Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Ομαδική θεραπεία

     Δουλειές με φούντες έχει ο δόκτωρ Πασχάλης Σταυρανέστης αυτές τις μέρες. Και πριν προλάβετε να με ρωτήσετε ποιος είναι ο δόκτωρ Πασχάλης Σταυρανέστης, θα σας πω ότι είναι ένας εξαίρετος ψυχολόγος, με σπουδές σε πολλά πανεπιστήμια, μεταπτυχιακούς τίτλους και πλούσια βιβλιογραφία, και με εξειδίκευση στην πασχαλινή ψυχολογία.
     Και πριν προλάβετε να αρχίσετε τις ερωτήσεις του τύπου "πού έχει το ιατρείο του", και "πόσα παίρνει" και "τι είναι η πασχαλινή ψυχολογία" και "ποιο είναι το τηλέφωνό του", θα σας πω ότι αυτό το διάστημα δεν υπάρχει περίπτωση να σας δει, η ατζέντα του δεν έχει κανένα κενό, τα ραντεβού του έχουν κλειστεί εδώ και δύο μήνες περίπου, και δεν έχει χρόνο να ανασάνει.
     Ξέρω ότι σας απογοητεύω, αλλά δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Το μόνο που μπορώ να κάνω για εσάς, είναι να σας βάλω κρυφά να παρακολουθήσετε μία από τις ομαδικές του συνεδρίες, αλλά θα πρέπει να κάνετε απόλυτη ησυχία, εντάξει;
     Για να πάμε, θα χρειαστεί να περπατήσουμε, οπότε χρειαζόμαστε αθλητικά παπούτσια. Πάρτε και νερό μαζί σας, σε περίπτωση που διψάσετε. Πάρτε και καμιά ομπρέλα, Μεγάλη Παρασκευή είναι σήμερα, συνήθως βρέχει τις Μεγάλες Παρασκευές.
     Αφού περπατήσουμε, λοιπόν, αρκετά, και βγούμε από την πόλη, θα περπατήσουμε λίγο ακόμα και ύστερα θα βγούμε από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο και θα μπούμε στα χωράφια. Και αφού περπατήσουμε λίγη ώρα με κατεύθυνση προς τη δύση, θα συναντήσουμε ένα γέρικο δέντρο με μία κουφάλα. Από ένα κλαδί εκείνου του δέντρου κρέμεται ένα κόκκινο αυγό. Ε, μη μου πείτε ότι δεν το φανταζόσασταν! Πού αλλού θα μπορούσε να έχει το ιατρείο του ένας ψυχολόγος με ειδίκευση στην πασχαλινή ψυχολογία;
     Μέσα στην κουφάλα είναι λίγο σκοτεινά και στριμωγμένα, γι'αυτό προσέξτε μην χτυπήσετε. Προχωράτε ο ένας πίσω από τον άλλο για να μη χαθείτε. Όπου να'ναι φτάνουμε.
     Σσσσστ! Ησυχία! Κάτι ακούω. Το ακούτε κι εσείς; Να, ο ήχος έρχεται από εκείνη εκεί την πόρτα. Μάλλον έχουν ξεκινήσει. Τι έχουν ξεκινήσει, που τα αίματα έχουν ανάψει για τα καλά! Ευτυχώς, έτσι δεν θα ακουστεί το τρίξιμο της πόρτας όπως την ανοίγουμε. Καθήστε άκρη-άκρη στον τοίχο, έτσι ώστε να σας κρύβουν οι σκιές. Αν μας πάρουν είδηση, θα σταματήσουν να μιλάνε.
     - Σας λέω, θα μεταναστεύσω! λέει ένα αυγό. Δεν είναι κατάσταση αυτή, κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια!
     - Μα, δεν είναι υπερβολικό να μεταναστεύσει κανείς για έναν απλό πονοκέφαλο; ρωτάει ο δόκτωρ Σταυρανέστης, που κρατάει στα χέρια του ένα τετράδιο και σημειώνει.
     - Ε, όχι και απλός πονοκέφαλος! διαμαρτύρεται ένα άλλο αυγό. Απλός πονοκέφαλος θα ήταν αν το χτύπημα γινόταν μία φορά. Εδώ μιλάμε για επαναλαμβανόμενο μαρτύριο. Αναγκάζομαι να παρακαλάω να μου σπάσει το κεφάλι με την πρώτη για να ησυχάσω! Αλλιώς, αν αντέξω το πρώτο χτύπημα, θα με τσουγκρίσουν ξανά, και ξανά, και ξανά.
     - Ναι, ναι, έτσι είναι! φωνάζουν και τα υπόλοιπα αυγά.
     - Ησυχία, παρακαλώ! λέει ο δόκτωρ.
     - Και όχι μόνο αυτό, δεν τους φτάνει το κεφάλι, μας τσουγκρίζουν και με τον πισινό. Μια βδομάδα μετά δεν μπορώ να καθήσω! λέει ένα τρίτο αυγό.
     - Καλά, πετάγεται ένα αρνί, και τι να πω εγώ, που με βάζουν στη σούβλα και με γυρνάνε, με γυρνάνε, με γυρνάνε... Και πάσχω και από ιλίγγους, έχω πρόβλημα στο λαβύρινθο του αυτιού! Με το ζόρι κρατιέμαι να μην ξεράσω!
     - Και ο ίλιγγος δεν είναι τίποτα! λέει ένα άλλο αρνί. Σκέψου λίγο όλο αυτό το τσιτσίρισμα πάνω από τα κάρβουνα. Χάλια γίνεται το δερματάκι μου!
     - Ναι, αλλά το κεφάλι σας δεν πονάει, απαντάει ένα αυγό.
     - Δεν πονάει, αλλά γυρίζει και ζαλίζεται.
     - Όχι, όχι, παιδιά, πετάγεται και ένα κουνέλι, αυτά δεν είναι θέματα για τον κύριο Σταυρανέστη, παρακαλώ να απευθυνθείτε σε κάποια άλλη ειδικότητα, εδώ ήρθαμε σε ψυχολόγο, εσείς χρειάζεστε παθολόγο να σας γράψει κάποιο παυσίπονο για τον πονοκέφαλο ή δραμαμίνη για τις ζαλάδες, ή έστω έναν δερματολόγο να σας δώσει κάποια αλοιφή για εγκαύματα, βάλτε και κανένα μαξιλαράκι όταν κάθεστε, εγώ είμαι αυτός που έχει το σημαντικότερο πρόβλημα, και που επιπλέον άπτεται της ειδικότητας του δόκτορα.
     - Μήπως έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου; λέει ένα αυγό και τα υπόλοιπα γελάνε.
     - Γελάτε όσο θέλετε, εμένα η ψυχολογία μου είναι πολύ πεσμένη, ολόκληρο κουνέλι, τίποτα δε μου λείπει, δείτε τα μακριά μου αυτιά, ορίστε και η ουρίτσα μου η φουντωτή, την χτενίζω πρωί και βράδυ, να και τα δοντάκια μου τα πεταχτά, χωρίς τερηδόνα και σφραγίσματα, η γούνα μου απαλή, με τα καλύτερα σαμπουάν τη λούζω, ούτε ψείρες έχει, βάζω και μαλακτικό, ολόκληρο κουνέλι, λοιπόν, και έχω γίνει ο περίγελος του χωριού, με έκαναν πασχαλινό κούνελο και φτιάχνουν τα ομοιώματά μου με σοκολάτα, με ζωγραφίζουν σε κάρτες, μου φοράνε ρούχα, μου φοράνε καπέλο, έχω πάθει κρίση ταυτότητας!
     - Α, εδώ πράγματι έχουμε να κάνουμε με κάτι σοβαρό, λέει ο δόκτωρ Σταυρανέστης.
     - Διαμαρτύρομαι, πετάγεται ένα αυγό. Και εγώ έχω κρίση ταυτότητας, έχω ξεχάσει ποιο είναι το φυσικό μου χρώμα!
     - Άσπρο, του απαντάει το κουνέλι. Λοιπόν, όπως έλεγα...
     - Μήπως να μιλήσω και εγώ; λέει ένα κοτοπουλάκι.
     - Όχι! φωνάζουν όλα μαζί τα αυγά.
     - Είστε αγενέστατα! τους λέει το κοτοπουλάκι.
     - Να σέβεσαι τους μεγαλύτερους, του λέει ένα αυγό, θα μπορούσα να είμαι γονιός σου. 
     - Γονιός μου; Μωρέ τι μας λες!
     - Φυσικά. Αφού το αυγό έκανε την κότα!
     - Η κότα έκανε το αυγό!
     - Σας παρακαλώ, επεμβαίνει ο δόκτωρ Σταυρανέστης, έχουμε ξεφύγει λίγο από το θέμα μας... Ηρεμήστε και προσπαθήστε να χαλαρώσετε. Το Πάσχα είναι μία δοκιμασία, αλλά θα πρέπει να οπλιστείτε με υπομονή. Να ξέρετε ότι οποιοδήποτε πρόβλημα το αντιμετωπίζουμε καλύτερα, αν το αποδεχτούμε...
     - Τι κουραφέξαλα είναι αυτά; πετάγεται μια γριά προβατίνα. Γι'αυτό δώσαμε τα ωραία μας λεφτά; Αυτές τις βλακείες μπορούσα να τις πω και μόνη μου!
     - Ναι, βλακείες! λένε όλοι.
     - Σας παρακαλώ, λέει ο δόκτωρ, ηρεμήστε... Η συνεδρία μας φτάνει σε λίγο στο τέλος. Για την επόμενη συνεδρία θα ήθελα να σκεφτείτε...
     - Ρε, παιδιά, πάμε να φύγουμε, πετάγεται ένα κατσίκι, αυτός εδώ μας δουλεύει!
     - Ναι, ναι, πάμε να φύγουμε! φωνάζουν όλοι και αρχίζουν να φεύγουν, θυμωμένοι.
     - Μα, σας παρακαλώ! λέει ο δόκτωρ, αλλά εκείνοι δεν του δίνουν σημασία.
     Και φεύγουν και τα αυγά, φεύγουν και τα κατσίκια, φεύγουν και τα αρνιά, και η γριά η προβατίνα φεύγει, και τα κοτοπουλάκια φεύγουν, μέχρι και το κουνέλι με την κρίση ταυτότητας φεύγει.
     Η αίθουσα αδειάζει και ο δόκτωρ Σταυρανέστης μένει μόνος του. Από ό,τι φαίνεται, η ατζέντα του μόλις απόκτησε μερικά κενά.

Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Περί αντανακλάσεων το ανάγνωσμα

     Το πόσο μου αρέσουν οι αντανακλάσεις δε λέγεται! Μα, υπάρχει ομορφότερο πράγμα; Και μόνο τον εαυτό σας στον καθρέφτη να παρατηρήσετε, θα καταλάβετε ότι έχω δίκιο.
     Ναι, ξέρω, τώρα κάποιοι θα νομίζουν ότι η Πίπη σαλτάρισε, ότι πέρασε με μικρά πηδηματάκια την γραμμή που χωρίζει τους λογικούς από τους παλαβούς. Κι όμως, φίλοι μου, αυτό έχει ήδη γίνει εδώ και χρόνια (σας την έφερα)!
     Όταν βρίσκομαι στο λεωφορείο και κάθομαι στην κατάλληλη θέση, πολλές φορές κοιτάζω την αντανάκλασή μου σε κάποιο από τα εσωτερικά τζάμια και δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο ομορφότερη μου φαίνομαι. Μέχρι που σκέφτομαι να μου χαμογελάσω! Είναι λες και υπάρχει κάποιο φίλτρο που εξομαλύνει τα χαρακτηριστικά και δίνει έναν τόνο παλιού πίνακα στην εικόνα μου. Με άλλα λόγια, νιώθω σαν μοντέλο του Βαν Ντάικ ή του Βερμέερ! Κάτι λιγότερο θα ήταν απλώς πολύ λίγο.
     Πώς να το κάνουμε; Πάντα η αντανάκλαση φαίνεται πιο ενδιαφέρουσα. Δείτε, για παράδειγμα, την παραπάνω φωτογραφία: Δεν μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής όλη αυτή η αντανάκλαση των παλιών πολυκατοικιών επάνω στα τζάμια-καθρέφτες του γυάλινου κτιρίου;
     Μέχρι και ο απλός, συνηθισμένος ουρανός φαίνεται πολύ πιο ενδιαφέρων μέσα από την αντανάκλασή του σε ένα κτίριο με τζάμια-καθρέφτες. Και για του λόγου το αληθές, δείτε αυτή τη φωτογραφία, και πείτε μου: δεν φαίνεται πιο ενδιαφέρων ο ουρανός, όπως φαίνεται στην αντανάκλασή του στο γυάλινο δάπεδο που βρίσκεται μπροστά στο μουσείο της Ακρόπολης;
     Αλλά πέρα από την ομορφιά των αντανακλάσεων, αυτό που με ενθουσιάζει πιο πολύ, είναι που μέσω αυτών μπορώ να μεταμορφωθώ σε φάντασμα (και, ναι, τώρα είμαι σίγουρη πως έχετε ξαμοληθεί να μου βρείτε επειγόντως μια θέση στο Δαφνί)! Κι όμως, όχι μόνο ξέρω πώς να μεταμορφώνομαι σε φάντασμα, αλλά θα σας πω και το μυστικό: και το μυστικό, όπως προείπα, βρίσκεται στις αντανακλάσεις.
     Όταν, λοιπόν, παίρνω το μετρό ή τον ηλεκτρικό, μου αρέσει να κάθομαι στις θέσεις που βρίσκονται δίπλα σε παράθυρο (όταν βρίσκω θέση, φυσικά). Από εκεί, όχι μόνο μπορώ να παρατηρώ το εσωτερικό του συρμού στο τζάμι, μέσω της αντανάκλασής του, αλλά ταυτόχρονα βλέπω και τη σήραγγα του μετρό, καθώς τη διασχίζουμε. Δύο σε ένα, δηλαδή.
     Κάποιες φορές, ο συρμός στον οποίο βρίσκομαι διασταυρώνεται με κάποιον άλλο συρμό, που κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Ή, ακόμα καλύτερα, οι δύο συρμοί βρίσκονται σταματημένοι στον ίδιο σταθμό. Τότε είναι, αγαπητοί μου, που μεταμορφώνομαι σε φάντασμα. Κι αυτό συμβαίνει επειδή η αντανάκλαση του εσωτερικού του συρμού στον οποίο βρίσκομαι "προβάλλεται", κατά κάποιον τρόπο, στον άλλο συρμό και είναι σαν να επικαλύπτει το εσωτερικό του. Είναι, δηλαδή, σαν οι επιβάτες του δικού μου συρμού να βρίσκονται ανάμεσα στους επιβάτες του άλλου. Με άλλα λόγια, οι επιβάτες ενός ολόκληρου βαγονιού μεταμορφώνονται σε φαντάσματα και είμαι σίγουρη ότι μόνο εγώ το παίρνω είδηση!
     Ακόμα πιο διασκεδαστικό γίνεται όταν το μετρό κινείται με ταχύτητα μέσα στις σκοτεινές του σήραγγες. Τότε, καθώς κοιτάζω την αντανάκλασή μου μέσα από το τζάμι, βλέπω να περνάνε από μέσα μου φώτα, προεξοχές του τοίχου, ακόμα και ολόκληροι συρμοί. Δεν είναι αυτό απόδειξη ότι μεταμορφώνομαι σε φάντασμα;
     Και αν κάποιος αμφιβάλλει για τη μέθοδό μου, καθόλου δεν θα στενοχωρηθώ. Απλώς θα του δείξω την παρακάτω φωτογραφία με τα δύο φαντάσματα που περπατάνε δίπλα-δίπλα και θα του πω: Αντανακλάσεις, αγαπητέ μου, αντανακλάσεις!


Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Μικρό, αλλά θαυματουργό

 
    Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας πλούσιος βασιλιάς. Ο βασιλιάς αυτός ήταν πολύ ισχυρός και θα ήταν ίσως ένας πολύ καλός βασιλιάς, αν δεν ήταν τόσο υπερόπτης. Αλλά, μεταξύ μας, η υπεροψία είναι συχνό χαρακτηριστικό των βασιλιάδων.
     Ο βασιλιάς είχε κτήματα, άλογα, περιβόλια, και ένα θησαυροφυλάκιο γεμάτο χρυσάφι και πολύτιμους λίθους. Είχε και ένα τεράστιο παλάτι και πάρα πολλούς αυλικούς, οι οποίοι τον κολάκευαν και τόνωναν την υπεροψία του.
     Στο παλάτι, σε ένα εργαστήριο γεμάτο σκόνη, χαρτιά, μολύβια, χάρακες, πριόνια, σφυριά, και πολλά άλλα αντικείμενα, ζούσε και ένας εφευρέτης. Τον εφευρέτη, αρχικά, τον είχε προσλάβει ο βασιλιάς, για να μετατρέψει το παλάτι σύμφωνα με τα γούστα του, προσθέτοντας περίεργους μηχανισμούς, καταπακτές, κρυφές πόρτες και πολλά άλλα, όταν, όμως, το έργο αυτό τελείωσε, μην αντέχοντας στην σκέψη ότι ο εφευρέτης θα μπορούσε να κάνει τα ίδια και αλλού, τον φυλάκισε σε εκείνο το εργαστήριο.
     Όπως είναι λογικό, το μόνο όνειρο του εφευρέτη ήταν πια να αποδράσει από το παλάτι, αλλά αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο, αφού το εργαστήριο το φρουρούσαν μέρα-νύχτα. Και ο εφευρέτης μαράζωνε, αλλά ποτέ δεν ξεχνούσε το όνειρό του.
     Κάποτε, ο βασιλιάς απόκτησε μια κόρη. Και όλοι είπαν ότι ήταν η πιο όμορφη βασιλοπούλα που είχε γεννηθεί ποτέ, αν και, μεταξύ μας, εγώ έχω δει και πιο όμορφες. Ο βασιλιάς, λοιπόν, που εκτός από βασιλιάς ήταν και πατέρας, λάτρευε τη μοναχοκόρη του και την είχε μην στάξει και μην βρέξει. Της είχε τις καλύτερες νταντάδες να την φροντίζουν, τρεις μόδιστρους να ράβουν τα φορέματά της, πέντε σεφ να ετοιμάζουν τα γεύματά της και ένα ολόκληρο τσίρκο να τη διασκεδάζει.
     Στα δέκατα γενέθλια της βασιλοπούλας, ο βασιλιάς θυμήθηκε το φυλακισμένο εφευρέτη και αποφάσισε να τον βάλει να κατασκευάσει έναν κήπο με λουλούδια, ποταμάκια, γεφυρούλες και διάφορα περίεργα παιχνίδια, για να το χαρίσει στην κόρη του.
     Ο εφευρέτης, τότε, βρήκε την ευκαιρία που περίμενε και μια μέρα, την ώρα που επέβλεπε τις εργασίες στον κήπο, πήρε ένα σφυρί, ένα πριόνι και μία σακούλα καρφιά, και προσποιούμενος τον εργάτη, κατάφερε να ξεγελάσει τους φρουρούς και να το σκάσει από τον κήπο.
     Όλη τη μέρα έτρεχε, με μικρά διαλείμματα για να ξεκουραστεί, προσπαθώντας να κρύβεται όσο καλύτερα μπορούσε, αλλά όταν άρχισε να πέφτει το σκοτάδι βρισκόταν ακόμα στην επικράτεια του βασιλιά. Ο καημένος ο εφευρέτης ήταν πολύ στενοχωρημένος. Όπου να'ναι, αν δεν το είχαν ανακαλύψει νωρίτερα, θα ανακάλυπταν την απουσία του και θα έπαιρναν τα σκυλιά να τον ψάξουν. Και αφού ακόμα βρισκόταν στην επικράτεια του βασιλιά, οι ελπίδες του να σωθεί ήταν μάλλον ανύπαρκτες.
     Στο μεταξύ, στο παλάτι, είχαν πράγματι ανακαλύψει ότι ο εφευρέτης το είχε σκάσει. Ειδικά ο βασιλιάς ήταν πυρ και μανία και υποσχέθηκε μεγάλη αμοιβή σε όποιον έβρισκε και του παρέδιδε τον εφευρέτη. Και όλοι ξαμολύθηκαν, με πυρσούς, μέσα στη νύχτα, να βρουν τον φυγά.
     Όμως, μπορεί ο εφευρέτης να μην είχε χρυσάφι, παλάτια, αυλικούς, σκυλιά, φρουρούς, αλλά είχε μυαλό. Και αφού δεν προλάβαινε να απομακρυνθεί, αποφάσισε να κρυφτεί εκεί που είχε φτάσει. Δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του μέχρι την αυγή, γι'αυτό και δούλεψε εντατικά όλο το βράδυ και έφτιαξε ένα μικρό σπιτάκι για να κρυφτεί.
     Και τώρα, θα μου πείτε: καλά, και δεν το είδαν το σπιτάκι; και δεν τον βρήκαν τα σκυλιά; Και εγώ θα σας ρωτήσω: μα είναι δυνατόν ένας έξυπνος άνθρωπος, που ξέρει να φτιάχνει καταπακτές και κρυφές πόρτες, και περίεργους μηχανισμούς στο παλάτι, να μην ξέρει να φτιάξει τα ίδια και περισσότερα σε μία μικρή καλύβα; 
     Φυσικά και τα σκυλιά, ακολουθώντας τη μυρωδιά του εφευρέτη, έφτασαν στο σπιτάκι, και όλοι έτρεξαν εκεί, και άνοιξαν την πόρτα, και μπήκαν μέσα, και έψαξαν όλες τις γωνίες του, αλλά όχι, δεν βρήκαν τίποτα. Και έψαξαν και στα περίχωρα, και πάλι τίποτα δεν βρήκαν. Και έβγαλαν το συμπέρασμα ότι ο εφευρέτης είχε καταφέρει να ξεφύγει.
     Και ύστερα άρχισαν να τον ψάχνουν σε άλλες πολιτείες, και να τάζουν μεγάλες αμοιβές σε όποιον τον βρει, αλλά μάταια, αφού ο εφευρέτης παρέμεινε για πάντα στο μικρό σπιτάκι που υπήρξε η σωτηρία του. Καλά, θα μου πείτε, και δε νιώθει φυλακισμένος στο μικρό αυτό σπιτάκι;
     Μικρό; Ε, όχι και μικρό! Το μικρό αυτό σπιτάκι είναι πολύ θαυματουργό. Πρώτα-πρώτα, όλοι οι τοίχοι μετακινούνται, με αποτέλεσμα να αλλάζει διαστάσεις, σύμφωνα με τις επιθυμίες του ιδιοκτήτη του. Έπειτα, κάτω από το σπίτι - ή από αυτό που βλέπουμε εμείς, τέλος πάντων - υπάρχει μία έπαυλη, με πολλά δωμάτια, μεγάλη κουζίνα, μπάνιο με υδρομασάζ, θερμαινόμενη πισίνα, βιβλιοθήκη και δωμάτιο προβολών. Η είσοδος για την έπαυλη καλύπτεται από το πάτωμα της καλύβας, το οποίο είναι συρόμενο και μετακινείται με το πάτημα ενός κουμπιού, αριστοτεχνικά συνδεδεμένου με το πόμολο της πόρτας εισόδου. 
     Το επάνω μέρος αποτελεί το παρατηρητήριο του εφευρέτη και ανυψώνεται με τη βοήθεια μοχλών που είναι κρυμμένοι στα σανίδια του τοίχου, η δε καμινάδα, είναι καμουφλαρισμένο τηλεσκόπιο, το οποίο αποκαλύπτεται το βράδυ. Του εφευρέτη του αρέσει πολύ να παρατηρεί τον έναστρο ουρανό το βράδυ. 
     Όσο για ταξίδια, όταν ο εφευρέτης δεν ταξιδεύει μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου, παίρνει το αερόστατό του, το οποίο βρίσκεται ακριβώς κάτω από την κορυφή της στέγης, και κάνει βόλτες στον ουρανό. Και τότε βλέπει όλο τον κόσμο από ψηλά, τα χωράφια, τα δάση, το παλάτι, βλέπει και τον ημιτελή κήπο της βασιλοπούλας και γελάει.
    

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

Πετάει το καράβι;



     Λοιπόν, σήμερα θα μιλήσουμε για κάτι ιπτάμενο. Και, εννοείται ότι δεν αναφέρομαι σε σπουργίτι, περιστέρι ή αετό. Ούτε για πεταλούδα θα μιλήσουμε, σε περίπτωση που πήγε το μυαλό σας σε πεταλούδα.
     Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για το ιπτάμενο κρεβάτι της Πίπης, αλλά ούτε αυτό είναι το θέμα μας. Για να μη σας παιδεύω άλλο, θα σας το πω: το θέμα μας είναι ένα ιπτάμενο καράβι. Και προτού αρχίσετε να μουρμουρίζετε ότι λέω ανακρίβειες, θα σας θυμίσω ότι ιπτάμενα καράβια υπάρχουν.
     Επειδή εδώ όλες οι ιστορίες είναι αληθινές, και αμφισβητήσεις δε σηκώνω, και για να δείτε πόσο μεγάλη σημασία δίνω στην ακρίβεια των γεγονότων, θα σας πω ξεκάθαρα ότι την άποψή μου περί ύπαρξης ιπτάμενων καραβιών δεν τη βασίζω ούτε στο ελάχιστο στο ιπτάμενο καράβι του βαρώνου Μυγχάουζεν, που ως γνωστόν ήταν μέγας παραμυθάς. Ούτε, φυσικά, αναφέρομαι στα αερόπλοια, που ήταν ουσιαστικά ιπτάμενα μπαλόνια. Όχι, εγώ αναφέρομαι σε καράβια με πανιά, με πλώρη, πρύμνη και τα συναφή.
     Ως ατράνταχτο επιχείρημα θα χρησιμοποιήσω τα όσα δηλώνει στην "Αληθινή Ιστορία" του ο Λουκιανός, ο οποίος από την αρχαιότητα ήδη ταξίδεψε με πλοίο στη Σελήνη, και δεν πιστεύω να αμφιβάλλετε γι'αυτό, καθώς οι αρχαίοι Έλληνες ανακάλυψαν τα πάντα. Και, μεταξύ μας, αν το Απόλλων 11 είχε προσεληνωθεί στο σωστό σημείο, είναι σίγουρο πως η φωτογραφία που θα φιγουράριζε παντού δε θα ήταν αυτή του αποτυπώματος του παπουτσιού του Νηλ Άρμστρονγκ, αλλά η φωτογραφία του χαμένου σανδαλιού του Λουκιανού, που το έχασε κυνηγώντας μία τροφαντή ιθαγενή...
     Ας επανέλθουμε, όμως, στο ιπτάμενο καράβι της ιστορίας μας. Θα πρέπει, λοιπόν, να ξέρετε, ότι το καράβι αυτό δεν ήταν εξαρχής ιπτάμενο, είναι σίγουρο όμως ότι ήθελε πολύ να πετάξει.
     - Γιατί να περιορίζομαι στη θάλασσα, έλεγε, όταν θα μπορούσα να πετάω στον αέρα, σαν τα πουλιά;
     Και τα πουλιά γελούσαν και το κορόιδευαν.
     - Αν εσύ πετάξεις, του έλεγαν τα περιστέρια, τότε εμείς θα κολυμπήσουμε σαν πάπιες!
     - Θα πετάξω, θα το δείτε! έλεγε το καράβι με πείσμα.
     Και είναι αλήθεια ότι το πίστευε αυτό που έλεγε. Αλήθεια, επίσης, είναι ότι είχε ακούσει για συνομωσίες του σύμπαντος, όταν θέλεις κάτι πολύ...
     Πώς θα γινόταν, όμως, να πετάξει; Το καράβι είχε εναποθέσει τις περισσότερες ελπίδες του στον αέρα, και όταν φυσούσε πολύ και είχε τρικυμία, ήλπιζε να το βγάλουν βόλτα για να καταφέρει να πετάξει. Τότε ήταν, όμως, που το κρατούσαν δεμένο, και το όνειρό του παρέμενε όνειρο.
     - Γιατί να μην μπορώ κι εγώ να πετάξω; έλεγε το καημένο το καράβι. Ας πετούσα, έστω για μια φορά!
     Και αυτό το έλεγε χωρίς να το πολυπιστεύει, αφού αν κατάφερνε να πετάξει, ούτε που θα ξανακατέβαινε στη γη...
     Όμως οι μέρες, οι μήνες περνούσαν, και καμία ευκαιρία δεν του δινόταν του καημένου του καραβιού να πετάξει.
     Ώσπου μια μέρα, μια ωραία μέρα, χωρίς αέρα και με τη θάλασσα λάδι, το καράβι βρέθηκε να βολτάρει, χωρίς ιδιαίτερη όρεξη, απορροφημένο από τις σκέψεις του. Τι όμορφος που ήταν ο ουρανός, με τα σύννεφά του, που ταξίδευαν αργά-αργά, πόσο βαρετή του φαινόταν η θάλασσα... αλλά τι ήταν αυτό που έβλεπε;
     Κι όμως, μπροστά στα μάτια του η θάλασσα είχε μεταμορφωθεί σε ουρανό! Το καράβι το έβλεπε τώρα καθαρά, δεν έπλεε πια στη θάλασσα, έπλεε ανάμεσα στα σύννεφα, πετούσε! Τι θαύμα ήταν αυτό! Τι ευτυχία το πλημμύρισε το ιπτάμενο καράβι!
     - Για δείτε με τώρα, φώναζε στα πουλιά, πετάω! Πετάω! Πετάω ανάμεσα στα σύννεφα, τίποτα δεν έχω να ζηλέψω από εσάς, είμαι κι εγώ στον ουρανό και πετάω ανάμεσα στα σύννεφα, πάνω από τα δέντρα! Επιτέλους, η ευχή μου έγινε πραγματικότητα!
     Και τα πουλιά δεν είχαν τι να του απαντήσουν, αφού το καράβι είχε δίκιο. Και άρχισαν και εκείνα να σκέφτονται μήπως θα ήθελαν κάτι διαφορετικό στη ζωή τους. Και άρχισαν να αναρωτιούνται πώς τα κατάφερε το καράβι και πραγματοποίησε το όνειρό του, για να κάνουν κι εκείνα το ίδιο. Αλλά το καράβι δεν είχε χρόνο για εξηγήσεις. Αυτό που είχε σημασία, εξάλλου, ήταν το θαύμα που είχε συμβεί. Και το καράβι συνέχισε να πετάει στον ουρανό, ευτυχισμένο. Και όταν το είδα εγώ, ακόμη πετούσε.
     Τώρα, βέβαια, υπάρχουν αυτοί που θα αμφισβητήσουν την εγκυρότητα της ιστορίας. Αλλά, μη βιάζεστε να κρίνετε, άπιστοι Θωμάδες, και έχουσιν γνώσιν οι φύλακες. Θα μιλούσα εγώ χωρίς ντοκουμέντα; Το φαντάστηκα ότι δε θα με πιστεύατε, γι'αυτό και το έβγαλα φωτογραφία.
     Λοιπόν, τι έχετε να πείτε τώρα; Πετάει το καράβι;



Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Επίμονο καμάκι

     - Ψιτ, κοπελιά! Καλέ, μίλα μας και μη μας αγαπάς! είπε ο ένας.
     - Καλέ, ζαχαροπλάστης ήταν ο μπαμπάς σου; είπε ο άλλος.
     - Μα, καλά, ούτε μια ματιά δε μας ρίχνεις, δηλαδή; Αφού το ξέρω ότι σου αρέσω, τι το κρύβεις; συνέχισε ο πρώτος.
     - Έλα, καλέ, στείλε έστω ένα χαμόγελο... πετάχτηκε κι ένας τρίτος.
     - Τι ζόρι τραβάς, ρε φίλε; ρώτησε ο πρώτος.
     - Δεν κατάλαβα... Αδερφή σου είναι η κοπελιά ή γυναίκα σου και θίγεσαι;
     - Κάνε μου τη χάρη και μαζέψου! Η κοπελιά είναι δικιά μου!
     - Πώς είναι δικιά σου, δηλαδή;
     - Δικιά μου είναι! Τρεις μήνες τώρα την κορτάρω!
     - Χα, χα! Ας γελάσω! Και τι θα πει αυτό; Ότι επειδή την κορτάρεις την έχεις κιόλας; Αφού ούτε μια ματιά δε γυρίζει να σου ρίξει!
     - Είναι δικιά μου, σου λέω! Απλώς, δε θέλει να δώσει δικαιώματα, επειδή συνοδεύεται από τον κηδεμόνα της, δεν βλέπεις;
     - Άσε, ρε φίλε, που με τριών μηνών κορτάρισμα την έριξες κιόλας! πετάχτηκε ο δεύτερος. Σε λίγο θα μας πεις ότι σου κούνησε και την ουρά της! Αυτού του είδους οι γκόμενες δεν είναι για τα δόντια σου, να το ξέρεις.
     - Και είναι για τα δικά σου, δηλαδή;
     - Τι να ζηλέψει από εσένα, βρε κακομοίρη, που δεν έχεις πού την κεφαλή κλίναι;
     - Άντε, ρε αριστοκράτη εσύ, που θα μας την πεις κιόλας! Ολόκληρο σπίτι, δεν το βλέπεις;
     - Ναι, σιγά το μέγαρο! Εγώ, αν θες να ξέρεις, δίπλα στο τζάκι κοιμάμαι κάθε βράδυ. Εσύ έχεις τζάκι;
     - Ό,τι και να λες, εμένα θέλει η κοπελιά...
     - Ναι, άντε κατούρα μας, ρε...
     - Καλέ, κοπελιά, πετάχτηκε ξανά ο τρίτος, πες μας μια κουβέντα, δεν βλέπεις που σφάζονται τα παληκάρια για σένα; Πες μας, τέλος πάντων, ποιον προτιμάς, αν και είναι σίγουρο ότι εμένα γουστάρεις, το έχω καταλάβει, άσ'τους άλλους δυο να κουρεύονται...
     - Η κοπελιά γουστάρει μεγαλεία, συνέχισε ο δεύτερος, γουστάρει τζάκια και ξηρά τροφή, όχι αποφάγια...
     - Προτού μιλήσεις για το φαγητό μου θα πρέπει να πλένεις το στόμα σου! Ούτε στον ύπνο σου δεν μπορείς να δεις τα σπιτικά φαγητά που τρώω εγώ! Το σπιτικό φαγητό είναι το καλύτερο και μαζί μου η κοπελιά θα καλοπεράσει, πώς, λοιπόν, να μην είμαι εγώ ο εκλεκτός της καρδιάς της;
     - ...και επιπλέον, τα έχεις δει τα μούτρα σου στον καθρέφτη; 
     - Τι έχουν τα μούτρα μου, δηλαδή;
     - Πρώτα-πρώτα, είσαι μαύρος.
     - Βρε, άντε χάσου, παλιορατσιστή!
     - Και, δεύτερον, είσαι και στούμπος. Ενώ εγώ, εκτός από όμορφος είμαι και πρώτο μπόι.
     - Το ύψος δεν είναι το παν...
     - Βρε, την πρόσεξες την κορμοστασιά της; Τι να σε κάνει εσένα, που είσαι σαν μπασμένο; Ένα κεφάλι σου ρίχνει!
     - Ναι, αλλά είμαι τσαχπίνης και αγαπησιάρης!
     - Καλές είναι οι τσαχπινιές, αλλά αν χρειαστεί, πώς θα την προστατέψεις, που είσαι μισή μερίδα;
     - Ε, όχι και μισή μερίδα! Καλέ, κοπελιά, πες εδώ σε αυτούς τους ηλίθιους ότι εμένα προτιμάς!
     - Ναι, δεν σφάξανε!
     - Άμα έρθω από εκεί, θα σου πω εγώ αν σφάξανε ή δεν σφάξανε!
     - Έλα, αν μπορείς!
     - Τώρα δεν μπορώ, αλλά δε θα σε πετύχω κανένα απόγευμα στη βόλτα, θα σε τακτοποιήσω εγώ!
     - Ναι, φοβήθηκα τώρα! Λοιπόν, για να μην παιδεύεσαι, σου λέω από τώρα ότι η μικρή είναι δική μου και ότι σύντομα θα γίνουμε ζευγάρι και θα κάνουμε και πολλά παιδιά. Γι'αυτό, σπάσε και κοίτα να βρεις άλλη.
     - Να βρεις εσύ άλλη!
     - Εγώ δεν χρειάζομαι να βρω άλλη, αφού έχω αυτήν!
     - Αυτή είναι δικιά μου!
     - Νομίζεις!
     - Δε νομίζω, είμαι σίγουρος!
     - Ό,τι και να λέτε εσείς οι δυο, εμένα προτιμάει η κοπελιά.
     - Ναι, σιγά μην προτιμάει εσένα!
     - Πόσο στοίχημα βάζετε;
     - Καλέ, κοπελιά, πες μας τελικά ποιον προτιμάς! Ψιτ, κοπελιά! Ε, κοπελιά!
     Αλλά εκείνη δεν τους έδωσε την παραμικρή σημασία. Συνέχισε να περπατάει αδιάφορα με σταθερό βήμα δίπλα στον κηδεμόνα της, ενώ εκείνοι συνέχιζαν να τσακώνονται για χάρη της. Και όλη η γειτονιά αντηχούσε από τα γαυγίσματα των τριών επίδοξων μνηστήρων.

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Επίσημη πρώτη

 
    Ο κολοβός χαρταετός ήταν πολύ χαρούμενος. Επιτέλους, ο καιρός του είχε κάνει το χατήρι. Έβρεχε συνέχεια και κανένα παιδί δεν είχε πάει να πετάξει αετό. Τι ωραίος που ήταν ο γκρίζος, άδειος από χαρταετούς ουρανός!
     - Τι κρίμα! έλεγαν οι άλλοι χαρταετοί και έκλαιγαν. Μια μέρα μας δίνεται κι εμάς η ευκαιρία να πετάξουμε στον ουρανό, και τώρα θα μείνουμε καθηλωμένοι στη γη...
     - Τι ωραίος καιρός σήμερα! τραγουδούσε ο κολοβός χαρταετός..
     - Τι ωραία που θα ήταν, αν ο καιρός ήταν καλός, έλεγαν οι άλλοι χαρταετοί και σκούπιζαν τα δάκρυά τους...
     - Η καλύτερη Καθαρά Δευτέρα όλων των εποχών! τραγουδούσε ο κολοβός χαρταετός, και το χαμόγελό του έφτανε μέχρι τα αυτιά του.
     - Τι ωραία να μπορούσαμε να πετάξουμε, σαν τα ξαδέρφια μας, τους πραγματικούς αετούς, αυτούς με τα φτερά...
     - Τι ωραία που είναι τα σύννεφα!
     - Και θα κάναμε διαγωνισμό, ποιος θα φτάσει πιο ψηλά...
     - Και θα βλέπουμε την βροχή να πέφτει!
     - Και θα έκανε ζέστη...
     - Και κάνει κρύο!
     - Τι αξίζει η ζωή, αν δεν μπορείς να πετάξεις;
     - Η ζωή είναι πολύ ωραία, αν δεν μπορείς να πετάξεις!
     Ένας ηλικιωμένος χαρταετός, φαφούτης και γεμάτος ρυτίδες, που είχε πετάξει άπειρες φορές στον ουρανό, άκουσε τον κολοβό χαρταετό και πολύ εκνευρίστηκε.
     - Για άκου να σου πω, του είπε, όχι επειδή εσύ δεν μπορείς να πετάξεις, να θέλεις να μην πετάξει κανένας!
     - Φυσικά και μπορώ να πετάξω! είπε θυμωμένος ο κολοβός χαρταετός.
     - Αφού δεν έχεις ουρά!
     - Ναι, αλλά μπορώ να πετάξω, απλώς δε μου αρέσει!
     - Θέλεις να πεις ότι αν είχες ουρά, πάλι δε θα πετούσες;
     - Φυσικά!
     - Δε σε πιστεύω, είπε ο ηλικιωμένος χαρταετός.
     - Δε με νοιάζει αν με πιστεύεις, είπε και ο κολοβός χαρταετός.
     - Τους ξέρω καλά αυτούς τους τύπους, συνέχισε ο ηλικιωμένος χαρταετός. Προσπαθούν να διαφημίζουν τα κουσούρια τους, ενώ στην πραγματικότητα ντρέπονται γι'αυτά.
     - Δεν ξέρεις τι λες! του φώναξε ο κολοβός χαρταετός.
     Αλλά η αλήθεια ήταν ότι ο ηλικιωμένος χαρταετός ήξερε πολύ καλά τι έλεγε. Ναι, η αλήθεια ήταν ότι ο κολοβός χαρταετός ήθελε πολύ να πετάξει, αλλά χωρίς ουρά δεν μπορούσε. Ντρεπόταν πολύ γι'αυτό, αλλά δεν ήθελε να το καταλάβουν οι άλλοι. Έτσι, είχε αποφασίσει να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους ότι το πέταγμα δεν ήταν και κάτι το τόσο σπουδαίο. Γι'αυτό και χαιρόταν με την βροχή, επειδή τώρα που έβρεχε και κανένας χαρταετός δεν πετούσε στον ουρανό, κανένας δεν θα τον κοιτούσε υποτιμητικά, αφού κανείς δεν θα αντιλαμβανόταν την αδυναμία του.
     Έτυχε, όμως, τη συζήτηση των δύο χαρταετών να την ακούσει ένα αγοράκι. Και το αγοράκι αυτό είχε έναν μπαμπά, που ήξερε από χαρταετούς. Πήρε, λοιπόν, τον κολοβό χαρταετό και τον πήγε στον μπαμπά του.
     - Μπορείς να του βάλεις ουρά; ρώτησε.
     - Φυσικά, είπε ο μπαμπάς του, αλλά δε θέλεις να σου αγοράσω έναν χαρταετό με ουρά;
     - Όχι, είπε ο μικρός, θέλω αυτόν τον χαρταετό.
     Και ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του κολοβού χαρταετού.
     Και ο μπαμπάς πήρε περιοδικά και τα έσκισε, και ύστερα τα έδεσε σε ένα σκοινί λίγα-λίγα, και σε λίγο είχε φτιάξει μια πανέμορφη, πολύχρωμη ουρά!
     Ο κολοβός χαρταετός δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε αποκτήσει ουρά και ότι σε τίποτα δεν υστερούσε πια από τους υπόλοιπους χαρταετούς.
     Και τώρα ήταν αυτός που παρακαλούσε να σταματήσει η βροχή για να πετάξει στους ουρανούς. Και ο ουρανός, σαν να άκουσε την επιθυμία του χαρταετού, άρχισε να καθαρίζει. Τα σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται και να φεύγουν, παρέες-παρέες, για να πάνε να παίξουν σε άλλες γειτονιές. Και ύστερα από λίγο φάνηκε και ο ήλιος.
     Όλοι οι χαρταετοί άρχισαν να πανηγυρίζουν. Ήταν μεγάλη η χαρά τους, που αυτό που περίμεναν έναν χρόνο τώρα, θα γινόταν πραγματικότητα. Και χτένιζαν τα μαλλιά τους, και ξεσκόνιζαν τα ρούχα τους, και έλεγχαν τις ουρές τους, για να βεβαιωθούν ότι ήταν έτοιμοι για τη μεγάλη στιγμή.
     Την πιο μεγάλη χαρά απ'όλους, όμως, την είχε ο κολοβός χαρταετός, που πια δεν ήταν κολοβός, αλλά ανυπομονούσε να πετάξει για πρώτη φορά στη ζωή του και είχε και άγχος μήπως δεν τα καταφέρει.
     Δεν υπήρχε, όμως, λόγος να ανησυχεί, αφού ο μικρός με τον μπαμπά του ήταν μάστορες στο πέταγμα. Και ο κολοβός χαρταετός, που πια δεν ήταν κολοβός, άρχισε να πετάει στον ουρανό. Και οι άλλοι χαρταετοί άρχισαν να παίζουν κυνηγητό. Και κανένας δεν τον αποπήρε, όταν τους πλησίασε και εκείνος για να παίξει. Και καθώς ο αέρας του χάιδευε το πρόσωπο, ο χαρταετός αισθάνθηκε πολύ ευτυχισμένος. Και ευχήθηκε να ήταν κάθε μέρα Καθαρά Δευτέρα!
     Και κάπου πιο πέρα στον ουρανό, ο ηλικιωμένος χαρταετός τον κοιτούσε και το φαφούτικό του στόμα χαμογελούσε.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Ιδιοκατοίκηση

 
     - Μαμά, πού έχεις βάλει τα παιχνίδια μου; φώναξε ο μικρός.
     - Στη μεγάλη τη σακούλα, είπε η μαμά του. Δίπλα στη βαλίτσα σου. Μην την ανοίξεις τώρα. Είδα κι έπαθα να τα μαζέψω όλα. Τι τα θες τόσα παιχνίδια, ποτέ μου δεν το κατάλαβα.
     - Γυναίκα, φώναξε ο άντρας της, τα ξυριστικά μου τα πήρες;
     - Ναι, είπε εκείνη και με το ζόρι συγκράτησε μία βρισιά.
     - Τα παπούτσια μου τα καλά τα έβαλες στη βαλίτσα; συνέχισε εκείνος.
     - Και πού ήθελες να τα βάλω;
     - Μα, είχα σκοπό να τα φορέσω σήμερα!
     - Ας την έφτιαχνες τη βαλίτσα μόνος σου τότε! Δεν φτάνει που μάζεψα όλα τα πράγματα μόνη μου, θα ακούω και παράπονα από πάνω;
     - Ας μου έλεγες να την φτιάξω μόνος μου.
     - Ναι, σε ξέρω και από άλλες φορές. Αλλά εγώ φταίω!
     - Να τα, αρχίσαμε πάλι...
     - Ναι, αρχίσαμε, δεν κατάλαβα, δεν μπορούμε να μιλάμε τώρα; Εγώ φταίω, που δεν άκουσα τη μάνα μου...
     - Ναι, ξέρω, που δεν άκουσες τη μάνα σου και παντρεύτηκες εμένα, ενώ σου έκαναν ένα σωρό προξενιά...
     - Γιατί, ψέματα είναι; Τόσοι και τόσοι με ζητήσανε, αλλά εγώ στραβώθηκα και πήρα εσένα. Και μου το'λεγε η μάνα μου: πάρε έναν άντρα να έχει ένα σπίτι δικό του, πού πας με αυτόν τον ξεβράκωτο; Μια ζωή στο ενοίκιο θα ζείτε, θα σας φάνε οι μετακομίσεις...
     - Ώχου, βαρέθηκα να ακούω τα ίδια και τα ίδια... ας την άκουγες τη μάνα σου, εγώ τι φταίω τώρα;
     - Εμ, βέβαια, έπρεπε να την ακούσω, τώρα θα ήμουν νοικοκυρά με δικό μου σπίτι, όχι κάθε τρεις και λίγο να μετακομίζουμε, επειδή εσύ διαλέγεις σπίτια που ύστερα σου τα ζητάνε για ιδιοκατοίκηση...
     - Μαμά, να φορέσω το παλτό μου;
     - Κάνε ό,τι θέλεις, μέχρι και γι'αυτό θα με ρωτάς;
     - Μη φωνάζεις στο παιδί...
     - Δεν μπορώ, ειδικά όσο βλέπω πόσο ίδιος εσύ πάει να γίνει...
     - Ας τον έκανες με άλλον, τότε!
     - Θεέ μου, δώσε μου δύναμη!
     - Όχι, σε εμένα πρέπει να τη δώσει τη δύναμη, που με ψέλνεις από το πρωί ως το βράδυ! Βρε, σου έλειψε το φαγητό; Σου έλειψε η ζεστασιά; Σου έλειψε το σεξ; Το καλύτερο φαγητό δεν τρώμε; Στα καλύτερα σπίτια δεν σε φέρνω;
     - Τι να το κάνω, αφού ύστερα από λίγο καιρό θα πρέπει να τα εγκαταλείψουμε;
     - Θα προτιμούσες να ήταν κακοφτιαγμένα και να μην τα θέλει κανείς; Άσε που αν μέναμε σε δικό μας σπίτι θα μας τσεκούρωνε η εφορία!
     - Ε, δεν είπα να φτιάξεις και μέγαρο! Ένα απλό σπιτάκι ζήτησα. Ας έφτιαχνες κι εσύ ένα δικό σου σπίτι για αλλαγή. Ως πότε θα ζούμε στο ενοίκιο; Κουράστηκα, δεν αντέχω άλλες μετακομίσεις!
     - Και πού ακούστηκε σπουργίτης να φτιάχνει δικό του σπίτι;
     - Και, δηλαδή, τα άλλα πουλιά χαζά είναι που φτιάχνουν δικά τους σπίτια;
     - Ε, δεν είπα αυτό...
     - Ε, τότε;
     - Μα όλοι το ξέρουν ότι τα σπουργίτια δεν ξέρουν τίποτα από οικοδομές, χτίσιμο, σοβάτισμα, τοίχοι, κουφώματα, δεν ξέρουν τι θα πει.
     - Να μάθουν, τότε!
     - Και πώς να μάθουμε, εξυπνοπούλι μου εσύ;
     - Βλέποντας μαθαίνεις.
     - Ναι, αλλά υπάρχουν και τόσα είδη κατοικίας... Τι σχέδιο να αντιγράψουμε, του πελαργού, της καρδερίνας, του χελιδονιού;
     - Όποιο να'ναι, αρκεί το σπίτι να είναι δικό σου!
     - Δε γίνονται αυτά τα πράγματα.
     - Άμα θέλεις, γίνονται.
     - Ναι, καλά...
     - Και, δε μου λες, για να'χουμε καλό ρώτημα, πότε αναμένεται να γυρίσει το χελιδόνι;
     - Σήμερα, αύριο, δεν ξέρω ακριβώς, αλλά όπου να'ναι έρχεται.
     - Τυχερή η χελιδόνα, δυο σπίτια έχει, άλλο το χειμώνα, άλλο το καλοκαίρι!
     - Άρχισες πάλι;
     - Μα να μην πω τον πόνο μου;
     - Καλά, πάμε και συνεχίζεις να μου τον λες στον δρόμο. Άσε τις βαλίτσες, θα τις κουβαλήσω εγώ όλες. Η δικιά μου η γυναίκα δε θέλω να κουβαλάει βαλίτσες. Μικρέ, πάρε τη βαλίτσα σου και τα παιχνίδια σου και έλα! Φεύγουμε!
     Και όλη η οικογένεια Σπουργίτη αποχώρησε από τη χελιδονοφωλιά, σε αναζήτηση άλλης διαθέσιμης κατοικίας, ενώ κάπου μακριά, η οικογένεια Χελιδόνη πακετάριζε κι αυτή τα υπάρχοντά της, με σκοπό να γυρίσει στη θερινή της φωλιά.
     Μεγάλο πράγμα, να έχεις θερινή κατοικία. 
     Ή, τουλάχιστον, αυτό σκεφτόταν η κυρία Σπουργίτη.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Το πηγάδι που τραγουδούσε


     Μια φορά ήταν ένας πλούσιος άρχοντας. Και τόσο πλούσιος ήταν, που οι αποθήκες του αρχοντικού του δεν έφταναν για να φυλάξει τα πλούτη του. Τα ρούχα του τα έφτιαχναν από τα καλύτερα και ακριβότερα υφάσματα, στην κουζίνα του είχε τους καλύτερους μάγειρες, και το αρχοντικό του ήταν τόσο μεγάλο και επιβλητικό, που φαινόταν από πάρα πολύ μακριά.
     Και αν μιλήσουμε για τον κήπο του, τι να πούμε για τον κήπο του! Ήταν τεράστιος και είχε φυτά και δέντρα από όλο τον κόσμο. Ολάνθιστα παρτέρια υπήρχαν διάσπαρτα παντού, μονοπάτια στρωμένα με πέτρες, παγκάκια, κούνιες, σιντριβάνια, απ'όλα είχε εκείνος ο κήπος!
     Αλλά μη νομίζετε ότι επειδή ο άρχοντας είχε πολλά πλούτη ήταν και ευτυχισμένος. Όχι, κάθε άλλο. Όλο προβλήματα είχε και όλο στενοχώριες, και δε χαμογελούσε σχεδόν ποτέ. Και όλο αναστέναζε.
     Μια μέρα πέρασε από εκεί μία γριούλα και χτύπησε την πόρτα του αρχοντικού. Ερχόταν από μακριά, είπε, και δεν είχε πού να περάσει το βράδυ της. Ο άρχοντας δέχτηκε να την φιλοξενήσει, και την περιποιήθηκε τόσο πολύ, που η γριούλα φεύγοντας του έκανε δώρο ένα πηγάδι.
     - Σε ευχαριστώ πολύ, είπε ο άρχοντας, αλλά έχω τόσα πράγματα, τι να το κάνω το πηγάδι;
     - Α, δεν έχεις δίκιο, άρχοντά μου, είπε η γριούλα. Αυτό το πηγάδι δεν είναι σαν τα άλλα.
     - Δηλαδή;
     - Αυτό το πηγάδι τραγουδάει.
     - Πώς τραγουδάει, δηλαδή;
     - Όπως τραγουδάνε όλοι, απάντησε η γριούλα. 
     - Και πού θα μου χρειαστεί; ρώτησε ο άρχοντας.
     - Να, αν για παράδειγμα είσαι στενοχωρημένος, το τραγούδι του πηγαδιού θα σε κάνει να νιώσεις καλύτερα.
     Αυτό άρεσε πολύ στον άρχοντα, που πολύ θα ήθελε να ξεχάσει τις στενοχώριες του. Ευχαρίστησε την γριούλα και διέταξε να τοποθετήσουν το πηγάδι που τραγουδούσε σε μία ήσυχη γωνιά του κήπου του. Όμως, η απογοήτευσή του ήταν μεγάλη, όταν είδε ότι το πηγάδι δεν τραγουδούσε καθόλου. Μάταια τέντωνε τα αυτιά του ο άρχοντας και προσπαθούσε να ακούσει. Το πηγάδι παρέμενε βουβό.
     Στο μεταξύ, το νέο κυκλοφόρησε, ότι ο άρχοντας είχε ένα πηγάδι που τραγουδούσε και που το τραγούδι του έδιωχνε την στενοχώρια, και πολύς κόσμος άρχισε να έρχεται και να χτυπάει την πόρτα του αρχοντικού, θέλοντας να ακούσει το τραγούδι του πηγαδιού και να ξεχάσει τις στενοχώριες του. Όμως και εκείνοι απογοητεύονταν όταν, πλησιάζοντας το πηγάδι και στήνοντας αυτί, δεν άκουγαν τίποτα απολύτως.
     Ο άρχοντας κάλεσε τον καλύτερο γιατρό της χώρας. Ο γιατρός έβαλε τα ακουστικά του, έστησε αυτί, κοίταξε και μέσα στο στόμα του πηγαδιού... τίποτα.
     - Δεν ξέρω τι έχει, άρχοντά μου, είπε. Το εξέτασα και μου φάνηκε μια χαρά.
     Ύστερα ο άρχοντας κάλεσε έναν παπά. Ο παπάς του έριξε αγιασμό, του διάβασε μερικές ευχές, μέχρι που το ξεμάτιασε κιόλας, αλλά το πηγάδι δεν έβγαζε μιλιά!
     - Δεν ξέρω τι έχει, άρχοντά μου, είπε και ο παπάς. Εγώ, μια φορά, έκανα ό,τι μπορούσα.
     Έτσι, ο άρχοντας αποφάσισε ότι το πηγάδι ήταν χαλασμένο, και ότι η γριούλα τον είχε κοροϊδέψει. Αποσύρθηκε στο αρχοντικό του και σιγά-σιγά το ξέχασε τελείως το πηγάδι. Και όλο αναστέναζε.
     Πέρασε αρκετός καιρός από τότε. Η γωνιά του κήπου όπου βρισκόταν το πηγάδι γέμισε αγριόχορτα και αγριολούλουδα και οι κηπουροί δεν πήγαιναν καθόλου εκεί για να κλαδέψουν και να φυτέψουν καινούργια λουλούδια. Τα μονοπάτια του κήπου σκεπάστηκαν με αγριόχορτα και ξερά φύλλα και κανείς δε θυμόταν πια πώς να πάει εκεί.
     Όμως, μια μέρα, ο κήπος αντήχησε από ένα όμορφο τραγούδι, τόσο όμορφο που όλοι σταμάτησαν τη δουλειά τους και στάθηκαν να ακούσουν. Ναι, ήταν αλήθεια: το πηγάδι τραγουδούσε!
     Τα νέα έφτασαν και στα αυτιά του άρχοντα, που έτρεξε κι εκείνος να δει το πηγάδι από κοντά. Οι κηπουροί του καθάρισαν βιαστικά ένα μονοπάτι για να περάσει, και στάθηκαν γύρω από το πηγάδι, απολαμβάνοντας το όμορφο τραγούδι.
     Ο άρχοντας ένιωσε να ξεχνάει όλες του τις στενοχώριες, και κατάλαβε ότι η γριούλα δεν τον είχε κοροϊδέψει. Αλλά μόλις τελείωσε το τραγούδι, το πηγάδι βουβάθηκε και πάλι.
     Ο άρχοντας πλησίασε στο πηγάδι και τέντωσε το αυτί του. Περίμενε αρκετή ώρα, αλλά το πηγάδι δεν είπε λέξη. 
     - Μάλλον θα τραγουδάει όποτε θέλει εκείνο, σκέφτηκε ο άρχοντας και γύρισε να φύγει.
     Αλλά τότε, ανάμεσα από τους ακλάδευτους θάμνους που βρίσκονταν εκεί γύρω, εμφανίστηκε ένας νάνος. Και πριν προλάβει κανείς να πει ο,τιδήποτε, ο νάνος στάθηκε πάνω από το πηγάδι και άρχισε να τραγουδάει. Και όταν ο νάνος άρχισε να τραγουδάει, τότε σιγά-σιγά άρχισε να τραγουδάει και το πηγάδι. Και όσο συνέχιζε να τραγουδάει ο νάνος, τόσο δυνάμωνε το τραγούδι του πηγαδιού.
     Παράξενο του φάνηκε του άρχοντα όλο αυτό, και όταν ο νάνος σταμάτησε το τραγούδι του και έκανε να φύγει, τον σταμάτησε και τον ρώτησε τι μαγικό ήταν αυτό που έκανε στο πηγάδι και το έκανε να τραγουδήσει.
     - Κανένα μαγικό, άρχοντά μου, απάντησε ο νάνος, αλλά θαρρώ ότι θα έπρεπε να το ξέρεις. Στη ζωή παίρνεις ό,τι δίνεις κι αν μόνο περιμένεις να πάρεις, δε θα πάρεις τίποτα.
     Σαν χάνος κοίταζε ο άρχοντας το νάνο, και προσπαθούσε να καταλάβει.
     - Το πηγάδι τραγουδάει ό,τι του τραγουδήσουν, συνέχισε ο νάνος. Εσείς όλοι το μόνο που κάνατε ήταν να περιμένετε να σας τραγουδήσει από μόνο του, κάτι που είναι εντελώς αδύνατο. Σε εμένα το πηγάδι τραγουδάει, επειδή και εγώ του τραγουδάω. Κατάλαβες τώρα;
     Και ο άρχοντας κατάλαβε. Και πλησίασε το πηγάδι, και άρχισε να του τραγουδάει. Και ήταν πολύ μεγάλη η χαρά του, όταν το πηγάδι άρχισε να τραγουδάει και εκείνο. Και καθώς άκουγε το τραγούδι του πηγαδιού, ο άρχοντας άρχισε να ξεχνάει τις στενοχώριες του. Και χαμογέλασε.

ΥΓ: Η φωτογραφία απεικονίζει το έργο "Γάτες στο πηγάδι" του Κωνσταντίνου Γραμματόπουλου, και τραβήχτηκε στην Πινακοθήκη Ν. Χατζηκυριάκου-Γκίκα, στην Αθήνα.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Ο επίμονος κηπουρός


     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό σπιτάκι, ζούσε ένα νεαρό αγόρι. Το αγόρι ήταν ορφανό από γονείς και ζούσε μόνο του. Η μόνη τέχνη που ήξερε ήταν η κηπουρική, που την είχε μάθει από τον πατέρα του, που ήταν κηπουρός. Επιπλέον, είχε και ταλέντο και τα φυτά που φρόντιζε θέριευαν ακόμα και στα πιο άγονα εδάφη.
     Ασκώντας την κηπουρική, λοιπόν, το νεαρό αγόρι κατάφερνε να συντηρείται με αξιοπρέπεια, και να συντηρεί και το σπίτι του, το οποίο, επειδή ήταν παλιό, κληρονομιά από τον παππού του τον κηπουρό, ήθελε συνέχεια επισκευές.
     Το νεαρό αγόρι μεγάλωσε και έγινε ένας νέος άντρας, έφτασε σε ηλικία γάμου, που λένε, οπότε και αποφάσισε να βρει μια καλή κοπέλα να πατρευτεί. Πράγματι, στα καθημερινά του πηγαινέλα είχε δει πολλές κοπέλες, όμορφες και από καλές οικογένειες.
     Διάλεξε, λοιπόν, μία όμορφη κοπέλα, που την έβλεπε τακτικά στο πάρκο να διαβάζει και του είχε κάνει καλή εντύπωση. Την πλησίασε κρατώντας ένα όμορφο μπουκέτο λουλούδια, που είχε φτιάξει ειδικά για εκείνη, και της εξήγησε το λόγο που την είχε πλησιάσει.
     - Τι δουλειά κάνεις; τον ρώτησε.
     - Κηπουρός.
     - Κηπουρόοοοος;
     - Ναι.
     - Και αν σε παντρευτώ, δηλαδή, θα είμαι μια γυναίκα κηπουρού;
     - Ε, ναι.
     - Α, δεν μπορώ, απάντησε. Εγώ θα παντρευτώ ένα βασιλόπουλο. Όλα τα βιβλία το λένε ότι οι κοπέλες παντρεύονται  βασιλόπουλα. Θα έρθει επάνω σε ένα άσπρο άλογο και θα με πάρει. Και θα με κάνει βασίλισσα. Εσύ, άλογο έχεις;
     - Όχι, είπε ο νεαρός κηπουρός.
     - Ε, τότε, λυπάμαι, αλλά θα πρέπει να βρεις άλλη να σε παντρευτεί. Αλλά πολύ φοβάμαι ότι δεν θα βρεις καμία διαθέσιμη.
     Και η κοπέλα γύρισε στο διάβασμά της, που το είχε αφήσει σε κρίσιμο σημείο.
     Ο κηπουρός έμεινε με τα λουλούδια στο χέρι, αλλά δεν του έκανε καρδιά να τα πετάξει, έτσι γύρισε στο σπίτι του και τα φύτεψε στον κήπο του.
     - Ήταν πρώτη φορά και δεν ήξερα, σκέφτηκε. Την επόμενη φορά θα είμαι πιο προσεκτικός και θα διαλέξω καλύτερα.
     Η επόμενη κοπέλα που πλησίασε ήταν από πολύ καλή οικογένεια, και την είχε ακούσει πολλές φορές να παίζει πιάνο και να τραγουδάει, καθώς περνούσε έξω από το ανοιχτό της παράθυρο. Είχε πολύ όμορφη φωνή και ο κηπουρός φαντάστηκε πόσο ωραία θα ήταν η ζωή του, όταν θα γύριζε κουρασμένος στο σπίτι του και θα άκουγε αυτήν τη θεσπέσια φωνή.
     Έφτιαξε ένα όμορφο μπουκέτο λουλούδια και την πλησίασε. Εκείνη, αντί να κοιτάξει τα λουλούδια, κοίταξε τα χέρια του.
     - Τα νύχια σου είναι λερωμένα, του είπε.
     - Λερώθηκαν την ώρα που έφτιαχνα το μπουκέτο, της απάντησε.
     - Ναι, δε λέω, ωραίο είναι το μπουκέτο, αλλά... καλέ τι χοντρά δάχτυλα είναι αυτά που έχεις!
     - Δεν το είχα προσέξει ποτέ...
     - Και πώς θα παίζεις μουσική με αυτά τα δάχτυλα;
     - Μα, δεν παίζω μουσική...
     - Δεν παίζεις μουσικήηηηηη; Πώς είναι αυτό δυνατόν;
     - Ε, να, δεν έμαθα ποτέ.
     - Ποτέ; Α, εγώ χωρίς μουσική θα πέθαινα. Και, δηλαδή, άμα παντρευτούμε, δε θα μου παίζεις πιάνο να διασκεδάζω;
     - Αρκεί που θα παίζεις εσύ.
     - Α, όχι, δε μου αρέσει, ο άντρας που θα πάρω εγώ θα είναι οπωσδήποτε μουσικός! Και τα νύχια του θα είναι πάντα καθαρά και λιμαρισμένα!
     Όπως καταλάβατε, και αυτή η απόπειρα του κηπουρού να βρει νύφη απέτυχε, και ο δόλιος βρέθηκε πάλι με την ανθοδέσμη στο χέρι. Και επειδή λυπόταν να τα πετάξει τα λουλούδια, τα φύτεψε στον κήπο του, δίπλα στα προηγούμενα.
     Η τρίτη νύφη που διάλεξε ο κηπουρός ήταν κόρη ενός πλούσιου εμπόρου.
     - Ελπίζω να βγάζεις αρκετά λεφτά, του είπε. Χωρίς λεφτά δεν μπορείς να κάνεις τίποτα στη ζωή.
     - Βγάζω όσα μου χρειάζονται για να ζω.
     - Και τι σημαίνει αυτό;
     - Ότι δεν χρειάζομαι παραπάνω.
     - Μη λες βλακείες, όλοι χρειάζονται παραπάνω λεφτά. Αλλά, ας υποθέσουμε ότι φτάνουν για εσένα. Για εμένα, φτάνουν; Βγάζεις αρκετά για να μου αγοράζεις φουστάνια και κορδέλες, και παπούτσια;
     - Χρειάζεσαι πολλά φουστάνια και κορδέλες και παπούτσια;
     - Αρκετά. Δεν μπορώ να πηγαίνω στην αγορά φορώντας κουρέλια...
     - Θα δουλέψω παραπάνω και θα βγάλω όσα χρειάζεται.
     - Ούτε στην εκκλησία μπορώ να πηγαίνω με τα καθημερινά μου ρούχα.
     - Θα σου πάρω και ρούχα για την εκκλησία.
     - Και έπιπλα θα πρέπει να μου πάρεις. Πώς θα δέχομαι επισκέψεις;
     Ο κηπουρός άρχισε να σκέφτεται μήπως δεν κατάφερνε να βγάλει όσα χρήματα χρειαζόταν.
     - Και, βέβαια, θα χρειαστούμε και ένα αμάξι, έστω με ένα άλογο. Δεν μπορώ εγώ, κόρη μεγαλεμπόρου, να μετακινούμαι με τα πόδια, και να πατάω με τα καλά μου τα παπούτσια στις λάσπες και στα νερά του δρόμου...
     Και έτσι ναυάγησε και η τρίτη προσπάθεια του κηπουρού να βρει νύφη. Και άλλη μία ανθοδέσμη κατέληξε στον κήπο του, δίπλα στις δύο προηγούμενες.
     Αλλά ο κηπουρός δεν το έβαλε καθόλου κάτω, και συνέχισε να αναζητά την κοπέλα που θα τον παντρευόταν. Και πότε προσέγγιζε την ίδια την κοπέλα, πότε προσέγγιζε την οικογένειά της, αλλά η απάντηση ήταν πάντα αρνητική. Και σιγά-σιγά, ο κήπος του γέμισε φυτεμένες ανθοδέσμες, οι οποίες όμως έβγαζαν ρίζες μέσα στον κήπο, και μεγάλωναν και θέριευαν.
     Μια μέρα περνούσε από εκεί μία πριγκήπισσα με τη συνοδεία της. Η πριγκήπισσα ήταν πολύ όμορφη και πολύ μελαγχολική, μόλις όμως είδε τον πανέμορφο κήπο του κηπουρού, το πρόσωπό της φωτίστηκε.
     - Ποιος έχει φτιάξει αυτόν τον τόσο όμορφο κήπο; ρώτησε.
     - Εγώ, πριγκήπισσά μου, απάντησε ο κηπουρός, που είχε ακούσει την άμαξα και είχε βγει να δει ποιος είναι.
     - Αν μου δώσεις το πιο όμορφο λουλούδι του κήπου σου, θα σε γεμίσω χρυσάφι, είπε η πριγκήπισσα.
     - Τι να το κάνω το χρυσάφι, απάντησε ο κηπουρός, αφού θα μου έχεις πάρει το ομορφότερο λουλούδι του κήπου μου;
     - Δηλαδή, δε θέλεις να μου το δώσεις;
     - Άμα θέλεις, να σου το χαρίσω.
     - Δεν καταλαβαίνω, είπε η πριγκήπισσα, μου το χαρίζεις και δε θέλεις αντάλλαγμα;
     - Τα όμορφα πράγματα ανταλλάσσονται με όμορφα πράγματα, απάντησε ο κηπουρός, και το χρυσάφι που μου δίνεις για αντάλλαγμα, για εμένα δεν έχει την παραμικρή ομορφιά.
     - Και τι άλλο θα μπορούσα να σου δώσω, για να μη ζημιωθείς;
     - Αν θέλεις να μου δώσεις αντάλλαγμα για το πιο όμορφο λουλούδι του κήπου μου, τότε να μου δώσεις το χέρι σου και να παντρευτούμε, επειδή δεν βλέπω κάτι άλλο πιο όμορφο από εσένα, πριγκήπισσά μου.
     Και η πριγκήπισσα κολακεύτηκε πολύ από τα λόγια του κηπουρού, και καθώς είχε βαρεθεί τις προτάσεις γάμου από βασιλόπουλα με άμαξες και άσπρα άλογα, που μιλούσαν μόνο για δράκους και σπαθιά και μάχες, δέχτηκε την πρόταση γάμου του κηπουρού. Και όχι μόνο αυτό, αλλά άφησε το παλάτι και έμεινε μαζί του, στο μικρό σπιτάκι. Και ο κηπουρός τής έμαθε πώς να περιποιείται τον κήπο, και κάθε πρωί η πριγκήπισσα ξυπνούσε νωρίς για να ποτίσει, και περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας της εκεί, ανάμεσα στις φυτεμένες ανθοδέσμες. 
     Και από όποια πλευρά κι αν κοιτούσες τον κήπο, το ομορφότερο λουλούδι ήταν εκείνη.

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Σχολική εκδρομή



     - Λοιπόν, παιδιά, όπως είπαμε, είπε η δασκάλα. Ο ένας πίσω από τον άλλο, για να μη χαθούμε. Δε χαζεύουμε και δε μιλάμε μεταξύ μας. Περπατάμε προσεκτικά και δε φεύγουμε από την γραμμή μας. Εντάξει;
     - Μάλιστα! ακούστηκε μια φωνή, που στην πραγματικότητα αποτελούταν από καμιά εκατοστή μικρές φωνούλες.
     - Ωραία, λοιπόν, ξεκινάμε! είπε η δασκάλα και όλοι μαζί ξεκίνησαν.
     Και ήταν όλοι χαρούμενοι, που θα πήγαιναν εκδρομή. Και αυτή η εκδρομή ήταν πολύ σημαντική, επειδή ήταν η τελευταία εκδρομή με το σχολείο, πριν από την αποφοίτηση. Ύστερα το σχολείο θα τελείωνε και ο καθένας θα τραβούσε τον δρόμο του.
     Και προχωρούσαν όλοι μαζί, ο ένας πίσω από τον άλλον, και μαζί τους, αργά και προσεκτικά, προχωρούσε και η αλυσίδα που είχαν φτιάξει. Και καθώς ήταν όλοι τους πολύ χαρούμενοι, όπως είπαμε, άρχισαν το τραγούδι. Και η αλυσίδα άρχισε να τραγουδάει:
     Γιούπι-για, γιούπι-για, 
     τι ωραία, τι καλά!
     Τραλαρί-τραλαρό, 
     που τελειώνει το σχολειό!
     Χι-χι-χι, χι-χι-χι, 
     γι'αυτό πάμε εκδρομή!
     Χα-χα-χα, χα-χα-χα,
     θα το κάψουμε, παιδιά!
     - Ας κάνουμε μια στάση! φώναξε η δασκάλα και η αλυσίδα σταμάτησε. Μετρηθείτε! πρόσταξε.
     Και όλοι ξεκίνησαν να μετριούνται.
     - Ένα! είπε ο πρώτος.
     - Δύο! είπε ο δεύτερος.
     - Τρία! είπε ο τρίτος.
     Και έτσι το μέτρημα συνεχίστηκε, και εκεί που κόντευε να ολοκληρωθεί, ξαφνικά η δασκάλα έβαλε μια φωνή.
     - Σταματήστε! είπε. Πού είναι ο εβδομήντα έξι;
     Ένα σούσουρο ακούστηκε στην αλυσίδα.
     - Εβδομήντα έξι! φώναξε η δασκάλα. Πού είσαι, παιδί μου;
     Αλλά ο εβδομήντα έξι ήταν άφαντος.
     - Πού πήγε ο εβδομήντα έξι; ρώτησε η δασκάλα. Εσύ, παιδί μου, εβδομήντα επτά, δεν τον είδες τον εβδομήντα έξι;
     - Τον είδα, κυρία, τον είδα το πρωί, που ξεκινήσαμε.
     - Ωραία, και μετά, δηλαδή, δεν τον είδες; Πώς εξαφανίστηκε; Μπροστά σου ήταν!
     - Δεν είδα, κυρία, εγώ μιλούσα με τον εβδομήντα οκτώ...
     - Μιλούσες; Μα δεν είπαμε ότι δε μιλάμε μεταξύ μας;
     - Μα, κυρία, δεν του μιλούσα μόνο εγώ... Και ο εβδομήντα εννέα του μιλούσε, και ο ογδόντα, μέχρι και ο ογδόντα τρία του μιλούσε!
     - Και εσύ, ογδόντα τρία; Πέφτω από τα σύννεφα! Εσύ, ο καλύτερος μαθητής της τάξης, και σημαιοφόρος του σχολείου...
     - Δεν φταίω εγώ, κυρία! είπε ο ογδόντα τρία.
     - Και τότε ποιος φταίει;
     - Ο εβδομήντα οκτώ έλεγε ένα ανέκδοτο και αφαιρέθηκα για λίγο.
     - Τι να πω, παιδί μου, με απογοήτευσες πολύ... Για ένα ανέκδοτο τώρα κινδυνεύεις με αποβολή, το ξέρεις;
     - Αποβολή;
     - Βεβαίως! Αν αποδειχτεί ότι εσύ και οι άλλοι τέσσερεις γίνατε η αιτία να χαθεί ο εβδομήντα έξι, θα πρέπει να τιμωρηθείτε. Μα, κανένας δεν τον είδε τον εβδομήντα έξι; Εσύ, παιδί μου, εβδομήντα πέντε, δεν κατάλαβες τίποτα;
     - Σαν τι να καταλάβω, κυρία;
     - Ε, πίσω σου βρισκόταν, μήπως χαλάρωσε τη λαβή του; Δεν κατάλαβες ότι κάποια στιγμή έπαψες να κρατάς τον εβδομήντα έξι και άρχισες να κρατάς τον εβδομήντα επτά;
     - Δεν το κατάλαβα, κυρία!
     - Εμ, βέβαια, εσύ πάντα ήσουν στουρνάρι, χαμένοι πήγαν όλοι οι κόποι μου, βρε, πώς θα βγείτε αύριο στην κοινωνία, πώς θα γίνετε υπεύθυνοι ενήλικες, αν από τώρα φέρεστε τόσο ανώριμα; Μη μιλάτε, εκεί πίσω, σας βλέπω! Ογδόντα εννέα και ενενήντα, θα μου γράψετε εκατό φορές ο καθένας την φράση "Δεν θα ξαναμιλήσω σε ώρα εκδρομής", καταλάβατε;
     - Μα, δε μιλούσαμε, κυρία!
     - Θα με βγάλετε και στραβή τώρα;
     - Όχι, να, ο ενενήντα μου έλεγε...
     - Άρα, μιλούσατε!
     - Όχι, απλώς ο ενενήντα μου έλεγε ότι μάλλον κάπου τον πήρε το μάτι του τον εβδομήντα έξι...
     - Τον είδε; Και γιατί δε μιλάς, ενενήντα, τι περιμένεις, ειδική πρόσκληση; Πού τον είδες;
     - Τον είδα εχθές, κυρία, στο μάθημα κυκλοφοριακής αγωγής...
     - Βρε, με δουλεύεις;
     - Όχι, κυρία, αφού τότε τον είδα!
     - Λοιπόν: ογδόντα εννέα και ενενήντα, θα μου γράψετε εκατό φορές ο καθένας την φράση "Δεν θα ξαναμιλήσω σε ώρα εκδρομής", και εσύ ενενήντα θα μου γράψεις επιπλέον εκατό φορές την φράση "Τον βλάκα πολλοί αγάπησαν, την βλακεία ουδείς".
     - Πώς γράφεται το "ουδείς", κυρία;
     - Άμα έρθω μέχρι εκεί, θα δεις πώς γράφεται, να το κοιτάξεις σε λεξικό!
     Και εκεί που τα αίματα είχαν ανάψει, ακούστηκε μια φωνή:
     - Να τος ο εβδομήντα έξι!
     Και, πράγματι, στην άκρη του δρόμου φάνηκε ο εβδομήντα έξι, που πλησίαζε με αργά βήματα.
     - Πού χάθηκες, παιδί μου; ρώτησε η δασκάλα.
     - Δε χάθηκα, κυρία, απάντησε εκείνος.
     - Πώς δε χάθηκες, παιδί μου, αφού τόση ώρα σε ψάχνουμε!
     - Αφού ήξερα πού ήμουν, πώς χάθηκα;
     - Κάνεις και πνεύμα, εβδομήντα έξι; Κανόνισε, και τα νεύρα μου είναι τεντωμένα. Μπορείς να μου πεις πού ήσουν;
     - Είχα μείνει στο σχολείο...
     - Στο σχολείο; Τι ήθελες να κάνεις εκεί;
     - Ήθελα να το απολαύσω, προτού το αφήσω για πάντα.
     - Τι περίεργα πράγματα μου λες, παιδάκι μου, εσύ συνέχεια αργείς το πρωί, και κάθε τρεις και λίγο το παίζεις άρρωστος για να μην έρχεσαι!
     - Εγώ, κυρία;
     - Αμ, ποιος, η θεια μου;
     - Έχετε θεία, κυρία; πετάχτηκε ο εβδομήντα πέντε.
     - Και θεία έχω και θείο, και αν συνεχίσεις έτσι, εβδομήντα πέντε, θα σε βάλω να μου γράψεις εκατό φορές όλους τους πρωθυπουργούς της χώρας με τη σειρά!
     - Μα, γιατί, κυρία, επειδή ρώτησα αν έχετε θεία;
     - Ναι, γι'αυτό! Λοιπόν, εβδομήντα έξι, τι παλαβά πράγματα είναι αυτά που μου λες;
     - Δεν είναι παλαβά, κυρία, σκεφτόμουν ότι τώρα που τελειώνει το σχολείο θα πρέπει να πάω να ζήσω μόνος μου, να φροντίζω μόνος μου τον εαυτό μου, να κάνω οικογένεια, παιδιά...
     - Ε, και;
     - Δε θέλω, κυρία!
     - Ούτε εγώ θέλω! πετάχτηκε ο ογδόντα.
     - Ούτε εγώ! είπε ο τριάντα οκτώ.
     - Ούτε εγώ! είπε και ο πενήντα τέσσερα.
     - Σιωπή! είπε η δασκάλα. Ξεκινήσαμε να πάμε εκδρομή και θα το μετατρέψουμε σε πορεία μοιρολογιστρών... Αυτά τα πράγματα δεν τα επιλέγει κανείς, γίνονται από μόνα τους.
     - Ναι, αλλά άμα δε θέλουμε...
     - Άμα δε θέλετε, πενήντα επτά, που επωφελήθηκες για να κουτσομπολεύεις με τον πενήντα οκτώ, το βουλώνετε και δε λέτε τίποτα.
     - Πώς μας μιλάτε έτσι, κυρία; Θα το πω στον μπαμπά μου και θα δείτε, θα σας κάνει μήνυση!
     - Πάντα μαμόθρεφτο ήσουν, δέκα οκτώ, δεν περίμενα και τίποτα άλλο από εσένα...
     - Ναι, αλλά εγώ, κυρία...
     - Τι εσύ, εξήντα δύο, που μας το παίζεις και μάγκας;
     - Εγώ θα περιμένω να ενηλικιωθώ και θα σας κάνω μήνυση εγώ.
     - Ενηλικιώσου πρώτα και ύστερα μου κάνεις!
     - Θα σας κάνω!
     - Αυτό είπα, να μου κάνεις!
     - Και εγώ θα σας κάνω!
     - Να μου κάνεις και εσύ, τριάντα τέσσερα!
     - Και εγώ!
     - Και εσύ, σαράντα τέσσερα! Θες κι εσύ, πουλάκι μου, σαράντα πέντε;
     - Ναι, θέλω.
     - Αλήθεια;
     - Ναι.
     - Μη μου πείτε ότι όλοι θέλετε να μου κάνετε μήνυση;
     - Όλοι, ναι!
     - Ωραία, φροντίστε τότε να τελειώσετε το σχολείο, να ενηλικιωθείτε, και κάντε μου όσες μηνύσεις θέλετε μετά. Εντάξει;
     Ησυχία απλώθηκε στην αλυσίδα, που εδώ και ώρα είχε πάψει να είναι αλυσίδα, αφού είχε σπάσει σε τόσα κομμάτια όσα και οι κρίκοι της.
     - Κι εσύ θα μου κάνεις μήνυση, εβδομήντα έξι; ρώτησε η δασκάλα.
     - Ναι, κυρία, απάντησε ο εβδομήντα έξι.
     - Ωραία, λοιπόν, στη σειρά σας όλοι, και ξαναξεκινάμε. Άντε να τελειώνουμε με την εκδρομή, να τελειώνετε και με το σχολείο, να φεύγετε, να με αφήνετε στην ησυχία μου. Και, όπως είπαμε: δε μιλάμε! Εμπρός, μαρς!
     Και η αλυσίδα ξανάρχισε να μετακινείται, σιωπηλά αυτή τη φορά.
     - Προσοχή! φώναξε η δασκάλα. Τέρας ενόψει!
     Αλλά δεν είχε δίκιο που ανησύχησε η δασκάλα. Η Πίπη τις είχε δει τις κάμπιες εγκαίρως και δεν πάτησε ούτε μία.
    

Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Από μηχανής τρελλός


     Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα σκιάχτρο. Και το σκιάχτρο αυτό εργαζόταν σε ένα χωράφι. Ώρες ολόκληρες, καθόταν ακίνητο, κάτω από τον ήλιο, με μόνη προστασία του ένα παλιό ψάθινο καπέλο, και έδιωχνε τα πουλιά. Ήταν πολύ κουραστική δουλειά, και το σκιάχτρο ήξερε πολύ καλά ότι αν δεν βρισκόταν εκείνο εκεί για να την κάνει, κάποιος άνθρωπος από τα αφεντικά θα αναγκαζόταν να κάθεται εκεί, στη θέση του.
     Μόνο το σκιάχτρο, όμως, σκεφτόταν έτσι. Τα αφεντικά του ούτε που το υπολόγιζαν. Και το άφηναν εκεί έξω, ακόμα κι όταν η δουλειά τελείωνε, τότε που έκανε κρύο, και έβρεχε, και χιόνιζε, και που τα πουλιά κι εκείνα είχαν φύγει για τις ζεστές χώρες του Νότου. Και δεν του έβαζαν ούτε καν ένα πιο ζεστό ρούχο για να αντέξει τις χαμηλές θερμοκρασίες.
     Και το σκιάχτρο κρύωνε και τουρτούριζε, αλλά δεν μπορούσε να φύγει από εκεί που βρισκόταν, και παρακαλούσε να τελειώσει γρήγορα ο χειμώνας για να ζεσταθεί λιγάκι, αφού δεν μπορούσε να ταξιδέψει σε πιο ζεστά κλίματα, όπως έκαναν τα πουλιά. Και τα καλοκαίρια διαδέχονταν τους χειμώνες, και οι χειμώνες τα καλοκαίρια. Και το καημένο το σκιάχτρο δεν το λυπόταν κανείς, ούτε το χειμώνα με τα χιόνια, ούτε το καλοκαίρι με τις ζέστες.
     Και μια μέρα πέρασε από το χωράφι ένας τρελλός. Έτσι τον φώναζαν όλοι, και μάλλον θα ήταν. Και ο τρελλός μιλούσε με τις πέτρες και με τα δέντρα, αλλά με τους ανθρώπους ποτέ. Κι αυτό επειδή οι άνθρωποι δεν τον πλησίαζαν και δεν του απηύθυναν ποτέ το λόγο. Αλλά εκείνον δεν τον πείραζε, επειδή γύρω του ο κόσμος ήταν γεμάτος πέτρες και δέντρα, και έτσι πάντα έβρισκε κάποιον για να του μιλήσει.
     Και καθώς περνούσε ο τρελλός από το χωράφι, πρόσεξε το σκιάχτρο. Και το πλησίασε. Και το σκιάχτρο δεν προσπάθησε να φύγει, όπως έκαναν οι άνθρωποι. Και πολύ του άρεσε του τρελλού που το σκιάχτρο έμεινε στη θέση του. Και του έπιασε την κουβέντα.
     Και το σκιάχτρο χάρηκε πολύ, που επιτέλους κάποιος ασχολιόταν μαζί του και το ρωτούσε για την γνώμη του και για τα αισθήματά του, κι ας ήταν και τρελλός, που - εδώ που τα λέμε - το σκιάχτρο δεν ήξερε τι σήμαινε αυτή η λέξη.
     Και άνοιξε το σκιάχτρο την καρδιά του στον τρελλό, κι ας ήταν η καρδιά του φτιαγμένη από άχυρο και ξερά φύλλα καλαμποκιού. Και του είπε ότι το χειμώνα κρύωνε πολύ, αλλά κανείς δεν νοιαζόταν. Και ότι όταν χιόνιζε, γινόταν κάτασπρο από το χιόνι. Και ότι την άνοιξη που ζέσταινε ο καιρός και τα πράγματα φαίνονταν καλύτερα, έρχονταν τα πουλιά και το κορόιδευαν, που εκείνα είχαν ταξιδέψει και είχαν δει πολλά καινούργια πράγματα, και που εκείνο δεν το είχε κουνήσει ρούπι από εκείνο το χωράφι, αλλά πολύ θα ήθελε να ταξιδέψει.
     Πολύ στενοχωρήθηκε ο τρελλός με το πρόβλημα του σκιάχτρου. Και πολύ το συμπάθησε το σκιάχτρο, που του είχε μιλήσει με τόση ειλικρίνεια και που τον είχε εμπιστευτεί. Και αφού το σκέφτηκε πολύ, αποφάσισε να κάνει κάτι για να μην κρυώνει το σκιάχτρο το χειμώνα.
     - Έλα μαζί μου, του είπε.
     - Πού να έρθω; ρώτησε το σκιάχτρο.
     - Εκεί που μένω, είπε ο τρελλός.
     - Και πού μένεις;
     - Θα δεις.
     - Ναι, αλλά δεν μπορώ να περπατήσω.
     - Και γι'αυτό στενοχωριέσαι; Θα σε κουβαλήσω εγώ στην πλάτη μου.
     Και ο τρελλός πήρε το σκιάχτρο στην πλάτη του και άρχισε να περπατάει. Και περπατούσε ο τρελλός, και περπατούσε, και από όπου περνούσε "κοίτα", έλεγαν, "κοίτα τι κουβαλάει στην πλάτη του ο τρελλός, μα δεν καταλαβαίνει ότι αυτό που κουβαλάει είναι ένα σκιάχτρο;", και "τι το θέλει το σκιάχτρο ο τρελλός;", "μωρέ, ποιος νοιάζεται, τρελλός είναι", αλλά τον τρελλό δεν τον ένοιαζε τι έλεγαν, έτσι κι αλλιώς κανείς δεν του μιλούσε απευθείας, και συνέχισε τον δρόμο του, και άφησε τα σπίτια, και προχώρησε κι άλλο, και ο ήλιος άρχισε να χαμηλώνει στον ουρανό, και ύστερα κρύφτηκε πίσω από τα βουνά, και μετά βγήκε το φεγγάρι, και κρύφτηκε πίσω από τα βουνά και εκείνο, και ύστερα ξαναφάνηκε ο ήλιος στον ουρανό, και τότε ο τρελλός έφτασε σε ένα σπίτι μικρό, πολύ μικρό, με μια πορτούλα ξύλινη και ένα μικρό παραθυράκι, με ένα παγκάκι ακριβώς δίπλα από την πόρτα και με μια καμινάδα λίγο στραβή.
     - Φτάσαμε! είπε και άφησε το σκιάχτρο κάτω.
     Και το σκιάχτρο κοίταξε το σπιτάκι, και πολύ του άρεσε, επειδή ήταν μικρό, και επειδή υπήρχε ένα παγκάκι δίπλα στην ξύλινη την πόρτα, και επειδή η καμινάδα ήταν λίγο στραβή. Και κοίταξε και γύρω του και είδε ότι δεν υπήρχαν άλλα σπίτια εκεί κοντά και χάρηκε ακόμα περισσότερο, που θα είχε την ησυχία του.
     Και από τότε το σκιάχτρο έμεινε στο σπίτι του τρελλού. Και τα παλιά αφεντικά του ούτε που το αναζήτησαν, αφού είχαν μάθει ότι το είχε πάρει μαζί του ο τρελλός. Και την άνοιξη, το σκιάχτρο καθόταν έξω και ο τρελλός καθόταν στο παγκάκι και μιλούσαν με τις ώρες, και το χειμώνα, όταν χιόνιζε και όλα γίνονταν λευκά, οι δύο φίλοι κάθονταν μέσα στο σπίτι, και άναβαν το τζάκι, και έψηναν κάστανα και ποπ-κορν. Και ο καπνός από το τζάκι έβγαινε μέσα από τη λίγο στραβή καμινάδα, και ανέβαινε ψηλά στον ουρανό, και ταξίδευε μακριά, και έφτανε μέχρι εκεί που είχαν πετάξει τα πουλιά, στις ζεστές χώρες του Νότου.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

Επαγγελματική ανέλιξη


     Σήμερα, λοιπόν, θα μιλήσουμε για την Μπέτυ. Η Μπέτυ ήταν μία προβατίνα, που είχε την τύχη να γεννηθεί σε μία μεγάλη φάρμα. Και μπορούμε να πούμε ότι ήταν και πολύ τυχερή, αφού τα παιδικά της χρόνια πέρασαν όμορφα, με πλουσιοπάροχα γεύματα στο γρασίδι και άφθονα παιχνίδια με τα άλλα αρνάκια, αντί να καταλήξει σε κανέναν πάγκο χασάπη, όπως συμβαίνει με τόσα άλλα πρόβατα.
     Αλλά, όπως συμβαίνει με όλους, κάποια μέρα η Μπέτυ μεγάλωσε και, όπως είναι λογικό, εντάχθηκε στο εργατικό δυναμικό της φάρμας. Και έτσι άρχισε το καθημερινό άρμεγμα της Μπέτυς και όλων των συνομίληκων φιλενάδων της. Αυτό δεν ήταν και πολύ ευχάριστο, αλλά αυτή ήταν η δουλειά που της έτυχε να κάνει και η Μπέτυ δεν παραπονιόταν. Και όχι μόνο δεν παραπονιόταν, αλλά ήταν και πολύ παραγωγική.
     Όπως ήταν αναμενόμενο, η αυξημένη απόδοση της Μπέτυς δεν πέρασε απαρατήρητη από το αφεντικό, που την κάλεσε κοντά του και, προσφέροντάς της να φάει ένα μοσχομυριστό χορτάρι, της είπε:
     - Μπέτυ, βλέπω ότι είσαι πολύ καλή στη δουλειά σου και είμαι πολύ ευχαριστημένος από εσένα. Αν συνεχίσεις έτσι, θα ανταμειφθείς. Φάε και αυτό το χορτάρι, που το έκοψα ειδικά για εσένα.
     Και η Μπέτυ, κολακευμένη από τα καλά λόγια του αφεντικού, έφαγε το χορτάρι και το έστειλε, ικανοποιημένη, να κάνει τον γύρο του πεπτικού της συστήματος. Και, φυσικά, συνέχισε έτσι, όπως της είπε το αφεντικό της. Και το καθημερινό της άρμεγμα συνεχίστηκε με αμείωτο ρυθμό.
     Πέρασε λίγος καιρός και το αφεντικό την ξανακάλεσε κοντά του.
     - Αποφάσισα να σε ξεχωρίσω από τις υπόλοιπες, της είπε. Σε συμπαθώ πολύ για να σε αφήσω στην ίδια θέση με τις υπόλοιπες προβατίνες. Από σήμερα, ανήκεις στις επίλεκτες. Είσαι κι εσύ μία από αυτές.
     Και η Μπέτυ κολακεύτηκε πολύ, άσχετα που δεν άλλαξε τίποτα στην καθημερινότητά της. Και το καθημερινό άρμεγμα συνεχίστηκε.
     Και ύστερα από λίγο καιρό το αφεντικό την κάλεσε και πάλι.
     - Θα ήθελα να αυξήσεις λίγο την παραγωγή σου, της είπε.
     - Μα, δεν παράγω αρκετά; ρώτησε εκείνη.
     - Φοβάμαι πως όχι, της απάντησε. Βλέπεις, για να ευημερήσουμε έπρεπε να ανοιχτώ και σε άλλες αγορές, και οι νέοι αγοραστές έχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις. Το καταλαβαίνεις, φαντάζομαι. Εξάλλου, εσύ δεν είσαι μια απλή προβατίνα, εσύ είσαι επίλεκτη. Ορίστε, φάε και ένα χορταράκι που μάζεψα για εσένα.
     Και η Μπέτυ το έφαγε το χορταράκι και της φάνηκε λίγο μαραμένο. Αλλά δεν ήταν και για πέταμα. Και ζορίστηκε λίγο, αλλά την παραγωγή της την αύξησε. Αλλά, μαζί με την Μπέτυ, αύξησαν την παραγωγή τους και οι άλλες προβατίνες. Και μια μέρα το αφεντικό την ξανακάλεσε κοντά του.
     - Δεν είμαι πολύ ευχαριστημένος από εσένα, της είπε. Εγώ κάνω τόσα για εσένα, κι εσύ...
     - Μα την αύξησα την παραγωγή μου, είπε η Μπέτυ.
     - Ναι, αλλά εσύ είσαι μία επίλεκτη, δεν μπορείς απλά να ξεχωρίζεις όπως και πριν. Θα πρέπει να ξεχωρίζεις με διαφορά, αν θέλεις να παραμείνεις επίλεκτη. Εγώ οφείλω να σε ενημερώσω, επειδή σε συμπαθώ. Το έχεις καταλάβει, φαντάζομαι, ότι οι νέοι αγοραστές είναι σκληροί διαπραγματευτές. Αν, λοιπόν, δεν κάνεις κάτι για να ξεχωρίσεις από το σωρό, εγώ δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Σε τελευταία ανάλυση, τι σου ζητάω; Λίγο γαλατάκι παραπάνω.
     Και έφυγε, αφήνοντας την Μπέτυ μόνη και χωρίς μεζεδάκι. Και η Μπέτυ στενοχωρήθηκε, αλλά ήταν αποφασισμένη να κάνει ό,τι μπορούσε, εξάλλου το αφεντικό εκείνη συμπαθούσε, και γι'αυτό την είχε κάνει και επίλεκτη. Και ζορίστηκε κι άλλο και την αύξησε λίγο ακόμα την παραγωγή της. Και το καθημερινό άρμεγμα συνεχίστηκε ακόμα πιο εντατικά.
     Και η Μπέτυ κουραζόταν πάρα πολύ λόγω του εντατικού αρμέγματος, αλλά την παρηγορούσε η σκέψη ότι ήταν μια επίλεκτη προβατίνα. Και κάποια μέρα το αφεντικό της ζήτησε κάτι που δεν είχε ξανακουστεί στη φάρμα:
     - Θα ήθελα, της είπε, από εδώ και πέρα να βγάζεις σοκολατούχο γάλα.
     - Τι είναι αυτό;
     - Γάλα με σοκολάτα.
     - Και πώς θα το κάνω αυτό, αφού ούτε καν τι είναι η σοκολάτα δεν γνωρίζω;
     Και το αφεντικό τής περιέγραψε τη σοκολάτα. Η Μπέτυ έμεινε με ανοιχτό το στόμα, και παρά τρίχα να πνιγεί με κάτι χθεσινά χορταράκια που αναμασούσε.
     - Μα αυτό δεν γίνεται, είπε.
     - Φυσικά και γίνεται, απάντησε εκείνος. Το λένε όλες οι σχετικές μελέτες.
     - Λένε οι μελέτες και πώς θα γίνει αυτό;
     - Α, όχι, αυτό πρέπει να το βρεις μόνη σου.
     - Οι άλλες προβατίνες τι είπαν;
     - Α, οι άλλες προβατίνες δεν το ξέρουν. Εξάλλου, εκείνες δεν θα ενταχθούν στο νέο πρόγραμμα σοκολατογαλακτοπαραγωγής.
     - Μα αυτό είναι αδικία! Όλα από εμένα τα ζητάτε!
     - Δεν το περίμενα αυτό από εσένα, είπε έκπληκτο το αφεντικό. Αντί να εκτιμήσεις την ευκαιρία που σου δίνεται, γκρινιάζεις κι από πάνω!
     - Τι ευκαιρία;
     - Μα δεν καταλαβαίνεις την τιμή που σου γίνεται; Πρέπει να νιώθεις περήφανη για τον εαυτό σου. Μόνο εσύ εντάχθηκες στο νέο πρόγραμμα επειδή μόνο εσύ είσαι άξια για ένα τέτοιο κατόρθωμα. Ώρες-ώρες με κάνεις να μετανιώνω για το χορτάρι που σε τάισα. Ή, μήπως το ξέχασες το χορτάρι;
     - Όχι, είπε η Μπέτυ, που η αλήθεια είναι ότι είχε αρχίσει να το ξεχνάει, μην ανησυχείτε, θα προσπαθήσω να βγάλω σοκολατούχο γάλα.
     - Βέβαια, όπως καταλαβαίνεις, θα πρέπει να αυξήσεις και την ποσότητα. Η ζήτηση για σοκολατούχο γάλα είναι αυξημένη παγκοσμίως.
     Η Μπέτυ δεν είπε τίποτα, μόνο αναστέναξε. Και από εκείνη τη μέρα βάλθηκε να προσπαθεί να βγάλει σοκολατούχο γάλα. Και σχεδόν όλη της τη μέρα την περνούσε με την αρμεκτική μηχανή κολλημένη πάνω της. Οι άλλες προβατίνες άρχισαν να την κοιτάζουν με λύπηση, αλλά εκείνη σκεφτόταν πόσο καλύτερή τους ήταν, που μόνο εκείνη είχε επιλεχθεί για να παράγει το νέο προϊόν.
     - Τις καημένες! σκεφτόταν και σήκωνε το κεφάλι της ψηλά, με περηφάνεια.
     Κι όμως, η ζωή της στην πραγματικότητα θα ήταν πολύ καλύτερη, αν συνειδητοποιούσε ότι ήταν απλώς μια προβατίνα...