Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2022

Διπλή επιτυχία

 


     - Τι δουλειά έχει εδώ αυτός ο σκύλος; ρώτησε ο μπάρμαν, ενώ καθάριζε ένα ποτήρι με ένα όχι και τόσο καθαρό πανί. Δικός σου είναι;
     - Όχι, είπε ο Λούκυ Λουκ, και ήπιε μια καλή γουλιά από το ποτό του. Αλλά με ακολουθεί εδώ και τρεις μέρες, από όταν έφυγα από τις φυλακές, όπου άφησα τους Ντάλτον. Νομίζω ότι είναι ο σκύλος του διευθυντή των φυλακών.
     - Και τι δουλειά έχει να σε ακολουθεί;
     - Δεν έχω ιδέα. Ίσως να του θυμίζω κάποιον. Ίσως, πάλι, να μην ακολουθεί εμένα, αλλά την Ντόλυ.
     - Αυτό κι αν είναι περίεργο, είπε ο μπάρμαν.
     Ο Λούκυ Λουκ πλησίασε τη μύτη του στο ποτήρι του και ύστερα ήπιε άλλη μια γουλιά.
     - Το ποτό σου δεν είναι το ίδιο με την τελευταία φορά, είπε. 
     - Φυσικά και δεν είναι, άνοιξα καινούργιο βαρέλι προχθές. Δε σου αρέσει;
     - Καλό είναι, αλλά νομίζω ότι χτυπάει λίγο στο κεφάλι... Είσαι σίγουρος ότι το αγόρασες από νόμιμο διανομέα;
     - Εννοείται, αφού με ξέρεις...
     Ένας μουστακαλής καουμπόι που καθόταν στην άλλη άκρη της μπάρας ρουθούνισε, αλλά δεν είπε τίποτα.
     - Ώστε τους ξανάχωσες στη φυλακή τους Ντάλτον, είπε ο μπάρμαν.
     - Ναι, απάντησε ο Λούκυ Λουκ.
     - Το ξέρεις ότι το πιθανότερο είναι να το ξανασκάσουν.
     - Αν το ξανασκάσουν, θα τους ξαναπιάσω.
     - Δε σε κουράζει όλο αυτό;
     - Εσένα δε σε κουράζει να σερβίρεις όλους αυτούς τους τύπους που σερβίρεις;
     - Τους έχω συνηθίσει. Εξάλλου, δε θα μπορούσα με τίποτα να ταξιδεύω μόνος.
     - Μα δεν είμαι μόνος, έχω μαζί μου την Ντόλυ...
     - Το ταξίδι είναι ταξίδι, χρειάζεσαι κάποιον να λες μια κουβέντα...
     - Και ποιος σου είπε ότι η Ντόλυ δεν είναι κατάλληλη για κουβέντα; Για να μη σου πω ότι είναι καταλληλότερη για κουβέντα από τους περισσότερους τύπους που μαζεύεις εσύ εδώ μέσα...
     - Σ'αυτό δεν έχεις και άδικο... Αλλά, ακόμα και έτσι, είναι δύσκολο να ταξιδεύεις μόνος, μέρες ολόκληρες επάνω σε μια άβολη ράχη αλόγου, κάτω από τον καυτό ήλιο, με την σκόνη της ερήμου να σου καίει τα μάτια και να φτάνει μέχρι τα σωθικά σου...
     - Ναι, αλλά η καταδίωξη σε κρατάει σε εγρήγορση. Ενώ μία δουλειά ρουτίνας σε βυθίζει στο λήθαργο... Εγώ την έχω συνηθίσει τη ζωή μου και μου αρέσει. Ειδικά με τους Ντάλτον, μη σου πω ότι το διασκεδάζω κιόλας... Αλήθεια, τώρα που είπα για διασκέδαση, τι κάνει η φωνακλού Μπέτυ; Δεν τραγουδάει πια; Δεν την πήρε το μάτι μου.
     - Πριν από κανα μήνα πέρασε από εδώ ένας ιμπρεσάριος. Την είδε, του άρεσε και της πρότεινε να κάνει τουρνέ.
     - Και δέχτηκε;
     - Εμ, είδε και που εσύ δεν αποφάσιζες...
     - Τι να αποφασίσω; Όλος ο κόσμος το ξέρει ότι είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόι, ποτέ δε μίλησα για γάμο και οικογένεια.
     - Γάμος... Οικογένεια... είπε ο μουστακαλής καουμπόι και έφτυσε κάτω.
     - Πρόσεχε λίγο, Τζιμ, είπε ο μπάρμαν, σου έχω πει να μην φτύνεις τον καπνό σου κάτω...
     - Και σιγά το σαλούν, είπε ο μουστακαλής, βάλε μου να πιώ!
     - Δεν μπορώ, Τζιμ, σ'το είπα και πριν. Το υποσχέθηκα στη Μίνι...
     - Κι αυτηνής τι λόγος της πέφτει;
     - Να σου θυμίσω ότι είναι η γυναίκα σου και, επιπλέον πρώτη ξαδέρφη της δικιάς μου γυναίκας;
     - Γυναίκες! είπε ο μουστακαλής και ξανάφτυσε κάτω.
    Η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Μια ξερακιανή γυναίκα, με δυο μικρά παιδιά πιασμένα από τις δύο πλευρές της ποδιάς της και ένα μωρό στην αγκαλιά της στάθηκε στο άνοιγμα.
     - Πάλι εδώ είσαι; είπε με δυνατή φωνή.
     - Καλημέρα, Μίνι, είπε ο μπάρμαν.
     - Καλημέρα, Μπιλ. Δεν πιστεύω να του έδωσες να πιει...
     - Όχι, φυσικά.
     Η γυναίκα πλησίασε τον μουστακαλή.
     - Έλα, σήκω, θα πάμε στο σπίτι του εφημέριου. Σου βρήκε δουλειά.
     - Έχω δουλειά!
     - Ναι, το βλέπω...
     - Άσε τις ειρωνείες, γυναίκα, και πήγαινε στο σπίτι, που θα μου πεις ότι δεν έχω δουλειά... Όλη μέρα χωμένος σε μια στοά, με κίνδυνο να θαφτώ εκεί μέσα, και έρχομαι να πιώ ένα ποτήρι να συνέλθω και ούτε αυτό δε με αφήνεις!
     - Ναι, την είδαμε την προκοπή σου! Πέντε χρόνια χρυσωρύχος, το μόνο χρυσό που είδαμε είναι στο μπροστινό σου δόντι... 
     - Όπου να'ναι την βρίσκω την φλέβα...
     - Η μόνη φλέβα που θα βρεις είναι η δικιά μου, και θα τη βρεις κομμένη, αν συνεχίσεις έτσι! Έλα, σήκω, είπα, μη φωνάξω το σερίφη!
     Ο μουστακαλής καουμπόι σηκώθηκε μουρμουρίζοντας. Φόρεσε το καπέλο του και βγήκε έξω, ακολουθούμενος από τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Το σαλούν βυθίστηκε στην ησυχία.
     - Άγρια η ξαδέρφη της γυναίκας σου, είπε ο Λούκυ Λουκ στον μπάρμαν.
     - Δεν την αδικώ, είπε εκείνος, έχει τρία παιδιά να θρέψει και καμία βοήθεια. Και ο Τζιμ, τόσον καιρό που είναι χρυσωρύχος, δεν έχει ανακαλύψει καμία σπουδαία ποσότητα. Μόνο κάτι μικροψήγματα πότε-πότε, και αυτά πήγαν όλα στο ποτό. Τι θα γίνει με αυτόν τον σκύλο, εδώ θα μείνει; Μετά τους λεκέδες από τον καπνό του Τζιμ, το μόνο που λείπει από το πάτωμα είναι να γεμίσει σκυλοκούραδα.
     - Ραντανπλάν, έξω, είπε ο Λούκυ Λουκ.
     Ο Ραντανπλάν πλησίασε, κουνώντας χαρούμενα την ουρά του.
     - Πώς τον είπες; ρώτησε ο μπάρμαν. Ρατατάν;
     - Ραντανπλάν.
     - Περίεργο όνομα... Αλλά και το σκυλί περίεργα φέρεται. Χαζό είναι;
     - Τι να σου πω, δεν ξέρω. Μεταξύ μας, μερικές φορές αμφιβάλλω και αν είναι σκύλος... Ραντανπλάν, έξω είπα! Έξω!
     Ο Ραντανπλάν ξάπλωσε δίπλα ακριβώς στον Λούκυ Λουκ και γύρισε ανάσκελα.
     - Καλέ, αυτός νομίζει ότι θα τον χαϊδέψεις! είπε ο μπάρμαν.
     - Έχεις κανένα κόκαλο να το χρησιμοποιήσουμε σαν δόλωμα;
     - Πού να το βρω το κόκαλο; Την περασμένη Κυριακή έφαγα κρέας, και σήμερα είναι Πέμπτη. 
     Ο Λούκυ Λουκ σηκώθηκε και πήγε προς την πόρτα. Ο Ραντανπλάν τον ακολούθησε κουνώντας την ουρά του. Οι δυο τους βγήκαν έξω από το σαλούν. 
     Μια στρουμπουλή μύγα που πετούσε μέσα στο σαλούν, προσγειώθηκε στην άκρη της μπάρας. Ο μπάρμαν άφησε το ποτήρι που καθάριζε και κάνοντας μια επιδέξια κίνηση με το πανί που κρατούσε την έριξε κάτω.
     - Η έβδομη για σήμερα, είπε και ξανάπιασε το ποτήρι.
     Ο Λούκυ Λουκ επέστρεψε. Ήταν μόνος του.
     - Τον ξεφορτώθηκες; ρώτησε ο μπάρμαν.
     - Τον άφησα δίπλα στην Ντόλυ. Σ'το είπα και πριν, ίσως εκείνη να είναι η συμπάθειά του και όχι εγώ. 
     - Πολύ περίεργο σκυλί.
     - Αν είναι σκυλί. Βάλε μου άλλο ένα.
     - Σου άρεσε, τελικά, βλέπω...
     - Μάλλον το συνήθισα.
     Ο μπάρμαν ξαναγέμισε το ποτήρι του Λούκυ Λουκ.
     - Αλήθεια, θα μείνεις καιρό στα μέρη μας; ρώτησε.
     - Α, μπα, αφού με ξέρεις. Είμαι σχεδόν μονίμως στα χνάρια κάποιου επικηρυγμένου. Το πιθανότερο είναι ότι μέχρι μεθαύριο θα έχω φύγει.
     - Κρίμα!
     - Γιατί;
     - Αν έμενες μέχρι την Τετάρτη, θα προλάβαινες και το μπαλέτο.
     - Ποιο μπαλέτο; 
     - Λας τρες κανκανίτας. 
     - Δεν τις ξέρω.
     - Είναι τρεις αδερφές από τη Λουιζιάνα, που κάνουν θραύση σε όλες τις νότιες πολιτείες. Η μητέρα τους ήταν διάσημη χορεύτρια καν-καν στα νιάτα της. Από εκείνη το έμαθαν και αυτές το καν-καν. Είναι πολύ καλές, μου είπαν.
     - Δεν ξέρω αν θα είμαι εδώ την Τετάρτη.
     - Τώρα που η φωνακλού Μπέτυ λείπει σε τουρνέ, πρέπει κι εγώ να βρω κάτι να βάλω στη θέση της, καταλαβαίνεις...
     - Η φωνακλού Μπέτυ μου άρεσε. Η φωνή της είχε κάτι από Σερενάτα Γουίλιαμς. Κι όταν τραγουδούσε τον Χρυσό δρόμο προς τη Δύση, δε λέω, άντρας είμαι, αλλά έκανε τα μάτια μου να δακρύζουν...
     - Και οι αδερφές από τη Λουιζιάνα είναι πολύ καλές. 
     - Μάλλον δε θα είμαι εδώ την Τετάρτη.
     - Μετά τις αδερφές από τη Λουιζιάνα θα έρθει μια χορεύτρια της κοιλιάς.
     - Θα έχεις ποικιλία στο πρόγραμμα, βλέπω...
     - Ναι, η Μπέλυ Μπάτον, την ξέρεις;
     - Μπάτον; Τι μου θυμίζει αυτό το όνομα;
     - Είναι κόρη του Μάτζικ Μπάτον.
     - Τον Μάτζικ Μπάτον, μπράβο, αυτόν μου θυμίζει! Τον είχα δει πριν από χρόνια, στο Λας Βέγκας. Ουρές έκαναν για να δουν το κόλπο όπου εξαφάνιζε τη βοηθό του. Ώστε η κόρη του έγινε χορεύτρια του χορού της κοιλιάς;
     - Ναι. Άλλα σχέδια, βέβαια, είχε ο Μάτζικ. Ονειρευόταν να την παντρέψει με κάποιον σπουδαίο, σερίφη, δικαστή, γιατρό, ή έστω δάσκαλο, αλλά εκείνη αποφάσισε να ασχοληθεί με το θέαμα και τίναξε όλα τα σχέδιά του στον αέρα. Πώς θα μπορούσε να ξεφύγει, άλλωστε;. Αφού και η μάνα της στον ίδιο χώρο εργαζόταν. Ήταν η βοηθός του Μάτζικ.
     - Ώστε έτσι;
     - Ναι. Τέλος πάντων, αφού δε θα είσαι εδώ, όμως, τι νόημα έχει;
     - Μπορεί να ξαναπεράσω. Πότε θα έχεις την Μπέλυ Μπάτον;
     - Στο τέλος του μήνα. Μόνο για δύο παραστάσεις.
     Η πόρτα του σαλούν άνοιξε. Ένας καουμπόι με σκονισμένες μπότες και σπιρούνια κατευθύνθηκε στο μπαρ. 
     - Τι βρωμάει έτσι; Πάλι σκατά πάτησες, Τζο; είπε ο μπάρμαν.
     Ο νεοφερμένος κοίταξε τις μπότες του από κάτω.
     - Φτου, να πάρει, και τις είχα καθαρίσει! είπε. Να δεις που είναι τα σκατά αυτού του κοπρόσκυλου που είναι αραγμένο στο μέρος που δένουμε τα άλογα.
     Ο καουμπόι βγήκε βιαστικά έξω. Ο μπάρμαν κοίταξε τον Λούκυ Λουκ. 
     - Μη με κοιτάς εμένα, είπε ο Λούκυ Λουκ, δεν είναι δικά μου τα σκατά... Ούτε ο σκύλος είναι δικός μου, σ'το είπα.
     Μια μύγα που είχε ξεμείνει μέσα στο σαλούν άρχισε να γυροφέρνει το ποτήρι του Λούκυ Λουκ.
     - Φύγε, μύγα, είπε ο Λούκυ Λουκ.
     Η μύγα προσγειώθηκε δίπλα του.
     - Άσε με εμένα, είπε ο μπάρμαν και σημάδεψε τη μύγα με το πανί.
     Η μύγα πέταξε μακριά.
     - Σου ξέφυγε, είπε ο Λούκυ Λουκ.
     - Τυχερή ήταν. Εφτά έχω σκοτώσει μέχρι στιγμής από το πρωί, να ξέρεις.
     Η μύγα ξαναπλησίασε και άρχισε να κάνει βόλτες γύρω από το κεφάλι του μπάρμαν.
     - Σε συμπάθησε, είπε ο Λούκυ Λουκ. Όπως με συμπαθεί εμένα ο Ραντανπλάν.
     Η μύγα πέταξε λίγο ακόμη και ύστερα προσγειώθηκε στη φαλάκρα του μπάρμαν.
     - Άσε με εμένα, είπε ο Λούκυ Λουκ.
     Προτού προλάβει να κάνει οποιαδήποτε κίνηση, ο μπάρμαν είδε με τρόμο το Λούκυ Λουκ να πιάνει το όπλο του και να το στρέφει καταπάνω του.
     Στο άκουσμα των δύο πιστολιών, κόσμος πολύς έτρεξε στο σαλούν για να δει τι είχε συμβεί. Βρήκαν τον μπάρμαν ξαπλωμένο κάτω, ενώ ο Λούκυ Λουκ ήταν γονατισμένος από πάνω του και του έκανε αέρα. Το όπλο του ήταν περασμένο στη θήκη του, αλλά κάπνιζε ακόμη. Ο μπάρμαν άνοιξε τα μάτια του.
     - Τι συνέβη; ρώτησε ξεψυχισμένα. Πού βρίσκομαι;
     - Εκεί που βρισκόσουν και πριν, του απάντησε ο Λούκυ Λουκ. Αλλά, βρε παιδί μου, τόσο εύκολα λιποθυμάς εσύ; 
     - Αφού με σημάδευες!
     - Εσένα σημάδευα, βρε, ή τη μύγα;
     Όλοι κοίταξαν το Λούκυ Λουκ παραξενεμένοι. Ακούστηκαν ψίθυροι. Κάποιος έκανε μία κίνηση σαν να έστριβε μια βίδα στο κεφάλι του. 
     - Την σκότωσες τη μύγα τελικά; ρώτησε, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα γέλια του.
     - Φυσικά, είπε ο Λούκυ Λουκ, δείχνοντας μια τρύπα από σφαίρα στον τοίχο. Εγώ τις σφαίρες μου δεν τις χαλαλίζω.
     - Ναι, αλλά ακούστηκαν δύο πιστολιές, είπε ένας άλλος, δεν την πέτυχες με την πρώτη. Άσε που θα πρέπει να πληρώσεις αποζημίωση τώρα στον Μπιλ, που του τρύπησες τον τοίχο...
     - Μην ανησυχείτε γι'αυτό, είπε ο Λούκυ Λουκ και ξαναφόρεσε το καπέλο του. Η δεύτερη πιστολιά ήταν για τον Εφτάψυχο Στηβ, τον περιβόητο ληστή των τραπεζών που καταζητείται ήδη σε τρεις πολιτείες. Τον είδα σκαρφαλωμένο επάνω στη στέγη του ταμιευτηρίου απέναντι να κρύβεται και του έριξα στο πόδι. Και τώρα, αν μου επιτρέπετε, πάω να τον συλλάβω για να τον παραδώσω στο σερίφη και να εισπράξω την αμοιβή μου.
     Τα γέλια σταμάτησαν. Ο Λούκυ Λουκ προχώρησε προς την πόρτα. Στάθηκε λίγο και στράφηκε προς το μπαρ.
     - Θα σου τον πληρώσω τον τοίχο, Μπιλ, είπε. Και θα σου πληρώσω και το πάτωμα. Καιρός είναι να το αλλάξεις. Είναι γεμάτο λεκέδες.

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2022

Πρωτότυπη λύση


    Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα ήσυχο χωράφι, ζούσε ένα δέντρο. Το δέντρο αυτό δεν είχε καθόλου φύλλα, αλλά αυτό δεν το εμπόδιζε να ζει ευτυχισμένο. Τα πρωινά, τέντωνε τα κλαδιά του προς όλες τις κατευθύνσεις και απολάμβανε τη ζέστη από τις ακτίνες του ήλιου, καθώς έπεφταν στη γη. Τις νύχτες, κοίταζε ψηλά στον ουρανό και προσπαθούσε να ακούσει τι έλεγαν τα αστέρια μεταξύ τους. Όταν φυσούσε, έστηνε αυτί και άκουγε τα νέα που μετέφερε ο άνεμος από όλα τα μέρη από όπου είχε περάσει. Και όταν ο άνεμος είχε κέφια και τραγουδούσε, το δέντρο ξεκινούσε να χορεύει σαν χαριτωμένη μπαλαρίνα. 
     Μια μέρα, εκεί που απολάμβανε τη λιακάδα, πέρασε από πάνω του ένα μικρό σμήνος από πουλιά. Τα πουλιά ήταν πολύ κουρασμένα και κάθησαν στα κλαδιά του για να ξεκουραστούν. Είχαν πολύ δρόμο ακόμα μπροστά τους και χρειάζονταν να πάρουν δυνάμεις. Το δέντρο έβαλε όλη του τη δύναμη για να σηκώσει όλα αυτά τα πουλιά στα κλαδιά του, και πολύ του άρεσε, που τα πουλιά ήταν ταξιδιάρικα. Αυτά είναι που ξέρουν και τις καλύτερες ιστορίες.
     Τα πουλιά ήταν, πράγματι, λαλίστατα και μόλις άρχισαν να ξαναπαίρνουν τις δυνάμεις τους άρχισαν να μιλάνε χωρίς σταματημό. Πονοκέφαλος το έπιασε το δέντρο από τις τόσες ομιλίες! Αλλά δεν παραπονέθηκε. Ίσα-ίσα που προσπαθούσε να μένει όσο πιο ακίνητο γινόταν, για να μην τα διακόψει επάνω στο καλύτερο. Και πόσο δύσκολο ήταν αυτό, αφού οι περισσότερες ιστορίες των πουλιών ήταν τόσο αστείες... Με το ζόρι κρατιόταν το δέντρο, για να μην αρχίσει να τραντάζεται από τα γέλια!
     Όλα πήγαιναν μια χαρά, ώσπου ένα μικρό πουλάκι, λίγο άμυαλο, λόγω ηλικίας, φώναξε ξαφνικά: "μα γιατί αυτό το δέντρο είναι φαλακρό;". Τότε τα πουλιά σταμάτησαν τις ιστορίες τους και άρχισαν να περιεργάζονται το δέντρο. "Μπορεί να είναι άρρωστο", είπε ένα πουλί. "Άρρωστο;" είπε ένα άλλο, που φοβόταν πολύ τις αρρώστιες. "Λέτε να είναι κολλητικό; Μήπως δεν έπρεπε να καθήσουμε εδώ;". "Μπορεί να είναι γέρικο", είπε ένα άλλο. "Τα γέρικα δέντρα συνήθως χάνουν τα μαλλιά τους". "Πάντως", είπε ένα νεαρό πουλί, "αυτό το δέντρο δε μοιάζει με κανένα από όσα έχουμε συναντήσει, πρώτη φορά συναντούμε δέντρο εντελώς φαλακρό". "Δεν έχει τίποτα από την ομορφιά των δέντρων που γνωρίζουμε", είπε ένα άλλο. "Στ'αλήθεια, είναι ένα άσχημο δέντρο", είπε ένα τρίτο. "Ναι", συμφώνησαν και τα υπόλοιπα, "όλη η ομορφιά ενός δέντρου βρίσκεται στο φύλλωμά του". "Άσε που χωρίς φύλλωμα δεν μπορεί να κάνει μια σκιά της προκοπής, ούτε μπορεί να είναι ασφαλές μέρος για να χτιστεί μια φωλιά", είπε ένα γέρικο πουλί. "Εγώ ποτέ δε θα έφτιαχνα φωλιά εδώ". "Ούτε εγώ", είπαν όλα τα πουλιά με μια φωνή, το καθένα για τον εαυτό του, βέβαια. "Αρκετά ξεκουραστήκαμε", είπε ο αρχηγός του σμήνους. "Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα μπροστά μας. Θα πρέπει να φύγουμε". Και τα πουλιά τίναξαν τα φτερά τους και ύστερα πέταξαν όλα μαζί στον ουρανό, αφήνοντας το δέντρο ολομόναχο.
     Το δέντρο απόμεινε να κοιτάζει το σμήνος των πουλιών που απομακρυνόταν γοργά. Η διάθεσή του είχε αλλάξει εντελώς. Ο άνεμος εκείνη τη μέρα είχε αρκετά κέφια και τραγουδούσε το ένα βαλσάκι μετά το άλλο, αλλά το δέντρο δεν είχε πια όρεξη για χορό. Και παρ'όλο που δεν έβρεχε, το δέντρο ένιωσε τα μάτια του νοτισμένα. 
     Ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο έντονα την έλλειψη των φύλλων του, κι ας είχε περάσει τόσος καιρός από την τελευταία φορά που στα κλαδιά του είχε κρύψει κάποιον. Επρόκειτο για μια κίσσα, που κρατούσε στο ράμφος της ένα δαχτυλίδι με ένα λαμπερό, κόκκινο πετράδι. Πόσο έλαμπε εκείνο το κόκκινο πετράδι! Μόνο πως η κίσσα το δαχτυλίδι το είχε κλέψει από μια μάγισσα, και όταν η μάγισσα ανακάλυψε τι είχε συμβεί, θύμωσε πολύ με το δέντρο. Για να το εκδικηθεί, λοιπόν, του έκανε ένα φοβερό ξόρκι και το δέντρο έχασε όλα του τα φύλλα. Και ποτέ δεν ξαναέκρυψε κάποιον στα κλαδιά του. 
     Τόσα χρόνια, και την είχε συνηθίσει αυτή του την κατάσταση. Είχε φτάσει, μάλιστα, στο σημείο να θεωρεί τον εαυτό του πολύ τυχερό, αφού χωρίς φύλλα τα κλαδιά του ήταν πιο ευκίνητα και το διευκόλυναν, όταν ήθελε να χορέψει. Αλλά τώρα, μερικά ταξιδιάρικα πουλιά τα είχαν αλλάξει όλα. Του έλειπαν τα φύλλα του. Και τι δε θα έδινε τώρα για να είχε έστω ένα φυλλαράκι επάνω του. Άρχισε να κλαίει σιγανά. 
     Σε λίγη ώρα το κλάμα του είχε δυναμώσει. Ένιωθε μεγάλη αδικία. Γιατί του είχε φερθεί τόσο σκληρά εκείνη η μάγισσα; Τι έφταιγε εκείνο που εκείνη η κίσσα είχε διαλέξει να κρυφτεί στα δικά του κλαδιά; Στον ουρανό φάνηκε ένα σμήνος από κουκίδες. "Κι άλλα ταξιδιάρικα πουλιά", σκέφτηκε. Άρχισε να κλαίει με λυγμούς, χωρίς να μπορεί να σταματήσει. 
     Μία κουκίδα αποσπάστηκε από το σμήνος και άρχισε να πλησιάζει το δέντρο. Η κουκίδα άρχισε να μεγαλώνει, και μόνο όταν έφτασε πολύ κοντά φάνηκε ότι επρόκειτο για μια μικρή, χαριτωμένη νεράιδα. Η νεράιδα κρατούσε ένα μικρό ραβδάκι.
     - Τι σου συμβαίνει; ρώτησε η νεράιδα. Μέχρι εκεί επάνω ακούγονται τα κλάματά σου!
     Αλλά το δέντρο δεν μπορούσε να σταματήσει το κλάμα.
     - Πες μου, και ίσως μπορέσω να σε βοηθήσω, είπε η νεράιδα. Είμαι πολύ καλή στη λύση προβλημάτων. 
     Αλλά το δέντρο συνέχισε να κλαίει.
     - Ξέρω, συνέχισε η νεράιδα, είμαι μικρή, και μπορεί να νομίζεις ότι δεν μπορώ να κάνω πολλά, όμως σε πληροφορώ ότι σπουδάζω ήδη στο πανεπιστήμιο και είμαι η καλύτερη φοιτήτρια στο έτος μου. Όπου να'ναι παίρνω και το πτυχίο μου. Και μη νομίζεις ότι το πανεπιστήμιο για νεράιδες είναι εύκολο. Πέντε μεγάλα ράφια γεμίζουν τα βιβλία που καλύπτουν τη βασική ύλη! Και τα έχω διαβάσει όλα, τουλάχιστον από δύο φορές!
     Το δέντρο σταμάτησε το κλάμα του, εντυπωσιασμένο από τα λόγια της νεράιδας. Δεν περίμενε τίποτα, αλλά δεν έχανε και τίποτα να δοκιμάσει. Σιγά-σιγά, άρχισε να διηγείται την ιστορία του. Της είπε για την κίσσα, της είπε για τη μάγισσα, της είπε και για τα ταξιδιάρικα πουλιά, προσπαθώντας να μην ξαναβάλει τα κλάματα.
     Η νεράιδα το άκουσε προσεκτικά. Ύστερα έμεινε για λίγη ώρα σκεπτική.
     - Η περίπτωσή σου είναι πολύ δύσκολη, είπε ύστερα από λίγο. Τα ξόρκια δεν είναι κλωστές, να τα κόψεις με ένα ψαλίδι, ή ένα μαχαίρι. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, ένα ξόρκι λύνεται μόνο από αυτόν που το έχει κάνει. Άρα, για να ξαναποκτήσεις το φύλλωμά σου θα πρέπει να βρεις  τη μάγισσα που σου έκανε το ξόρκι.
     Το δέντρο αναστέναξε.
     - Δεν ξέρω πού βρίσκεται, είπε. Αλλά ακόμα και να ήξερα, πώς θα την πείσω να λύσει το ξόρκι; Δεν υπάρχει περίπτωση!
     - Ναι, αλλά δεν μπορείς να περάσεις όλη την υπόλοιπη ζωή σου κλαίγοντας, είπε η νεράιδα. Κάτι πρέπει να κάνεις!
     Ο ουρανός είχε γεμίσει με πολλά, άσπρα σύννεφα, που έκαναν βόλτες πέρα-δώθε. Ο άνεμος άρχισε να τραγουδάει ένα λυπητερό τραγούδι. Η νεράιδα έξυσε το κεφάλι της. Ήθελε πολύ να βοηθήσει το δέντρο. Το είχε πάρει πολύ προσωπικά.
     Και τότε, της ήρθε μια ιδέα. Και σήκωσε ψηλά το ραβδάκι της και το κούνησε προς τον ουρανό. Και δυο στρουμπουλά σύννεφα ξεχώρισαν από τα υπόλοιπα σύννεφα που πηγαινοέρχονταν στον ουρανό και άρχισαν να κατεβαίνουν και να πλησιάζουν. Και μόλις έφτασαν πολύ κοντά στο δέντρο, τα δύο σύννεφα κάθησαν αναπαυτικά επάνω του. Και το δέντρο είδε γεμάτο χαρά πως δεν ήταν πια φαλακρό. Και η νεράιδα χαμογέλασε, άνοιξε τα φτεράκια της και πέταξε ψηλά. Και πολύ σύντομα είχε ξαναγίνει μια μικρή κουκίδα στον ουρανό...     

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2022

Παρενέργειες


     Ο Πουαρό άνοιξε την πόρτα. Στην είσοδό της, ο Χέιστινγκς τον κοίταξε παραξενεμένος.
     - Θεέ μου, είπε ο Χέιστινγκς, Ηρακλή, είσαι καλά;
     - Πέρασε μέσα, Χέιστινγκς, είπε ο Πουαρό. Τι σε φέρνει στο σπίτι μου, τέτοια ώρα;
     - Είναι δέκα και είκοσι.
     - Ω, μον Ντιέ! Θα έπαιρνα όρκο ότι είναι επτά και πέντε...
     - Είσαι καλά; ξαναρώτησε ο Χέιστινγκς.
     - Καλά είμαι, μόνο λίγο κουρασμένος..., είπε ο Πουαρό, καθώς περνούσε μπροστά από τον καθρέφτη του σαλονιού.
     Έριξε μια ματιά.
     - Ω, μον Ντιέ, είπε, έχεις δίκιο, Χέιστινγκς, το μουστάκι μου έχει τα χάλια του!
     - Φαίνεται πως πέρασες καλά, εχθές το βράδυ, σχολίασε ο Χέιστινγκς. 
     - Δεν ήταν κι άσχημα, είπε ο Πουαρό, ενώ προσπαθούσε να επαναφέρει το μουστάκι του στην αγαπημένη, τσιγκελωτή του μορφή. Ειλικρινά λυπάμαι που σε ανάγκασα να δεις το κατεστραμμένο μου μουστάκι.
     - Δεν πειράζει, είπε ο Χέιστινγκς.
     - Περίμενε εδώ, μέχρι να ντυθώ, είπε ο Πουαρό. Δυστυχώς, η Ντολόρες με εγκατέλειψε εχθές και δεν υπάρχει κανείς να σε σερβίρει ενόσω περιμένεις. Αν θέλεις, σερβιρίσου μόνος σου.
     - Εδώ έχεις μόνο μπύρες, είπε ο Χέιστινγκς.
     - Εννοείται, ακούστηκε ο Πουαρό από το διπλανό δωμάτιο. Μου τις στέλνουν απευθείας από τις Βρυξέλλες. Έχω μεγάλη ποικιλία, αν θέλεις, υπάρχουν και μπύρες με γεύσεις φρούτων.
     Μία έκφραση αηδίας σχηματίστηκε στο πρόσωπο του Χέιστινγκς και χάρηκε που ο Πουαρό βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο και δεν μπορούσε να τον δει.
     - Προτιμώ να μην πιώ, είπε.
     - Όπως θέλεις, απάντησε ο Πουαρό.
     Ο Χέιστινγκς κάθησε σε μία πολυθρόνα και άρχισε να χαζεύει το δωμάτιο. Ήταν αρκετά τακτοποιημένο. Η απουσία της Ντολόρες δεν ήταν ακόμα αισθητή, αν και στο τραπεζάκι του σαλονιού υπήρχε μία υποψία σκόνης. Ένα βιβλίο βρισκόταν επάνω στο τραπεζάκι. Ο Χέιστινγκς έσκυψε λίγο για να διαβάσει τον τίτλο. Δεν ήταν στα αγγλικά. Ξανακούμπησε στην πλάτη της πολυθρόνας.
     - Λοιπόν, είπε δυνατά για να τον ακούσει ο Πουαρό στο διπλανό δωμάτιο, πού ήσουν εχθές το βράδυ; Σου τηλεφώνησα κατά τις οκτώ και μισή και δεν σε βρήκα.
     - Δε σου είχα πει; Είχα πάει στο ριγιούνιον!
     - Α, ναι, τώρα θυμήθηκα! Θα πέρασες καλά, υποθέτω...
     - Ναι, αν εξαιρέσεις τον πονοκέφαλο με τον οποίο ξύπνησα σήμερα...
     - Πολύ αλκοόλ;
     - Κάθε άλλο!
     - Γιατί; Δεν είχαν ποτά; 
     - Και που είχαν...
     - Τι εννοείς;
     - Μα, σε ριγιούνιον της Ένωσης Επιφανών Βέλγων και να μην έχουν καθόλου μπύρα, είναι ποτέ δυνατόν; Η δική μου κάβα είναι πάντα γεμάτη!
     - Αυτό είναι αλήθεια, είπε ο Χέιστινγκς, καθώς κοιτούσε εντυπωσιασμένος την ποικιλία από μπύρες που στέκονταν περήφανα στο μικρό μπαράκι, η μία δίπλα στην άλλη.
     - Πρέπει, βέβαια, να ομολογήσω ότι το χαβιάρι ήταν εξαιρετικής ποιότητας και το τίμησα δεόντως, συνέχισε ο Πουαρό.
     - Δεν είχαν μύδια φέτος; ρώτησε ο Χέιστινγκς.
     - Αστειεύεσαι; Ύστερα από το περσινό φιάσκο;
     - Τι εννοείς;
     - Δε θυμάσαι που σου είχα πει ότι τα μύδια ήταν ισπανικά;
     - Α, ναι...
     - Αν υπάρχουν πέντε φημισμένα βελγικά προϊόντα, ένα από αυτά είναι τα μύδια! Και αν υπάρχει ένας ουρανίσκος που τα αναγνωρίζει, αυτός είναι ο δικός μου. Ύστερα από τα περσινά, λοιπόν, δε θα τολμούσαν, παρουσία μου, να ξαναπαρουσιάσουν μύδια υποδεέστερα των βελγικών. Προτίμησαν το ρωσικό χαβιάρι και τον νορβηγικό σολομό. Τουλάχιστον, επρόκειτο για γνήσια προϊόντα.
     Ο Πουαρό εμφανίστηκε στην πόρτα. Φορούσε παντελόνι με τσάκιση και άψογα σιδερωμένο λευκό πουκάμισο. Το μουστάκι του είχε αποκτήσει την γνωστή, τσιγκελωτή του γεωμετρία.
     - Καλύτερα έτσι, νε'σ'πα; είπε. Είσαι σίγουρος ότι δε θέλεις να πιείς κάτι;
     - Ήπια ήδη ένα ουίσκι καθώς ερχόμουν, δικαιολογήθηκε ο Χέιστινγκς.
     - Ουίσκι! έκανε ο Πουαρό με αποστροφή. Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς το πίνεις!
     - Κι όμως, στην Σκωτία λένε ότι όποιος δεν πίνει ουίσκι δεν είναι άντρας.
     - Τότε ίσως δεν είναι άντρας κι όποιος δε φοράει φούστα.
     - Κιλτ το λένε.
     - Ξέρω πολύ καλά πώς το λένε, όπως ξέρω και ότι το ουίσκι δεν πίνεται. Αλλά δε θα τσακωθούμε γι'αυτό. Έτσι κι αλλιώς, καθείς με τα γούστα του και την ανατροφή του.
     Του Χέιστινγκς δεν του άρεσε καθόλου το σχόλιο του Πουαρό αλλά δεν είπε τίποτα.
     - Αν ήταν εδώ η Ντολόρες, κάτι θα μου έφτιαχνε για τον πονοκέφαλο, είπε ο Πουαρό. Τώρα θα πρέπει να πορευτώ μόνος μου.
     - Γιατί έφυγε;
     - Για να παντρευτεί, λέει... Βρήκε τον άντρα της ζωής της και τον ακολούθησε στο Παρίσι.
     - Στο Παρίσι;
     - Ναι.
     - Η Ντολόρες;
     - Ακριβώς, μον αμί. Ο άντρας της ζωής της είναι Γάλλος και ονομάζεται Φρανσουά Τιρμπουσόν, ή κάπως έτσι.
     - Ποτέ δε φανταζόμουν ότι η Ντολόρες θα παντρευόταν Γάλλο. Πάντα πίστευα ότι θα επέλεγε κάποιον Ισπανό.
     - Λόγω ονόματος;
     - Ίσως.
     - Μα, η Ντολόρες δεν είναι Ισπανίδα, μον αμί!
     - Και τι είναι;
     - Κολομβιανή! Αλλά και Ισπανίδα να ήταν, σε αυτήν εδώ την πόλη βρίσκεις γαμπρό από οποιαδήποτε χώρα, γιατί να περιοριστεί σε κάποιον Χοσέ, Χουάν ή Κάρλος;
     - Σωστά. Εξάλλου, είναι και το Παρίσι στη μέση...
     - Σιγά την πόλη! Εντάξει, μεταξύ μας, είναι καλύτερο από το Λονδίνο, αλλά σαν τις Βρυξέλλες δεν είναι. Να μου το θυμηθείς πως οι Βρυξέλλες θα γίνουν το κέντρο της Ευρώπης, μια μέρα...
     Ο Χέιστινγκς προτίμησε να επαναφέρει το θέμα στην Ντολόρες.
     - Και τώρα τι θα κάνεις χωρίς την Ντολόρες;
     - Τι ερώτηση! Μία είναι η λύση, φυσικά, θα προσλάβω άλλη οικιακή βοηθό! Αλλά αυτή τη φορά θα προτιμήσω Βελγίδα, ίσως κάποια κοπέλα από την επαρχία, αλλά τουλάχιστον θα τρώω σωστό φαγητό. Η Ντολόρες ποτέ δεν κατάφερε να μου μαγειρέψει ένα φαγητό της προκοπής, και με την ευαισθησία που έχω στο στομάχι, κάθε τρεις και λίγο είχα δυσπεψία. Και να πει κανείς ότι δεν προσπάθησα να την εκπαιδεύσω... Τρεις από τους καλύτερους βελγικούς οδηγούς μαγειρικής της έφερα!
     - Ίσως να φταίει το ότι δεν γνώριζε γαλλικά, για να τους διαβάσει.
     - Στα φλαμανδικά ήταν, αλλά και πάλι, αφού της μετέφραζα εγώ! Τίποτα, τίποτα, αν η γυναίκα δεν έχει εκπαιδευτεί σωστά από τα μικράτα της, δεν υπάρχει ελπίδα αργότερα.
     - Τέλος πάντων, και πώς σκοπεύεις να την βρεις την Βελγίδα επαρχιώτισσα, θα βγεις στο δρόμο και θα ψάχνεις;
     - Εννοείται πως όχι, θα βάλω αγγελία στις εφημερίδες!
     - Α...
     - Ναι. Θα μπορούσες κιόλας να με βοηθήσεις με τη σύνταξη της αγγελίας, αν θέλεις.
     - Πολύ ευχαρίστως.
     Ο Πουαρό άνοιξε ένα συρταράκι του σεκρετέρ που βρισκόταν σε μια γωνία, έβγαλε από μέσα χαρτί και στυλό και τα έδωσε στον Χέιστινγκς.
     - Καλύτερα να την γράψεις εσύ, ενόσω εγώ θα υπαγορεύω, είπε. Σκέφτομαι καλύτερα όταν υπαγορεύω, παρά όταν γράφω.
     Ο Χέιστινγκς δεν είπε τίποτα.
     - Λοιπόν, άρχισε ο Πουαρό, ας αρχίσουμε. Επιφανής ιδιωτικός αστυνομικός ζητεί νεαρή Βελγίδα, είναι καλό το "επιφανής"; Μήπως να προτιμήσω το "διάσημος", που είναι πιο συνηθισμένο;
     - Τι να πω; Ίσως δεν είναι και η καλύτερη ιδέα να μιλάει κανείς έτσι για τον εαυτό του...
     - Α, μα τι λες, μον αμί, πώς αλλιώς θα γίνει, αφού εγώ ο ίδιος συντάσσω την αγγελία; Προτείνεις να προσλάβω άλλον για να με εκθειάζει; Εξάλλου, θα πρέπει να αναφερθεί και το πόσο καλός είμαι, για να ξέρουν οι υποψήφιες ότι πρόκειται για μια δουλειά με κύρος.
     - Η δουλειά της οικιακής βοηθού;
     - Εννοείται! Ίδια είναι η οικιακή βοηθός ενός παπά και η οικιακή βοηθός ενός επιφανούς ιδιωτικού αστυνομικού; Θα προτιμήσω το "επιφανής", τελικά. Θα λειτουργήσει και ως δοκιμασία γλωσσικού επιπέδου.
     - Τι το χρειάζεσαι το υψηλό γλωσσικό επίπεδο; Θα την χρησιμοποιείς και ως γραμματέα;
     - Όχι, αλλά σίγουρα θα χρειαστεί κάποιες φορές να μιλήσει στο τηλέφωνο. Δε θα ήθελα να κάνει άσχημη εντύπωση. Όταν καλούμε σε ένα σπίτι, το επίπεδο της οικιακής βοηθού που απαντάει στο τηλέφωνο αποτελεί ένδειξη για το επίπεδο του εργοδότη της.
     - Με την Ντολόρες δεν είχες πρόβλημα.
    - Η Ντολόρες είχε έρθει εδώ όταν ήταν τεσσάρων ετών και πρακτικά ήταν Βρετανίδα.
     - Ωραία, λοιπόν. Επιφανής ιδιωτικός αστυνομικός ζητεί νεαρή Βελγίδα...
     - ... κατά προτίμηση από την περιοχή του Σπα, για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός. Αξιοπρεπέστατο περιβάλλον, μισθός ικανοποιητικός. Επιθυμητά προσόντα: τιμιότητα, εχεμύθεια, ταχύτητα, αποτελεσματικότητα. Θα εκτιμηθεί ιδιαίτερα η γνώση της παραδοσιακής βελγικής μαγειρικής. Πώς σου φαίνεται;
     - Είναι λίγο μπερδεμένο... Διαβάζοντας κάποιος τα προσόντα, θα υπέθετε ότι πρόκειται για δουλειά ιδιαιτέρας γραμματέως...
     - Θέλεις να πεις ότι δεν χρειάζεται η εχεμύθεια ή η τιμιότητα; Η προηγούμενη οικιακή βοηθός του επιθεωρητή Τζαπ τον είχε ρημάξει! Ούτε μαχαίρι για να τρώει το φαγητό του δεν του είχε αφήσει, η αθεόφοβη!
     - Δε μιλάω για την τιμιότητα και την εχεμύθεια, η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα όμως...
     - Δεν έχεις δίκιο. Φαντάσου να χρειαστεί να μου σιδερώσει ένα πουκάμισο και να το αφήσει με τις μισές ζάρες! Ή να της ζητήσω να μου φέρει το μπαστούνι και το καπέλο μου για να βγω εσπευσμένα έξω και να κάνει δέκα ώρες!
     - Το αφήνω, λοιπόν... Θέλεις να προσθέσεις τίποτα άλλο;
     - Α, ναι! Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως θα ήταν προτιμότερο να μην γράψουμε "μισθός ικανοποιητικός".
     - Το σκέφτηκα και εγώ, για να είμαι ειλικρινής. Καλύτερα να γράφαμε "ικανοποιητικότατος". Ταιριάζει καλύτερα με το "αξιοπρεπέστατο περιβάλλον"...
     - Μα, τι λες; Ικανοποιητικότατος; Θέλεις όποιος διαβάσει την αγγελία να νομίζει πως είμαι Κροίσος; Έλεγα περισσότερο να αφαιρούσαμε εντελώς το επίθετο.
     - Δε θα έβγαζε νόημα, αν αφήναμε το μισθό σκέτο...
     - Δεν εννοούσα αυτό. Αλλά, αντί να αφήσουμε τις υποψήφιες να φαντάζονται - σύμφωνα με τα δικά της κριτήρια η κάθε μία - έναν μισθό που κατά πάσα πιθανότητα θα αδυνατώ να τους δώσω, καλύτερα να γράψουμε το ποσό κατευθείαν. Έτσι, θα γλιτώσουμε τις συνεντεύξεις με υποψήφιες που δε θα είναι διατεθειμένες να εργαστούν με το μισθό που είμαι διατεθειμένος να δώσω. Τι λες;
     - Είναι κάτι που δε συνηθίζεται, ομολογώ... αλλά εσύ αποφασίζεις. Και τι μισθό προτίθεσαι να δίνεις;
     - Ό,τι έδινα και στην Ντολόρες.
     - Δηλαδή;
     - Οκτώ λίρες την εβδομάδα.
     - Σοβαρά; Τόσο την πλήρωνες την Ντολόρες; Εγώ στη δικιά μου της έδινα δέκα.
     - Χέιστινγκς, Χέιστινγκς, το ξέρεις, δα, πως μπορεί να είμαι επιφανής, ταυτόχρονα όμως είμαι ένας πενιχρά αμοιβόμενος εργαζόμενος.
     - Δεν είναι ακριβώς έτσι...
     - Εξάλλου, μιλάμε για μηδενικά έξοδα διαβίωσης, αφού θα τρώει και θα κοιμάται στο σπίτι μου, για να μη μιλήσουμε για το κύρος του να εργάζεται για έναν τόσο επιφανή εργοδότη...
     - Να γράψω "οκτώ λίρες την εβδομάδα", λοιπόν;
     - Γράψ'το, ναι.
     - Κάτι άλλο;
     - Α, ναι, πρόσθεσε στο τέλος "Συστατικές επιστολές απαραίτητες". Θα γλιτώσουμε, έτσι, από αυτές που δεν έχουν προϋπηρεσία, και από αυτές που ίσως θεωρήσουν το μισθό που δίνω ως ένδειξη αναξιοπρεπούς διαβίωσης.
     - Ωραία, λοιπόν, το έγραψα.
     - Τέλεια! Θα μπορούσες να το πας εσύ σε κανα-δυο εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας;
     - Πολύ ευχαρίστως!
     - Ευχαριστώ πολύ, μον αμί.
     Ο Χέιστινγκς ξερόβηξε.
     - Τι συμβαίνει, Χέιστινγκς; ρώτησε ο Πουαρό.
     - Θα χρειαστώ χρήματα για την καταχώριση.
     - Α, ναι, βέβαια... Μπορείς να πληρώσεις εσύ, και να σου τα δώσω αργότερα, αφού πάω στην Τράπεζα; Δεν έχω καθόλου μετρητά στο σπίτι, τα τελευταία τα έδωσα εχθές το βράδυ στο ταξί.
     - ΟΚ, είπε ο Χέιστινγκς. Ποιες εφημερίδες προτιμάς για την καταχώριση;
     - Κάποιες με μεγάλη κυκλοφορία... Πήγαινε στην Ντέιλι Μίρορ και στην Γκάρντιαν... Α, πήγαινε και στην Ομπζέρβερ. Μερικοί διαβάζουν εφημερίδα μόνο τις Κυριακές.
     - Εντάξει, είπε ο Χέιστινγκς, πάω να κάνω την καταχώριση και ύστερα θα περάσω από το αστυνομικό τμήμα. Αν προλάβω το μεσημέρι, στο γυρισμό, θα περάσω και από εδώ.
     - Δε θα με βρεις. Εφόσον δεν έχω οικιακή βοηθό, θα αναγκαστώ να γευματίσω έξω. Ίσως επιλέξω το Γουίλτονς. Τα στρείδια τους είναι ένα καλό υποκατάστατο των βελγικών μυδιών... Εκτός αν έχεις σκοπό να με προσκαλέσεις στο σπίτι σου, οπότε δε θα ήθελα να σε προσβάλω... Εξαρτάται, βέβαια, και από το φαγητό που έχετε, το ξέρεις ότι το στομάχι μου είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο...
     - Πίτα του βοσκού έχουμε, ξέφυγε του Χέιστινγκς.
     - Α, μα τότε δεν υπάρχει πρόβλημα, η πίτα του βοσκού είναι ένα από τα αγαπημένα μου αγγλικά πιάτα, άσε που δεν με πειράζει καθόλου στο στομάχι! Αλλά, δεν ξέρω τι θα πει και η γυναίκα σου... Με συμπαθεί, βέβαια, αλλά ίσως να μην θέλει...
     - Όχι, να έρθεις, θα χαρεί να σε δει, είπε ο Χέιστινγκς για να μη φανεί ότι δεν ήταν αφεντικό στο σπίτι του, ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν την κατσάδα που θα έτρωγε.
     - Εντάξει, λοιπόν, θα έρθω... Τι ώρα τρώτε; Δε θα ήθελα να σας ξεβολέψω...
     - Στις δύο.
     - Θα είμαι εκεί στις δύο ακριβώς.
     Ο Χέιστινγκς βγήκε στον δρόμο. Καλός και άγιος ο Πουαρό, αλλά ούτε Σκωτσέζος τόσα καβούρια στις τσέπες! Πού να του άρεσε και το ουίσκι, δηλαδή... 

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Η φυλακισμένη Ηλιαχτίδα

 


     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό, ζούσε ένα κοριτσάκι, που το έλεγαν Σοφούλα. Η Σοφούλα είχε χάσει και τους δύο της γονείς και ζούσε με μια θεία της και την οικογένειά της. Η οικογένεια της θείας δεν ήταν ιδιαίτερα ευκατάστατη, και οι γκρίνιες ήταν καθημερινό φαινόμενο, κυρίως επειδή ο θείος αγαπούσε το κρασί περισσότερο από την οικογένειά του. 
     Η θεία προσπαθούσε να βοηθήσει όπως μπορούσε την οικογένειά της, αλλά τα παιδιά ήταν πολλά και το φαγητό δεν έφτανε. Αρκετές φορές, η Σοφούλα ένιωθε πως δεν ήταν και τόσο ευπρόσδεκτη, αλλά δεν είχε πού αλλού να πάει. Βοηθούσε τη θεία της με τις δουλειές, και πολλές φορές πήγαινε εκείνη να μαζέψει το θείο από την ταβέρνα, κινδυνεύοντας να φάει και καμιά σφαλιάρα μέχρι να τον πείσει να έρθει στο σπίτι. Μια μέρα, εκεί που πήγαινε για πολλοστή φορά στην ταβέρνα, είδε στο δρόμο μια άγνωστη γριούλα. Η γριούλα στηριζόταν σε ένα μπαστούνι και κρατούσε ένα αρκετά μεγάλο καλάθι, σκεπασμένο με μια πετσέτα.
     - Ε, κοριτσάκι, της φώναξε, μπορείς να με βοηθήσεις λίγο με το καλάθι μου; Είναι βαρύ και κουράστηκα να το κουβαλάω.
     Η Σοφούλα πήρε το καλάθι από τα χέρια της γριούλας. Το καλάθι ήταν πράγματι πολύ βαρύ.
     - Θα με βοηθήσεις να το μεταφέρω στο σπίτι μου; είπε η γριούλα. Δεν είναι πολύ μακριά.
     Η Σοφούλα δίσταζε. Και η μαμά της - όσο ζούσε -, αλλά και η θεία της, της είχαν πει να μη μιλάει σε αγνώστους.
     - Θα σου δώσω και κάτι για τον κόπο σου, είπε η γριούλα και έβγαλε ένα χρυσό νόμισμα από ένα σακουλάκι που κρεμόταν στο λαιμό της.
     Το χρυσό νόμισμα έλαμπε πολύ και η γριούλα φαινόταν πολύ συμπαθητική. Η Σοφούλα σκέφτηκε ότι με εκείνο το χρυσό νόμισμα, η θεία θα μπορούσε να αγοράσει πολλά πράγματα. 
     - Εντάξει, είπε στην γριούλα, αλλά να κάνουμε γρήγορα. Πρέπει να γυρίσω και να πάω να βρω το θείο μου.
     Οι δυο τους ξεκίνησαν να περπατούν, όσο γρήγορα τους επέτρεπε το βάδισμα της γριούλας, και ύστερα από λίγο βρέθηκαν στο δάσος. Το δάσος ήταν πυκνό και η Σοφούλα αναρωτιόταν φοβισμένη πώς θα έβρισκε τον δρόμο της στη συνέχεια. Δεν υπήρχαν σημάδια που θα μπορούσε να βάλει, ούτε διακρινόταν κάποιο μονοπάτι, περπατούσαν ανάμεσα στα αγριόχορτα, που σχημάτιζαν ένα πολύχρωμο, ευωδιαστό χαλί.
     Ύστερα από λίγη ώρα, έφτασαν σε ένα ξέφωτο, όπου βρισκόταν ένα μικρό, ταλαιπωρημένο σπιτάκι.
     - Φτάσαμε, είπε η γριούλα και άνοιξε την πόρτα. Έλα μέσα.
     Η Σοφούλα μπήκε μέσα στο σπιτάκι. Ήταν πολύ σκοτεινό. Η γριούλα σήκωσε το μπαστούνι της  στον αέρα και κάτι μουρμούρισε. Μεμιάς, το σπιτάκι φωτίστηκε. Η γριούλα στράφηκε προς τη Σοφούλα. Τώρα δεν έμοιαζε καθόλου γριούλα.
     - Ευχαριστώ, είπε. Τώρα μπορείς να αφήσεις κάτω το καλάθι.
     Η Σοφούλα είχε σαστίσει.
     - Ορίστε και το χρυσό νόμισμα που σου υποσχέθηκα, είπε η γριούλα που δεν ήταν πλέον γριούλα. Μα, τι με κοιτάς έτσι; Δεν έχεις ξαναδεί μάγισσα;
     Η Σοφούλα δεν μπορούσε να μιλήσει και ένευσε αρνητικά.
     - Έλα, μην τρομάζεις, δε θα σε φάω, είπε η μάγισσα. Πάρε το νόμισμα που σου υποσχέθηκα.
     Η Σοφούλα πήρε στα χέρια της το νόμισμα.
     - Αν θέλεις, μπορείς να κερδίσεις πολλά νομίσματα σαν κι αυτό, είπε η μάγισσα. Θα σου δείξω τα σημάδια για να βρίσκεις το σπιτάκι μου και θα έρχεσαι να με βοηθάς. Θα σκουπίζεις, θα ξεσκονίζεις και θα καθαρίζεις και το καζάνι μου. Και εγώ θα σου δίνω κάθε φορά ένα χρυσό νόμισμα, τι λες;
     - Εντάξει, απάντησε η Σοφούλα, που σκέφτηκε πως αν μπορούσε να πηγαίνει στη θεία της χρυσά νομίσματα, όλοι τους θα ζούσαν καλύτερα.
     Από εκείνη τη μέρα, στο σπίτι της θείας είχαν πλέον πάντα αναμμένη φωτιά στο τζάκι και γεμάτη με φαγητό κατσαρόλα. Η Σοφούλα πήγαινε κάθε μέρα στο σπιτάκι της μάγισσας και κάθε μέρα έφευγε από εκεί με ένα χρυσό νόμισμα στο χέρι. Βέβαια, το συγύρισμα του σπιτιού της μάγισσας δεν ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση. Κι αυτό επειδή ήταν γεμάτο ράφια με βιβλία και ράφια με μικρά μπουκαλάκια, που έπρεπε να ξεσκονίζονται πολύ προσεκτικά, για να μην πούμε για το καζάνι της μάγισσας που ήθελε καθάρισμα κάθε μέρα. Ποιος ξέρει τι βρωμερά πράγματα μαγείρευε εκεί μέσα, που μετά χρειαζόταν πάνω από μια ώρα τρίψιμο για να καθαρίσει!
     Μια μέρα, που ήταν μόνη της στο σπίτι και ξεσκόνιζε τα βιβλία της μάγισσας, η Σοφούλα άκουσε μια φωνούλα. Θυμήθηκε που η μάγισσα της είχε πει να μην ψαχουλεύει τα πράγματά της και να κοιτάει μόνο τη δουλειά της, αλλά η περιέργειά της ήταν μεγαλύτερη από το φόβο μιας τιμωρίας. Ψάχνοντας να βρει από πού ερχόταν η φωνή, έφτασε σε μία μικρή πορτούλα, που πάντα έμενε κλειστή. Ακούμπησε το αυτί της επάνω στην πόρτα και περίμενε. Σε λίγο η φωνή ξανακούστηκε. 
     - Βοήθεια! είπε η φωνή.
     - Είναι κανείς εκεί; ρώτησε η Σοφούλα.
     - Εγώ, απάντησε η φωνή, βοήθεια!
     Προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα, αλλά ήταν κλειδωμένη. Πού να ήταν, άραγε, το κλειδί; Έσκυψε και κοίταξε μέσα από την κλειδαρότρυπα. Ένα μικρό φως τρεμόσβηνε.  Τι υπήρχε εκεί μέσα;
     - Άκουσέ με, είπε η Σοφούλα, όποιος κι αν είσαι, η πόρτα είναι κλειδωμένη και δεν μπορώ να την ανοίξω. Κάνε υπομονή, όμως, και θα προσπαθήσω να βρω τρόπο να σε ελευθερώσω.
      Από τότε, η Σοφούλα άρχισε να ψάχνει με τρόπο για να βρει το κλειδί της πορτούλας, χωρίς αποτέλεσμα. Ούτε στα ντουλάπια ήταν, ούτε στα συρτάρια, ούτε ανάμεσα στα βιβλία... Ίσως, τελικά, η μάγισσα να το κουβαλούσε συνέχεια μαζί της. Σε αυτήν την περίπτωση, δε θα κατάφερνε ποτέ να σώσει το φυλακισμένο πλάσμα με την ψιλή φωνούλα.
     Μια μέρα, εκεί που τακτοποιούσε τα μπουκαλάκια στα ράφια τους, ένα μπουκαλάκι έπεσε από τα χέρια της και έσπασε. Η μπλε σκόνη που ήταν μέσα στο μπουκαλάκι σκορπίστηκε στο πάτωμα. Η Σοφούλα τρομοκρατήθηκε. Τι θα έκανε η μάγισσα, αν το μάθαινε; Δεν ήθελε να ξέρει. Αποφάσισε να μαζέψει τα θρύψαλα και να τα πετάξει στο ξεροπήγαδο που υπήρχε στον κήπο. Έφερε την σκούπα και άρχισε να σκουπίζει, αλλά τότε, έγινε κάτι απίστευτο: η σκούπα άρχισε να εξαφανίζεται! Για να είμαστε ακριβείς, μόνο το κάτω μέρος, η υπόλοιπη σκούπα φαινόταν πεντακάθαρα.
     Η Σοφούλα, που ήταν πολύ έξυπνη, κατάλαβε αμέσως, ότι αυτό οφειλόταν στην μπλε σκόνη. Προφανώς, ήταν μαγική και εξαφάνιζε τα πράγματα. Της ήρθε μια ιδέα. Ίσως η σκόνη να έκανε αόρατους και τους ανθρώπους. Αν εκείνη μπορούσε να γίνει αόρατη, θα μπορούσε να παρακολουθήσει τη μάγισσα για να δει πού έκρυβε το κλειδί.
     Για καλή της τύχη, στην τσέπη της ποδιάς της είχε ένα κομμάτι χαρτί, όπου έγραφε τις παραγγελίες της θείας της για τον μπακάλη. Έφτιαξε ένα χωνάκι με το χαρτί και προσεκτικά έβαλε μέσα όση περισσότερη μαγική σκόνη μπόρεσε να μαζέψει, χωρίς να την ακουμπήσει με τα χέρια της. Ύστερα, μάζεψε τα σπασμένα γυαλιά και την υπόλοιπη σκόνη και τα πέταξε στο ξεροπήγαδο, όπως είχε σκεφτεί από την αρχή. Και για να μη δει η μάγισσα και την μισοαόρατη σκούπα, την πέταξε κι αυτήν στο ξεροπήγαδο.
     Την επόμενη μέρα, η Σοφούλα έφυγε από το σπίτι της πιο νωρίς από ό,τι συνήθως. Λίγο πριν φτάσει στο σπιτάκι της μάγισσας, έβγαλε από την τσέπη της τη μαγική σκόνη και τρίφτηκε με αυτήν καλά-καλά. Αν είχε μαντέψει σωστά την χρήση της, θα έπρεπε να έχει γίνει αόρατη. Μία ματιά στο τζάμι ενός από τα παράθυρα του σπιτιού της μάγισσας της επιβεβαίωσε ότι η ιδέα της ήταν σωστή. Τώρα έμενε να μπει στο σπιτάκι χωρίς να την πάρει είδηση η μάγισσα.
     Ευτυχώς, ύστερα από λίγο η πόρτα του σπιτιού άνοιξε και η μάγισσα βγήκε έξω φουριόζα, κρατώντας ένα μικρό κλαδευτήρι. Πήγε στον κήπο της και άρχισε να κόβει κάτι περίεργα χορταράκια που έμοιαζαν με μακριά, σγουρά μαλλιά, ενώ η Σοφούλα βρήκε την ευκαιρία να μπει στο σπιτάκι από την ανοιχτή πόρτα, προσπαθώντας να μην κάνει τον παραμικρό θόρυβο. Μπήκε στο σπίτι και κατευθύνθηκε προς την κλειστή πορτούλα. Κάθησε εκεί και περίμενε.
     Ύστερα από λίγο μπήκε στο σπίτι και η μάγισσα.
     - Πρέπει να βιαστώ, όπου να'ναι θα'ρθει η Σοφούλα, είπε η μάγισσα.
     Έριξε τα χορταράκια που είχε μαζέψει στο καζάνι, που ήδη έβγαζε ατμούς, και ανακάτεψε γρήγορα.
     - Σχεδόν έτοιμο, είπε. Μένει η τελευταία λεπτομέρεια.
     Πήγε στην κλειστή πορτούλα, έπιασε το πόμολο και είπε δυνατά κλικ-κλακ τρεις φορές. Ύστερα έκανε τρεις δεξιόστροφες περιστροφές γύρω από τον εαυτό της και η πόρτα άνοιξε. Η Σοφούλα δεν μπόρεσε να δει τι υπήρχε εκεί μέσα, όμως σίγουρα υπήρχε ένα φως που τρεμόπαιζε, κάποιο κερί, ίσως. Η μάγισσα μπήκε μέσα. Ακούστηκε μια τσιριξιά και η μάγισσα ξαναεμφανίστηκε στην είσοδο του δωματίου, ενώ από το χέρι της έβγαινε μία μικροσκοπική λάμψη. Έπιασε το πόμολο, έκλεισε την πόρτα, είπε δυνατά κλακ-κλικ τρεις φορές και έκανε τρεις αριστερόστροφες περιστροφές γύρω από τον εαυτό της. Ακούστηκε ένα κλικ. Προφανώς, η πόρτα ήταν και πάλι κλειδωμένη.
     Η μάγισσα πλησίασε στο καζάνι και άφησε να πέσει από το χέρι της κάτι μικροσκοπικό που λαμπύριζε. Ακούστηκε ένα πουφ! και το καζάνι άρχισε να βγάζει πολύχρωμους καπνούς. Η μάγισσα βούτηξε την κουτάλα της μέσα στο καζάνι και ανακάτεψε γρήγορα. Ύστερα, πήρε με την κουτάλα μια μικρή ποσότητα από το περιεχόμενο του καζανιού και άδειασε μία σταγόνα μέσα σε ένα ποτήρι με νερό. Αμέσως, η σταγόνα μεταμορφώθηκε σε ένα χρυσό νόμισμα, ίδιο με αυτά που έδινε στη Σοφούλα! Ώστε έτσι τα έφτιαχνε τα νομίσματα!
     Η μάγισσα κατέβασε το καζάνι από τη φωτιά και με κόπο το έσυρε έξω από το σπίτι. Ξοπίσω της, νυχοπατώντας πολύ προσεκτικά, ακολούθησε η Σοφούλα. Η μάγισσα σήκωσε το καζάνι και το άδειασε μέσα στο ξεροπήγαδο του κήπου. Γι'αυτό η Σοφούλα το καζάνι το έβρισκε πάντα άδειο!
     Η Σοφούλα εντυπωσιάστηκε πολύ από τα όσα είχε δει, αλλά δεν ξέχασε τον σκοπό της. Έτρεξε γρήγορα μέσα στο δάσος, και χρησιμοποιώντας με μαεστρία κλαδιά από φτέρες, ξεσκονίστηκε καλά-καλά, μέχρι που όλη η μπλε σκόνη είχε εξαφανιστεί από επάνω της. Ύστερα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, πήγε στο σπιτάκι της μάγισσας και χτύπησε την πόρτα.
     - Άργησες, της είπε η μάγισσα.
     - Με πήρε ο ύπνος, είπε η Σοφούλα.
     Από εκείνη τη μέρα, η Σοφούλα περίμενε πώς να μείνει μόνη της στο σπίτι, αλλά η μάγισσα, λες και το είχε καταλάβει, δεν έφευγε καθόλου. Το χρυσό νόμισμα βρισκόταν κάθε μέρα στο τραπέζι και την περίμενε και η Σοφούλα, κάθε φορά που το έπαιρνε θυμόταν την ψιλή φωνούλα που της είχε ζητήσει βοήθεια. Πότε θα κατάφερνε να ελευθερώσει το άγνωστο εκείνο πλάσμα;
     Η τύχη της χαμογέλασε μία μέρα που η μάγισσα είχε ξεμείνει από φύλλα κισσού και αναγκάστηκε να βγει στο δάσος για να μαζέψει. Η Σοφούλα περίμενε να βεβαιωθεί ότι η μάγισσα είχε απομακρυνθεί αρκετά και ύστερα έτρεξε και στάθηκε μπροστά στην πορτούλα. Έπιασε το πόμολο, είπε κλικ-κλακ και ύστερα έκανε τρεις δεξιόστροφες περιστροφές γύρω από τον εαυτό της, όπως είχε δει να κάνει η μάγισσα. Η πόρτα άνοιξε.
     Πολύ προσεκτικά, για να μην σκουντουφλήσει πουθενά, μέσα σε εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο, άρχισε να προχωράει. Δεν μπορούσε να δει τίποτα. Πού βρισκόταν το άγνωστο πλάσμα; Μήπως είχε καταφέρει να το σκάσει; 
     - Είναι κανείς εδώ; είπε η Σοφούλα.
     Και τότε, ξαφνικά, το σκοτεινό δωμάτιο φωτίστηκε. Ένα μικρό κλουβί βρισκόταν στην άκρη του δωματίου και μέσα στο κλουβί βρισκόταν ένα μικροσκοπικό ανθρωπάκι που έβγαζε χρυσό φως.
     - Εγώ είμαι εδώ, είπε το ανθρωπάκι με την ψιλή φωνούλα του.
     Η Σοφούλα πλησίασε στο κλουβί. Το ανθρωπάκι είχε μακριές, χρυσές πλεξούδες. Πρέπει να ήταν νεράιδα.
     - Ήρθα να σε ελευθερώσω, είπε η Σοφούλα, αλλά από ό,τι βλέπω αυτό θα είναι πολύ δύσκολο. Θα πρέπει να ξεκλειδώσω το κλουβί σου, και δεν ξέρω πού βρίσκεται το κλειδί.
     - Εκεί ψηλά βρίσκεται, είπε η μικροσκοπική νεράιδα και έδειξε ένα κλειδάκι που κρεμόταν σε ένα καρφί, ψηλά, δίπλα από ένα μεγάλο ράφι με καζάνια διαφόρων μεγεθών.
     Η Σοφούλα έτρεξε, τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών και έφτασε το κλειδάκι. Ύστερα, ξεκλείδωσε την πόρτα του κλουβιού και ελευθέρωσε τη νεράιδα.
     - Αχ, σε ευχαριστώ τόσο πολύ! είπε η νεράιδα. Πώς θα μπορούσα να σου το ξεπληρώσω;
     Η Σοφούλα δεν μπορούσε να φανταστεί πώς η νεράιδα θα μπορούσε να κάνει κάτι χωρίς το ραβδάκι της. 
     - Ξέρεις, της είπε η νεράιδα, δεν είμαι νεράιδα, είμαι ηλιαχτίδα.
     Η Σοφούλα δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα συνομιλούσε με μία ηλιαχτίδα. 
     - Η μάγισσα με έκλεψε μια μέρα από τον πατέρα μου, στήνοντάς μου μια παγίδα, και με φυλάκισε σε αυτό το κλουβί, συνέχισε η ηλιαχτίδα. Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι δε θα κατάφερνα να ξαναδώ τον πατέρα μου και τις αδερφές μου, αλλά εσύ με έσωσες. Η ευγνωμοσύνη μου θα είναι αιώνια.
     Η Σοφούλα κλείδωσε το δωματιάκι όπως είχε δει να κάνει η μάγισσα, και μαζί με την ηλιαχτίδα, βγήκαν έξω από το σπιτάκι της μάγισσας. Σχεδόν αμέσως, το μέρος πλημμύρισε από φως. Πολλές ψιλές φωνούλες άρχισαν να ακούγονται. Ήταν οι αδερφές της ηλιαχτίδας, που έκαναν μεγάλη χαρά που την ξαναβρήκαν και έστησαν χορό τριγύρω της. Η ηλιαχτίδα είπε στις αδερφές της τι είχε κάνει η Σοφούλα για εκείνη. Όλες συμφώνησαν ότι της άξιζε το καλύτερο δώρο.
     - Βρήκα τι θα κάνω για σένα, είπε ύστερα από λίγο η ηλιαχτίδα. Ξέρω ότι εσείς οι άνθρωποι εκτιμάτε πολύ τα χρήματα. Εγώ δεν έχω χρήματα, αλλά έχω κάτι καλύτερο να σου δώσω.
     Και με τα λόγια αυτά, έβγαλε μία από τις χρυσές τρίχες των μαλλιών της και την έδωσε στη Σοφούλα. Η Σοφούλα κοίταξε την χρυσή τρίχα με απορία.
     - Ξέρεις να ράβεις; ρώτησε η ηλιαχτίδα.
     Η Σοφούλα ήξερε.
     - Με αυτήν την κλωστή, λοιπόν, είπε η ηλιαχτίδα, θα ράβεις τα καλύτερα ρούχα. Είναι γερή και δεν σπάει. Όλος ο κόσμος θα μάθει για εσένα και θα έρχονται από παντού για να τους φτιάξεις τα ρούχα τους. Έτσι θα κερδίζεις πολλά χρήματα, για να μπορείς να ζεις άνετα, και δε θα ξαναχρειαστεί να δουλέψεις για τη μάγισσα.
     Η Σοφούλα ήθελε πολύ να σταματήσει να δουλεύει για τη μάγισσα, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πώς θα έφτανε μία τόση δα τριχούλα για να μπορεί να ράβει τόσα ρούχα.
     - Α, είναι πολύ ελαστική, είπε η ηλιαχτίδα, θα δεις. Εξάλλου, όταν σου τελειώνει, θα στέλνει ο πατέρας μου μία από εμάς, για να σε προμηθεύει με νέα χρυσή κλωστή. Έτσι δεν θα ξεμείνεις ποτέ.
     Η Σοφούλα ευχαρίστησε την ηλιαχτίδα για το δώρο της και όλες οι ηλιαχτίδες σκορπίστηκαν στο δάσος. Ύστερα, η Σοφούλα έκρυψε την χρυσή τρίχα της ηλιαχτίδας κάτω από μία πέτρα λίγο πιο πέρα από το σπιτάκι της μάγισσας, και γύρισε στη δουλειά της, για να μην καταλάβει τίποτα η μάγισσα. Ευτυχώς, όλα πήγαν καλά και όταν γύρισε στο σπίτι της αργότερα, είχε στα χέρια της και το χρυσό νόμισμα, και την χρυσή τρίχα. Δεν θα ξαναπήγαινε να δουλέψει για τη μάγισσα, το είχε αποφασίσει.
     Η θεία της είχε συνηθίσει πλέον να έχει φαγητό και αναμμένο τζάκι κάθε μέρα, και όταν άκουσε ότι αυτό ήταν το τελευταίο χρυσό νόμισμα που της έφερνε η Σοφούλα, πολύ της κακοφάνηκε. Της ζήτησε να μην σταματήσει τη δουλειά της, αλλά εκείνη ήταν ανένδοτη. Τότε η θεία, χωρίς να το πολυσκεφτεί, είπε στη Σοφούλα ότι δεν θα μπορούσε να μένει άλλο εκεί.
     Και ενώ η Σοφούλα ήταν έτοιμη να πει στη θεία της για την ηλιαχτίδα και την χρυσή τρίχα, μια που η θεία ήταν μοδίστρα και πολύ θα τη βοηθούσε η χρυσή τρίχα στη δουλειά της, ύστερα από τη συμπεριφορά της, αποφάσισε να κρατήσει το μυστικό για τον εαυτό της. Μάζεψε, λοιπόν, τα λιγοστά υπάρχοντά της, πήρε και το τελευταίο χρυσό νόμισμα που είχε κερδίσει, και έφυγε. 
     Αποφάσισε να πάει στην πόλη, όπου θα ήταν δύσκολο για τη μάγισσα να την βρει, αν ανακάλυπτε τι είχε κάνει. Όμως η ζωή στην πόλη ήταν πολύ δύσκολη, ειδικά για ένα φτωχό κοριτσάκι που δεν είχε ούτε σπίτι για να μείνει. Το μοναδικό της χρυσό νόμισμα ξοδεύτηκε και η Σοφούλα άρχισε να απελπίζεται. Το μόνο περιουσιακό της στοιχείο ήταν πλέον η χρυσή τρίχα της ηλιαχτίδας.
     Μια μέρα, εκεί που γύριζε στους δρόμους ψάχνοντας για δουλειά και σπίτι, μία χρυσοστολισμένη άμαξα πέρασε από δίπλα της με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Τα άλογα που την έσερναν είχαν αφηνιάσει και ο αμαξάς δεν μπορούσε να τα συγκρατήσει. Η μία ρόδα της άμαξας έσπασε, η πόρτα άνοιξε και από μέσα πετάχτηκε μία πολύ όμορφη και καλοντυμένη πριγκήπισσα. Ήταν η μελλοντική αρραβωνιαστικιά του πρίγκηπα, που πήγαινε πρώτη φορά να τον συναντήσει στο παλάτι.
     Ο κόσμος έτρεξε να βοηθήσει. Η άμαξα είχε σπάσει. Η πριγκήπισσα δεν είχε χτυπήσει, αλλά το όμορφο φόρεμά της είχε σκιστεί σε διάφορα μέρη.
     - Καταστράφηκα! είπε η πριγκήπισσα. Πώς θα εμφανιστώ στον πρίγκηπα έτσι;
     Η πριγκήπισσα ήταν από καλή γενιά και είχε όλες τις χάρες, μόνο που είχε και ένα ελάττωμα: ήταν πολύ αδέξια και κάθε τρεις και λίγο είτε έκανε κάποια ζημιά, είτε έσκιζε το φόρεμά της κατά λάθος. Αυτό, βέβαια, η οικογένειά της είχε καταφέρει να το κρύψει αρκετά καλά και σχεδόν κανείς δεν το ήξερε, τώρα, όμως, το μεγάλο ελάττωμά της θα αποκαλυπτόταν και ο πρίγκηπας σίγουρα θα την απέρριπτε. Πώς θα μπορούσε να σταθεί δίπλα του στον θρόνο, έτσι αδέξια που ήταν;
     - Πάει το φόρεμά μου! συνέχισε η πριγκήπισσα. Τι θα κάνω; Ο πρίγκηπας θα με περιμένει, δεν μπορώ να τον στήσω!
     Η Σοφούλα προσφέρθηκε να βοηθήσει. Χρειαζόταν μόνο μία βελόνα, είπε. Και μόλις βρέθηκε η βελόνα, έβγαλε από την τσέπη της ποδιάς της την χρυσή τρίχα και άρχισε να ράβει. Και τόσο θαυματουργή ήταν η χρυσή τρίχα, που έφτασε για να μανταριστεί όλο το φόρεμα. Και μόλις η Σοφούλα τελείωσε το ράψιμο, το φόρεμα ήταν ακόμα πιο όμορφο από πριν!
     Όλοι ενθουσιάστηκαν, μα περισσότερο απ'όλους η πριγκήπισσα.
     - Ευχαριστώ πολύ, είπε στη Σοφούλα. Πού έμαθες να ράβεις έτσι;
     Μια καταπληκτική ιδέα είχε γεννηθεί στο μυαλό της. Και πρότεινε στη Σοφούλα να γίνει η προσωπική της μοδίστρα. Θα είχε ένα όμορφο δωμάτιο δίπλα ακριβώς στο δωμάτιο της πριγκήπισσας και νόστιμο φαγητό κάθε μέρα. Η μόνη της ασχολία θα ήταν να ράβει τα φορέματα της πριγκήπισσας, όταν σκίζονταν. Η Σοφούλα δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Και η ζωή, ύστερα από τόσο καιρό, της χαμογέλασε πλατιά. 
     Και η πριγκήπισσα επισκέφτηκε τελικά τον πρίγκηπα στο παλάτι, και εκείνος ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που αποφάσισε να γίνουν οι γάμοι τους χωρίς καθυστέρηση.  Οι γάμοι κράτησαν μια ολόκληρη βδομάδα και η πριγκήπισσα φορούσε το πιο καταπληκτικό νυφικό που είχε φτιαχτεί ποτέ. Ήταν έργο της Σοφούλας, που στο γάμο στεκόταν λίγο πιο πέρα από τη νύφη, με τη βελόνα στο χέρι, έτοιμη να επέμβει, αν χρειαζόταν. Αλλά όλα πήγαν καλά και δεν υπήρξαν απρόοπτα.
     Και όταν η πριγκήπισσα έγινε βασίλισσα και μετακόμισε στο παλάτι, μαζί της μετακόμισε και η Σοφούλα. Είχε ένα όμορφο δωμάτιο με ένα ζεστό, μαλακό κρεβάτι, δίπλα στο βασιλικό μπουντουάρ, και νόστιμο φαγητό από τα χέρια του ίδιου του αρχιμάγειρα του παλατιού. Περνούσε τη μέρα της ράβοντας τα φορέματα της βασίλισσας, αλλά και τα ρούχα του βασιλιά, που ευτυχώς δεν ήταν τόσο ατζαμής. Και όταν της τελείωνε η κλωστή, όλο και κάποια ηλιαχτίδα θα βρισκόταν εκεί κοντά για να την προμηθεύσει με νέα χρυσή κλωστή και να την ευχαριστήσει με αυτόν τον τρόπο για την απελευθέρωση της αδερφής της.

Σάββατο 27 Αυγούστου 2022

Μόνιμη μεταμόρφωση

   

     Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια όμορφη λίμνη, ζούσε μια πάπια με τις δύο δίδυμες κόρες της. Τα παπάκια της ήταν τα πιο όμορφα παπάκια του κόσμου, όπως ήταν λογικό, και τα καλύτερα. Ήταν πολύ αγαπημένα και δεν αποχωρίζονταν ποτέ το ένα το άλλο. Όλη η λίμνη αντηχούσε από τα γέλια και τα τραγούδια τους και όταν έπαιζαν με τα άλλα παπάκια της λίμνης, πάντα γίνονταν αρχηγοί. Η πάπια καμάρωνε πολύ τα παπάκια της και όλες οι άλλες πάπιες της λίμνης τη ζήλευαν, στα κρυφά, βέβαια.
     Η χαρούμενη ζωή της λίμνης έκανε κάθε πάπια να ονειρεύεται τα καλύτερα για τα παπάκια της και τη γέμιζε αισιοδοξία, όλα όμως άλλαξαν απότομα για τη συγκεκριμένη μαμά πάπια, όταν οι δύο δίδυμες μπήκαν στην εφηβεία. Η πάπια δεν αναγνώριζε τα παπάκια της. Τώρα είχαν άποψη για τα πάντα, γκρίνιαζαν με το παραμικρό και αντιμιλούσαν σε κάθε τι που τους έλεγε. Το μόνο που τις ενδιέφερε ήταν τα λούσα, τα πάρτυ και τα αγόρια. Η πάπια έχασε τον ύπνο της. Ποτέ δεν είχε φανταστεί τέτοια εξέλιξη για τα κορίτσια της.
     Στην αρχή, βέβαια, θεώρησε ότι ήταν κάτι τυχαίο και παροδικό. Επιστράτευσε όλη τη μητρική της υπομονή και τους μιλούσε όσο πιο γλυκά μπορούσε. Αντί αυτό, όμως, να επαναφέρει τα κορίτσια της στην πρότερη εξαιρετική κατάσταση, όπως νόμιζε, αυτά συνέχισαν ακάθεκτα να γκρινιάζουν και να αντιμιλάνε.
     - Χρειάζομαι ένα νέο φόρεμα για το μεθαυριανό πάρτυ, έλεγε η μία από τις δίδυμες.
     - Κι εγώ χρειάζομαι νέο φόρεμα, έλεγε η άλλη, δεν μπορώ να φορέσω το ίδιο με αυτό που φορούσα στο προηγούμενο πάρτυ!
     - Μπορείτε να τα συνδυάσετε με διαφορετικά αξεσουάρ, πρότεινε η μαμά.
     - Αποκλείεται! έλεγαν και οι δυο με ένα στόμα. Χρειαζόμαστε καινούργια φορέματα, τέλος!
     - Καλά, παιδιά μου, να πάρετε, τους έλεγε μειλίχια η μαμά. Αλλά η ζωή δεν είναι μόνο πάρτυ, είναι και άλλα πράγματα...
     Αλλά ήταν προφανές ότι οι κόρες της δεν της έδιναν την παραμικρή σημασία. Το πάρτυ και τα φορέματα έδειχναν να τις απασχολούν πολύ περισσότερο. Η μαμά πάπια άρχισε να ανησυχεί πραγματικά. Ίσως θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη μέθοδο της μειλιχιότητας και να δοκιμάσει κάτι πιο επιθετικό...
     - Βλέπω ότι τώρα τελευταία δεν μελετάτε όσο θα έπρεπε, τους είπε μια μέρα.
     - Ώωωω, μα τι βαρετό που είναι το σχολείο, καλέ μαμά, είπε η μεγάλη, ποιος ο λόγος να μελετάμε συνέχεια;
     - Πώς θα πάρετε απολυτήριο, αν δεν μελετάτε;
     - Πφ! Απολυτήριο! είπε η μικρή. Και σιγά το πράγμα!... Άκουσα ότι στο μεθαυριανό πάρτυ θα έχουν και μια διάσημη τραγουδίστρια.
     - Σοβαρά; Ποια; ρώτησε η μεγάλη, γεμάτη ενδιαφέρον.
     - Πάλι για πάρτυ ετοιμάζεστε; ρώτησε η μαμά. Προχθές δεν πήγατε;
     - Δεν ξέρω, δεν έμαθα, απάντησε η μικρή στη μεγάλη, χωρίς να δώσει την παραμικρή σημασία στη μητέρα της. Αλλά, για να είναι διάσημη...
     - Βρε κορίτσια, σας μιλάω! 
     - Και που μιλάς, τι μ'αυτό; αντιμίλησε η μεγάλη. Όλο βλακείες μας λες!
     - Βλακείες;
     - Ναι! Εμείς μιλάμε για ΤΟ πάρτυ και εσύ σκέφτεσαι πότε ήταν το προηγούμενο;
     - Εγώ δεν σας είπα να μην πηγαίνετε σε πάρτυ, να πάτε, αλλά ανοίξτε και κανένα βιβλίο!
     - Τα βιβλία μου φέρνουν υπνηλία, είπε η μικρή.
     - Κι εμένα μου φέρνουν πονοκέφαλο, είπε η μεγάλη. Εξάλλου, έχουμε διαβάσει αρκετά. Τώρα θέλουμε μόνο να διασκεδάζουμε.
     - Η ζωή δεν είναι μόνο διασκέδαση.
     - Έτσι λες εσύ, που είσαι μεγάλη και βαρετή!
     - Μαζευτείτε, αλλιώς, θα με αναγκάσετε να πάρω μέτρα.
     - Τι μέτρα; Αν θέλεις να πάρεις μέτρα, να μας πάρεις μέτρα για νέα φορέματα. Πώς θα πάμε στο πάρτυ μεθαύριο;
     - Ωραία, λοιπόν, αφού δεν καταλαβαίνετε αλλιώς, αν δεν διαβάσετε τα μαθήματά σας, δεν θα πάτε στο πάρτυ!
     - Τιιιι;
     - Αυτό που ακούσατε! Λοιπόν, στρωθείτε στο διάβασμα, αλλιώς θα περάσετε το βράδυ κλεισμένες στο σπίτι, μαζί με τη μεγάλη, βαρετή μητέρα σας!
     Και επειδή οι δίδυμες επέμειναν πεισματικά στην άρνησή τους να διαβάσουν, η μαμά πάπια τους απαγόρευσε να πάνε στο πάρτυ και έτσι λύθηκε το πρόβλημα. Ή, μάλλον, έτσι πίστεψε η μαμά πάπια πως λύθηκε το πρόβλημα. Και θα συνέχιζε να το πιστεύει, δηλαδή, αν τα πολύ αλμυρά χορταράκια που είχε φάει τη μέρα του πάρτυ δεν την έκαναν να σηκωθεί αργά το βράδυ για νερό. Και τι είδε η δόλια η μάνα καθώς πήγαινε να πιει νερό; Είδε τις δίδυμες που έμπαιναν στο σπίτι κρυφά από το παράθυρο, στολισμένες και φτιασιδωμένες, προσπαθώντας να μην κάνουν φασαρία. Το αίμα στο κεφάλι της ανέβηκε της μαμάς πάπιας, αλλά κρατήθηκε και δεν τις ξεμπρόστιασε, σκεφτόμενη ότι ήταν προτιμότερο να κάνει την πάπια, όχι πως δεν ήταν.
     Την επόμενη φορά, όμως, που τις άκουσε πάλι να μιλάνε για λούσα και για πάρτυ, δεν μπόρεσε να κρατηθεί.
     - Μην κάνετε όρεξη, τους είπε, και δε θα πάτε στο πάρτυ. Και όχι σαν την άλλη φορά, που το σκάσατε από το παράθυρο...
     - Μα τι λες, καλέ μαμά; είπε η μεγάλη. Εμείς, να το σκάσουμε; Αφού μας είχες βάλει τιμωρία, δε μας είχες βάλει;
     - Άσ'τα αυτά, και δε με κοροϊδεύετε εμένα, σας είδα που μπαίνατε στο σπίτι από το παράθυρο!
     - Εμείς; Θα σου φάνηκε, είπε η μικρή.
     - Έτσι λες; Ε, λοιπόν, αυτή τη φορά δε θα κάνω το ίδιο λάθος. Σας απαγορεύω να πάτε στο πάρτυ, αν προηγουμένως δε διαβάσετε τα μαθήματά σας, και θα φροντίσω να μην πάτε!
     Και το βράδυ του πάρτυ, η μαμά πάπια το πέρασε στο δωμάτιο των κοριτσιών, τα οποία είχαν κατεβάσει κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα, αφού δεν κατάφεραν να το σκάσουν και να πάνε στο πάρτυ!
     Την επόμενη μέρα, η μαμά πάπια δεν μπορούσε να κλείσει το στόμα της από τα χασμουρητά, και οι δίδυμες μουρμούριζαν περισσότερο από ό,τι συνήθως. Η μαμά πάπια σκέφτηκε ότι χρειαζόταν μια πιο μόνιμη λύση, αλλά πού θα την έβρισκε;
     Οι χαρές, όταν μοιράζονται, πολλαπλασιάζονται, οι λύπες και οι ανησυχίες γίνονται πιο υποφερτές. Γι'αυτό η μαμά πάπια μοιράστηκε τις ανησυχίες της με τη γειτόνισσά της τη χήνα, που είχε κι εκείνη παιδιά στην ηλικία των δικών της. Η χήνα την άκουσε προσεκτικά και ύστερα της εκμυστηρεύτηκε ότι και η ίδια αντιμετώπιζε ανάλογα προβλήματα με τους κανακάρηδές της, αλλά ότι είχε βρει οριστική λύση στο πρόβλημά της. Χωρίς να μασήσει τα λόγια της, η χήνα είπε στη μαμά πάπια ότι οι γιοι της είχαν αποθρασυνθεί τόσο, που είχε αναγκαστεί να ζητήσει βοήθεια από μια μάγισσα. Η μαμά πάπια ανατρίχιαζε και μόνο στην ιδέα, αλλά η διαβεβαίωση της χήνας για την αποτελεσματικότητα της μάγισσας την έκανε να αλλάξει γνώμη.
     Έτσι, την επόμενη μέρα η μαμά πάπια πήρε τον μακρύ δρόμο για το σπίτι της μάγισσας, η οποία έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι στην άλλη άκρη της λίμνης. Η μάγισσα άκουσε το πρόβλημά της προσεκτικά και της είπε ότι είχε τον τρόπο να κάνει τις κόρες της να κόψουν μαχαίρι τα ξεπορτίσματα, θα έπρεπε όμως να ξέρει ότι επρόκειτο για μόνιμη λύση και τα μάγια δε θα μπορούσαν να αναστραφούν, αν άλλαζε γνώμη. Η μαμά πάπια είπε ότι ήταν σίγουρη και δε θα άλλαζε γνώμη, και η μάγισσα της έδωσε ένα μικρό μπουκαλάκι, που περιείχε ένα χρυσαφί υγρό.
     - Τρεις σταγόνες από αυτό το υγρό είναι αρκετές να τις κάνουν να μην ξαναξεπορτίσουν, είπε η μάγισσα. Τρεις σταγόνες για την κάθε μία, εννοώ.
     Η μαμά πάπια ευχαρίστησε τη μάγισσα και γύρισε στο σπίτι της. Από εκείνη τη μέρα, κάθε φορά που οι κόρες της ήθελαν να βγουν, έμπαινε στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει το μαγικό φίλτρο, αλλά ύστερα θυμόταν τα λόγια της μάγισσας και φοβόταν λίγο, οπότε, τελικά, επέλεγε να ξενυχτήσει στο δωμάτιό τους, για να μην το σκάσουν.
     Αλλά αυτά τα πάρτυ, τελειωμό δεν είχαν! Κάθε τρεις και λίγο, η μαμά πάπια αναγκαζόταν να ξενυχτάει, και την επόμενη μέρα κοιμόταν όρθια. Μέχρι που ένα βράδυ, το τρίτο στη σειρά που η μαμά πάπια χρειάστηκε να κάνει τον νυχτοφύλακα, τα βλέφαρά της βάρυναν, το κεφάλι της άρχισε να γέρνει, και προτού βραδιάσει για τα καλά, εκείνη ροχάλιζε του καλού καιρού, ενώ οι κόρες της το έσκαγαν, και μάλιστα από την πόρτα!
     Την επόμενη μέρα που η μαμά ξύπνησε και συνειδητοποίησε ότι οι κόρες της το είχαν σκάσει και πάλι, φούντωσε τόσο πολύ, που αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το φίλτρο χωρίς καθυστέρηση. Την είχαν εγκαταλείψει πλέον όλοι της οι ενδοιασμοί. Οι κόρες της έπρεπε να κόψουν τα ξεπορτίσματα μια και καλή. Και αυτή ήταν η οριστική της απόφαση.
     - Σας έφτιαξα λίγο χυμό από φραγκοστάφυλα, να πάρετε βιταμίνες, τους είπε.
     - Δε θέλω, είπε η μεγάλη.
     - Ούτε εγώ θέλω, είπε η μικρή.
     - Όπως θέλετε, είπε η μαμά πάπια, εγώ σκέφτηκα να σας τον φτιάξω, επειδή τώρα τελευταία το φτέρωμά σας έχει θαμπώσει...
     - Καλά, δώσ'τον μου, είπε η μεγάλη.
     - Κι εγώ τον θέλω, είπε η μικρή.
     Και οι δύο νεαρές πάπιες ήπιαν το χυμό τους μονορούφι. Η μαμά πάπια περίμενε να δει κάποια αλλαγή επάνω τους, αλλά καμία αλλαγή δεν έγινε. Οι κόρες της ξανάρχισαν τις συνηθισμένες τους κουβέντες. Κι άλλο πάρτυ θα γινόταν σε τρεις μέρες, σιγά το νέο...
     Όμως αυτή τη φορά η μαμά πάπια είχε πάρει τα μέτρα της. Κι αν η γειτόνισσά της η χήνα είχε λύσει το δικό της πρόβλημα με τους γιους της, δεν είχε κανένα λόγο να αμφιβάλλει ότι πολύ σύντομα θα μπορούσε κι εκείνη να κοιμάται ήσυχη, παρ'όλο που δεν είχε δει ακόμα καμία αλλαγή στις κόρες της.
     - Διαβάσατε τα μαθήματά σας; τις ρώτησε τη μέρα του πάρτυ.
     - Όχι, φυσικά! απάντησαν και οι δύο με ένα στόμα.
     - Ε, τότε, μην περιμένετε να πάτε στο πάρτυ, τους είπε αυστηρά.
     - Έλα, καλέ μαμά! Όλος ο καλός ο κόσμος θα είναι σε αυτό το πάρτυ!
     - Αδιαφορώ! Αν θέλετε να πάτε, στρωθείτε να διαβάσετε!
     - Αποκλείεται!
     - Τότε κι εγώ αποκλείεται να σας αφήσω να πάτε!
     Και η μαμά πάπια τις άφησε να βράζουν στο ζουμί τους, νιώθοντας μια κρυφή ικανοποίηση που εκείνη ήξερε πως δεν θα το ξαναέσκαγαν ποτέ...
     Αυτό, βέβαια, ήταν κάτι που μόνο εκείνη το ήξερε. Οι κόρες της παραξενεύτηκαν λίγο, όταν είδαν ότι δεν κατσικώθηκε στο δωμάτιό τους, όπως τόσες και τόσες φορές, αλλά δεν ασχολήθηκαν περισσότερο με το θέμα. Σιγά-σιγά και αθόρυβα, ντύθηκαν, στολίστηκαν, και άνοιξαν με προσοχή το παράθυρο. Ύστερα, μία-μία, πήδηξαν έξω.
     Η μαμά πάπια εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε πολύ βαθιά, έχοντας εμπιστοσύνη στο φίλτρο της μάγισσας. Και όταν ξημέρωσε το επόμενο πρωί, ξύπνησε χαρούμενη και αναζωογονημένη. Αλλά η έκπληξή της ήταν πολύ μεγάλη, όταν πήγε στο δωμάτιο των κοριτσιών και δεν τις βρήκε μέσα! Το παράθυρο ήταν ανοιχτό. Η μαμά πάπια εκνευρίστηκε πολύ. Πάλι το είχαν σκάσει τα παλιοκόριτσα! Αλλά, ακόμα και έτσι, δε θα έπρεπε να έχουν γυρίσει μέχρι τώρα; Πού γυρνούσαν, άραγε; Μήπως τους είχε συμβεί κάτι;
     Άρχισε να φωνάζει τα ονόματά τους και να τις ψάχνει. Και αφού δεν τις βρήκε στο σπίτι, άρχισε να τις ψάχνει και έξω, χωρίς επιτυχία. Μόνο καθώς γύριζε στο σπίτι της είδε πως στον κήπο, έξω ακριβώς από το παράθυρο των δύο κοριτσιών, είχε φυτρώσει ένα παράξενο φυτό. Και πλησιάζοντας για να δει καλύτερα τα λουλούδια του παράξενου φυτού, ανακάλυψε τις δύο κόρες της, χτενισμένες και ντυμένες για το πάρτυ. Είχαν παγιδευτεί στο φυτό και είχαν μεταμορφωθεί σε λουλούδια.
     Η μαμά πάπια δεν πίστευε στα μάτια της. Αυτή ήταν, λοιπόν, η μόνιμη λύση που χρειαζόταν; Να χάσει τα κορίτσια της για πάντα; Τι είχε κάνει; Γιατί να εμπιστευτεί τη χήνα και γιατί να εμπιστευτεί και τη μάγισσα; Οι τύψεις την κατέκλυσαν. Τρέχοντας πήγε στο σπίτι της μάγισσας.
     - Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, σε είχα προειδοποιήσει, της είπε η μάγισσα. Τα μάγια δεν αντιστρέφονται.
     Και η μαμά πάπια γύρισε άπραγη στο σπίτι της. Και από τότε δεν ξανανησύχησε για τα ξεπορτίσματα των κοριτσιών της, ούτε για την πρόοδό τους στα μαθήματα, αλλά όλη τη μέρα της σχεδόν την περνούσε στον κήπο, έξω από το παράθυρο του δωματίου τους, να ποτίζει και να φροντίζει το παράξενο φυτό με τα δυο τόσο όμορφα λουλούδια του...   

Τρίτη 2 Αυγούστου 2022

Αναζητώντας θέση





     "- Αυτή η ζέστη είναι ανυπόφορη, είπε η Λολίτα, καθώς ανέμιζε νευρικά τη βεντάλια της.
     - Τι άλλο θα μπορούσες να περιμένεις μέσα στο κατακαλόκαιρο, παιδί μου; είπε η Δόνια Φρανσίσκα, και ήπιε μια γουλιά λεμονάδα.
     - Το σιχαίνομαι το καλοκαίρι! είπε η Λολίτα και την αγριοκοίταξε, λες και έφταιγε εκείνη για τη ζέστη. Δεν μπορώ να πάω ούτε μια βόλτα μέχρι την πόλη, να αγοράσω κλωστές για τα κεντήματά μου! Δεν μπορώ να κάνω ένα χτένισμα της προκοπής! Για να μην πω ότι ο ιδρώτας κάνει την πούδρα στο πρόσωπό μου να μοιάζει με λάσπη!
     - Θα περάσει και το καλοκαίρι, κάνε λίγη υπομονή, είπε σοφά η Δόνια Φρανσίσκα και ήπιε άλλη μια γουλιά λεμονάδα. 
     - Κοίτα το πρόσωπό μου, συνέχισε η Λολίτα στον ίδιο τόνο και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη με την χρυσή κορνίζα που βρισκόταν στον απέναντι τοίχο. Κοίτα μαύρους κύκλους! Πώς θα παρουσιαστώ απόψε στη γιορτή του Δον Ραμόν;
     - Δεν κοιμάσαι καλά τώρα τελευταία, είπε η  Δόνια Φρανσίσκα.
     - Πού να μου κολλήσει ύπνος με αυτήν τη ζέστη;
     - Η ζέστη φταίει;
     - Αμ' τι άλλο;
     - Ξεχνάς, φαίνεται, ότι εγώ σε έχω γεννήσει, σενιορίτα!
     - Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς, καλέ μαμά...
     - Α, ώστε δεν καταλαβαίνεις; Νομίζεις, δηλαδή, πως μπορείς να μου κρυφτείς; Ή θαρρείς πως δε σε είδα προχθές το βράδυ, που είχες ανοίξει το παράθυρό σου και καθόσουν και κοιτούσες τον ουρανό, λες και ήσουν νυχτοπούλι;
     - Ε, και τι το κακό έχει αυτό;
     - Τίποτα, αλλά έτσι κοιτούσα κι εγώ τα αστέρια, όταν είχα ερωτευτεί τον Ραφαέλ Φερνάντες, το γιο του Δον Χοσέ...
     - Ποιον Ραφαέλ; Αφού τον μπαμπά τον λένε Κάρλος.
     - Φυσικά και τον λένε Κάρλος, αφού αυτόν παντρεύτηκα! Βλέπεις, άλλες εποχές τότε, πού να τολμήσει μία κοπέλα να φέρει αντίρρηση στην οικογένειά της! Τον πατέρα σου μου έφεραν για γαμπρό, τον πατέρα σου παντρεύτηκα.
     - Και ο Ραφαέλ τι απέγινε;
     - Παντρεύτηκε μια άλλη. Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δε μου είχε δώσει την παραμικρή σημασία. Ήταν, όμως, τόσο ωραίος... Αλλά, μην ξεφεύγουμε από το θέμα μας: για ποιον αναστέναζες προχθές;
     - Δεν αναστέναζα.
     - Ασ'τα αυτά, και ο έρωτας δεν κρύβεται! Εξάλλου, σε άκουσα, ή νομίζεις πως είμαι κουφή; Ποιος είναι;
     - Κανείς.
     - Ναι, καλά... Μη μου πεις ότι ερωτεύτηκες το Δον Ντιέγο!
     - Όχι, βέβαια, σιγά τον άντρα!
     - Ε, όχι και σιγά τον άντρα, πρώτης τάξεως είναι: γοητευτικός, με τρόπους, με κοινωνική θέση, και με περιουσία! Και, αν θέλεις να ξέρεις, τον είδα πώς σε κοίταζε την Κυριακή στη λειτουργία. Σε πληροφορώ πως δεν του είσαι καθόλου αδιάφορη!
     - Σκασίλα μου!
     - Δεν έχεις δίκιο. Οποιαδήποτε κοπέλα θα πέθαινε να είναι στη θέση σου!
     - Μμμμ...
     - Μην ξινίζεις τα μούτρα σου. Ο Δον Ντιέγο είναι πολύ καλή περίπτωση. Ένας γάμος μαζί του θα σε εξασφαλίσει. Ξεχνάς ότι τα οικονομικά μας δεν είναι πλέον ανθηρά; Τα ορυχεία του πατέρα σου κλείνουν, το ένα μετά το άλλο, η απόδοση των κτημάτων μας, μετά τις προπέρσινες ξηρασίες, έχει πέσει στο μισό, τα κοπάδια μας αποδεκατίστηκαν κι αυτά από την ξηρασία... Όπου να'ναι, μόνο οι τίτλοι ευγενείας θα μας απομείνουν.
     - Σου λέω, δε με ενδιαφέρει!
     - Α, πουλάκι μου, ώστε άλλος είναι αυτός που σου πήρε το μυαλό! Μήπως είναι ο γιος του στρατηγού Μαρτίνες; Ή μήπως ο Φερνάντο, ο μικρός γιος του Δον Πέδρο; Μα, αυτός θα γίνει κληρικός - το ξέχασες; - όλος ο κόσμος το ξέρει!
     - Ούτε ο γιος του στρατηγού είναι, ούτε ο Φερνάντο!
     - Τότε, ποιος;
     - Μην επιμένεις, δεν μπορώ να σου πω...
     - Γιατί δεν μπορείς να μου πεις; Ποιος είναι που δε θέλεις να πεις το όνομά του; Μήπως είναι κάποιος που δεν πρέπει; Κάποιος... παντρεμένος; Ω, συμφορά μου! Τι πράγματα είναι αυτά, παιδί μου; Δε θυμάσαι τι έπαθε η Χούλια, η μικρότερη αδερφή του πατέρα σου;
     - Δεν είναι παντρεμένος, ησύχασε.
     - Τότε;... Μη μου πεις: είναι κάποιος παράνομος; Ε; Αυτό είναι; Αυτό είναι! Είναι κάποιος παράνομος! Αχ, κακό που μας βρήκε! Ποιος είναι, Λολίτα; Πες μου, σε παρακαλώ!
     - Πω-πω, πώς κάνεις έτσι; Εντάξει, καλά, θα σου πω... Αλλά υποσχέσου μου ότι δεν θα κάνεις σαν υστερική.
     - Σου το υπόσχομαι, πες μου τώρα!
     - Ωραία, λοιπόν, αφού θέλεις να ξέρεις, είναι κάποιος γοητευτικός, γενναίος άντρας, άσος στο σπαθί και επιδέξιος καβαλάρης.
     - Μη μου μιλάς με γρίφους εμένα, ποιος είναι, πώς τον λένε;
     - Ακόμα δεν κατάλαβες; Ο Ζορό είναι!
     - Ποιος;
     - Ο Ζορό. Από εκείνο το βράδυ που τον είδα στην αυλή μας...
     - Πότε τον είδες στην αυλή μας;
     - Α, ναι, δε σου το είπα... Θυμάσαι εκείνη την κλοπή στο χρηματοκιβώτιο του μπαμπά;
     - Πώς δε θυμάμαι! Τα πιο ακριβά μου κοσμήματα έκαναν φτερά, μαζί με όλες τις εισπράξεις από την πώληση του χρυσωρυχείου στη Σάντα Κλαρίτα. 
     - Το προηγούμενο βράδυ είχα δει τον Ζορό στην αυλή μας.
     - Τι; Και δεν το είπες στον αστυνόμο, όταν σε ρώτησε αν άκουσες τίποτα περίεργο τη νύχτα;
     - Δε με ρώτησε αν είδα, με ρώτησε αν άκουσα.
     - Άσε τις εξυπνάδες σε εμένα! Λες να έχει σχέση με την κλοπή;
     - Εννοείται πως έχει! Όταν τον είδα, κρατούσε στα χέρια του τα κλοπιμαία.
     - Τι μου λες τώρα; Ω, Θεέ μου μεγαλοδύναμε, δώσε μου δύναμη! Είδες τον κλέφτη, δεν είπες τίποτα, και τον ερωτεύτηκες και από πάνω;
     - Μα, αν τον άκουγες κι εσύ, το πώς μου μίλησε, με εκείνη τη βαθιά φωνή του, πώς μου εξήγησε ότι τα χρήματα του μπαμπά θα τα έδινε για να στηρίξει τους φτωχούς καλλιεργητές στη Σάντα Μόνικα, που πεινάνε...
     - Μωρέ, τι μας λες!
     - Σου λέω, μαμά, είναι ένας ευγενής, ένας φιλάνθρωπος, ένας γοητευτικός άντρας. Ποιος να συγκριθεί μαζί του;
     - Το ακούσαμε κι αυτό! Ο άνθρωπος είναι ληστής, ληστής! Σύνελθε, παιδί μου! Μάγια σου έκανε;
     - Μαμά, ό,τι και να λες, εγώ το αποφάσισα: αν δεν παντρευτώ τον Ζορό, θα κλειστώ σε μοναστήρι!
     - Ποιο μοναστήρι;
     - Όποιο να'ναι, δε με νοιάζει...
     - Έλα, τώρα, που θα μπεις σε μοναστήρι, νέα κοπέλα, σαν τα κρύα τα νερά... Ένας ενθουσιασμός είναι, θα δεις που θα σου περάσει...
     - Δε θα μου περάσει! Τον αγαπάω, σου λέω!
     - Εντάξει, τον αγαπάς, αλλά δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου! Να δεις που απόψε, στη γιορτή του Δον Ραμόν, θα γνωρίσεις κάποιον ακόμα καλύτερο.
     - Αποκλείεται!
     - Μην το λες. Άκουσα ότι θα είναι και η αδερφή του Δον Ραμόν με το μοναχογιό της... Σου έχω μιλήσει καθόλου γι'αυτόν; Νέος, όμορφος, μορφωμένος, και πλούσιος! Η μισή Σάντα Μπάρμπαρα είναι δικιά του. Έχει ορυχεία, μετοχές σε πέντε τράπεζες και σε δύο σιδηροδρομικές γραμμές, έχει ένα ποταμόπλοιο ολόδικό του, και η οικογένειά του ελέγχει το εμπόριο αλατιού σε ολόκληρη την Καλιφόρνια.
     - Αδιαφορώ!
     - Να μην αδιαφορείς καθόλου. Σαν τα όρνια θα πέσουν επάνω του όλες οι κοπέλες, θα το δεις.
     - Χάρισμά τους!
     - Δε σε καταλαβαίνω... Και, σε τελευταία ανάλυση, αφού δεν ψάχνεις για γαμπρό, γιατί να πας στη γιορτή;
     - Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Στη γιορτή θα πάω για να διασκεδάσω.
     - Α, ναι; Για κοίταξέ με στα μάτια... Δεν το πιστεύω! Μη μου πεις ότι θα έρθει και ο Ζορό; Μίλα, καλέ! Έχεις ραντεβού με τον Ζορό στη γιορτή του Δον Ραμόν; Πού να το μάθει ο πατέρας σου, κόλπος θα του έρθει! Ή, μάλλον, πού να το μάθει ο αστυνόμος...
     - Να μου κάνεις τη χάρη και να μην κάνεις τίποτα, μ'ακούς;
     - Μωρέ, τι μας λες, που θα αφήσουμε έναν ληστή να κυκλοφορεί ανενόχλητος, να ξελογιάζει τα κορίτσια του κόσμου, και να πηγαίνει και σε χοροεσπερίδες!
     - Αν τον καταδώσεις, δε θα σου ξαναμιλήσω!
     - Για το καλό σου θα το κάνω.
     - Για το δικό μου καλό, ή για το δικό σου;
     - Τι γλώσσα είναι αυτή, δε σέβεσαι καθόλου; Ε, λοιπόν, ας μη μου ξαναμιλήσεις, αν είναι να μιλάς με αυτόν τον τρόπο στη μάνα που σε γέννησε, που θυσίασε τη ζωή της για χάρη σου, που τα δάχτυλά της έβγαλαν ρόζους να σου κεντάει την προίκα, για να θέλεις τώρα να τα πετάξεις όλα για έναν παράνομο, για έναν εγκληματία!...
     Η Δόνια Φρανσίσκα κοντοστάθηκε και αφουγκράστηκε.
     - Τι έπαθες; ρώτησε η Λολίτα.
     - Άκουσες κάτι;
     - Όχι.
     - Ξαφνικά, έχω μια έντονη αίσθηση ότι μας παρακολουθούν...
     Η Λολίτα έτρεξε στο παράθυρο.
     - Κανείς, είπε με απογοήτευση.
     - Κοίτα κατάντια! Στα σοβαρά περίμενες να είναι ο Ζορό; Νομίζεις ότι θα τολμούσε να κυκλοφορήσει με το φως της ημέρας;
     Η Δόνια Φρανσίσκα ξαναστάθηκε.
     - Να το πάλι! είπε.
     - Ποιο;
     - Σίγουρα δεν είναι κανένας εκεί έξω;
     Η Λολίτα ανατρίχιασε.
     - Έχεις δίκιο, μαμά, είπε, τώρα το νιώθω κι εγώ!
     Οι δυο γυναίκες κόλλησαν τα πρόσωπά τους στο παράθυρο. Το ανήσυχο βλέμμα τους σάρωνε όλο το χώρο..."
     Η Πίπη σηκώνει τα δάχτυλά της από το πληκτρολόγιο και απομακρύνεται λίγο από την οθόνη του υπολογιστή, κρατώντας την ανάσα της, καθώς η Δόνια Φρανσίσκα και η Λολίτα κοιτούν προς το μέρος της, προσπαθώντας να διακρίνουν τι είναι αυτό που τις έχει αναστατώσει. Μέχρι στιγμής, το εγχείρημα έχει πάει αρκετά καλά. Όλες οι λέξεις χώρεσαν μια χαρά στον κόσμο της ερωτοχτυπημένης Λολίτας και της μαμάς της. Άσ'τες τώρα να τσακώνονται για τον Ζορό. Άσε τη Λολίτα να αγνοεί ότι ο Δον Ντιέγο, που τόσο πολύ τον σνομπάρει, τις νύχτες φοράει μάσκα και μεταμορφώνεται σε Ζορό. Άσε τη Δόνια Φρανσίσκα να μηχανεύεται τρόπους για να ξεριζώσει τον περιβόητο μασκοφόρο από το νου της κόρης της... 
     Όμως, η Πίπη νιώθει σαν κάτι να λείπει, ναι, κάτι ακόμα έπρεπε να κάνει, κάτι δεν έχει γίνει όπως έπρεπε... Και αφού πάρει μια βαθιά ανάσα - μια που οι δυο γυναίκες σταμάτησαν να κοιτούν προς το μέρος της και τώρα αρχίζουν να κατευθύνονται με προφύλαξη προς το κελάρι, κρατώντας από ένα ασημένιο κηροπήγιο στο χέρι -, η Πίπη συνειδητοποιεί τι είναι αυτό που λείπει. Ναι, καταπληκτική η ιδέα της, και μια χαρά χώρεσαν οι λέξεις στον κόσμο των δύο γυναικών, αλλά τη λέξη χαλβάς, τι την ήθελε; Πώς θα τη χωρέσει τώρα στο Μεξικανικό Λος Άντζελες των αρχών του 19ου αιώνα; Σε ποια θέση θα μπορούσε να τη βάλει;