτι μου λίγο…
- Ε, καλά, δεν είναι και τόσο μεγάλος ο Σάκης…
- Πρόλαβε τις δέσμες
- Σοβαρά; Ε, τότε έχεις δίκιο, φιλενάδα. Και, δε μου λες: τι δίαιτα σου έχει δώσει;
- Λίγο απ’όλα μου είπε, και μου είπε να κάνω και γυμναστική.
- Κάνεις και γυμναστική, δηλαδή;
- Αμέ! Ξεκίνησα γυμναστήριο, και έχω έναν γυμναστή εξαιρετικό.
- Μπράβο…
- Ναι, ψηλός, ξανθός, γεροδεμένος, άλλο να σου λέω!
- Βρε, Μαίρη, πάλι για γκόμενο μου μιλάς; Όλα καλά με το Σάκη;
- Ναι, καλέ, γιατί ρωτάς; Επειδή έχω ωραίο γυμναστή; Σιγά τα ωά!
- Τέλος πάντων, ό,τι κι αν κάνεις, καλό σου κάνει. Είσαι μία θεά, φτου να μη σε ματιάσω!
- Ευχαριστώ… Εσύ πώς τα πας;
- Ε, όπως τα’ξερες: ο Παύλος στο μαγαζί, η πεθερά στο σπίτι, τα παιδιά στο σχολείο…
- Ακόμα μαζί σας μένει η πεθερά σου;
- Δυστυχώς, ναι.
- Καλά, αυτή δεν είχε έρθει για λίγες μέρες;
- Φαίνεται πως το λίγο και το πολύ είναι πολύ σχετικές έννοιες.
- Αχ, τι τραβάς, καψερή μου!
- Τι τραβάω, δε λες τίποτα! Έχει άποψη για όλα και αν της πάω κόντρα σε κάτι, κάνει παράπονα στον Παύλο και του λέει ότι της βγάζω γλώσσα! Ποια; Εγώ, που είμαι ένας άγγελος καλοσύνης!
- Και δεν είσαι; Θα ξεχάσω εγώ πόσες φορές μου έφερνες ταπεράκια στο σπίτι μέχρι να μάθω να μαγειρεύω και να μη γίνομαι ρεζίλι στον άντρα μου;
- Τις προάλλες, όμως, τον έπιασα τον Παύλο και του ξηγήθηκα. Πού θα πάει αυτή η δουλειά, του είπα, θα μονιμοποιηθεί η μάνα σου; γιατί, αν είναι, να φέρω και τη δικιά μου να κάνουν παρέα οι δυο τους.
- Και τι σου είπε;
- Τι θα μπορούσε να πει; Αφού πρώτα του γύρισε το μάτι μόλις με άκουσε να αναφέρω τη μάνα μου, μου είπε ότι θα της μιλήσει.
- Εύχομαι να πάνε όλα καλά.
- Αμήν. Αλλιώς, μου φαίνεται θα πάω στο γυμναστή σου, και όχι για γυμναστική.
- Εμ, θα του χρειάζεται του Παύλου, αν βάζει τη μάνα του πάνω από την οικογένειά του…
- Προχθές πήρα ένα ζευγάρι παπούτσια, όνειρο σκέτο, του τα δείχνω, πόσο; μου λέει, ογδόντα, του λέω, ακριβά είναι, πετάγεται η μάνα του, ακριβά είναι, μου λέει κι αυτός. Το πώς κρατήθηκα, δε λέγεται! Όταν αυτός πληρώνει τα μαλλιοκέφαλά του για να κάνει το αυτοκίνητο σένιο, όπως λέει, του είπα τίποτα; Άλλαξα το σαλόνι, μου λέει, μπράβο, του λέω, έβαλα και ηλιοροφή, μου λέει, μπράβο, του ξαναλέω, θα το πάω ξανά στο συνεργείο, μου λέει, να του μετρήσουν τις εκπομπές των καυσαερίων, να το πας, του λέω.
- Οι άντρες δεν καταλαβαίνουν, χρυσή μου. Νομίζουν ότι διατηρούμαστε όμορφες και θελκτικές με τον αέρα που αναπνέουμε. Αμ’έχει κόστος η ομορφιά!
- Τώρα που είπες «ομορφιά», ποιαν είδα το Σάββατο στη λαϊκή;
- Ποια;
- Την Ντίνα, την κόρη του φούρναρη.
- Τίγκα στο τατουάζ, ε;
- Ναι, βρε παιδί μου, κάθε φορά που την βλέπω έχει και καινούργια τατουάζ.
- Και, ξέρεις, αν αλλάξει γνώμη και θέλει να τα αφαιρέσει, η αποκατάσταση του δέρματος είναι πολύ επίπονη, μου το έχει πει δερματολόγος.
- Είχες σκοπό να κάνεις κι εσύ τατουάζ;
- Κάποτε το σκεφτόμουν, ναι… Μη φανταστείς κάτι μεγάλο, μια καρδούλα στη βάση του λαιμού σκεφτόμουν, αλλά όταν άκουσα τα περί αποκατάστασης, άλλαξα αμέσως γνώμη.
- Καλά έκανες, πάρε καλύτερα μια γούνα.
- Γούνα δεν παίρνω, είμαι οικολόγος.
- Καινούργιο είναι αυτό;
- Όχι, πάντα ήμουν, απλώς δεν το είχα καταλάβει. Τώρα μόνο πανωφόρια από φυσικές ίνες, σαν αυτό το παλτουδάκι που φοράω, σου αρέσει;
- Ωραίο είναι, αλλά αυτό το ύφασμα νομίζω ότι κάνει κόμπους.
- Α, δε με πειράζει αυτό, έχω πάρει ένα μαραφέτι που αφαιρεί τους κόμπους στο πι και φι.
- Ξέρω ποιο λες, έχω κι εγώ ένα.
- Ναι, τέλος πάντων... Λοιπόν, φιλενάδα, χάρηκα πολύ που τα είπαμε. Κανόνισε να βρεθούμε μια μέρα για καφέ. Έχω ανακαλύψει μια καινούργια καφετέρια κοντά στην κεντρική πλατεία, άλλο πράγμα!
- Ε, να πάμε τότε...
- Την έχει ένας ξάδερφος της Ευαγγελίας που έχει το προποτζίδικο στη γωνία. Εξαιρετικός: ψηλός, μελαχροινός, με κάτι πλάτες σαν τρίγωνα Πανοράματος...
- Πάλι για γκόμενο μου μιλάς, βρε Μαίρη; Όλα καλά με το Σάκη, σίγουρα;  

ΥΓ: Αυτό θα μπορούσε να είναι μία συμμετοχή της Πίπης στο δρώμενο της Μεμαρίας "Παίζοντας με τις λέξεις", όμως δεν είναι, ησυχάστε, οι κανονικές συμμετοχές είναι ακόμα ιγκόγνιτο... Εν αναμονή της λήξης του παιχνιδιού, ας παίξουμε λίγο ακόμη, λοιπόν.

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018

Επικίνδυνοι αυτοσχεδιασμοί





     Σε μεγάλους μπελάδες πρόκειται να βρεθούν διάφοροι τύποι που κινούνται στο μπλογκοσύμπαν της Πίπης. Και ο λόγος είναι απλός: το γεύμα της Μεμαρίας. Ας γίνω, όμως, πιο σαφής.
     Μια μέρα, εκεί που η Πίπη χάζευε και δεν είχε τι να κάνει, χτυπάει το κουδούνι, ανοίγει την πόρτα, και τι να δει; Τη Μεμαρία αυτοπροσώπως! Ήταν, δε, η Μεμαρία, πολύ κομψά ντυμένη, και κρατούσε στο χέρι της και μία τσάντα με ψώνια.
     - Δε θα καθήσω, είπε στην Πίπη, ήρθα μόνο να σε προσκαλέσω στο γεύμα που διοργανώνω στις 24 του μήνα. Θα έχω πολλούς καλεσμένους και ανάμεσα σε αυτούς είσαι και εσύ.
     - Αχ, τι ωραία! αναφώνησε η Πίπη, που μερικές φορές γίνεται ιδιαίτερα αφελής.
     - Μόνο που υπάρχει ένας όρος για όλους, πρόσθεσε η Μεμαρία: ο καθένας θα πρέπει να φέρει το φαγητό του. Και επειδή δεν θέλω να δυσκολευτείτε πολύ, σας δίνω πέντε βασικά υλικά – τα ίδια σε όλους – για να έχετε να πορεύεστε.
     Της Πίπης δεν της άρεσε και πολύ η ιδέα, αλλά είχε δεχτεί ήδη την πρόσκληση, οπότε δεν της πήγαινε να υπαναχωρήσει. Μόνο χαμογέλασε ευγενικά.
     - Εδώ είναι και τα δικά σου τα υλικά, συνέχισε η Μεμαρία, δείχνοντας την τσάντα που κρατούσε. Τα ψώνισα πριν από λίγο από το μίνι μάρκετ της κοινοπραξίας On the Up and Up – Απάγκιο στη γωνία, που το δουλεύουν συνεταιρικά το Αννετά…κι και η Μαρία Κανελλάκη, ξέρεις ποιες εννοώ. Είναι φρεσκότατα τα υλικά, θα δεις.
     Πήρε η Πίπη την τσάντα που της πρόσφερε η Μεμαρία, την άνοιξε και βρήκε τα εξής υλικά: οκτακόσια γραμμάρια κιμά εκπομπής χωρίς γλουτένη, μισό κιλό φρέσκους κόμπους με το τσόφλι τους, δέκα μικρές γλώσσες από μοκασίνια γάλακτος, ένα κιλό αποκατάσταση χωρίς λίπος και τρία κιλά δέσμες με την φλούδα τους.
     - Φτιάξε ό,τι θέλεις, της είπε η Μεμαρία, αρκεί να τρώγεται. Και τώρα σε αφήνω, έχω να επισκεφτώ και άλλους. Θα τα πούμε στις 24 του μήνα. Καλά μαγειρέματα!
     Έμεινε μόνη της η Πίπη με τα εκλεκτά προϊόντα που της είχε φέρει η Μεμαρία και δεν ήξερε τι να μαγειρέψει. Δεν ήθελε να εμφανιστεί στο γεύμα με άδεια χέρια, αλλά δεν της ερχόταν και καμιά ιδέα.
     Πήρε, τότε, τον τσελεμεντέ και άρχισε να τον ξεφυλλίζει. Και εκεί είδε πάρα πολλές συνταγές, που της έκλειναν το μάτι και της υπόσχονταν αξέχαστες γεύσεις.
     Σκέφτηκε να κάνει ένα πρωτότυπο πιάτο με τους κόμπους, που ως γνωστόν είναι εξαιρετικός ουζομεζές, και επέλεξε να φτιάξει «πικάντικους κόμπους με τσιπς άγριου φιόγκου». Με τον κιμά της εκπομπής προτίμησε να φτιάξει «αρωματικά κεφτεδάκια με κιμά εκπομπής», ενώ για τις γλώσσες διάλεξε μία πιο ιντριγκαδόρικη συνταγή: «γλώσσες ντιαμπολίκ με πουρέ καυτερής ειρωνίας». Την αποκατάσταση αποφάσισε να τη γεμίσει («παραδοσιακή γεμιστή αποκατάσταση στη γάστρα»), ενώ για τις δέσμες προτίμησε μία συνταγή με ξένη εσάνς («ψητές δέσμες με σως μπεαρνέζ»).
     Αφού, λοιπόν, βρήκε τις συνταγές, η Πίπη στρώθηκε στο μαγείρεμα. Αλλά, ποιος είπε ότι ήταν εύκολη δουλειά; Τίποτα δεν έγινε όπως θα έπρεπε: οι κόμποι δεν καθαρίζονταν εύκολα, με αποτέλεσμα αρκετοί από αυτούς να μείνουν με τα τσόφλια, τα κεφτεδάκια εκπομπής δεν έγιναν αρκετά συνεκτικά, οι γλώσσες κόλλησαν στο τηγάνι, ενώ η αποκατάσταση, παρ’όλο που φαινόταν αρκετά τρυφερή, δεν έλεγε να ψηθεί με τίποτα. Η μεγαλύτερη αποτυχία, βέβαια, ήταν οι δέσμες. Ποιος είπε ότι οι δέσμες ταιριάζουν με τη σως μπεαρνέζ;
     Απογοητεύτηκε η Πίπη και δεν ήξερε τι να κάνει. Τόσα εκλεκτά υλικά και να μην μπορεί να φτιάξει ένα πιάτο της προκοπής; Τι θα κρατούσε στο γεύμα της Μεμαρίας; Όσο σκεφτόταν τα εκλεκτά εδέσματα που θα έφερναν οι υπόλοιποι στο γεύμα, τόσο πιο πολύ απογοητευόταν. Όμως, αγαπάει ο Θεός το μάγειρα, αγαπάει και την Πίπη.
     Και η Πίπη αποφάσισε να αυτοσχεδιάσει. Αλλά πολύ φοβάμαι ότι η συνεισφορά της στο γεύμα της Μεμαρίας θα είναι μία σούπα, όπου μέσα θα υπάρχουν και τα πέντε βασικά συστατικά. Τώρα το πώς θα ταιριάξουν όλα αυτά ή αν θα ταιριάξουν, μόνο ο Θεός και η ψυχή της Πίπης το ξέρουν. Ελπίζω μόνο η Μεμαρία να έχει στο σπίτι της σόδα για τις δυσπεψίες.
     Αλλιώς, θα κλάψουν μανούλες...

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

Παρ'ολίγον αυτόχειρ

      Όλα είναι ήσυχα στη Χώρα της πίσω βεράντας. Τα φυτά δε μαλώνουν και δεν προσπαθεί το ένα να υπονομεύσει το άλλο, μόνο καμιά βροχή ή κανένας ξαφνικός αέρας τα ξυπνάει λίγο...
     Όπως είναι λογικό, όταν όλα είναι τόσο ήσυχα, η προσοχή της Πίπης στρέφεται σε άλλους χώρους, εκτός βεράντας. Έλα, όμως, που σήμερα, ημέρα Σάββατο και με θερμοκρασία πάνω από είκοσι βαθμούς, με τα παράθυρα ανοιχτά και τα πλυμένα ρούχα να χορεύουν επάνω στο σχοινί, το μάτι της Πίπης "συνέλαβε" μία επισκέπτρια προ απονενοημένου διαβήματος...
     Η οσονούπω αυτόχειρ κοίταζε περίλυπη κάτω, και όταν λέμε κάτω εννοούμε πιο κάτω από τη Χώρα της πίσω βεράντας. Η όλη στάση του σώματός της έδειχνε ότι το τέλος της ήταν απελπιστικά κοντά. Γι'αυτό και η Πίπη αμέσως σκέφτηκε ότι κάτι έπρεπε να κάνει.
     - Γεια σου! είπε όσο πιο χαρούμενα μπορούσε στην επισκέπτρια.
     Εκείνη δεν απάντησε.
     - Πώς σε λένε; συνέχισε η Πίπη.
     Η επισκέπτρια φαινόταν τελείως απορροφημένη στις σκέψεις της.
     - Έχεις ξαναέρθει εδώ; επέμεινε η Πίπη.
     - Ουφ, μα ούτε να αυτοκτονήσει ήσυχα δεν μπορεί κάποιος σε αυτόν τον κόσμο; διαμαρτυρήθηκε η οσονούπω αυτόχειρ.
     - Συγγνώμη, είπε η Πίπη, δεν φαντάστηκα ότι θα σε ενοχλούσα... Αλλά είναι τόσο σπάνιοι οι επισκέπτες σε αυτήν τη Χώρα, τώρα τελευταία, που ήθελα να σε καλωσορίσω...
     - Άδικος κόπος.
     - Και γιατί, παρακαλώ;
     - Επειδή όλα είναι μάταια σε αυτόν τον κόσμο. Μέχρι και το καλωσόρισμά σου, μάταιο είναι και αυτό.
     - Δε νομίζω... Το καλωσόρισμα είναι απαραίτητο σε έναν επισκέπτη που σε τιμά με την παρουσία του.
     - Εγώ, έτσι κι αλλιώς, δε θα μείνω πολύ. Όπου να'ναι θα αναχωρήσω... και θα είχα αναχωρήσει ήδη, αν εσύ δεν με είχες διακόψει...
     - Τι εννοείς; προσποιήθηκε η Πίπη ότι δεν κατάλαβε. Δεν σου αρέσει αυτή η Χώρα;
     - Τι με νοιάζουν οι Χώρες και τα παλάτια και ο κόσμος ολόκληρος; ξέσπασε η οσονούπω. Τίποτα δε με νοιάζει, τίποτα! Θα φύγω από αυτόν τον κόσμο, να ησυχάσω!
     - Θα φύγεις; Και πού θα πας;
     - Κάπου καλύτερα από εδώ.
     - Το σκέφτηκες καλά;
     - Φυσικά.
     - Και νομίζεις ότι είναι η λύση στα προβλήματά σου;
     - Δεν νομίζω τίποτα, άσε με ήσυχη!
     - Α, όχι, κυρία μου! Δεν θα μολύνεις εσύ τη Χώρα της πίσω βεράντας με άλλο ένα έγκλημα!
     - Τι εννοείς;
     -  Εννοώ αυτό που λέω! Σε αυτήν εδώ τη Χώρα έχουν υπάρξει αρκετοί θάνατοι, οι περισσότεροι ύποπτοι, δεν χρειαζόμαστε και τον δικό σου θάνατο αποπάνω! Εξάλλου, μου φαίνεται πολύ περίεργο να θέλει να αυτοκτονήσει μία καλλονή σαν εσένα, επάνω στο άνθος της ηλικίας της...
     - Αχ, αναστέναξε η οσονούπω, και να σου πω δεν πρόκειται να καταλάβεις...
     - Έρωτας, μήπως;
     - Αχ!
     - Βλέπεις, λοιπόν, που καταλαβαίνω; Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός που αρνείται τον έρωτά σου και σε έχει φέρει σε αυτήν την κατάσταση;
     - Δεν είναι ακριβώς έτσι, απλώς ο έρωτάς μου είναι αδιέξοδος, ερωτεύτηκα γόνο ξένης οικογένειας και ούτε οι δικοί μου τον θέλουν, ούτε οι δικοί του με θέλουν!
     - Σαν το Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, δηλαδή...
     - Ποιοι ήταν αυτοί;
     - Κάποιοι σαν εσάς, που αυτοκτόνησαν για την αγάπη τους.
     - Ορίστε, λοιπόν, που τελικά καταλαβαίνεις... Εγώ χωρίς τον Ιφικλίδη μου δεν μπορώ να ζήσω, καλύτερα να αυτοκτονήσω!
     - Ιφικλίδη τον λένε;
     - Ναι, και είναι ο ομορφότερος ήλιος στη ζωή μου!
     - Λες για έναν όμορφο, τσαχπίνη τύπο που είδα τις προάλλες στη Χώρα της μπροστινής βεράντας;
     - Αν ήταν όμορφος, ναι, αυτός θα ήταν!
     - Αλλά, δεν θέλω να σε στενοχωρήσω, δεν ήταν μόνος στη Χώρα της μπροστινής βεράντας, ήταν με μια τύπισσα που του έμοιαζε κάπως, και όπου πήγαινε εκείνη πήγαινε και αυτός...
     - Ο Ιφικλίδης μου δεν θα το έκανε ποτέ αυτό, άλλον θα είδες!
    - Δε φορούσε μια κίτρινη κάπα με μαύρες γραμμές και μερικές μπλε κουκίδες;
     - Τον Ιφικλίδη μου είδες! Δεν το πιστεύω! Και ήταν με άλλη, μου λες;
     - Δυστυχώς, ναι.
     - Τώρα είναι που θα αυτοκτονήσω! Ώστε, ψεύτικοι ήταν οι όρκοι του, ψεύτικα τα χάδια του, ψεύτικα και τα φιλιά του;
     - Μην κάνεις έτσι, ούτε η πρώτη είσαι, ούτε η τελευταία...
     - Και θαρρείς πως με νοιάζει αν είμαι πρώτη ή τελευταία; Αχ, τι άδικη που είναι η ζωή! Όσο σκέφτομαι πόσα όνειρα έκανα για εκείνον, πόσο με πλήγωνε που οι δικοί του δεν με ήθελαν, πόσο μισούσα το ταπεινό μου μαύρο φόρεμα, που δεν ταίριαζε στο δικό του, αρχοντικό περιβάλλον... Και εκείνη, πώς ήταν; Ήταν όμορφη;
     - Καλή ήταν.
     - Όμορφη ήταν, μου λες ψέματα. Ξέρω ποια ήταν, μία δικιά τους κοπέλα, που του την προξένευαν με επιμονή... Δεν το πιστεύω ότι υπόκυψε στις πιέσεις! Όχι, όχι, τίποτα, δε με νοιάζει τίποτα, θα κάνω αυτό που ήθελα, θα αυτοκτονήσω, να τελειώνουμε...
     Η Πίπη δεν ήξερε τι να κάνει για να αποτρέψει την πιο οσονούπω δεν γίνεται από την αυτοκτονία.
     - Αφού δεν μπορώ να σε μεταπείσω, της είπε, θα μπορούσα τουλάχιστον να σε βγάλω μια φωτογραφία; Είσαι τόσο όμορφη που είναι αμαρτία να μη μείνει τίποτα να σε θυμίζει...
     - Ας είναι, είπε, βιάσου όμως, δεν μπορώ να αντέξω έτσι κρεμασμένη για πολλή ώρα ακόμη.
     Η Πίπη έτρεξε και πήρε τη φωτογραφική της μηχανή.
     - Αχ, ένα λεπτό να βγάλω άλλη μία, είπε η Πίπη, νομίζω η πρώτη φωτογραφία μού κουνήθηκε λίγο.
     Η οσονούπω τεντώθηκε.
     - Μπράβο, έτσι είσαι τέλεια, είσαι μια θεά, αχ, πάλι μου βγήκε θολή η φωτογραφία, μην κουνιέσαι για να μπορώ να εστιάσω καλύτερα. Κοίταξε και προς την κάμερα λίγο, νομίζω ότι έτσι είναι καλύτερα... Πάλι κουνήθηκες, αχ, νομίζω ότι αν γυρίσεις λίγο στο πλάι θα είσαι πιο ωραία. Μισό λεπτό να δω αν βγήκε τώρα, καλά, είσαι υπέροχη, θα μπορούσες άνετα να κάνεις καριέρα μοντέλου, να βγάλω άλλη μία;
     Και όλο έβγαζε φωτογραφίες η Πίπη, και όλο πόζαρε η οσονούπω.
     - Θα μου πεις και το όνομά σου; ρώτησε η Πίπη.
     - Βανέσα με λένε.
     - Α, έχεις και ωραίο όνομα, ό,τι πρέπει για καριέρα μοντέλου...
     Η οσονούπω που λεγόταν Βανέσα στάθηκε και άρχισε να μαζεύεται.
     - Τώρα θα αυτοκτονήσει, σκέφτηκε τρομαγμένη η Πίπη.
     Και τότε, η Βανέσα, που ήταν μία πεταλούδα, τεντώθηκε απότομα, άνοιξε τα φτερά της και πέταξε μακριά.
     - Έχεις δίκιο, φώναξε στην Πίπη, δεν χρειάζεται να αυτοκτονήσω, αποφάσισα να ανοίξω τα φτερά μου στο χώρο της μόδας, θα γίνω μοντέλο!
     Και ύστερα χάθηκε, κατευθυνόμενη προφανώς προς τις διεθνείς πασαρέλες...  


Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

Ονοματοδοσία μετ'εμποδίων



     Στην Υπηρεσία ονοματοδοσιών υπήρχε μια μικρή ουρά. Το μωρό κουνήθηκε στην αγκαλιά της μαμάς του και άρχισε να γκρινιάζει. Εκείνη το κούνησε λίγο και του ψιθύρισε ένα παιδικό τραγουδάκι στο αυτί.
     - Ο επόμενος! είπε ο υπάλληλος της Υπηρεσίας.
     - Εμείς είμαστε, είπε η μητέρα και έκανε ένα βήμα μπροστά.
     - Ω, τι χαριτωμένο μωρό! είπε ο υπάλληλος και πλησίασε προς το μωρό.
     Εκείνο τον κοίταξε συνοφρυωμένο.
     - Μάλιστα, είπε ο υπάλληλος, ας ρίξουμε μια ματιά στα διαθέσιμα ονόματα, υπάρχουν πολλά, είμαι σίγουρος ότι θα βρείτε το κατάλληλο για την μπεμπούλα σας.
     - Ε, όχι και μπεμπούλα, είπε η μητέρα ενοχλημένη. Για δείτε εδώ, σας φαίνεται αυτό για μπεμπούλα;
     Ο υπάλληλος απέφυγε ευγενικά να κοιτάξει προς τα απόκρυφα του βρέφους, και μέσα του το λυπήθηκε λίγο.
     - Ω, με συγχωρείτε, είπε, σε αυτήν την ηλικία όλα τα μωρά μοιάζουν.
     Η μητέρα δεν είπε τίποτα. Το μωρό συνέχιζε να τον κοιτάζει συνοφρυωμένο.
     - Σας μοιάζει κιόλας, πρόσθεσε ο υπάλληλος. Στριμμένο άντερο, σαν τη μάνα του, σκέφτηκε από μέσα του.
     Το μωρό έκανε να κλάψει.
     - Ελπίζω να μην αργήσουμε, είπε η μητέρα.
     - Όχι, όχι, μην ανησυχείτε, η ονοματοδοσία είναι μία εντελώς απλή διαδικασία. Μισό λεπτό, να σας δώσω το βιβλίο με τα διαθέσιμα ονόματα.
     - Ξέρετε, θα ήθελα ένα όνομα εξωτικό, όπως Ουίλα.
     - Ουίλα δεν υπάρχει στη λίστα, πώς σας φαίνεται το Ανδρόνικος;
     - Υπάρχει μήπως το όνομα Τζέμπι; Ξέρετε, στα κορεατικά σημαίνει χελιδόνι…
     Κοίταξε τρυφερά το μωρό, το οποίο άρχισε να γκρινιάζει.
     - Λυπάμαι, κυρία μου, εδώ δεν υπάρχουν εξωτικά ονόματα…
     - Ούτε ένα Μάικλ, τουλάχιστον;
     - Αν έχετε τόσο μεγάλη επιθυμία για ξενόγλωσση ονοματοδοσία, γιατί δεν απευθύνεστε σε μια αντίστοιχη Υπηρεσία στο εξωτερικό; Εμείς βρισκόμαστε στην Ελλάδα, εννοείται ότι τα διαθέσιμα ονόματα θα είναι ελληνικά και μόνο. Το Αθηναγόρας σας φαίνεται μεγάλο;
     - Δεν χρειάζεται να είστε τόσο επιθετικός. Δεν είμαι καμία τυχαία, ξέρετε…
     - Με συγχωρείτε, δεν ήθελα να σας προσβάλω. Πώς σας φαίνεται το Αθηναγόρας, λοιπόν;
     - Αν το όνομα πρέπει οπωσδήποτε να είναι ελληνικό, θα ήθελα το Ξενοφών, ήταν το όνομα του αγαπημένου μου παππού…
     - Λυπάμαι, αλλά το Ξενοφών έχει δοθεί ήδη. Αν θέλετε κάτι από ξι έχω το Ξάνθιππος.
     - Μα πώς μπορέσατε να δώσετε το Ξενοφών; Πού θα βρω όνομα για το παιδί μου τώρα;
     - Ελάτε, μην κάνετε έτσι, υπάρχουν τόσα ονόματα διαθέσιμα, κάτι θα βρείτε…
     - Μα να διαλέγω από τα υπόλοιπα; Εγώ, μια κόρη αρχιστράτηγου;
     Τα μάτια του μωρού άρχισαν να γεμίζουν δάκρυα.
     - Ορίστε, δεν έχουμε απεριόριστο χρόνο στη διάθεσή μας, είπε εκνευρισμένη η μητέρα. Βλέπετε, είναι έτοιμος να ξεσπάσει σε κλάματα.
     - Βελισσάριος; πρότεινε ο υπάλληλος.
     - Κάλλιο να το πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια, που θα το πω Βελισσάριο! Ο ξάδερφός μου ο αντιπαθητικός λέγεται Βελισσάριος, βρείτε άλλο όνομα!
     - Ευγένιος;
     Κοίταξαν το μωρό, που άνοιξε το στόμα του και έβγαλε μία τσιρίδα, ενώ ένα δάκρυ που λαμπύριζε στην άκρη του ματιού του άρχισε να κατρακυλάει επάνω στο μάγουλό του.
     - Μπα! είπε ο υπάλληλος και γύρισε σελίδα.
     - Νικόδημος;
     - Όχι…
     - Βρασίδας;
     - Α-πα-πα…
     - Κλεόβουλος;
     - Ουααααα!!!!!!! έβαλε τα κλάματα το μωρό.
     - Βιαστείτε, καλέ! είπε η μητέρα, δεν βλέπετε που δεν κρατιέται;
     - Και τι θέλετε να κάνω, κυρία μου; Ένας απλός υπάλληλος είμαι, δεν είμαι αρχιεπίσκοπος! Πυθαγόρας;
     - Όχι…
     - Πέλοπας;
     - Ούτε.
     Το κλάμα του μωρού δυνάμωσε.
     - Για όνομα του Θεού, διαλέξτε ένα όνομα επιτέλους!
     - Και τι θέλετε, δηλαδή; Να φορτώσω στο παιδί μου ένα όνομα που δεν του ταιριάζει για να διεκπεραιώσετε εσείς την εργασία σας;
     - Σας παρακαλώ, τελειώνετε, έχουμε και εμείς σειρά, ακούστηκε μια άλλη μητέρα από το διάδρομο.
     - Να περιμένετε τη σειρά σας, όπως την περίμενα και εγώ!
     - Ναι, αλλά δεν μπορείτε να μονοπωλείτε την Υπηρεσία!
     - Πώς δεν μπορώ! Λοιπόν, κύριε, τι άλλα ονόματα έχετε;
     - Αίγισθος, Σόλων, Φωκίων.
     - Όχι.
     - Ερμής, Αριστείδης, Πάτροκλος.
     - Όχι.
     - Τελειώνετε, παρακαλώ, πρέπει να πάω να πάρω τον μεγάλο από τον παιδικό!
     - Δε με ενδιαφέρει, συνεχίστε, παρακαλώ!
     - Περικλής, Αναξίμανδρος, Επαμεινώνδας…
     - Έλεος, ένα όνομα της προκοπής δεν μπορείτε να μου βρείτε; Θα πλαντάξει στο κλάμα το καημένο…
     Ο υπάλληλος ένιωσε να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι, αλλά ευτυχώς θυμήθηκε τις ασκήσεις ελέγχου θυμού που είχε κάνει την προηγούμενη μέρα. Έκλεισε τα μάτια και πήρε μία αργή ανάσα.
     - Μα τι κάνετε, κοιμάστε; είπε η μητέρα.
     - Όχι, απλώς σκεφτόμουν… Λοιπόν, είπε συνωμοτικά, αυτό το όνομα το κρατούσα για το δικό μου το παιδί, όταν φτάσει η ώρα μου να γίνω και εγώ πατέρας, αλλά, χαλάλι σας, μπορείτε να το πάρετε εσείς.
     - Ποιο όνομα εννοείτε;
     - Ορέστης, είπε ο υπάλληλος και κάθησε αποκαμωμένος στην καρέκλα του.
     - Ορέστης; Μα αυτό είναι το όνομα του μπαμπά, τέλειο είναι!
     - Σας αρέσει, δηλαδή;
     - Είναι τέλειο, τέλειο, σας λέω!
     - Ωραία, λοιπόν, υπογράψτε εδώ, και το όνομα Ορέστης είναι δικό σας!
     Η μητέρα υπόγραψε και ο υπάλληλος έβαλε τον χάρακα επάνω από το όνομα Ορέστης και τράβηξε μια γραμμή.
     - Καλή τύχη να έχει, είπε ο υπάλληλος.
     Η μητέρα κοίταξε περήφανη το νεοφώτιστο κυκλώνα, που είχε κοκκινίσει από το κλάμα.
     - Ευχαριστώ, είπε.
     Έξω από την πόρτα της Υπηρεσίας ονοματοδοσιών η ουρά είχε μεγαλώσει. Η μητέρα πέρασε ανάμεσα από τις άλλες μητέρες και απομακρύνθηκε ικανοποιημένη.
     - Ο επόμενος! είπε ο υπάλληλος της Υπηρεσίας.