Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Καρδιά μάλαμα



     Η μητριά της Σταχτοπούτας έβηξε δυνατά. Δέκατη μέρα που την ταλαιπωρούσε αυτός ο βήχας, δέκατη μέρα που είχε ενημερώσει και τις δυο της κόρες, δέκατη μέρα που δεν είχε λάβει ούτε ένα τηλεφώνημα.
     - Τι σκληρόκαρδες κόρες που έχω! μονολογούσε.
     Παρ’όλ’αυτά, και επειδή η μητριά της Σταχτοπούτας δεν ήταν μια γυναίκα που το έβαζε κάτω, ούτε τώρα, στα γεράματα, ξανασήκωσε το τηλέφωνο.
     - Ποιος είναι; ακούστηκε η φωνή της μεγάλης της της κόρης.
     - Εγώ είμαι, παιδί μου, γκουχ! Γκουχ!
     - Ποιος είστε; Δεν καταλαβαίνω!
     - Τι ποιος, παιδί μου; Η μητέρα σου είμαι! Γκουχ! Γκουχ-γκουχ!
     - Ε, πού να σε γνωρίσω, με τόσο βήχα;
     - Γκουχ!
     - Τι θέλεις, μαμά;
     - Έλα, παιδί μου, γκουχ, γκουχ, να με τρίψεις, λιγάκι, με λίγο οινόπνευμα, γκουχ, να μου φέρεις και καμιά σουπίτσα, που έχει αγριέψει ο λαιμός μου, γκουχ-γκουχ, από το βήχα! Γκουχ!
     - Τι λες, καλέ μαμά; Να έρθω εκεί, να με κολλήσεις; Άσε που δεν προλαβαίνω, από τα εφτά ξημερώματα στο πόδι είμαι, βλέπεις, πρέπει να βοηθάω τον άντρα μου με το φούρνο, αλλιώς πώς θα τα βγάλουμε πέρα; Τα αγόρια μπήκαν στην εφηβεία, μια κατσαρόλα φαγητό θέλει ο καθένας!
     - Και θα με αφήσεις έτσι; Βαστάει η καρδιά σου; Γκουχ!
     - Λυπάμαι, δεν μπορώ να κάνω τίποτα…
     - Έτσι, λοιπόν, φέρεσαι στη μάνα σου; Γκουχ! Και να πει κανείς ότι δε σε φρόντισα…
     - Ναι, καλά!
     - Δεν φρόντιζα εγώ πάντα να σας ντύνω με τα καλύτερα ρούχα; Γκουχ! Να σας κυκλοφορώ στα καλύτερα μέρη, γκουχ-γκουχ-γκουχ, για να σας γνωρίσουν οι καλύτεροι γαμπροί;
     - Ναι, ο φούρναρης που παντρεύτηκα θα μεταμορφωθεί σε πρίγκηπα μια μέρα!
     - Τι φταίω εγώ που ο πρίγκηπας προτίμησε την Σταχτοπούτα; Γκουχ! Γκουχ! Γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Πω-πω, βήχας, εσύ θα με κολλήσεις και από το τηλέφωνο! Μαμά, θα σε κλείσω τώρα, με φωνάζει ο άντρας μου, πρέπει να τον βοηθήσω στο ξεφούρνισμα…
     Η μητριά της Σταχτοπούτας έμεινε με το ακουστικό στο χέρι.
     - Γαϊδάρα! Γκουχ-γκουχ! είπε.
     - Εμπρός! ακούστηκε η φωνή της μικρής της κόρης.
     - Έλα, παιδί μου, γκουχ-γκουχ, τι κάνεις;
     - Μπαμπά!
     - Ποιος μπαμπάς, παιδί μου, η μητέρα σου είμαι! Γκουχ! Γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Δε σε γνώρισα, καλέ μαμά, γιατί βήχεις;
     - Τι γιατί βήχω, εδώ και δέκα μέρες, γκουχ, δε σου έχω πει ότι είμαι άρρωστη;
     - Δεν θα έπρεπε να μιλάς καθόλου, θα κλείσει τελείως ο λαιμός σου, θα πρέπει να κλείσω…
     - Όχι, παιδί μου, περίμενε, γκουχ-γκουχ, μην κλείνεις, θέλω κάτι να σου πω…
     - Τι θέλεις, καλέ μαμά; Θα μου λασπώσουν τα μακαρόνια!
     - Έλα από εδώ να με τρίψεις λίγο, γκουχ-γκουχ, που με πονάει η πλάτη μου... και φτιάξε μου και μια σουπίτσα, να έχεις την ευχή μου!
     - Τρελλάθηκες, καλέ μαμά; Να έρθω να κολλήσω, έγκυος γυναίκα;
     - Έγκυος είσαι πάλι, παιδί μου;
     - Ναι, ανάθεμα τη γονιμότητά μου! Άντε, να μπω στην κλιμακτήριο, να ησυχάσω!...
     - Τι να πω, παιδί μου, κουράγιο!
     - … αλλά τι θα μπορούσα να περιμένω από αμόρφωτο άνθρωπο; Πάλι καλά που δε με σέρνει μαζί του στις λαϊκές!
     - Λυπάμαι, παιδί μου, αλλά…
     - Ναι, σιγά μη λυπάσαι, εσύ φταις που τον παντρεύτηκα!
     - Εγώ; Γκουχ-γκουχ-γκουχ! Εγώ, που σε έντυνα με τα καλύτερα ρούχα και σε κυκλοφορούσα στα στέκια των καλύτερων γαμπρών; Γκουχ-γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Ναι, εσύ! Αν δεν ήσουν εσύ, εγώ θα είχα παντρευτεί τον πρίγκηπα, και όχι αυτή η καταραμένη η Σταχτοπούτα!
     - Και τι φταίω εγώ, γκουχ, παιδί μου, που η ποδάρα σου δεν έμπαινε στο γοβάκι;
     - Και από ποιον την πήρα την ποδάρα;
     - Εντάξει, παιδί μου, σε αφήνω τώρα, γκουχ-γκουχ, να μη σου λασπώσουν και τα μακαρόνια…
     Η μητριά της Σταχτοπούτας έμεινε ξανά με το ακουστικό στο χέρι. Από ό,τι φαινόταν, θα έπρεπε να κάνει άλλο ένα τηλεφώνημα.
     - Ομιλείτε, παρακαλώ! ακούστηκε μια ευγενική, αντρική φωνή.
     - Ναι, γκουχ, παρακαλώ, γκουχ-γκουχ, θα μπορούσα να μιλήσω με τη Μεγαλειοτάτη;
     - Βεβαίως, κύριε, μισό λεπτό…
     Ένας ήχος βαλς πλημμύρισε το αυτί της, μέχρι που η μουσική διακόπηκε και ακούστηκε η φωνή της Σταχτοπούτας:
     - Παρακαλώ!
     - Σταχτοπούτα, παιδί μου, γκουχ-γκουχ!
     - Ποιος είστε, κύριε, και πώς ξέρετε αυτό το όνομα;
     - Εγώ, είμαι, παιδί μου, εγώ, γκουχ-γκουχ, η… μητέρα σου.
     - Η ποια;
     - Μην κλείσεις, παιδί μου, το τηλέφωνο, γκουχ-γκουχ, βρίσκομαι σε μεγάλη ανάγκη, γκουχ, στα γόνατά σου πέφτω, γκουχ-γκουχ-γκουχ, ίσως είναι η τελευταία φορά που σου μιλάω…
     - Σας ακούω, … μητέρα, τι θα θέλατε;
     - Χίλια συγγνώμη σου ζητώ, σε αδίκησα, το ξέρω, δεν έπρεπε να επενδύσω στις άχρηστες τις κόρες μου, γκουχ-γκουχ, εσύ ήσουν αυτή που τον άξιζε τον πρίγκηπα, τώρα το βλέπω καθαρά…
     - Αν θέλετε, συντομεύετε, με περιμένει ο σύζυγός μου να πάμε για ιππασία…
     - Ναι, παιδί μου, έχεις δίκιο… Γκουχ! Γκουχ-γκουχ! Καλό μου παιδί, αρρώστησα, βήχω τώρα δέκα μέρες, μάλλον κρύωσα, και καθώς ζω μόνη μου, δεν έχω έναν άνθρωπο να με φροντίσει… Γκουχ-γκουχ! Στείλε, σε παρακαλώ, κάποιον να με τρίψει, και στείλε μου και λίγη σουπίτσα, να έχεις την ευχή μου, γκουχ-γκουχ, παιδί μου!
     - Μόνη σας ζείτε, είπατε, μητέρα;
     - Ναι, παιδί μου, εντελώς μόνη. Δεν έχω δει άνθρωπο εδώ και ένα μήνα, με έχει φάει η μοναξιά…
     - Λοιπόν, μητέρα, θα φροντίσω για εσάς…
     - Πάντα το έλεγα ότι είχες μια καρδιά μάλαμα, γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Θα σας στείλω κοτόσουπα, και έναν άνθρωπο να σας τρίψει…
     - Να έχεις την ευχή μου, παιδί μου, γκουχ!
     - Και τώρα σας αφήνω, γεια σας και περαστικά!
     Η μητριά ακούμπησε το ακουστικό στη θέση του.
     - Τι καλό παιδί! είπε. Πόσο την είχα παρεξηγήσει, τελικά!
     Η Σταχτοπούτα φώναξε τον αρχιμάγειρα και τον οικονόμο της.
     - Μπορείτε να φτιάξετε μία κοτόσουπα; Είναι για μια άρρωστη γιαγιά, είπε στον αρχιμάγειρα.
     - Βεβαίως, Μεγαλειοτάτη!
     - Και εσείς, παρακαλώ, ετοιμάστε την μικρή την άμαξα, όταν ετοιμαστεί η σούπα θέλω αμέσως να την στείλουμε στην ασθενή, προτού κρυώσει.
     - Μάλιστα, Μεγαλειοτάτη! Θέλετε να την πάω εγώ ο ίδιος;
     - Όχι, άλλος θα την πάει…
     Η Σταχτοπούτα χαμογέλασε γλυκά.
     - Φωνάξτε το μικρό μου το γιο, είπε. Νομίζω ότι είναι πια καιρός να γνωρίσει τη γιαγιά του. Είναι άρρωστη, η καημένη, και ηλικιωμένη, ποιος ξέρει πόσο θα ζήσει ακόμα…

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Ο Βοσκός που ήθελε να γίνει βασιλιάς

     Μια φορά κι έναν καιρό, στην πλαγιά ενός μεγάλου βουνού, υπήρχε ένα φτωχικό χωριουδάκι. Τα σπίτια του χωριού ήταν μικρά και ταπεινά, όπως ταπεινοί ήταν και οι κάτοικοι του χωριού. Και οι δουλειές που έκαναν ήταν κι αυτές ταπεινές: οι περισσότεροι ήταν αγρότες και, είτε καλλιεργούσαν τα χωραφάκια τους, είτε ήταν αρκετά τυχεροί ώστε να έχουν ζώα.
     Σε μια μικρή, ετοιμόρροπη καλύβα ζούσε ένα αγόρι μαζί με τη γιαγιά του. Το αγόρι το έλεγαν Γιάννη και είχε μαύρα, σαν το κάρβουνο, μάτια, και κατακόκκινα μαλλιά, αλλά επειδή ήταν μικρόσωμος και πολύ αδύνατος, όλοι τον φώναζαν "Ψύλλο". Και τόσο πολύ τον φώναζαν Ψύλλο, που σιγά-σιγά το πραγματικό του όνομα ξεχάστηκε.
     Ο Ψύλλος και η γιαγιά του ήταν πολύ φτωχοί και ζούσαν με τα χόρτα που μάζευε η γιαγιά στο βουνό και ύστερα τα μαγείρευε στο μοναδικό τσουκάλι που είχαν. Πού και πού τους βοηθούσαν λίγο και οι γειτόνισσες, βέβαια, αλλά και εκείνες ήταν πολύ φτωχές και δεν είχαν απεριόριστες  δυνατότητες. Αλλά και ο Ψύλλος, όταν μεγάλωσε λίγο, ανέλαβε να βόσκει τα πρόβατα του χωριού και έτσι είχαν να πιουν και λίγο γαλατάκι ή να φάνε και κανένα κομμάτι τυρί.
     Μια μέρα, εκεί που ο Ψύλλος έβοσκε τα πρόβατα, είδε να περνάει μια πολυτελής άμαξα, που την συνόδευαν ιππότες με τις επίσημες στολές τους, καβάλα σε καμαρωτά άλογα. Η άμαξα σταμάτησε λίγο παραπέρα και από μέσα βγήκε ένας άντρας ντυμένος με βελούδινα ρούχα και με μια χρυσή κορώνα στο κεφάλι, που, όπως έπεφτε ο ήλιος επάνω της, έκανε ένα σωρό ιριδισμούς.
     Ο Ψύλλος έστρεψε την προσοχή του ξανά στη δουλειά του, και συγκεκριμένα, στον σκοπό που προσπαθούσε να παίξει με τη φλογέρα του, ενώ τα πρόβατα συνέχισαν κι εκείνα να βόσκουν, απολαμβάνοντας το τρυφερό χορτάρι.
     Ο βασιλιάς - επειδή αυτός ήταν ο καλοντυμένος ξένος με την κορώνα στο κεφάλι -, που είχε συνηθίσει να στέκονται όλοι προσοχή, από όπου κι αν περνούσε, είδε πως ο Ψύλλος δεν του έδωσε την πρέπουσα σημασία και ενοχλήθηκε.
     - Ποιο είναι εκείνο εκεί το αγόρι και γιατί δεν έρχεται να υποκλιθεί στο βασιλιά; είπε. Φέρτε το αμέσως εδώ!
     Ένας από τους ιππότες πλησίασε τον Ψύλλο και του είπε να τον ακολουθήσει.
     - Α, δεν μπορώ να αφήσω τη θέση μου, μπορεί να μου φύγουν τα πρόβατα, και τότε οι χωρικοί θα με κάνουν μαύρο στο ξύλο, είπε ο Ψύλλος, χωρίς καν να γυρίσει το κεφάλι του. Όποιος θέλει να με δει, ας έρθει εδώ.
     Με τρεμάμενη φωνή, ο ιππότης μετέφερε την απάντηση του Ψύλλου στο βασιλιά, που μεμιάς έγινε κατακόκκινος από την οργή του και διέταξε να του τον φέρουν μπροστά του σηκωτό.
     Έτσι κι έγινε, και ο Ψύλλος, που τίναζε τα πόδια του και προσπαθούσε να κλωτσήσει τους ιππότες για να τον αφήσουν να φύγει, βρέθηκε μπροστά στο βασιλιά.
     - Υποκλίσου! του είπαν μόλις τον άφησαν, αλλά εκείνος δεν κατάλαβε τι εννοούσαν.
     - Γιατί δεν έρχεσαι όταν σε φωνάζουν; ρώτησε αυστηρά ο βασιλιάς.
     - Δεν μπορώ να αφήσω τη δουλειά μου.
     - Και είναι τόσο σημαντική η δουλειά σου;
     - Φυσικά και είναι, απάντησε ο Ψύλλος, αν χάσω κάποιο πρόβατο θα χάσω και τη δουλειά μου και αν χάσω τη δουλειά μου δεν θα έχω να φάω!
     Ο βασιλιάς ένιωσε να του ξανανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι με την αυθάδεια του αγοριού, αλλά είπε να του δώσει μία ευκαιρία.
     - Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; ρώτησε και κορδώθηκε.
     - Πού να ξέρω; είπε ο Ψύλλος.
     Όσοι συνόδευαν το βασιλιά κράτησαν την αναπνοή τους.
     - Τι θα πει δεν ξέρεις; Είμαι ο βασιλιάς σου!
     Ο Ψύλλος τον κοίταξε καλά-καλά, αλλά δεν είπε λέξη.
     - Δε μιλάς; ρώτησε ο βασιλιάς, που είχε αρχίσει πια να χάνει την υπομονή του. Κατάλαβες τώρα, φαντάζομαι, ποια δουλειά είναι πραγματικά σημαντική.
     - Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει αυτό, είπε ο Ψύλλος, αλλά αν βασιλιάς σημαίνει να φοράς ωραία ρούχα, να έχεις άμαξα και να διατάζεις, κι εγώ θα ήθελα να γίνω βασιλιάς.
     Κανένας δεν  μίλησε.
     Ο βασιλιάς κοίταξε πιο προσεκτικά το αγόρι. Πώς τολμούσε να μιλάει έτσι; Αλλά, εδώ που τα λέμε, τι ήταν; Ένα φτωχό, άξεστο χωριατόπουλο, πού να μάθει τρόπους, ανάμεσα στα πρόβατα; Ο βασιλιάς αποφάσισε να δώσει τόπο στην οργή.
     - Ο βασιλιάς δεν φοράει ωραία ρούχα και διατάζει, ο βασιλιάς είναι υπεύθυνος για όλη τη χώρα,  κυβερνάει και παίρνει όλες τις σημαντικές αποφάσεις... Χωρίς το βασιλιά, δεν θα υπήρχε οργάνωση, δεν θα υπήρχε τάξη, δεν θα υπήρχε τίποτα, κατάλαβες;
     - Νομίζω ότι κατάλαβα, είπε ο Ψύλλος. Είσαι για τους ανθρώπους ό,τι είμαι εγώ για τα πρόβατα. 
     Ο βασιλιάς κοίταξε τα μαύρα, σαν κάρβουνα μάτια του αγοριού και χαμογέλασε. Το αγόρι ήταν έξυπνο και είχε αρχίσει να τον διασκεδάζει.
     - Χωρίς εμένα, τα πρόβατα είναι χαμένα, συνέχισε ο Ψύλλος, εγώ τα οργανώνω, εγώ τα βάζω σε τάξη, εγώ είμαι ο βασιλιάς τους!  Αν και, τώρα που το καλοσκέφτομαι, πρόβατα διοικείς κι εσύ, βασιλιά μου. Άρα, τη δουλειά την ξέρω, πόσο δύσκολο θα είναι να κάτσω στη θέση σου; Και θα'χω και καλύτερα ρούχα, και μπόλικο φαγητό... Και θα πάρω και τη γιαγιά μου μαζί, να μην κρυώνει στην καλύβα, που μπάζει από παντού...
     Ο βασιλιάς έβαλε τα γέλια. Τελικά, το αγόρι, εκτός από έξυπνο, ήταν και πολύ αστείο.
     - Δώστε σε αυτό το αγόρι ένα χρυσό φλουρί, είπε.
     Ο Ψύλλος έμεινε έκθαμβος. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του κάτι τόσο λαμπερό. 
     - Πώς σε λένε; τον ρώτησε ο βασιλιάς.
     - Όλοι με φωνάζουν Ψύλλο, απάντησε ο Ψύλλος.
     - Τι περίεργο όνομα! Λοιπόν, Ψύλλε, αυτή τη φορά στάθηκες πολύ τυχερός. Με έκανες να γελάσω και θα συγχωρήσω τους τρόπους σου. Όμως, να ξέρεις ότι δεν είναι σωστό να μιλάς με αυθάδεια, και πολύ περισσότερο σε έναν βασιλιά. Αν ποτέ ξανασυναντηθούμε και μιλήσεις όπως μίλησες σήμερα, δεν θα είμαι τόσο μεγαλόκαρδος, θα σε ρίξω στη φυλακή, κατάλαβες;
     Ο βασιλιάς με τη συνοδεία του έφυγε, και το αγόρι έμεινε να κοιτάζει το χρυσό φλουρί στο χέρι του.
     - Είμαι πλούσιος, σκέφτηκε.
     Μάζεψε τα πρόβατα και γύρισε στο χωριό πολύ νωρίτερα από ό,τι συνήθιζε. Οι συγχωριανοί του παραξενεύτηκαν, ιδιαίτερα όταν είδαν ότι κρατούσε κάτι που έλαμπε. Και όταν τον είδαν να μπαίνει στο καφενείο του χωριού, τον ακολούθησαν, γεμάτοι περιέργεια.
     - Ποιον νομίζετε πως είδα; τους ρώτησε ο Ψύλλος.
     Και επειδή κανείς δεν ήξερε να του απαντήσει, ο Ψύλλος τους διηγήθηκε τι είχε συμβεί, με όλες τις λεπτομέρειες. Και η αλήθεια είναι ότι και οι συγχωριανοί του θα γελούσαν μαζί του, όπως είχε γελάσει και ο βασιλιάς, αν δεν είχαν προσέξει αυτό που είχε πει για τα πρόβατα.
     - Δηλαδή, εμείς είμαστε πρόβατα; ρώτησε κάποιος.
     - Δηλαδή, εσύ είσαι καλύτερος από εμάς; είπε κάποιος άλλος.
     - Τότε, τι κάνεις εδώ, ανάμεσά μας; είπε κι ένας τρίτος. Εδώ αδικείσαι. Να φύγεις, να πας να γίνεις βασιλιάς, αφού την ξέρεις κιόλας τη δουλειά... Και να αφήσεις τα πρόβατά μας στην ησυχία τους.
     - Ναι, είπαν και οι υπόλοιποι. Θα βρούμε άλλο βοσκό να μας τα φυλάει. Κάποιον που να μην είναι ψηλομύτης σαν εσένα και να μη μεγαλοπιάνεται.
     Ο Ψύλλος είδε πως οι συγχωριανοί του είχαν παρεξηγηθεί για τα καλά και ότι τον κοιτούσαν πιο άγρια από ό,τι τον είχε κοιτάξει ο βασιλιάς.
     - Για δες, είπε με το μυαλό του, αυτοί θα με φάνε ζωντανό!
     Και προτού αγριέψουν κι άλλο τα πράγματα, ο Ψύλλος όρμησε έξω από το καφενείο και εξαφανίστηκε.
     - Άκου να μας αποκαλέσει πρόβατα! είπε κάποιος.
     - Δεν κοιτάει τα χάλια του, είπε κάποιος άλλος.
     - Να δούμε τώρα τι θα κάνει, που έμεινε χωρίς δουλειά, είπε κι ένας τρίτος.
     - Μάλλον θα πάει να γίνει βασιλιάς, είπε ένας τέταρτος και όλοι έβαλαν τα γέλια.
     Ο Ψύλλος πήγε στην καλύβα του και διηγήθηκε όσα είχαν γίνει στη γιαγιά του.
     - Και τώρα τι θα κάνεις, παιδάκι μου; ρώτησε η γιαγιά.
     - Θα πρέπει να φύγω από εδώ, είπε ο Ψύλλος. Έχασα τη δουλειά μου και, απ'ό,τι καταλαβαίνω, δεν υπάρχει περίπτωση να βρω άλλη. Θα πάω να βρω την τύχη μου, λοιπόν, μακριά από εδώ. Και όταν τα καταφέρω, θα γυρίσω για να σε πάρω κι εσένα κοντά μου, γιαγιά.
     Η γιαγιά τού έδωσε την ευχή της, και ο Ψύλλος φόρεσε την κάπα του και έφυγε από το χωριό.
      Και από τότε κανένας δεν τον ξαναείδε τον Ψύλλο. Και οι χωρικοί βρήκαν άλλο βοσκό για τα πρόβατά τους: κάποιον που δεν ήταν ψηλομύτης και που ήξερε πως οι άνθρωποι ήταν πολύ καλύτεροι από τα πρόβατα.
     Και έζησαν όλοι καλά. Και τα πρόβατα καλύτερα.

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020

Εν αναμονή της ενηλικίωσης



     - Είπα όχι και εννοώ όχι! είπε με έμφαση ο μπαμπάς της μικρής γοργόνας, και ξαναγύρισε στο διάβασμα της εφημερίδας του. Ένα ολόκληρο κοπάδι σαρδέλλες αγνοείτο από την προηγούμενη εβδομάδα.
     - Μα θα πάνε όλοι!
     - Δεν με ενδιαφέρει ποιοι θα πάνε, εσύ δε θα πας! είπε και ξαναβυθίστηκε στο διάβασμα. Οι τελευταίες πληροφορίες έλεγαν ότι το κοπάδι εθεάθη τελευταία φορά κοντά στον Ισημερινό.
     - Μαμά, πες του!
     - Έχει δίκιο ο πατέρας σου, παιδί μου.
     - Όχι, δεν έχει δίκιο!
     - Μα για το καλό σου τα λέει αυτά που λέει…
     - Ναι, καλά, για το καλό μου… Όλα για το καλό μου μου τα λέτε… Δε με καταλαβαίνει κανείς σας!
     - Γιατί το λες αυτό, παιδί μου; Σου χαλάσαμε ποτέ χατήρι; Κολιέ από κοράλλι ήθελες, κολιέ από κοράλλι σου παίρναμε, σκουλαρίκια από μαργαριτάρια ήθελες, σκουλαρίκια από μαργαριτάρια σου παίρναμε, χτενάκια από αστερίες ήθελες, χτενάκια από αστερίες σου παίρναμε, μέχρι ιππόκαμπο σου πήραμε και πήγαινες στο σχολείο με τον ιππόκαμπο, την στιγμή που τα άλλα παιδιά πήγαιναν όλα κολυμπώντας!
     - Ναι, αλλά τώρα μου λέτε όχι! Τι ζήτησα; Να πάω μια εκδρομή, όπως όλος ο κόσμος!
     - Στην ξηρά;
     - Ε, αφού εκεί γίνεται η εκδρομή!
     - Και δε μου λες, εξυπνοπούλι μου, ξαναπήρε το λόγο ο πατέρας της, ποιος τη διοργανώνει την εκδρομή; Το σχολείο, μήπως; Δε θυμάμαι να μας έφερες κανένα χαρτί από το σχολείο…
     - Η παρέα μου τη διοργανώνει.
     - Τώρα σωθήκαμε!
     - Γιατί, καλέ μπαμπά;
     - Ένα εκατομμύριο φορές σου έχω πει ότι η κόρη της Σουπιάς δεν είναι η καλύτερη παρέα.
     - Η Μέλανι είναι μια χαρά κορίτσι, είσαι προκατειλημμένος! Τι θέλεις, δηλαδή, να κάνω παρέα μόνο με γοργόνες;
     - Δεν είπαμε αυτό, παιδί μου, πήρε το λόγο η μητέρα της, αλλά υπάρχουν κι άλλα παιδιά, να κάνεις παρέα… Η Χάννα, για παράδειγμα…
     - Ποια; Η κόρη του Χάνου; Το φυτό;
     - Ποιο φυτό; Το φύκος; Ψάρι δεν είναι ο χάνος;
     - Όταν λέω φυτό, εννοώ φυτό. Όλη την ώρα διαβάζει.
     - Γι’αυτό και είναι απουσιολόγος, μου τα λέει η μητέρα της.
     - Εγώ δεν κάνω παρέα με φυτά!
     - Ωραία, υπάρχουν και άλλα ψάρια… Ο γιος του Ροφού πώς σου φαίνεται;
     - Άλλο σπασικλάκι!
     - Ο γιος του Κάβουρα;
     - Σιγά τον παίδαρο!
     - Δεν σου είπαμε να τον παντρευτείς!... Η κόρη της Φάλαινας;
     - Πολύ χοντρή!
     - Στην πλάτη θα την κουβαλάς;
     - Όχι, αλλά αν κάνω παρέα μαζί της, δεν θα με κάνει κανείς άλλος παρέα, ούτε θα με βάζουν στα κλαμπ.
     - Έτσι κι αλλιώς είσαι μικρή για κλαμπ…
     - Μικρή, μικρή, για όλα είμαι μικρή! Αν σας το ζητούσε η αδερφή μου θα την αφήνατε!
     Ο πατέρας της άφησε την εφημερίδα.
     - Η αδερφή σου δε θα το ζητούσε ποτέ, είπε, αλλά ακόμα και αν το ζητούσε, θα δεχόταν την απόφασή μας και δε θα αντιδρούσε όπως εσύ. Επιπλέον, η αδερφή σου είναι και μεγαλύτερη, έχει ενηλικιωθεί εδώ και δύο χρόνια.
     - Μμμμμ…..
     - Μην ξινίζεις τη μούρη σου, έχει ενηλικιωθεί και παρ’όλ’αυτά σέβεται τους γονείς της. Ενώ εσύ…
     - Τι εγώ; Μια εκδρομή ζήτησα να πάω! Επειδή, δηλαδή, της αδερφής μου της αρέσει να κλείνεται στο σπίτι, εγώ δεν θα πάω ποτέ εκδρομή;
     - Δεν είπαμε να μην πας. Να πας. Να πας με το σχολείο, να επιμορφωθείς κιόλας.
     - Ναι, να πάω εκδρομή στην ατόλλη, σιγά το μέρος!
     - Είναι επικίνδυνα στην ξηρά, παιδί μου, είπε η μητέρα της, εκεί υπάρχουν άνθρωποι!
     - Και ποιος σας είπε ότι δεν θα προσέχουμε;
     - Ποιος θα προσέχει; Η κόρη της Σουπιάς, οι κόρη της Ζαργάνας, ο γιος του Σπάρου, ή ο γιος του Καρχαρία;
     - Δεν κάνω παρέα με το γιο του Καρχαρία!
     - Μην το αρνείσαι, σας είδε η Κουτσομούρα τις προάλλες στον ύφαλο!
     - Σα δεν ντρέπεται, η παλιοκουτσομπόλα, έτρεξε να σου το προλάβει! Καλύτερα να κοιτάει την κόρη της, να της πεις, που τραβολογιέται με εκείνο τον σπάρο, και να αφήσει τις κόρες των άλλων!
     - Τέλος πάντων, με όποιον και αν θέλεις να πας, στην ξηρά δεν πας!
     - Φοβάστε μήπως βρω κανέναν πρίγκηπα;
     - Δεν υπάρχουν πρίγκηπες στην ξηρά!
     - Πού το ξέρετε; Αφού δεν έχετε πάει!
     - Αν υπήρχαν θα το μαθαίναμε, θα το έγραφε η εφημερίδα, έχει πολλούς ανταποκριτές στην ξηρά…
     - Ναι, σιγά τους ανταποκριτές!
     - Για κάνε μου τη χάρη, νεαρή μου, δεν μπορείς να ακυρώνεις γλάρους με περγαμηνές ετών στη δημοσιογραφία…
     - Τέλος πάντων, δε με νοιάζουν οι γλάροι, άλλο είναι το θέμα μας… Να πάω στην εκδρομή, ναι ή όχι;
     - Τόση ώρα στον βρόντο μιλάμε; Είπαμε όχι!
     - Είστε άδικοι!
     - Είσαι μικρή!
     - Είμαι επτά!
     - Σιγά την ηλικία!
     - Ε, όχι και σιγά την ηλικία! Στα επτά εσείς ήσαστε κιόλας παντρεμένοι!
     - Άλλες εποχές τότε, τώρα πρέπει πρώτα να ενηλικιωθείς…
     - Σε ένα μήνα ενηλικιώνομαι!
     - Θα ξαναμιλήσουμε τότε, λοιπόν!
     - Μα…
     - Δεν έχει μα και ξεμά, συζήτηση τέλος! Στο δωμάτιό σου!
     - Όλο στο δωμάτιό μου με στέλνετε, είναι άδικο!
     - Στο δωμάτιό σου, είπα! Όσο είσαι υπό την ευθύνη μου, στην ξηρά δεν πηγαίνεις!
     - Αμ’ δε θα ενηλικιωθώ; φώναξε η μικρή γοργόνα. Θα δείτε! Θα κάνω παρέα με όποιον γουστάρω, θα πηγαίνω στα κλαμπ όλη την ώρα, και θα πηγαίνω και εκδρομές στην ξηρά, μόνο στην ξηρά! Και θα βρω και έναν πρίγκηπα, να σας τον τρίψω στη μούρη, που θα μου πείτε εσείς ότι δεν υπάρχουν πρίγκηπες, η ιστορία της Άριελ, δηλαδή, είναι μύθος; Και θα βρω πρίγκηπα, και θα τον παντρευτώ!
     - Να κάνεις ό,τι θέλεις, φώναξε ο πατέρας της, προς το παρόν όμως θα κάνεις αυτό που σου λέω: στο δωμάτιό σου, τώρα! Αλλιώς, θα σου πάρω τον ιππόκαμπο και θα τον πουλήσω, και θα πηγαίνεις στο σχολείο κολυμπώντας!
     Η μικρή γοργόνα κατέβασε τα μούτρα της και αποσύρθηκε στο δωμάτιό της μουρμουρίζοντας. Και ο πατέρας της ξανάπιασε την εφημερίδα του. Όμως δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Η ενηλικίωση της μικρής του κόρης δεν αργούσε τόσο, όσο θα ήθελε…

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

Επιστροφή στο κλασσικό



     Ο Άη-Βασίλης προβάριζε το καινούργιο του παντελόνι, ρουφώντας διακριτικά την κοιλιά του, όταν ένα από τα αρχιξωτικά του όρμησε μέσα στο δωμάτιο.
     - Αη-Βασίλη, φώναξε, το έλκηθρο έσπασε!
     -Τι; ρώτησε ο Αη-Βασίλης, αφήνοντας απότομα την κοιλιά του να ξαναξεχειλώσει, με κίνδυνο να πεταχτούν τα κουμπιά από τη θέση τους.
     - Έσπασε! επανέλαβε το αρχιξωτικό.
     - Μα, πώς έγινε αυτό; Δεν το ελέγξατε τις προάλλες και ήταν εντάξει;
     Το αρχιξωτικό χαμήλωσε το κεφάλι.
     - Ναι, απάντησε χαμηλόφωνα.
     - Και τότε, πώς έσπασε;
     - Δεν άντεξε το βάρος.
     Άλλο πάλι και τούτο! Πώς γίνεται ένα τέτοιο έλκηθρο, φτιαγμένο από τους καλύτερους τεχνίτες του κόσμου, με τις καλύτερες δυνατές προδιαγραφές, να σπάσει σαν να ήταν παιχνιδάκι; Ο Αη-Βασίλης δεν μπορούσε να το πιστέψει.
     - Σου ετοίμασα το καλάθι με το κολατσιό, είπε η γυναίκα του Αη-Βασίλη, που μπήκε εκείνη την ώρα κρατώντας ένα τεράστιο καλάθι. Σου έβαλα και πέντε κομμάτια πουτίγκα, για τη λιγούρα…
     - Άσε την πουτίγκα, γυναίκα, και μάλλον δεν θα χρειαστεί.
     - Τι εννοείς;
     - Έσπασε το έλκηθρο.
     - Όχι δα!
     - Πώς θα πάω τώρα τα δώρα στα παιδιά;
     Η γυναίκα του Αη-Βασίλη στράφηκε στο αρχιξωτικό.
     - Δεν φτιάχνεται; ρώτησε.
     - Φαντάζομαι ότι θα φτιάχνεται, απάντησε το αρχιξωτικό, αλλά γι’αυτό θα χρειαστούμε πολύ χρόνο.
     - Καλά, πώς έγινε και έσπασε;
     - Έσπασε από το βάρος των δώρων.
     Η γυναίκα του Αη-Βασίλη έστρεψε το βλέμμα της στον άντρα της.
     - Ώστε δεν με άκουσες, του είπε επικριτικά.
     Εκείνος χαμογέλασε ένοχα.
     - Μα είναι παιδιά…
     - Άντρες, μονολόγησε εκείνη, πάντα ανυπάκουοι…
     - Δεν  μπορώ να τα απογοητεύσω, είπε ο Αη-Βασίλης.
     - Μα είναι δυνατόν να τους κάνεις όλα τα χατήρια; Έτσι κακομαθαίνουν τα παιδιά!
     - Μα αν δεν τους πάω τα δώρα τους θα νομίζουν ότι δεν υπάρχω.
     - Και αν τους πας όλα αυτά που ζητάνε, τι θα κερδίσουν;
     - Ε, εντάξει…
     - Είδες πώς έχουν καταντήσει τα γράμματα που σου στέλνουν; Σαν λίστα με ψώνια! «Θέλω μια κούκλα, και ένα αρκουδάκι, και ένα πατίνι, και μία μπάλα, και ένα ποδήλατο», και όλα στο ίδιο γράμμα, για το ίδιο παιδί! Αν είναι δυνατόν!
     - Παιδιά είναι…
     - Και παλιότερα τι ήταν; Παιδιά δεν ήταν και παλιότερα; Αλλά, βέβαια, τα κακομαθαίνουν οι γονείς τους, που τους παίρνουν τα δώρα με το τσουβάλι, και περιμένουν τα ίδια και περισσότερα από τον Άγιο Βασίλη!
     - Γι’αυτό σου λέω…
     - Τι μου λες; Είναι δυνατόν το έλκηθρο να μεταφέρει τριάντα δώρα για κάθε παιδί;
     - Και τις προηγούμενες χρονιές…
     - Α, ώστε και τις προηγούμενες χρονιές το παραφόρτωσες το έλκηθρο! Να δούμε τι θα κάνουν τώρα όλα τα κακομαθημένα, που θα μείνουν χωρίς δώρα!
     Ο Αη-Βασίλης δεν τόλμησε να πει τίποτα. Η γυναίκα του ήταν πυρ και μανία, αλλά είχε δίκιο. Και άλλες φορές τον είχε προειδοποιήσει να μην παραφορτώνει το έλκηθρο, και να πηγαίνει ένα μόνο δώρο σε κάθε παιδί, αλλά εκείνος παρασυρόταν από την επιθυμία του να ευχαριστήσει τα παιδιά και δεν την άκουγε.
     - Αυτό που με εκνευρίζει περισσότερο, είπε η γυναίκα του Αη-Βασίλη, είναι ότι εξαιτίας της πλεονεξίας των περισσότερων παιδιών, δεν θα πάρουν δώρα και κάποια παιδιά που ζήτησαν μόνο ένα δώρο…
     - Ναι, είναι εκνευριστικό… συμφώνησε ο Αη-Βασίλης.
     - …και βέβαια, με βγάζει εκτός εαυτού το ότι εγώ σου μιλάω και εσύ δε μου δίνεις καμία σημασία!
     Ο Αη-Βασίλης δε συνέχισε.
     - Άντρες! ξαναείπε η γυναίκα του Αη-Βασίλη, πάντα κάνουν του κεφαλιού τους!
     Στράφηκε στο αρχιξωτικό.
     - Πάμε να μου δείξεις το έλκηθρο, είπε.
     Οι δυο τους εξαφανίστηκαν από το δωμάτιο και ο Αη-Βασίλης πλησίασε το καλάθι με το κολατσιό. Όταν ταραζόταν τον έπιανε λιγούρα…
     Η γυναίκα του Αη-Βασίλη επιθεώρησε το έλκηθρο. Είχε σπάσει σε δύο-τρία σημεία. Επάνω του βρισκόταν ακόμα ο τεράστιος σάκος με τα δώρα.
     - Ξεφορτώστε το! είπε στα ξωτικά. Έτσι, φορτωμένο που είναι, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
     Τα ξωτικά ίδρωσαν μέχρι να ξεφορτώσουν όλα τα δώρα.
     - Και τώρα, ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε, είπε η γυναίκα του Αη-Βασίλη.
     Το σπάσιμο δεν ήταν τόσο σοβαρό, τελικά. Με τίποτα, όμως, το έλκηθρο δεν θα μπορούσε να κουβαλήσει όλο εκείνο το φορτίο. Η γυναίκα του Αη-Βασίλη άρχισε να σκέφτεται. Και ύστερα από λίγο, της ήρθε μια ιδέα. Πήγε στο σπίτι και έφερε ένα βελονάκι και μερικά κουβάρια νήμα.
     - Είναι το νήμα με το οποίο φτιάχνω τα ρούχα του Αη-Βασίλη, είπε, είναι πολύ γερό.
     Και άρχισε να πλέκει. Σαν αφηνιασμένα δούλευαν τα χέρια της και το πλεκτό μεγάλωνε και μεγάλωνε… Τα ξωτικά την χάζευαν, μαγεμένα.
     Αφού έφτιαξε αυτό που ήθελε, πήγε στο έλκηθρο και άρχισε να το μερεμετίζει. Έβαλε στα σημεία όπου το ξύλο είχε σπάσει το ύφασμα που είχε πλέξει, το τύλιξε γύρω-γύρω και ύστερα το έραψε με τις πιο γερές βελονιές που ήξερε, αυτές που χρησιμοποιούσε και στο παντελόνι του Αη-Βασίλη. Από πάνω τα έδεσε κιόλας, με έξτρα κόμπους, από αυτούς που είχε μάθει στους προσκόπους, όταν ήταν κοριτσάκι. Και αφού βεβαιώθηκε ότι είχε κάνει καλή δουλειά, είπε να φωνάξουν τον Αη-Βασίλη.
     - Το έφτιαξες; ρώτησε εκείνος εντυπωσιασμένος.
     - Γιατί σου κάνει εντύπωση; Εγώ δεν τα φτιάχνω όλα στο σπίτι, όταν χαλάνε;
     - Άρα, τώρα μπορώ να μοιράσω τα δώρα;
     - Δε νομίζω να μπορεί να κουβαλήσει τόσο βάρος. Εγώ το έφτιαξα σχετικά πρόχειρα, για να μπορεί να ταξιδέψει. Αν το παραφορτώσεις, μπορεί και πάλι να σπάσει, σε άλλα σημεία.
     - Και τι θα κάνω, τότε;
     Η γυναίκα του Αη-Βασίλη δεν είπε τίποτα, αλλά έφυγε σκεφτική από το δωμάτιο. Και αυτό ήταν σημάδι ότι κάτι θα σκαρφιζόταν. Ο Αη-Βασίλης ήταν πολύ περίεργος. Και με όλη αυτή την αναστάτωση, του ήρθε και πάλι λιγούρα…
     Η γυναίκα του Αη-Βασίλη γύρισε, ύστερα από λίγο, κουβαλώντας έναν σάκο, ο οποίος, παρ’όλο που ήταν τεράστιος, φαινόταν ανάλαφρος σαν μπαλόνι.
     - Πού τα θυμήθηκες τώρα αυτά, βρε γυναίκα; είπε ο Αη-Βασίλης.
     - Ρωτάς αν τα ξέχασα και ποτέ; απάντησε εκείνη.
     - Με παλιατσούρες θα την βγάλουμε, δηλαδή;
     - Παλιατσούρες; Εσύ το λες αυτό; Εδώ μιλάμε για κλασσικά κομμάτια! Και το κλασσικό, να ξέρεις, δεν φεύγει ποτέ από τη μόδα…
     Ο Αη-Βασίλης δεν ήξερε πολλά από μόδα, ήξερε όμως ότι η γυναίκα του ήξερε πολύ περισσότερα από εκείνον, οπότε θα έπρεπε να την εμπιστευτεί.
     - Άντε, λοιπόν, τι κάθεστε; είπε εκείνη, καθώς τακτοποιούσε τον σάκο στο έλκηθρο. Ετοιμαστείτε! Λίγο ακόμα αν καθυστερήσετε, δεν θα προλάβετε να μοιράσετε όλα τα δώρα!
     Τα ξωτικά έτρεξαν αμέσως και βοήθησαν και τον Αη-Βασίλη να μπει μέσα στο έλκηθρο, καθώς η κοιλιά του τον ψιλοεμπόδιζε. Ο Αη-Βασίλης έπιασε τα γκέμια.
     - Εμπρός, λοιπόν, καλοί μου τάρανδοι! φώναξε χαρούμενος. Εμπρός, αγαπημένα μου ξωτικά! Ας μοιράσουμε τα δώρα στα παιδιά! Ο σάκος μας είναι γεμάτος μέχρι επάνω! Υπάρχουν τόσα δώρα, που φτάνουν να δώσουμε και στους μεγάλους! Καλή χρονιά σε όλους!
     Και προτού καλά-καλά τελειώσει την φράση του, το έλκηθρο είχε κιόλας εκτιναχθεί με ταχύτητα στον ουρανό και άρχιζε το μακρύ, υπέροχό του ταξίδι. Και σιγά-σιγά, ένα προς ένα, τα σπίτια γέμιζαν με δώρα, και ο σάκος ξεφούσκωνε. Και τα δώρα ήταν πανάλαφρα σαν το αεράκι, αλλά γεμάτα σημασία. Και τα σπίτια γέμισαν με αγάπη, με στοργή, με τρυφερότητα, με ειρήνη, με χαμόγελα, με αγκαλιές… Γέμισαν με γαλήνη, γέμισαν με ασφάλεια, γέμισαν με χάδι, γέμισαν με φως για τους τυφλούς, γέμισαν με μουσική για τους κουφούς, γέμισαν με δύναμη για τους ανάπηρους…
     Και το επόμενο πρωί που όλοι ξύπνησαν και έψαξαν να βρουν τα δώρα τους, κάποιοι δεν τα είδαν καν, κάποιοι τα είδαν, αλλά ούτε καν τα άνοιξαν, και κάποιοι άλλοι κατάλαβαν ότι, επιτέλους, είχαν αποκτήσει αυτό ακριβώς που χρειάζονταν.
     Και η γυναίκα του Αη-Βασίλη ήταν ευδιάθετη όλο εκείνο το πρωί, παρ’όλο που έκανε παγωνιά και πονούσαν τα κόκαλά της. Και ένιωθε τόσο καλά, που άρχισε να σκέφτεται ότι αν την επόμενη χρονιά το έλκηθρο δεν είχε πάλι τα χάλια του, θα το χαλούσε εκείνη με τα ίδια της τα χέρια…