Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

Οκτώ μικροί νέγροι





     - Μη με πλησιάζεις, Λιτλ Τζον! φώναξε η Λίλι Ρόουζ και του έριξε μια αγριεμένη ματιά, καθώς έφτιαχνε την καλτσοδέτα της.
     - Μα δεν έκανα τίποτα, είπε εκείνος αθώα.
     - Αυτά να τα πουλήσεις αλλού, του είπε η Λίλι Ρόουζ. Ξέρω πολύ καλά τι έκανες στην ξαδέρφη μου, τη Μπέιμπι Ρουθ.
     Ο Λιτλ Τζον την κοίταξε λίγο προκλητικά.
     - Ή μήπως θέλεις να το πω εδώ, μπροστά σε όλους;
     Ο Λιτλ Τζον δεν απάντησε, μόνο γύρισε το βλέμμα του προς το τζάκι, όπου έκαιγε μια όμορφη φωτιά.
     - Τι ώρα είναι; ρώτησε η Μίσες Άγκνες, κουνώντας νευρικά τη βεντάλια της, παρ'όλο που η θερμοκρασία στο δωμάτιο δεν ήταν και τόσο υψηλή.
     - Κοντεύει μεσημέρι, είπε η Λίλι Ρόουζ. Γιατί ρωτάτε;
     Αλλά η Μίσες Άγκνες, που ήταν λίγο βαρύκοη, δεν της απάντησε.
     - Ωραίος οικοδεσπότης μας έλαχε, είπε ένας καλοντυμένος νεαρός. Τόση ώρα είμαστε εδώ, και δεν ήρθε ούτε να μας χαιρετήσει! Και να σκεφτεί κανείς, ότι μας κάλεσε για να μας μιλήσει για κάτι που μας αφορά...
     - Πώς είναι το όνομά σας, νεαρέ μου; ρώτησε ένας ηλικιωμένος με μονόκλ.
     - Τζόνσον. Τζέρι Τζόνσον, απάντησε ο νεαρός. 
     - Να μη με λένε Μπιγκ Μάικ αν δεν το έχω ξανακούσει αυτό το όνομα, είπε ο ηλικιωμένος.
     - Ίσως, απάντησε ο νεαρός, είναι ένα όνομα τόσο συνηθισμένο...
     Ένας οξύς ήχος ακούστηκε.
     - Τι ήταν αυτό; ρώτησε η Μίσες Άγκνες και τινάχτηκε στην πολυθρόνα της.
     Οι γυναίκες κοιτάχτηκαν τρομαγμένες. Οι άντρες κοιτάχτηκαν ανήσυχοι.
     - Τι ήταν αυτό; ξαναρώτησε η Μίσες Άγκνες. Γιατί δε μου απαντάει κανείς; Ή θαρρείτε ότι επειδή είμαι γριά δε δικαιούμαι μία απάντηση;
     - Η ιδέα μας θα ήταν, είπε ένας άντρας που καθόταν σε ένα σκαμνί, κοντά στο τζάκι. Δεν ήταν τίποτα. 
     - Έτσι είχες πει και τότε, Αλληλούια Σμιθ, είπε η Μίσες Άγκνες, ή νομίζεις ότι επειδή γέρασα το ξέχασα;
     Ο Αλληλούια Σμιθ έπιασε τη μασιά και άρχισε να σκαλίζει τη φωτιά.
     - Για τότε μιλάω, συνέχισε η Μίσες Άγκνες, τότε που βρέθηκε νεκρός ο βοηθός του εφημέριου...
     - Δε θυμάμαι για τι πράγμα μιλάς, απάντησε ο Αλληλούια Σμιθ και συνέχισε να σκαλίζει τη φωτιά.
     - Μα πώς δε θυμάσαι; Στην πίσω αυλή του σπιτιού σου βρέθηκε!
     Ένας καινούργιος οξύς ήχος ακούστηκε.
     - Τώρα δεν μπορεί να πει κανείς ότι ήταν η ιδέα μας, είπε η Λίλι Ρόουζ, εγώ το άκουσα καθαρά. Κάποιος ούρλιαξε!
     Όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους τρομαγμένοι. 
     - Φοβάμαι, είπε μια νεαρή κοπέλα με φιογκάκια στα μαλλιά.
     - Είμαι σίγουρος ότι θα υπάρχει μια λογική εξήγηση, είπε ο άντρας που καθόταν δίπλα της και της έπιασε το χέρι. Θα πάω να δω.
     - Όχι, μπαμπά, μην πας, είπε η νεαρή, κι αν είναι κανένας επικίνδυνος κακοποιός εκεί έξω;
     - Μικρή μου Χάνεϊ Σου, ίδια η μητέρα σου! Δε θα πάθω τίποτα, σου δίνω το λόγο μου. Και ο λόγος του γέρου σου, του Μπαρμπα-Αβεσσαλώμ με το όνομα, το ξέρεις, είναι συμβόλαιο.
     - Όχι, μπαμπά, είπε η Χάνεϊ Σου, μην πας, ανησυχώ!
     - Μα δε θα πάω μόνος μου, είπε ο Μπαρμπα-Αβεσσαλώμ. Είναι κάποιος από τους κυρίους εδώ πρόθυμος να με συνοδεύσει;
     - Θα έρθω εγώ, είπε ο νεαρός Τζέρι Τζόνσον, και καθώς το έλεγε έστειλε ένα ντροπαλό χαμόγελο προς τη Χάνεϊ Σου. Τώρα αισθάνεστε καλύτερα, δεσποινίς;
     Η Χάνεϊ Σου κατέβασε το βλέμμα της.
     - Τι ξεδιαντροπιά! είπε η Μίσες Άγκνες και κούνησε νευρικά τη βεντάλια της. Στην εποχή μου κανείς δεν τολμούσε να απευθύνει το λόγο σε μία ελεύθερη κοπέλα!
     Ο Μπαρμπα-Αβεσσαλώμ και ο Τζέρι Τζόνσον δεν έδωσαν σημασία στο σχόλιο, αλλά άνοιξαν την πόρτα και έφυγαν, αφήνοντας τους υπόλοιπους μόνους τους. Ο Αλληλούια Σμιθ σταμάτησε να σκαλίζει τη φωτιά, ενώ ο Λιτλ Τζον έβγαλε από την τσέπη του μία φυσαρμόνικα και άρχισε να παίζει.
     - Αυτό μας έλειπε! είπε η Μίσες Άγκνες. Δε μας φτάνει που είμαστε κλεισμένοι εδώ μέσα, πρέπει να ακούμε και αυτό το μαραφέτι;
     Ο Λιτλ Τζον ξαναέβαλε τη φυσαρμόνικα στην τσέπη του.


     - Η ώρα του φαγητού έχει περάσει εδώ και ώρα, σχολίασε ο Μπιγκ Μάικ. Έχει ήδη σκοτεινιάσει. Μα, πού είναι, επιτέλους, ο οικοδεσπότης μας;
     - Και ο μπαμπάς μου ακόμα δε γύρισε, είπε η Χάνεϊ Σου.
     - Ούτε ο Τζέρι Τζόνσον, είπε ο Μπιγκ Μάικ. Λέτε να τους συνέβη τίποτα;
     Η Χάνεϊ Σου άρχισε να σιγοκλαίει.
     - Αυτό το δωμάτιο μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια στις φυτείες του Πήτερ Γκρέηντζερ, είπε η Μίσες Άγκνες. Μόνο πως τότε δεν έκανε τόση ζέστη...
     Οι υπόλοιποι κοιτάχτηκαν, καθώς ο Λιτλ Τζον είχε μόλις ρίξει άλλα δύο κούτσουρα στο τζάκι.
     - Κάτι θα του συνέβη του μπαμπά, είπε η Χάνεϊ Σου.
     - Τίποτα δε θα του συνέβη, είπε η Λίλι Ρόουζ και της δάνεισε το μαντήλι της. Αφού είναι μαζί του και ο κύριος Τζέρι Τζόνσον.
     - Εξάλλου, ο λόγος του Μπαρμπα-Αβεσσαλώμ είναι συμβόλαιο, πρόσθεσε ο Αλληλούια Σμιθ και σηκώθηκε όρθιος.
     - Πού πας; τον ρώτησε η Μίσες Άγκνες καθώς τον είδε να πλησιάζει την πόρτα.
     - Πάω να δω τι έγινε, είπε εκείνος.
     - Είναι σκοτεινά εκεί έξω.
     - Θα πάρω φανάρι.
     Ο Αλληλούια Σμιθ βγήκε από το δωμάτιο.
     - Ίσως θα ήταν καλή ιδέα να πάμε και εμείς σε κάποιο από τα δωμάτια του σπιτιού να ξεκουραστούμε λίγο, είπε η Λίλι Ρόουζ. Τουλάχιστον, μέχρι να γυρίσουν οι υπόλοιποι.
     - Δε θέλω να πάω πουθενά, είπε η Χάνεϊ Σου, εδώ θα κάτσω να περιμένω τον μπαμπά.
     - Καλά, τότε, εγώ θα ανέβω επάνω, και θα μπω σε κάποιο από τα δωμάτια να ξαπλώσω λίγο, είπε η Λίλι Ρόουζ. Αν στο μεταξύ φανεί ο οικοδεσπότης μας, φωνάξτε με να κατέβω. Εσύ, ούτε να το σκεφτείς να με ακολουθήσεις, είπε στον Λιτλ Τζον, που εκείνη την στιγμή την κοιτούσε.
     Τα σκαλοπάτια της ξύλινης σκάλας έτριξαν λίγο κάτω από το βάρος της Λίλι Ρόουζ, καθώς εκείνη ανέβηκε στον επάνω όροφο αναζητώντας ένα κρεβάτι για να ξαπλώσει.
     Ο Μπιγκ Μάικ έβγαλε από την τσέπη του μία πίπα και έβαλε καπνό.
     - Απαγορεύεται το κάπνισμα! φώναξε η Μίσες Άγκνες.
     Ο Μπιγκ Μάικ σηκώθηκε από τη θέση του.
     - Τι ήχος είναι αυτός; ρώτησε ο Λιτλ Τζον.
     - Ποιος; ρώτησε ο Μπιγκ Μάικ.
     - Αυτός που ακούγεται όταν περπατάς.
     - Α, αυτό δεν είναι τίποτα, είπε ο Μπιγκ Μάικ. Απλώς, το ένα μου πόδι είναι ξύλινο.
     - Αλήθεια;
     - Ναι, το έχασα σε ένα ατύχημα.
     Ένα γελάκι ξέφυγε από τα χείλη της Μίσες Άγκνες.
     - Θυμήθηκα ένα άλλο ατύχημα, είπε και ύστερα έβγαλε από το τσαντάκι της ένα μικρό προσευχητάρι και άρχισε να το διαβάζει.
     Ο Μπιγκ Μάικ βγήκε από το δωμάτιο.


     - Νομίζω θα πρέπει να πάτε να ξεκουραστείτε κι εσείς, Μις, είπε ο Λιτλ Τζον στη Χάνεϊ Σου.
     Το κεφάλι της Μίσες Άγκνες είχε ήδη γύρει προς τα μπρος και το μικρό προσευχητάρι κόντευε να πέσει από τα χαλαρωμένα από τον ύπνο χέρια της.
     - Δεν μπορώ να ηρεμήσω, είπε εκείνη, περιμένω τον μπαμπά. Θα έπρεπε να έχει επιστρέψει εδώ και ώρα. Και εκείνος, και ο κύριος Τζέρι Τζόνσον. Να δείτε που κάτι κακό θα τους συνέβη.
     - Ελάτε, τώρα, μη γίνεστε μελοδραματική. Να δείτε που ο Αλληλούια Σμιθ τους συνάντησε και έχουν καθήσει και οι τρεις τους και τα πίνουν.
     - Πώς τα πίνουν;
     - Δεν είδατε πώς φούσκωνε το παντελόνι του Αλληλούια Σμιθ;
     - Μα τι λέτε; Ντροπή!
     - Με παρεξηγήσατε, καλέ! Δεν εννοούσα κάτι πονηρό, τι φανταστήκατε; Πρέπει να είχε σουφρώσει κάποιο μπουκάλι από την κάβα του σπιτιού, δε γελιέμαι εγώ. Αν είναι κάτι που αγαπάει ο Αλληλούια Σμιθ σε αυτή τη ζωή είναι το παλαιωμένο μπέρμπον. Και αν δε με γελάει η μνήμη μου, περάσαμε δίπλα από την κάβα του σπιτιού, καθώς ερχόμασταν εδώ, στη σάλα.
     - Ο μπαμπάς μου δεν πίνει.
     - Ναι, και ο Αλληλούια Σμιθ είναι επίτιμο μέλος της επιτροπής ποτοαπαγόρευσης, μη νομίζετε.
     - Νομίζω πως η Λίλι Ρόουζ είχε δίκιο, κακώς κάθομαι και σας μιλάω.
     - Αν νομίζετε ότι η ομιλία μου μολύνει τα αυτιά σας, τι να πω...
     Το μικρό προσευχητάρι έπεσε από τα χέρια της αποκοιμισμένης Μίσες Άγκνες, η οποία τινάχτηκε σαν να την είχε διαπεράσει ρεύμα και ξύπνησε.
     - Οι άλλοι δε γύρισαν; ρώτησε μόλις είδε τους άλλους δύο.
     - Κανένας δε γύρισε, είπε η Χάνεϊ Σου.
     - Κανένας δε γύρισε ακόμα, συμπλήρωσε ο Λιτλ Τζον.
     - Αποκοιμήθηκα στην πολυθρόνα, είπε η Μίσες Άγκνες, και κοντεύω να πιαστώ. Νομίζω ότι θα ακολουθήσω το παράδειγμα της Λίλι Ρόουζ και θα ανέβω επάνω. Θα με συνοδεύσετε, αγαπητή μου;
     - Εγώ θέλω να περιμένω τον μπαμπά μου, είπε η Χάνεϊ Σου. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σας συνοδεύσω και ύστερα να κατέβω πάλι κάτω.
     - Όπως θέλετε.
     Οι δύο γυναίκες άρχισαν να ανεβαίνουν σιγά-σιγά τα σκαλοπάτια της ξύλινης σκάλας, ακολουθώντας σαφώς το ρυθμό της γηραιότερης. Ο Λιτλ Τζον έβγαλε τη φυσαρμόνικα από την τσέπη του.
     Τα βήματα συνέχισαν να ακούγονται καθώς απομακρύνονταν στον επάνω όροφο. Λίγα λεπτά τον χώριζαν από την απόλυτη ησυχία. Αλλά τότε ακούστηκε ένα ουρλιαχτό, και μαζί ένας γδούπος. Ο Λιτλ Τζον πετάχτηκε από τη θέση του, αλλά ένιωθε ότι τα πόδια του είχαν κολλήσει στο πάτωμα...
     Στην κορυφή της σκάλας εμφανίστηκε η Χάνεϊ Σου. Είχε χάσει το χρώμα της.
     - Τι συνέβη; ρώτησε ο Λιτλ Τζον.
     - Η... Λί-λι Ρό-ουζ, ψέλλισε η Χάνεϊ Σου.
     Ο Λιτλ Τζον την κοίταζε σαν χαμένος.
     - Στο κρεβάτι... νεκρή... στραγγαλισμένη...
     Η Χάνεϊ Σου σωριάστηκε στην κορυφή της σκάλας.
     - Προσοχή! φώναξε ο Λιτλ Τζον και έτρεξε για να την πιάσει.
     Την πρόλαβε λίγο πριν αρχίσει να κατρακυλάει τα σκαλοπάτια.
     - Μη λιποθυμήσετε τώρα! είπε και της έδωσε δυο χαστούκια.
     - Καημένη Λίλι Ρόουζ! είπε η Χάνεϊ Σου και άρχισε να κλαίει.
     Ο Λιτλ Τζον την έπιασε προστατευτικά από τους ώμους.
     - Και η Μίσες Άγκνες;
     - Μάλλον έπαθε ανακοπή μόλις είδε το... το πτώμα. Έπεσε κάτω. Δεν τολμώ να γυρίσω εκεί μέσα, φοβάμαι.
     - Μη φοβάστε, θα πάμε μαζί...
   

     Σε ένα απόμακρο δωμάτιο της έπαυλης, κάποιο χέρι τραβούσε άλλο ένα Χ επάνω σε μία κιτρινισμένη φωτογραφία. Μία κιτρινισμένη φωτογραφία που απεικόνιζε οκτώ μικρούς νέγρους...


     


Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Το πιο σπάνιο


      Μια φορά κι έναν καιρό, σε μία μακρινή και όμορφη χώρα, κατοικούσε ένας πολύ πλούσιος και ισχυρός βασιλιάς, που είχε μία μονάκριβη κόρη. Ο βασιλιάς είχε μεγάλη αδυναμία στην κόρη του και της πρόσφερε ό,τι καλύτερο υπήρχε: της αγόραζε τα πιο ακριβά παιχνίδια και τα πιο ακριβά φορέματα, της είχε τις καλύτερες νταντάδες... Τίποτα δεν της έλειπε, της μονάκριβης βασιλοπούλας.
     Η βασιλοπούλα μεγάλωνε, και κάθε επιθυμία της ικανοποιόταν προτού καλά-καλά την αποκτήσει. Και, φυσικά, αλίμονο σε όποιον γινόταν αιτία να συννεφιάσει το προσωπάκι της βασιλοπούλας. Γι'αυτό και όλοι ήταν πολύ προσεκτικοί μπροστά της.
     Όπως ήταν αναμενόμενο, η βασιλοπούλα όλο και μεγάλωνε και σιγά-σιγά έφτασε σε ηλικία γάμου. Ο βασιλιάς, φυσικά, ήθελε να την παντρέψει με τον καλύτερο, και άρχισε να ψάχνει σε όλα τα γειτονικά βασίλεια για να βρει τον κατάλληλο άντρα για την κόρη του. Όμως έφτασαν στα αυτιά του φήμες που έλεγαν ότι η βασιλοπούλα δεν επιθυμούσε να παντρευτεί, και ο βασιλιάς - που όπως είδαμε δεν ήθελε να συννεφιάζει το προσωπάκι της μοναχοκόρης του - άφησε την αναζήτηση του γαμπρού για αργότερα. Μικρή ήταν ακόμα η βασιλοπούλα, δεν χρειαζόταν να βιαστεί.
     Πέρασαν μερικά χρόνια και ο βασιλιάς έκρινε ότι η κόρη του ήταν αρκετά μεγάλη πια και ότι θα έπρεπε να παντρευτεί. Τη φώναξε, λοιπόν, στη μεγάλη σάλα του παλατιού και της είπε ότι είχε έρθει η ώρα να σκεφτεί σοβαρά το ενδεχόμενο να παντρευτεί και αν είχε στο μυαλό της κάποιο από τα πριγκηπόπουλα των γειτονικών βασιλείων να του το έλεγε για να της τον φέρει για άντρα. Αλλά η βασιλοπούλα, αντί να χαρεί, κατέβασε κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα και ύστερα πήγε και κλείστηκε στα δωμάτιά της, δηλώνοντας ότι δεν είχε σκοπό να παντρευτεί. Και ο βασιλιάς υποχώρησε και πάλι.
     Πέρασαν μερικά χρόνια ακόμα και ο βασιλιάς άρχισε σοβαρά να ανησυχεί ότι η μοναχοκόρη του θα του έμενε στο ράφι - ναι, και οι βασιλιάδες ανησυχούν για τέτοια θέματα, και ας είναι το ράφι τους χρυσό. Επιπλέον, υπήρχε και το θέμα του διαδόχου. Ποιος θα τον διαδεχόταν στον θρόνο, που δεν είχε γιο; Καθώς, λοιπόν, τα περιθώρια στένευαν, ο βασιλιάς έκανε πέτρα την καρδιά του και αποφάσισε αυτή τη φορά να μην υποχωρήσει στην απόφασή του να παντρέψει τη βασιλοπούλα, όσο και αν συννέφιαζε το πρόσωπό της.
     Την κάλεσε στη μεγάλη σάλα και της ανακοίνωσε την απόφασή του. Η βασιλοπούλα αντέδρασε με τον γνωστό της τρόπο, αλλά είδε ότι αυτή τη φορά τα μούτρα δεν περνούσαν στο βασιλιά και αποφάσισε να αλλάξει τακτική. 
     Δέχτηκε, λοιπόν, να παντρευτεί, αλλά δήλωσε ότι θα παντρευόταν μόνο εκείνον που θα της έκανε στα γενέθλιά της το πιο σπάνιο δώρο. Γεμάτος χαρά ο βασιλιάς, έστειλε τελάληδες παντού, προσκαλώντας όλους τους επίδοξους γαμπρούς να πάνε στο παλάτι την ημέρα των γενεθλίων της βασιλοπούλας, και όποιος της έκανε το πιο σπάνιο δώρο, εκείνος θα έπαιρνε και το χέρι της και θα διαδεχόταν το βασιλιά στον θρόνο του.
     Η μέρα των γενεθλίων της βασιλοπούλας έφτασε. Το παλάτι στολίστηκε με τα πιο σπάνια λουλούδια, άναψαν όλοι οι πολυέλαιοι, στρώθηκαν τα πιο πλούσια τραπέζια που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Ο χώρος μπροστά από το παλάτι γέμισε από άμαξες, και η μεγάλη σάλα του παλατιού γέμισε από επίδοξους μνηστήρες. Όλοι ήταν γόνοι βασιλικών οικογενειών ή πλούσιων ευγενών και όλοι ήταν γεμάτοι αυτοπεποίθηση.
     Η βασιλοπούλα ήταν καθισμένη δίπλα στον θρόνο του πατέρα της, φορώντας ένα πανέμορφο φόρεμα κεντημένο με διαμάντια, που στραφτάλιζαν στο φως των πολυελαίων, και υποδεχόταν έναν-έναν τους νέους που είχαν έρθει για να της φέρουν τα δώρα τους.
     Ο πρώτος νέος πλησίασε, υποκλίθηκε και της πρόσφερε το δώρο του: ένα χρυσό άλογο.
     - Πολύ εντυπωσιακό, είπε η βασιλοπούλα, αλλά δεν είναι αρκετά σπάνιο. Θαρρώ πως ο πατέρας μου μου έκανε δώρο ένα τέτοιο άλογο στα δέκατα τρίτα γενέθλιά μου.
     Ο νέος υποκλίθηκε ξανά και αποχώρησε.
     Ο επόμενος, που φορούσε ένα καπέλο με ένα χρυσό φτερό, πλησίασε, υποκλίθηκε και της πρόσφερε το δικό του δώρο: ένα πανέμορφο, πολύχρωμο πουλί, μέσα σε ένα ασημένιο κλουβί. Το πουλί κελαηδούσε πολύ μελωδικά και όλοι απόμειναν να το θαυμάζουν.
     - Πολύ ωραίο, είπε η βασιλοπούλα, αλλά στον κήπο του παλατιού έχουμε ένα τεράστιο κλουβί γεμάτο τέτοια πουλιά. Το δώρο σου δεν είναι σπάνιο, δεν μπορώ να σε παντρευτώ.
     Ο τρίτος νέος πλησίασε λίγο πιο διστακτικά από τους προηγούμενους και πρόσφερε το δικό του δώρο, αλλά και το δικό του δώρο η βασιλοπούλα το είχε ήδη και ο νέος έφυγε με άδεια χέρια και με το κεφάλι κατεβασμένο.
     Ο βασιλιάς καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα, καθώς έβλεπε την κόρη του να απορρίπτει έναν-έναν τους υποψήφιους γαμπρούς, και δεν ήξερε τι να κάνει. Και οι υποψήφιοι όλο και μειώνονταν. Και ο βασιλιάς μετάνιωσε για όλα τα σπάνια και ακριβά δώρα που είχε κάνει στη βασιλοπούλα μέχρι τότε.
     Έφτασε και η σειρά του τελευταίου υποψήφιου και εκείνος πρόσφερε στη βασιλοπούλα ένα μεγάλο, χρυσό σεντούκι, γεμάτο με τεράστια διαμάντια.
     - Είναι μόνο ένα μέρος από όσα έχω, της είπε. Υπάρχουν πολλά περισσότερα, και είναι όλα δικά σου.
     - Σιγά το σπάνιο δώρο! είπε η βασιλοπούλα. Έχω ήδη ένα σωρό από δαύτα.
     Και ο τελευταίος υποψήφιος αποχώρησε.
     - Τι κρίμα, τελείωσαν οι γαμπροί, είπε η βασιλοπούλα και έκανε να σηκωθεί.
     Αλλά τότε, ακούστηκε μία φωνή:
     - Και εγώ θέλω να κάνω δώρο στη βασιλοπούλα!
     Γύρισαν όλοι και είδαν το γιο του επιστάτη, ο οποίος μόλις είχε μπει στη σάλα. Δεν ήταν δύσκολο να τον ξεχωρίσουν, ήταν ο μόνος άνθρωπος εκεί μέσα που δε φορούσε χρυσά.
     - Πώς τολμάς να νομίζεις ότι εσύ μπορείς να παντρευτείς εμένα; είπε η βασιλοπούλα.
     - Δεν το νομίζω, είμαι σίγουρος, είπε ο γιος του επιστάτη.
     Ο βασιλιάς δεν τόλμησε να πει τίποτα, ήταν τόσο απελπισμένος που θα δεχόταν οποιονδήποτε για γαμπρό του.
     - Ώστε μου έφερες δώρο; ρώτησε η βασιλοπούλα.
     - Σου έφερα.
     - Και είναι σπάνιο;
     - Είναι.
     - Και πού είναι, τότε; Επειδή εγώ δεν βλέπω να κρατάς τίποτα.
     - Μα το δώρο μου είναι αόρατο!
     - Αόρατο! Πώς τολμάς να με κοροϊδεύεις;
     - Δε σε κοροϊδεύω καθόλου. Αν με αφήσεις να σε πλησιάσω αρκετά, θα το δεις και εσύ.
     Η βασιλοπούλα τον κοίταξε με δυσπιστία.
     - Είναι ένα δώρο που σίγουρα δεν το είχες ποτέ, είπε ο γιος του επιστάτη. 
     - Και πώς λέγεται το δώρο σου;
     - Αγκαλιά, είπε ο γιος του επιστάτη.
     Η βασιλοπούλα σκέφτηκε. Θυμόταν όλα τα δώρα που της είχε αγοράσει ο βασιλιάς, ένα προς ένα, κανένα όμως από αυτά τα δώρα δεν ήταν αγκαλιά. Και ο βασιλιάς συνειδητοποίησε ότι, όσο κι αν αγαπούσε τη μοναχοκόρη του, όσα δώρα κι αν της είχε χαρίσει, δεν την είχε αγκαλιάσει ποτέ.
     Και ο γιος του επιστάτη πλησίασε τη βασιλοπούλα και άνοιξε τα χέρια του. Και ύστερα τα έκλεισε γύρω από τη βασιλοπούλα. Και η βασιλοπούλα κατάλαβε ότι το είχε χάσει το στοίχημα. Και ο βασιλιάς κατάλαβε ότι, επιτέλους, είχε αποκτήσει διάδοχο.

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Αναζητώντας τον παραλήπτη





- Κου-κου! φώναξε ο κούκος από το ρολόι του τοίχου, τινάζοντας τα φτερά του, προτού ξανακρυφτεί εκεί μέσα.
     Ο Αη-Βασίλης τέντωσε τα χέρια του και χασμουρήθηκε, ενώ ένα χαμόγελο άρχιζε να σχηματίζεται στο καλοσυνάτο του πρόσωπο, καθώς είχε έρθει η πιο αγαπημένη του μέρα του χρόνου, η μέρα που μοίραζε τα δώρα στα παιδιά.
     - Καλημέρα, του είπε η γυναίκα του. Σήμερα είναι η μέρα σου. Ντύσου και εγώ θα πάω να σου ετοιμάσω πρωινό. Τι θα φας; Να σου τηγανίσω δυο αυγουλάκια;
     Ο Αη-Βασίλης σκέφτηκε για μια στιγμή ότι οι τελευταίες εξετάσεις είχαν δείξει λίγο υψηλή χοληστερίνη και ίσως θα ήταν καλό να αρνηθεί αλλά, λόγω της ημέρας, κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.
     - Καφεδάκι θα πιεις; ξαναρώτησε η γυναίκα του. Τρεις κουταλιές ζάχαρη, έτσι;
     Ο Αη-Βασίλης θυμήθηκε και τις τιμές του ζαχάρου αλλά, λόγω της ημέρας…
     - Έφτιαξα και κέηκ με σταφίδες, είπε η γυναίκα του. Θα σου κόψω ένα κομμάτι.
     Ο Αη-Βασίλης δεν είπε τίποτα.
     - Θα σου στύψω και λίγο χυμό φραγκοστάφυλου, συνέχισε η γυναίκα του. Τις τελευταίες μέρες σε βλέπω λίγο κομμένο.
     Ο Αη-Βασίλης σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο. Έβγαλε τις ζεστές του παντόφλες και ανέβηκε στη ζυγαριά.
     - Πόσα σάντουιτς να σου βάλω για τον δρόμο; ακούστηκε η γυναίκα του.
     Ο Αη-Βασίλης ρούφηξε την κοιλιά του όσο μπορούσε και προσπάθησε να δει την ένδειξη της ζυγαριάς. Σαν να του φάνηκε ότι είχε παχύνει.
     - Θα σου φτιάξω δυο-τρία, απάντησε μόνη της η γυναίκα του στην ερώτησή της. Θα σου βάλω και δύο θερμός με τσάι. Θα ρίξω μέσα και λίγο μπράντυ, που σου αρέσει.
     Ο Αη-Βασίλης έβγαλε τις πιτζάμες του και φόρεσε την στολή του. Άνοιξε την ντουλάπα και κοίταξε τις ζώνες του. Πήρε μία από τις καινούργιες και τη φόρεσε. Ευτυχώς, κατάφερε να την κουμπώσει στην τελευταία τρύπα. Και χωρίς να ρουφήξει την κοιλιά του.
     Στη συνέχεια πήγε στην κουζίνα, όπου η γυναίκα του είχε στρώσει το τραπέζι με το πρωινό του.
     - Τελικά σου έφτιαξα και δύο βάφλες, είπε η γυναίκα του, καθώς εκείνος ξεκούμπωνε τη ζώνη, για καλό και για κακό. Επάνω στο έλκηθρο κάνει κρύο, θα χρειαστείς θερμίδες.
     Ο Αη-Βασίλης έδεσε μία πετσέτα στο λαιμό του για να μη λερώσει τα γιορτινά του ρούχα και κάθησε να φάει. Ήταν όλα πολύ νόστιμα και ξέχασε και τις εξετάσεις, και τη χοληστερίνη, και το ζάχαρο.
     - Γεια στα χέρια σου, γυναίκα, είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι.
     Η γυναίκα του κρατούσε ήδη στα χέρια της ένα μεγάλο καλάθι.
     - Σου έβαλα τέσσερα σάντουιτς τελικά, του είπε. Έβαλα και το υπόλοιπο κέηκ, μήπως σε πιάσει καμιά λιγούρα. Καλή δουλειά!
     Ο Αη-Βασίλης έπιασε το καλάθι και του φάνηκε ότι ζύγιζε μισό τόνο, αλλά ίσως έφταιγε το ότι είχε μόλις φάει…
     - Ευχαριστώ, της είπε. Αν νυστάξεις προτού γυρίσω, κοιμήσου, μη με περιμένεις.
     Ο Αη-Βασίλης πήγε στον στάβλο, όπου οι βοηθοί του είχαν ήδη ζέψει τους ταράνδους και είχαν ήδη φορτώσει το έλκηθρο με αμέτρητα σακιά με δώρα. Ο Αη-Βασίλης δυσκολεύτηκε να βρει χώρο για το καλάθι με το κολατσιό του. Τα κατάφερε, όμως, και βολεύτηκε στο έλκηθρο και εκείνος, και οι βοηθοί του, και το καλάθι με το κολατσιό.
     Οι τάρανδοι ήταν καλοταϊσμένοι και δεν δυσκολεύτηκαν να σύρουν το έλκηθρο στον αέρα. Και το ταξίδι του Αη-Βασίλη ξεκίνησε.
     Πρώτα ξεκίνησε να μοιράζει δώρα στις πόλεις, όπου υπήρχαν και τα περισσότερα παιδιά. Και ήθελε μεγάλη μαεστρία για να οδηγήσει το έλκηθρο επάνω από τις πόλεις, χωρίς να τυφλωθούν οι τάρανδοι από τα πολλά τους φώτα. Και αφού βεβαιώθηκε ότι κάθε παιδάκι είχε πάρει από ένα δώρο, άρχισε να πηγαίνει και στα χωριά. Και εκεί χαλάρωσε λίγο, αφού δεν υπήρχαν τόσα πολλά φώτα για να τυφλώσουν τους ταράνδους. Και τα σακιά συνέχισαν να αδειάζουν από δώρα και τώρα οι βοηθοί του είχαν απλώσει τα πόδια τους να ξεμουδιάσουν, και πού και πού λοξοκοίταζαν το καλάθι του Αη-Βασίλη με τα καλούδια που του είχε ετοιμάσει η γυναίκα του.
     Αλλά ο Αη-Βασίλης δεν είχε μυαλό για φαγητό, αφού βιαζόταν να μοιράσει όλα τα δώρα εγκαίρως, πριν αλλάξει ο χρόνος. Και δωσ’του και άδειαζαν τα λιγοστά, πλέον, σακιά…
     Το έλκηθρο σταμάτησε πάνω από το τελευταίο σπίτι και ο Αη-Βασίλης άφησε το τελευταίο δώρο. Αλλά όταν οι βοηθοί του πήγαν να διπλώσουν το άδειο σακί, διαπίστωσαν ότι μέσα υπήρχε άλλο ένα δώρο.
     - Άγιε Βασίλη! φώναξαν. Κάποιον ξεχάσαμε!
     - Δεν μπορεί! είπε ο Αη-Βασίλης. Αφού τα έσβησα όλα τα ονόματα από τη λίστα!
     Κι όμως, το πακέτο το τυλιγμένο με το φιόγκο δεν άφηνε καμία αμφιβολία: κάποιο παιδάκι είχε μείνει χωρίς δώρο…
     Ο Αη-Βασίλης έβγαλε από την τσέπη του ένα ρολό χαρτί και άρχισε να διαβάζει τα ονόματα των παιδιών που ήταν γραμμένα στη λίστα. Όλα τα ονόματα είχαν από πάνω τους μία γραμμή και δίπλα τους υπήρχε γραμμένο το δώρο που είχαν πάρει.
     Δεν έμενε άλλη λύση από το να εξακριβωθεί ποιο παιδάκι δεν είχε πάρει δώρο.
     - Γυρίζουμε πίσω, είπε ο Αη-Βασίλης και οι βοηθοί του κοίταξαν αναστενάζοντας το καλάθι με τα καλούδια. Και πρέπει να βιαστούμε, πρόσθεσε, προτού αλλάξει η χρονιά.
     Και τώρα το έλκηθρο ξεκίνησε από τα χωριά. Και ο Αη-Βασίλης έβαζε νέα σημάδια στη λίστα, καθώς βεβαιωνόταν ότι τα παιδιά είχαν πάρει τα δώρα τους. Και ύστερα πήγε στις πόλεις, και μπαινόβγαινε στα σπίτια, και τσεκάριζε τα ονόματα στη λίστα, και μαζί με τα ονόματα τσεκάριζε και τα ρολόγια των σπιτιών. Και λίγα λεπτά πριν αλλάξει ο χρόνος, και το τελευταίο όνομα στη λίστα απόκτησε το δικό του σημαδάκι. Και όλα τα παιδιά είχαν πάρει δώρα.
     Αλλά στο τελευταίο σακί υπήρχε ακόμα ένα δώρο. Από μακριά ακούστηκαν πυροτεχνήματα. Κάπου γιόρταζαν την Πρωτοχρονιά.
     - Πάει, είπε ο Αη-Βασίλης, δεν προλάβαμε. Ο χρόνος άλλαξε και εμάς μας έμεινε ένα δώρο.
     Οι βοηθοί του δεν είπαν τίποτα, είχαν από ώρα ανοίξει το καλάθι με τα καλούδια και ήταν μπουκωμένοι.
     - Ας γυρίσουμε στο σπίτι, είπε ο Αη-Βασίλης και δεν ξαναμίλησε.
     Σκεφτόταν, όμως. Σκεφτόταν ότι είχε μεγαλώσει πολύ. Ότι η χοληστερίνη και το ζάχαρο ήθελαν πλέον προσοχή. Ότι ίσως θα έπρεπε να βγει στη σύνταξη. Αλλά, προηγουμένως, θα έπρεπε να βρει αντικαταστάτη. Έριξε μια ματιά στους βοηθούς του. Μερικοί ήταν πασαλειμμένοι με μαγιονέζα από τα σάντουιτς, άλλοι έτρωγαν ακόμα, έναν τον είχε πάρει ο ύπνος... Ίσως θα έπρεπε να βάλει αγγελία.
     Έφτασαν στο σπίτι και οι βοηθοί πήγαν τους ταράνδους στον στάβλο. Ο Αη-Βασίλης πήρε το τελευταίο σακί με το δώρο που έμεινε και μπήκε στο σπίτι του. Το ξύλινο πάτωμα έτριξε σαν να τον καλωσόριζε. Στο τζάκι έκαιγε μία ωραία φωτιά. Μία ωραία μυρωδιά του έσπασε τη μύτη. Κοίταξε προς την τραπεζαρία: το τραπέζι ήταν στρωμένο.
     - Σε περίμενα να φάμε, είπε η γυναίκα του. Έφτιαξα καστανόσουπα, που σου αρέσει, και ρύζι με σταφίδες και αμύγδαλα, και πουτίγκα με μέλι… Μα, τι έχεις; Δεν είσαι καλά;
     - Άσε, γυναίκα, τα έκανα θάλασσα.
     - Τι εννοείς;
     - Νομίζω ότι θα πρέπει πια να αποσυρθώ.
     - Μα τι βλακείες είναι αυτές; Να αποσυρθείς εσύ, που είσαι η ουσία αυτής της μέρας;
     - Δεν μπόρεσα να μοιράσω όλα τα δώρα.
     - Αποκλείεται!
     - Κι όμως…
     Και ο Αη-Βασίλης έδειξε το σακί με το δώρο. Η γυναίκα του χαμογέλασε.
     - Ώστε, αυτό είναι;
     - Λίγο το έχεις;
     - Δεν είσαι για εκπλήξεις εσύ, είπε η γυναίκα του.
     - Τι εκπλήξεις;
     Αλλά η γυναίκα του είχε ήδη πάρει το σακί από τα χέρια του και είχε βγάλει το δώρο από μέσα, και τώρα το κρατούσε μπροστά στον Αη-Βασίλη.
     - Πού είναι τα γυαλιά σου; τον ρώτησε.
     - Τα φοράω.
     - Για διάβασε, τότε, την ετικέτα που έχει κολλημένη επάνω του αυτό το δώρο!
     Ο Αη-Βασίλης διάβασε την ετικέτα. Και ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του, μαζί με ένα κοκκίνισμα.
     - Για εμένα είναι, είπε ντροπαλά.
     - Για εσένα, βέβαια! είπε η γυναίκα του. Καλή χρονιά!
     Και τότε ο Αη-Βασίλης άνοιξε το δώρο του, και βρήκε μέσα ένα πολύχρωμο, ζεστό κασκόλ από μαλλί ταράνδου. Και τύλιξε το κασκόλ στο λαιμό του και χαμογέλασε στη γυναίκα του.
     - Ευχαριστώ, είπε.
     - Ωραίο είναι να δίνεις δώρα, του είπε η γυναίκα του, καλό είναι όμως να παίρνεις και εσύ δώρα πού και πού.
     Και ο Αη-Βασίλης κάθησε στο τραπέζι, και μόλις τότε συνειδητοποίησε ότι πεινούσε πάρα πολύ, αφού δεν είχε φάει τίποτα σε όλο τον δρόμο. Και ξεκούμπωσε τη ζώνη του. Και, για καλό και για κακό, ξεκούμπωσε και το παντελόνι...

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Γεμάτο μαγεία


     Υπάρχει κάπου μακριά ένα σπιτάκι. Και το σπιτάκι αυτό είναι πραγματικά πολύ μικρό και απλό, με ένα παράθυρο και μία πόρτα, και με μία καμινάδα λίγο στραβή. Έξω από το σπιτάκι δεν υπάρχουν στολίδια, μόνο ένας φουντωτός θάμνος βρίσκεται λίγο πιο πέρα. Θα αναρωτιόταν κανείς για ποιο λόγο να υπάρχει το συγκεκριμένο σπιτάκι, αφού δε φαίνεται να κατοικείται από κανέναν. Κι όμως, αγαπητοί μου, το σπιτάκι αυτό κατοικείται, και κατοικείται ανελλιπώς για πάρα, μα πάρα πολλά χρόνια.
     Επειδή το σπιτάκι αυτό είναι το σπιτάκι των Χριστουγέννων. Και μπορεί να φαίνεται έρημο και μόνο, αλλά μόλις πέσει το βράδυ, το σπιτάκι ζωντανεύει. Και τότε, το μοναδικό του παράθυρο φωτίζεται και η καμινάδα του βγάζει χρωματιστό καπνό, που μοσχομυρίζει καραμέλα.
     Και για να μπεις μέσα δεν χρειάζεται να ανοίξεις την πόρτα, αφού η πόρτα ανοίγει από μόνη της, μόλις πλησιάσεις και φας ένα μελομακάρονο από το βαρέλι που βρίσκεται δίπλα από την πόρτα. Και το βαρέλι είναι γεμάτο μελομακάρονα μέχρι επάνω, και ποτέ δεν αδειάζει.
     Και αν φας το μελομακάρονο και ανοίξει η πόρτα, βρίσκεσαι σε έναν χώρο γεμάτο φωτάκια που αναβοσβήνουν, και στις γωνίες υπάρχουν πανύψηλα έλατα, με πραγματικό χιόνι και στολίδια από χιονονιφάδες. Και υπάρχει και ένα τζάκι, που καίει πολύχρωμα ζαχαρωτά και βγάζει μια γλυκιά ζέστη, που όμοιά της κανείς δεν έχει νιώσει. Και μπροστά στο τζάκι είναι στρωμένο ένα παχύ χαλί, φτιαγμένο από μαλλί ταράνδων και υπάρχει και μία πολυθρόνα, για όποιον δε θέλει να κάθεται στο χαλί. Και στο κέντρο του σπιτιού υπάρχει ένας μεγάλος πολυέλαιος με πραγματικά αστέρια που λάμπουν και κάτω από τον πολυέλαιο είναι ένα μεγάλο τραπέζι, στρωμένο με ένα κόκκινο, κεντημένο τραπεζομάντηλο. Και επάνω στο τραπεζομάντηλο, μέσα σε πορσελάνινα σερβίτσια τόσο λευκά, που μοιάζουν φτιαγμένα από χιόνι, υπάρχουν κάθε λογής φαγητά, ζεστά και μοσχομυριστά.
     Και μπορείς να καθήσεις και να φας όσο θέλεις, και αν ξαναπεινάσεις, να καθήσεις και να ξαναφάς, αφού το τραπέζι αυτό ποτέ δεν αδειάζει.  Και αν νυστάξεις και θελήσεις να κοιμηθείς, στον επάνω όροφο υπάρχει ένα ζεστό κρεβάτι, με πουπουλένια μαξιλάρια και πολύχρωμα, αφράτα παπλώματα. Και αν κοιμηθείς σε αυτό το κρεβάτι,  βλέπεις τα ομορφότερα όνειρα και ξυπνάς δέκα χρόνια νεότερος.
     Και τότε κατεβαίνεις στην τραπεζαρία και το τραπέζι πάλι σε περιμένει στρωμένο, και τα σερβίτσια του σου προσφέρουν μυρωδάτη, ζεστή σοκολάτα, και φρεσκοψημένα κρουασάν, και μυρωδάτα μπισκότα τόσα πολλά, που δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις. Και αφού φας, κάθεσαι κοντά στο τζάκι, στην πολυθρόνα, και χαζεύεις τα σχήματα που παίρνει η φωτιά, καθώς καίγονται τα πολύχρωμα ζαχαρωτά. Και μπροστά στα μάτια σου εκτυλίσσονται οι πιο θαυμαστές ιστορίες.
     Και σου έρχεται μία επιθυμία να μείνεις για πάντα στο σπίτι των Χριστουγέννων, αλλά πάντα κάτι γίνεται και ξαφνικά βρίσκεσαι μακριά, έξω, στο κρύο και στο αγιάζι. Και τότε αρχίζεις να ψάχνεις τον δρόμο της επιστροφής. Και γύρω σου μπορεί να υπάρχουν και άλλοι, πολλοί άνθρωποι, νέοι, γέροι και παιδιά, που περπατούν προς όλες τις κατευθύνσεις και ψάχνουν κι εκείνοι να βρουν το σπίτι των Χριστουγέννων, αλλά δυσκολεύονται, επειδή δεν υπάρχουν πινακίδες που να δείχνουν τη σωστή κατεύθυνση.
     Παρ'όλ'αυτά, εσύ το ξέρεις, είναι ευκολότερο να βρεις το σωστό δρόμο το χειμώνα με το κρύο και τα χιόνια, παρά το καλοκαίρι. Αρκεί να κοιτάζεις προσεκτικά επάνω στο στρωμένο χιόνι, και τότε θα δεις τα σημάδια, που μοιάζουν με πετραδάκια αφημένα στη σειρά, και αν ακολουθήσεις αυτά τα πετραδάκια, τότε φτάνεις στον προορισμό σου.
     Και τότε, ξανατρώς μελομακάρονο από το βαρέλι, και ξαναμπαίνεις στο σπίτι των Χριστουγέννων, όπου όλα είναι ζεστά, γλυκά και μυρωδάτα, γεμάτα θαλπωρή και αγάπη. Και κυλιέσαι στο χαλί το φτιαγμένο από μαλλί ταράνδων, και η φωτιά δίπλα σου καίει τα πολύχρωμα ζαχαρωτά, και τα αστέρια του πολυελαίου λαμπυρίζουν, και τα φαγητά στο στρωμένο τραπέζι μοσχομυρίζουν.
     Και αν κάποιος ακόμα δεν έχει καταλάβει πού βρίσκεται το σπίτι των Χριστουγέννων, ας ανοίξει λίγο, τόσο δα, την καρδιά του και, ας ακολουθήσει τους χτύπους της, σαν να ήταν μικρά σημάδια επάνω στο χιόνι. Κι αν βρεί την καρδιά του κλειδαμπαρωμένη με χοντρές αλυσίδες και λουκέτα, ας της φερθεί με καλοσύνη. Και ας θυμηθεί ότι μια γλυκιά κουβέντα πάντα μπορεί να βοηθήσει, όπως ακριβώς το μελομακάρονο, που ανοίγει την πόρτα του σπιτιού των Χριστουγέννων.

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

Προπαντός, μυστικότης!





- Άχρηστοι! ακούστηκε αγριεμένη η φωνή του αρχηγού.
Μέσα στη σπηλιά δεν ακούστηκε ούτε κιχ.
- Δεν είπαμε ότι θα πρέπει να κινούμαστε προσεκτικά για να μην κινήσουμε υποψίες; συνέχισε ο αρχηγός.
Παρ’όλο που η σπηλιά ήταν θεοσκότεινη και μόνο μία υποψία φωτός ερχόταν από την είσοδο της σπηλιάς, αρκετά μέτρα πιο πέρα, τα μάτια του αρχηγού έλαμπαν. Σε αυτό σίγουρα βοηθούσε και η συναισθηματική του κατάσταση. Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχε εκνευριστεί τόσο όσο σήμερα και, καθώς μονίμως δυσκολευόταν να συγκρατήσει τα νεύρα του, κανένας από τους παρευρισκόμενους δεν διακινδύνευε να γίνει αποδέκτης αυτών των νεύρων.
- Δεν απαντάτε, έτσι; Αλλά γιατί να απαντήσετε; Την ξέρουμε πολύ καλά την απάντηση. Έτσι είχαμε πει. Είχαμε πει ότι θα βρισκόμασταν σε κατάσταση διαρκούς επαγρύπνησης, αναμένοντας την ευκαιρία να κάνουμε την αντεπίθεσή μας, χωρίς στο μεταξύ να κινήσουμε υποψίες και γι’αυτό τυχόν παρουσία μας θα έπρεπε να είναι όσο το δυνατόν πιο διακριτική. Αλλά ακούτε; Δεν ακούτε!
Βήματα ακούστηκαν έξω από την σπηλιά.
- Μας πιάσανε! ακούστηκε από όλους.
Αλλά τα βήματα σταμάτησαν.
- Αλεπού! ακούστηκε μια γνωστή φωνή και όλοι ανάσαναν ανακουφισμένοι.
- Λύκος! φώναξε ο αρχηγός.
Ένας-ένας, οι υπόλοιποι παραμέρισαν για να περάσει ο νεοφερμένος, ή μάλλον καλύτερα, η νεοφερμένη.
- Πολύ σκοτεινά είναι εδώ μέσα, είπε η επισκέπτρια. Ευτυχώς, δηλαδή, που βλέπουμε πολύ καλά, αλλιώς…
- Τι θέλεις; την έκοψε ο αρχηγός. Έμαθες τίποτα καινούργιο;
- Τίποτα που δεν ξέραμε. Οι δικοί μου έχουν εξαπλωθεί σε όλη την περιοχή και έχουν οργανώσει τακτικές περιπολίες στα όρια της πόλης. Οι δυνάμεις μας συνεχίζουν να αναπτύσσονται αργά και προσεκτικά και αναμένουμε το σύνθημα για να επιτεθούμε, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.
- Από τους τσαλαπετεινούς είχες κανένα νέο;
- Δεν έχουμε πολλές επαφές μαζί τους, γενικά, εκείνοι μας αποφεύγουν και θέλουν να κρατάνε τις αποστάσεις τους, οπότε δεν μπορώ να πω ότι συνεργαζόμαστε ιδιαίτερα, παρ’όλο που και εκείνοι είναι καταδρομείς, όπως εμείς. Πάντως, άκουσα ότι και εκείνοι έχουν ακροβολιστεί σε πολλά σημεία αναμένοντας τις κατάλληλες συνθήκες.
- Εσύ τι είδες στις περιπολίες σου; Πιστεύεις ότι αργεί αυτή η ώρα;
- Νομίζω ότι μετά την ανακάλυψη εκείνου του δικού σας στο Κρυονέρι, η επιχείρησή μας δέχτηκε ένα πολύ σημαντικό πλήγμα και όλο το σχέδιο θα πρέπει να αναβληθεί.
- Δυστυχώς, το ίδιο πιστεύω κι εγώ, είπε ο αρχηγός. Αφού έχω να κάνω με άχρηστους!
Οι υπόλοιποι τώρα άρχισαν να μουρμουρίζουν.
- Υπάρχει κάποιος που υποστηρίζει το αντίθετο; ρώτησε απειλητικά ο αρχηγός.
- Λάθη μπορούν πάντα να γίνουν, είπε ένας νεαρός, αυτό δε σημαίνει ότι είμαστε άχρηστοι… Εγώ απλώς προσπαθούσα να έρθω σε επαφή με τα σκλαβωμένα αδέρφια μας.
- Ώστε το ομολογείς ότι παράκουσες τις εντολές και πήρες πρωτοβουλία; είπε ο αρχηγός και τα δόντια του γυάλισαν στο σκοτάδι.
- Δεν ήταν ακριβώς έτσι.
- Και πώς ήταν, δηλαδή;
- Είχαμε βγει για περιπολία με την ομάδα μου, για να βρούμε πιθανά σημεία εισόδου και ελλείψεις στην οχύρωση του εχθρού και, καθώς έλεγχα ένα ξεχαρβαλωμένο συρματόπλεγμα, έμεινα λίγο πιο πίσω από τους υπόλοιπους και τους έχασα. Έτρεξα για να τους προφτάσω, όπως ήταν λογικό και επιβαλλόμενο, αλλά πήρα μια λάθος στροφή και βρέθηκα πιο κοντά στα μετόπισθεν του εχθρού.
Ένα επιφώνημα ανησυχίας ακούστηκε από όλα τα στόματα.
- Το κατάλαβα αμέσως, συνέχισε ο νεαρός, και έκανα να γυρίσω πίσω, αλλά τότε αντιλήφθηκα ότι εκεί γύρω υπήρχαν πολλοί σκλαβωμένοι αδερφοί μας. Το είδα τότε σαν μια ευκαιρία να τους μιλήσω και να τους ενημερώσω για τα σχέδιά μας, και να τους πω να κάνουν κουράγιο μέχρι να τους ελευθερώσουμε. Γι’αυτό και παρέμεινα στην περιοχή, αλλά εκείνοι προφανώς δεν κατάλαβαν ποιος ήμουν και έκαναν φασαρία, με αποτέλεσμα ο εχθρός να με αντιληφθεί…
- Και λίγο το θεωρείς αυτό; Δεν σκέφτεσαι ότι θα μπορούσαν να σε έχουν ακολουθήσει μέχρι εδώ και να μας πιάσουν όλους;
- Πήρα όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις, δε με ακολούθησε κανείς.
- Αυτό μένει να το δούμε, είπε ο αρχηγός και κάποιοι μέσα στην σπηλιά ανατρίχιασαν, σκεφτόμενοι τα παιδιά τους, που θα έμεναν ενδεχομένως ορφανά.
- Σύντροφοι, ό,τι έγινε, έγινε, είπε η νεοφερμένη. Το θέμα είναι τι κάνουμε από εδώ και πέρα. Συνεχίζουμε;
- Εννοείται, είπε ο αρχηγός, εδώ που φτάσαμε δεν υπάρχουν και πολλά περιθώρια. Η γη των προγόνων μας μας καλεί. Το σχέδιο θα προχωρήσει, αλλά όσο πλησιάζουμε προς το τέλος θα πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί.
Έκανε μία παύση για να βεβαιωθεί ότι κανένας δε μιλούσε και συνέχισε.
- Από εδώ και πέρα δε θα ανεχτώ άλλα τέτοια λάθη. Θα ακολουθείτε τις εντολές κατά γράμμα και οι αποστολές θα γίνονται με άκρα μυστικότητα και χωρίς να γινόμαστε αντιληπτοί.
- Και τα σκλαβωμένα αδέρφια μας πότε θα τα ενημερώσουμε; ρώτησε κάποιος.
Ο αρχηγός προσπάθησε να συγκρατηθεί.
- Έλεγε πουθενά το σχέδιο σε αυτήν τη φάση ότι θα έπρεπε να ενημερώσουμε τα σκλαβωμένα αδέρφια μας;
Δεν απάντησε κανείς.
- Αφού, λοιπόν, δεν το έλεγε, απαγορεύεται κάθε επαφή με άτομα εκτός της ομάδας. Οποιοσδήποτε τρίτος θα μπορούσε να βάλει σε κίνδυνο την επιχείρησή μας.
- Σωστό είναι αυτό, ακούστηκε ένας νεαρός από το βάθος, αλλά μήπως αν ενημερώναμε και τα αδέρφια μας θα μπορούσαμε να υπολογίσουμε σε βοήθεια εκ των έσω;
- Βοήθεια εκ των έσω;
- Ναι, από τα σκλαβωμένα αδέρφια μας.
Κάποιος γέλασε.
- Σοβαρά, είπε ο αρχηγός, το πιστεύεις αυτό που λες;
- Ναι, γιατί όχι, δε νομίζετε ότι αν χρειαστεί, θα μιλήσει το αίμα που μας συνδέει;
- Έχω αρχίσει να αμφιβάλλω πραγματικά για την έκβαση της επιχείρησης, είπε η επισκέπτρια. Μα είναι δυνατόν να υπάρχουν τέτοιοι αφελείς στις τάξεις μας; Πιστεύετε στ’αλήθεια ότι αυτοί σας βλέπουν σαν αδέρφια;
Ο αρχηγός δε μίλησε.
- Πες τα, χρυσόστομη! πετάχτηκε ένας από το βάθος της σπηλιάς. Αυτοί οι λούληδες όχι μόνο δε θα μας βοηθήσουν, αλλά τους έχω ικανούς να γυρίσουν και εναντίον μας.
- Μα η γη των προγόνων μας ανήκει και σε εκείνους, είπε ένας άλλος.
- Αυτοί είναι βολεμένοι, και, αν δεν το έχεις καταλάβει, ζουν ήδη στη γη των προγόνων τους. Εμείς είμαστε στην απέξω, όχι εκείνοι.
- Ναι, αλλά για να ζουν σε αυτή τη γη έχουν παραχωρήσει όλα τους τα δικαιώματα και έχουν υποδουλωθεί. Ενώ μαζί μας θα είναι αφέντες και όχι δούλοι!
- Ξέρεις εσύ τι εστί χρυσό κλουβί;
- …
- Γι’αυτό λες αυτά που λες! Τα βολεμένα μας αδέρφια μπορεί να είναι σε κλουβί, αλλά έχουν όλα τα αγαθά που μπορεί να χρειαστούν: άφθονη περιποίηση, ζεστά κρεβατάκια, φαγητό στην ώρα του, ιατρική περίθαλψη, τα πάντα. Ενώ εμείς τι έχουμε; Πείνα και ξελιγωμάρα, κρύο και κακουχίες, κατατρεγμό και καταφρόνια.
- Όταν θα πάρουμε πίσω τη γη των προγόνων μας όλα αυτά θα αλλάξουν.
- Με αυτά τα μυαλά που έχεις, δε σε βλέπω να παίρνεις ούτε ξερό φυλλαράκι από τη γη των προγόνων σου.
- Δηλαδή, εσύ είσαι καλύτερος;
- Από εσένα, τουλάχιστον, ναι.
- Παιδιά, ηρεμήστε, είπε ένας τρίτος.
- Εσύ τώρα με ποιους είσαι;
- Ησυχία! φώναξε ο αρχηγός με μια φωνή που συντάραξε όλη την σπηλιά. Θέλετε να μας ακούσουν; Θέλετε να μας βρουν; Θέλετε να μας πιάσουν και να πάνε χαμένα όλα τα σχέδιά μας; Θέλετε να σκλαβωθούμε και εμείς και τα παιδιά μας;
Κανένας δε μίλησε.
- Αφού, λοιπόν, κανείς δεν το θέλει αυτό, σταματήστε να τσακώνεστε! Θα έχουμε καιρό για τσακωμούς όταν πάρουμε πίσω τη γη μας. Μέχρι τότε, όμως, θα είμαστε μονοιασμένοι και προσηλωμένοι στον στόχο. Έγινα αντιληπτός;
Ένα μουρμουρητό ακούστηκε. Ο αρχηγός το εξέλαβε ως ναι και συνέχισε:
- Και τώρα, διαλυθείτε ήσυχα και επιστρέψτε στα πόστα σας. Επόμενη συνάντηση σε δύο εβδομάδες. Και, θυμηθείτε: προπαντός μυστικότης! Καλό βράδυ και με τη νίκη!
- Με τη νίκη! φώναξαν όλοι μαζί.
- Σσσσστ! είπε ο αρχηγός. Θέλετε να μας κάψετε; Τι έλεγα μόλις τώρα;

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

Αδίστακτη εγκληματίας

   
     Σάλο έχει προκαλέσει η είδηση της επ'αυτοφώρω σύλληψης της Κουκουφίτσας, δίδυμης αδερφής της Κοκκινοσκουφίτσας. Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, η Κουκουφίτσα πιάστηκε να κόβει αγριολούλουδα μέσα σε προστατευόμενο δρυμό, αδίκημα για το οποίο αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια!
     Στον εισαγγελέα που την ανέκρινε, η Κουκουφίτσα δήλωσε ότι δεν γνώριζε ότι η περιοχή όπου βρισκόταν τελούσε υπό καθεστώς ειδικής προστασίας, επειδή δεν υπήρχαν ενημερωτικές πινακίδες, κάτι που, όπως επισήμανε ο εισαγγελέας, δεν ισχύει, αφού η περιφέρεια όπου ανήκει ο δρυμός έχει επενδύσει άγνωστο πόσα εκατομμύρια στην προμήθεια και τοποθέτηση ενημερωτικών πινακίδων ακόμα και όπου είναι εντελώς περιττές. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί της Κουκουφίτσας ότι αν είχε δει ενημερωτικές πινακίδες σίγουρα θα τις είχε λάβει υπόψη δεν έπεισαν το δικαστήριο, καθώς τα τελευταία χρόνια εθεάθη πολλάκις - σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες - όχι απλώς να μη σέβεται, αλλά να σημαδεύει και να πυροβολεί πινακίδες κατά μήκος των εθνικών οδών όλης της χώρας.
     Σε αυτό το σημείο να υπενθυμίσουμε ότι η Κουκουφίτσα επικαλέστηκε το πρόβλημα υγείας της γιαγιάς της για να δικαιολογήσει το κόψιμο των αγριολούλουδων, καθώς ισχυρίστηκε πως η άρρωστη γιαγιά της αγαπάει πολύ τα αγριολούλουδα και ιδιαίτερα τις ανεμώνες. Επίσης, δήλωσε πως η μητέρα της την έστειλε μέσα στον δρυμό, επειδή από εκεί περνάει ο συντομότερος δρόμος για το σπίτι της γιαγιάς της.
      Το δικαστήριο δεν αποδέχτηκε τους ισχυρισμούς της, αλλά δήλωσε ότι θα δεχτεί κάθε είδους μάρτυρα υπεράσπισης που θα μπορούσε να σκεφτεί η κατηγορούμενη, και της όρισε ως δικηγόρο την Νυσταγμένη Πριγκήπισσα, καθώς η Κουκουφίτσα δήλωσε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να πληρώσει δικό της δικηγόρο.
     Η Νυσταγμένη Πριγκήπισσα κάθησε στη θέση της και ανάμεσα στα χασμουρητά της κάλεσε διάφορους μάρτυρες, μεταξύ των οποίων και τον Κακό Λύκο, ο οποίος δήλωσε ότι η Κουκουφίτσα είναι γενικά ένα αξιόπιστο άτομο, συνεπές στα ραντεβού του, και ότι η σύλληψη και η κράτησή της τον οδηγούσε κυριολεκτικά στη λιμοκτονία, στερώντας του έναν εκλεκτό μεζέ. Ο Κακός Λύκος ζήτησε επίσης την αθώωση και την άμεση αποφυλάκιση της Κουκουφίτσας για τους λόγους τους οποίους προανέφερε, αλλά ο πρόεδρος του δικαστηρίου δήλωσε ότι δεν μπορούν οι μάρτυρες να υπαγορεύουν τις αποφάσεις των δικαστηρίων και πέρασε στον επόμενο μάρτυρα. Η Νυσταγμένη Πριγκήπισσα δεν τοποθετήθηκε επί του θέματος, καθώς τα χασμουρητά της δεν της επέτρεπαν να ακούει τα όσα λέγονταν.
     Μετά την κατάθεση και του τελευταίου μάρτυρα το δικαστήριο συνεδρίασε και στη συνέχεια ο πρόεδρος του δικαστηρίου ανακοίνωσε την ετυμηγορία, που δεν ήταν άλλη από τη φυλάκιση της Κουκουφίτσας σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, στην έρημο Καλαχάρι, μακριά από οποιαδήποτε χλωρίδα θα μπορούσε να κινδυνέψει από το χέρι της αδίστακτης - κατά το δικαστήριο - λουλουδοκτόνου. Η διάρκεια της φυλάκισης ορίστηκε στα πέντε χρόνια, τα οποία δεν είναι εξαγοράσιμα λόγω της σοβαρότητας του εγκλήματος.
     Μιλώντας στους δημοσιογράφους που κάλυψαν τη δίκη, η Νυσταγμένη Πριγκήπισσα δήλωσε ότι πρόκειται ξεκάθαρα για μία περίπτωση δικαστικής πλάνης, η οποία και θα αποδειχτεί αφού προτίθεται να ασκήσει έφεση, προκειμένου να αποδείξει κάτι που δεν ακούστηκε τι ήταν, επειδή η δήλωση διακόπηκε από ένα δυνατό χασμουρητό. Έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι αυτό που προτίθεται να αποδείξει η Νυσταγμένη Πριγκήπισσα με την έφεση είναι η αθωότητα της πελάτισσάς της, σε αντίθετη περίπτωση θα σας ενημερώσουμε με νέο ανακοινωθέν.
     Κατά την απομάκρυνση της Κουκουφίτσας, συνοδεία αστυνομικών, από τα δικαστήρια, και καθώς την οδηγούσαν στην κλούβα της αστυνομίας που θα την πήγαινε στις φυλακές υψίστης ασφαλείας, κάποιος από τους δημοσιογράφους που ήταν παρόντες τη ρώτησε αν είχε κάτι να δηλώσει.
     - Είμαι αθώα, είπε εκείνη και μπήκε στην κλούβα.
     - Και αυτό θα αποδειχτεί κατά την εκδίκαση της έφεσης, συμπλήρωσε η Νυσταγμένη Πριγκήπισσα και χασμουρήθηκε.

    
Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Ζουν ανάμεσά μας

     Είναι πολύ ωραίο να περπατάς με τα μάτια ανοιχτά. Και είναι πολύ ωραίο, όχι επειδή δεν κινδυνεύεις να πέσεις, αλλά - κυρίως - επειδή, όταν έχεις τα μάτια ανοιχτά βλέπεις ένα σωρό ενδιαφέροντα πράγματα. Έτσι περπατάει και η Πίπη και, μέχρι στιγμής, ποτέ δεν έχει βγει χαμένη.
     Καταλαβαίνετε, βέβαια, ότι όταν λέω "να περπατάς με τα μάτια ανοιχτά" δεν εννοώ απλώς να είναι ανοιχτά τα βλέφαρα και να είναι ορατή η ίριδα, δεν εννοώ να περπατάς σαν ρομποτάκι προγραμματισμένο στον αυτόματο πιλότο, εννοώ να κοιτάς δεξιά και αριστερά αναμένοντας την έκπληξη, όπως κάνουν οι φωτογράφοι, που ποτέ δεν ξέρουν πότε θα τους προκύψει το επόμενο θέμα τους...
     Το ξέρω ότι αυτό δεν γίνεται αυτόματα, αλλά θέλει εξάσκηση, δεν είναι όμως δύσκολο να αποκτήσουμε αυτή τη συνήθεια, πιστέψτε με. Η Πίπη, δηλαδή, είναι καλύτερη που μπορεί;
     Η Πίπη, λοιπόν, πάντα προσέχει γύρω της, κοιτάζει τα σπίτια, κοιτάζει τα δέντρα, κοιτάζει τον ουρανό, και πολλές φορές αλλάζει λίγο τη διαδρομή της για να δει νέες εικόνες. Αυτό βοηθάει στην ψυχολογία και δίνει πρόσθετο ενδιαφέρον στην καθημερινότητα.
     Σε μία από τις πολύ πρωινές της διαδρομές - πηγαίνοντας προς τον χώρο της αμειβόμενης δουλείας, δηλαδή - η Πίπη είχε δει κάτι προεξοχές στον κορμό ενός δέντρου, αλλά επειδή ήταν πολύ νωρίς και το φως δεν ήταν αρκετό, και επειδή βιαζόταν και λίγο, δεν είχε καταλάβει τι ήταν.
     Θα μπορούσαν να ήταν μανιτάρια, όμως τα μανιτάρια βρίσκονται στο δάσος, εκεί που βρίσκονται και τα Στρουμφάκια, και με δεδομένο ότι η Πίπη δεν είχε δει κανένα Στρουμφάκι στην πόλη, ήταν λογικό να θεωρήσει ότι μανιτάρια δεν ήταν.
     Έφτασε, όμως, η μέρα να λυθούν οι απορίες της Πίπης, καθώς έτυχε να περάσει από το δέντρο εκείνο, χωρίς να βιάζεται και σε ώρα που το φως του ήλιου ήταν πολύ δυνατό. Πλησίασε, λοιπόν, το δέντρο, και τι να δει; Ένα τεράστιο μανιτάρι!
     - Τι μεγάλο που είναι! σκέφτηκε η Πίπη και πλησίασε.
     Ήταν πράγματι μεγάλο και έμοιαζε με σφουγγάρι. Αλλά τι έκανε ένα μανιτάρι επάνω σε ένα δέντρο, μέσα στην πόλη;
     - Να δεις που τα Στρουμφάκια κατοικούν και στην πόλη, σκέφτηκε η Πίπη. 
     Βέβαια, όσο το κοίταζε, τόσο περισσότερο βεβαιωνόταν. Αυτό το μανιτάρι, θα μπορούσε άνετα να είναι σπίτι (πόσο μεγάλα είναι τα Στρουμφάκια;), για να μην πούμε ότι αν επρόκειτο για μυρμήγκια θα μπορούσε να είναι ένας υπερυψωμένος συναυλιακός χώρος: στο πιο ψηλό μέρος η ορχήστρα με τα έγχορδα και πιο χαμηλά, γύρω-γύρω, το κοινό... 
     Εκείνη την ώρα, ένα περιστέρι πέταξε επάνω στο δέντρο.
     - Τι κοιτάζεις; τη ρώτησε.
     - Κοιτάζω αυτό το μανιτάρι και αναρωτιέμαι τι θα μπορούσε να είναι, απάντησε η Πίπη.
     - Θα σου πω εγώ που ξέρω, είπε το περιστέρι. Είναι εξέδρα.
     Μα, βέβαια, μία εξέδρα! Πώς δεν το είχε σκεφτεί πιο μπροστά;
     - Ναι, αλλά ποιος την χρησιμοποιεί αυτήν την εξέδρα; ρώτησε η Πίπη το περιστέρι.
     - Ε, μη μου πεις πως δε φαντάζεσαι... Τα Στρουμφάκια, φυσικά!
     - Ώστε υπάρχουν Στρουμφάκια;
     - Φυσικά και υπάρχουν, τι ερώτηση είναι αυτή;
     - Ναι, αλλά εγώ δεν τα έχω δει...
     - Μα, πώς θα τα δεις, αφού κρύβονται; Η πόλη δεν είναι και το ασφαλέστερο μέρος για να μείνει κανείς, ξέρεις...
     - Και ζουν πολλά Στρουμφάκια στην πόλη;
     - Αρκετά. Εγώ έχω δει πάνω από εκατό, σε μία συγκέντρωση.
     - Και πώς δεν τα είδε κανείς;
     - Μα, δε σου είπα ότι κρύβονται; Και επιπλέον, φοράνε στολές παραλλαγής, στα χρώματα της ασφάλτου και των ξερών φύλλων. Άσε που οι συγκεντρώσεις τους γίνονται αφού δύσει ο ήλιος...
     - Ώστε έτσι, ε; σκέφτηκε η Πίπη. Και τι θα γίνει που εγώ θέλω να τα δω τα Στρουμφάκια;
     Το περιστέρι πέταξε μακριά και η Πίπη έμεινε μόνη της. Κοίταξε δεξιά και αριστερά. Αν υπήρχαν πολλά Στρουμφάκια, τότε πού ήταν τα σπιτάκια τους; Ο δρόμος ήταν ήσυχος, και κίνηση δεν υπήρχε. Άραγε, τα Στρουμφάκια έμεναν εκεί κοντά; Μήπως έμεναν στους κήπους των σπιτιών εκεί γύρω;
     Απάντηση σε αυτά τα ερωτήματά της, φυσικά, δεν πήρε η Πίπη, αλλά, όπως καταλαβαίνετε, από εδώ και εμπρός θα είναι ακόμα πιο προσεκτική στον δρόμο. Θα κοιτάζει στις άκρες των πεζοδρομίων, πίσω από τους κάδους, μέσα στους κήπους, ειδικά τους εγκαταλελειμμένους, στα άχτιστα οικόπεδα, στις νησίδες των δρόμων... Δεν μπορεί, κάπου θα τα πετύχει τα Στρουμφάκια, τώρα που βεβαιώθηκε ότι ζουν ανάμεσά μας...


Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017

Περιμένοντας...



     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα όμορφο χωριό, σχεδόν δίπλα σε ένα ήρεμο ποτάμι και μέσα στις πρασινάδες, ζούσε μια νέα και όμορφη κοπέλα. Η κοπέλα είχε χάσει τους γονείς της αρκετά μικρή και ζούσε μόνη της σε ένα πολύ μικρό σπιτάκι, που ήταν ίσα-ίσα ένα δωμάτιο. Το δωμάτιο αυτό, που ήταν το σπίτι της, ήταν πάντα συγυρισμένο και στο τσουκάλι, που ήταν επάνω σε μια μικρή φωτιά στο τζάκι, πάντα κάτι μαγείρευε η προκομένη εκείνη κοπέλα.
     Για να ζήσει έραβε φορέματα για τις πλούσιες κοπέλες του χωριού και ήταν τόσο καλή στη δουλειά της, που σιγά-σιγά άρχισαν να έρχονται παραγγελίες για φορέματα και από τα γειτονικά χωριά. Αλλά, παρ'όλο που ήταν τόσο καλή ράφτρα, τα δικά της φορέματα ήταν παλιά και μπαλωμένα. Βλέπετε, δεν προλάβαινε να ράψει καινούργιο φόρεμα για τον εαυτό της, αφού όλη μέρα έραβε για άλλους.
     Η νεαρή ράφτρα αγαπούσε έναν νέο του χωριού, ένα αγροτόπαιδο με μπράτσα στιβαρά και ηλιοκαμένο από τον ήλιο δέρμα. Το αγροτόπαιδο αγαπούσε και εκείνο την κοπέλα, αλλά πώς να την παντρευτεί που ήταν και οι δύο φτωχοί; Και πού θα έμεναν, αν παντρεύονταν; Στο ένα μικρό δωμάτιο που ζούσε η κοπέλα, ή στο πατρικό το δικό του, που ήταν επίσης μικρό και ασφυκτικά γεμάτο, καθώς εκεί ζούσαν οι γονείς του και τα πέντε του αδέρφια;
     - Πού θα μείνουμε; τη ρωτούσε.
     - Δεν έχει σημασία, απαντούσε εκείνη. Αρκεί να είμαστε μαζί.
     - Και πώς θα ζούμε; ξαναρωτούσε εκείνος.
     - Όπως ζούσαμε και τώρα, απαντούσε ξανά εκείνη. Μόνο πως τώρα θα μένουμε μαζί.
     Αλλά ο νεαρός δεν ήθελε να ακούσει τίποτα.
     - Όχι, της είπε, αυτό δεν μπορεί να γίνει. Εσύ αξίζεις τα καλύτερα, δεν μπορώ να σε αναγκάσω να ζεις όπως εγώ. Γι'αυτό κι εγώ θα φύγω.
     - Πού θα πας; τον ρώτησε εκείνη.
     - Θα πάω στην πόλη να δουλέψω, να μαζέψω λεφτά, και όταν μαζέψω αρκετά, θα γυρίσω για να παντρευτούμε.
     Μάταια προσπάθησε να τον μεταπείσει η κοπέλα, εκείνος ήταν ανένδοτος. Και ένα πρωί, με το πρώτο τρένο, ο νεαρός έφυγε για την πόλη, και η κοπέλα έμεινε στην άκρη της αποβάθρας, να του κουνάει το μαντήλι, μέχρι που ο καπνός του τρένου ανακατεύτηκε στο βάθος του ορίζοντα με τα σύννεφα και δεν ξεχώριζε άλλο.
     Από εκείνη τη μέρα, η κοπέλα έπεσε σε μελαγχολία, αλλά τη δουλειά της συνέχισε να την κάνει, αφού έπρεπε με κάποιον τρόπο να ζήσει, μέχρι να γυρίσει ο καλός της. Μόνο πως κάθε φορά που άκουγε το τρένο να πλησιάζει, εκείνη έτρεχε στον σταθμό, με την ελπίδα να τον δει να γυρίζει. Όμως ο καιρός περνούσε και τα τρένα επέστρεφαν χωρίς εκείνον μέσα.
     Η φήμη της άρχισε να εξαπλώνεται και στα πιο πέρα χωριά και η δουλειά αυξήθηκε. Χωρίς να το καταλάβει, η κοπέλα άρχισε να κερδίζει περισσότερο από τη δουλειά της και μια μέρα ανακάλυψε ότι είχε στα χέρια της έναν μικρό θησαυρό.
     - Τι να τα κάνω τόσα λεφτά; σκέφτηκε.
     Και αμέσως μετά της ήρθε η ιδέα να τα χρησιμοποιήσει για να μεγαλώσει το σπίτι της, έτσι ώστε να επισπεύσει την επιστροφή του καλού της. Και με τα λεφτά που είχε μαζέψει, φώναξε χτίστες και άρχισε να χτίζει και μια δεύτερη καμαρούλα. Αυτό, φυσικά, δεν έφτανε, θα χρειαζόταν κι άλλο δωμάτιο. Και η κοπέλα ρίχτηκε στη δουλειά με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και επιμονή.
     Και το σπιτάκι της κοπέλας σιγά-σιγά μεγάλωνε, και αποκτούσε και άλλα δωμάτια, και απόκτησε και δεύτερο όροφο, με όμορφη κεραμιδοσκεπή και με παραθυρόφυλλα κουκλίστικα. Ορίστε, τώρα είχε και κουζίνα, και μπάνιο, και σαλόνι, και υπνοδωμάτια για τα παιδιά, μέχρι και δωμάτιο για τους ξένους είχε, και σε αυτό καθόταν τώρα η κοπέλα και έραβε στην καινούργια της ραπτομηχανή, που τη βοηθούσε να ράβει περισσότερα φορέματα και να κερδίζει περισσότερα λεφτά.
     Παρ'όλη την πολλή δουλειά της, η κοπέλα δεν έπαψε να πηγαίνει κάθε μέρα στον σταθμό, όταν άκουγε το τρένο, για να δει αν είχε επιστρέψει ο καλός της, αλλά ο καιρός περνούσε, τα χρόνια περνούσαν και τα τρένα συνέχισαν να έρχονται άδεια. Ο σταθμάρχης, που ήταν νέος και ονειροπόλος, την είδε και του έκανε εντύπωση που πήγαινε στον σταθμό κάθε μέρα. Την πρόσεξε περισσότερο και είδε ότι στο πρόσωπό της φαινόταν μια μελαγχολία, που της έδινε μια ανεξήγητη ομορφιά. Χωρίς να το καταλάβει, ο νέος ερωτεύτηκε την κοπέλα και αποφάσισε να τη ζητήσει σε γάμο.
     Η κοπέλα είπε στον νέο την ιστορία της και του εξήγησε ότι περίμενε τον αγαπημένο της να γυρίσει, όμως εκείνος της επισήμανε ότι ήδη είχαν περάσει πολλά χρόνια από όταν την είχε αφήσει ο αγαπημένος της και ίσως και να την είχε ξεχάσει. Του ζήτησε λίγο περιθώριο να σκεφτεί την πρότασή του και εκείνος έφυγε.
     Έμεινε μόνη της να σκέφτεται. Ο νέος αυτός συμπαθητικός ήταν, ευγενικός ήταν, δουλειά είχε, τίποτα δεν της είχε ζητήσει, εκείνη είχε πια ένα ολόκληρο σπίτι έτοιμο για οικογένεια, και από την άλλη, η αλήθεια ήταν πως δεν καλοθυμόταν πια πώς ήταν ο καλός της... Κι αν εκείνος όντως την είχε ξεχάσει; Κι αν είχε βρει άλλη γυναίκα εκεί στην πόλη που οι πειρασμοί ήταν πολλοί και μεγάλοι;
     Είπε πως θα του έδινε μια ακόμα ευκαιρία. Πως αν δεν ερχόταν με το τρένο της επόμενης μέρας, τότε μόνο εκείνη θα δεχόταν την πρόταση γάμου του νέου σταθμάρχη. Και η επόμενη μέρα ήρθε, και με αυτήν ήρθαν και τα τρένα της. Και όλα τα τρένα ήταν άδεια, όπως πάντα.
     Έτσι, η κοπέλα δέχτηκε την πρόταση γάμου του σταθμάρχη, και το νυφικό της το έραψε η ίδια και ήταν μια οπτασία... Οι δυο τους μετακόμισαν στο διώροφο σπιτάκι της κοπέλας και άρχισαν την κοινή τους ζωή. Και σιγά-σιγά, το σπίτι γέμισε φωνούλες από παιδάκια και οι δυο τους ήταν πολύ ευτυχισμένοι...
     Στο μεταξύ, το αγροτόπαιδο δούλευε σκληρά στην πόλη και καθόλου δεν είχε ξεχάσει την αγαπημένη του, αλλά πώς θα γύριζε αν δεν είχε μαζέψει αρκετά λεφτά για να φτιάξουν το σπίτι τους και να παντρευτούνε; Η ζωή ήταν δύσκολη στην πόλη, που ήταν τεράστια και γεμάτη κόσμο, και τα έξοδα για να ζεις εκεί ήταν πολλά. Τα περισσότερα από τα κέρδη του τα ξόδευε για να ζήσει και οι αποταμιεύσεις του ήταν ακόμα πενιχρές.
     Ένα βράδυ, εκεί που μετρούσε τις οικονομίες του και τις έβρισκε, όπως πάντα, απελπιστικά μικρές, τον έπιασε μια μεγάλη νοσταλγία για το χωριό του.  Τόσα χρόνια είχε να δει τους δικούς του. Τους είχε απαρνηθεί όλους για να κερδίσει λεφτά και να ζήσει καλύτερα, αλλά τα λεφτά αργούσαν ακόμα και στο μεταξύ οι γονείς του μεγάλωναν. Ίσως θα έπρεπε τελικά να γυρίσει πίσω, να παντρευτεί την κοπέλα του, και ας ήταν φτωχοί, και ας ζούσαν σε εκείνο το μικρό το δωμάτιο που, σε τελευταία ανάλυση, πάντα μοσχομύριζε φρεσκομαγειρεμένο φαγητό...
     Έτσι, ο νέος παραιτήθηκε από τη δουλειά του, πήρε το τρένο και γύρισε στο χωριό του. Βρήκε τον σταθμό έρημο, χωρίς κανέναν να τον περιμένει, αλλά εκείνος τον δρόμο τον ήξερε. Και μια και δυο κατευθύνθηκε προς το σπιτάκι της αγαπημένης του, αλλά δεν το βρήκε!
     Στη θέση του βρισκόταν ένα όμορφο, διώροφο σπιτάκι, και από μέσα ακούγονταν φωνές παιδιών. Τι να είχε γίνει; Να είχε πάθει τίποτα η αγαπημένη του; Να είχε φύγει από το χωριό;
     Εκείνη την στιγμή, ως δια μαγείας, άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και από μέσα ξεπρόβαλαν δύο παιδάκια, που χοροπηδούσαν και έπαιζαν, και από πίσω τους ακολουθούσε μια καλοντυμένη, νέα κοπέλα, που κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της. Η καρδιά του σκίρτησε: ήταν εκείνη!
     Μα και εκείνη τον γνώρισε και έσπευσε να τον χαιρετήσει. Του χαμογέλασε και τον καλωσόρισε, ενώ τα παιδάκια ήρθαν κοντά της. Ναι, ήταν πια παντρεμένη και ευτυχισμένη, δε χωρούσε αμφιβολία, αυτά ήταν τα παιδάκια της, ο άντρας της ήταν ο σταθμάρχης, είχε περιμένει πολύ καιρό για εκείνον και στο μεταξύ είχαν αλλάξει τόσα, δεν μπορούσε να περιμένει άλλο, και εκείνος δεν της είχε γράψει ούτε ένα γράμμα...
     Ο νέος χαμήλωσε το κεφάλι και προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. Είχε φύγει, σίγουρος ότι όταν γύριζε θα τα έβρισκε όλα όπως τα είχε αφήσει και είχε γυρίσει και τα είχε βρει όλα αλλαγμένα.
     - Θα μείνεις για φαγητό; τον ρώτησε εκείνη. Αν θέλεις μπορείς να μείνεις και το βράδυ, τώρα έχουμε ξενώνα.
     Και του έδειξε το δωμάτιο, που κάποτε ήταν το μοναδικό της σπίτι όλο κι όλο...


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου