Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

Ταπεινό και καταφρονεμένο

     Ο καιρός ήταν πολύ καλός. Ο ήλιος έλαμπε στον καταγάλανο ουρανό, ένα απαλό αεράκι φυσούσε, και η μέρα προοιωνιζόταν ιδιαίτερα ανοιξιάτικη. Με άλλα λόγια: μέρα κατάλληλη για επίσκεψη στη Χώρα της μπροστινής βεράντας.
     Βέβαια, μία επίσκεψη σε μία χώρα σαν αυτήν της μπροστινής βεράντας, δεν είναι πάντα ακριβώς αυτό που περιμένεις. Η Πίπη διαπίστωσε ότι η βρωμιά, που επίσης επισκεπτόταν τακτικά τη χώρα αυτή, είχε συνάψει ιδιαίτερα στενές σχέσεις με τους κατοίκους και είχε γίνει αδελφοποιτή, τόσο με τα κάγκελα όσο και με τα μάρμαρα. Τελικά, δεν ήταν διόλου τυχαίο που το κανονικό της όνομα ήταν Βενζάν Μαζουτιάν. Αρμένισσα, το δίχως άλλο! Αρμένισσα αυτή, αρμένικη κι η βίζιτά της!
Δυστυχώς, η μάχη ήταν μονόδρομος και η Πίπη οπλίστηκε με σφουγγάρια και καθαριστικά, προκειμένου να εκδιώξει την βρωμιά, η οποία είχε στρογγυλοκαθήσει επάνω στα κάγκελα και στα μάρμαρα, και λιαζόταν σαν γνήσιος απόγονος της πρωταρχικής συμπαντικής σκόνης. Μία επιθεώρηση και στη Χώρα της πίσω βεράντας επιβεβαίωσε τους φόβους της Πίπης, ότι η βρωμιά είχε επεκταθεί και εκεί.
     Η Πίπη επιδόθηκε στον καθαρισμό με μεγάλη επιμονή, και ο εχθρός τράπηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, σε άτακτη φυγή. Τα κάγκελα άστραψαν ξανά, και τα μάρμαρα έλαμψαν επίσης. Η Πίπη ένιωσε μεγάλη ικανοποίηση, παρ’όλο που ήξερε πολύ καλά ότι ένας τέτοιος εχθρός πάντα επανακάμπτει δριμύτερος. 
     Και εκεί που η Πίπη θαύμαζε το έργο των χεριών της, ακούστηκε ήχος από φτερά που χτυπούσαν τον αέρα. Κάποιο πουλί, προφανώς. Η Πίπη έστρεψε το βλέμμα της προς το καλώδιο της ΔΕΗ όπου είχε πετάξει το πουλί, περιμένοντας να δει κάποιο περιστέρι, όμως έκανε λάθος.
     Ήταν μία κίσσα και η – εντυπωσιασμένη, ομολογουμένως - Πίπη ετοιμάστηκε να της πιάσει την κουβέντα. Όμως η κίσσα αποδείχτηκε αρκετά σνομπ και όχι μόνο αγνόησε την Πίπη, αλλά και πέταξε επιδεικτικά λίγο πιο πέρα.
     Μια γάτα που πιθανώς λιμπίστηκε την κίσσα, άρχισε να την πλησιάζει προσεκτικά, αλλά η κίσσα την πήρε είδηση και πέταξε μακριά, αφήνοντάς την με ανοιχτό το στόμα.
     Για πολλοστή φορά η Πίπη μετάνιωσε που δεν είχε μαζί της τη φωτογραφική της μηχανή για να κρατήσει ένα ενθύμιο της σύντομης αυτής συνάντησης, αλλά καθώς σκεφτόταν την απογοήτευσή της, την προσοχή της τράβηξε ένα μωρό!
     - Ουά! έκανε το μωρό.
     - Τίνος είναι αυτό το μωρό; ρώτησε η Πίπη.
     - Πάντως όχι δικό μου, είπε το γεράνι ενοχλημένο. Φαίνεται, εξάλλου, δεν μου μοιάζει στο παραμικρό.
     -  Σε εσένα πάντως το άφησαν, σχολίασε η μπουκαμβίλια.
     - Ουά! έκανε το μωρό, σαν να συμφωνούσε.
     - Υπονοείς κάτι;
     - Δεν είσαι και κανένα υπόδειγμα αρετής, πετάχτηκε το αγιόκλημα.
     - Το ότι είμαι κοινωνικός δεν είναι έγκλημα.
     - Ιδιαίτερα κοινωνικός, θα έλεγα, είπε η μπουκαμβίλια. Δεν έχεις αφήσει πεταλουδίτσα για πεταλουδίτσα!
     - Ουά! έκανε το μωρό.
     - Με τις πεταλούδες το μόνο που με συνδέει είναι μια απλή φιλία.
     - Ναι, τώρα σε πιστέψαμε!
     - Θα αστειεύεστε, φυσικά! Υπήρχε ποτέ περίπτωση να συμβεί το ο,τιδήποτε με οποιαδήποτε πεταλούδα; Θα με αποκλήρωνε ο πατέρας μου, ποτέ του δε χώνεψε τις πεταλούδες!
     - Τέλος πάντων. Το γεγονός παραμένει ότι σε εσένα το άφησαν το μωρό, είπε το αγιόκλημα. Άρα, κάποια σχέση θα έχεις.
     - Ουά! Ουά!
     - Δεν είναι δικό μου, σας λέω! Και εσύ σταμάτα να κλαις, μου πήρες το κεφάλι!
     - Βρε, παιδιά, είπε και η Πίπη, που τόση ώρα προσπαθούσε να θυμηθεί ποιον της θύμιζε το μωρό, δεν σας θυμίζει κάποιον;
     - Τώρα που το κοιτάζω καλύτερα, νομίζω ότι μοιάζει λίγο στο αγιόκλημα…
     - Ντροπή σου και που το σκέφτηκες! είπε το αγιόκλημα. Όλος ο κόσμος το ξέρει ότι δεν ασχολούμαι με έρωτες, τα ταπεινά ένστικτα τα έχω ξεπεράσει προ πολλού, στη ζωή μου υπάρχει χώρος μόνο για υψηλούς στόχους… εκτός, βέβαια, από τον καθημερινό μου αγώνα ενάντια στα αγριόχορτα που προσπαθούν συνέχεια να με στραγγαλίσουν… Είμαι εγώ για έρωτες;
     - Μα, βέβαια, είπε η Πίπη, το μωρό είναι ολόιδιο το γιασεμί, πώς δεν το πρόσεξα νωρίτερα;
     Όλοι κοίταξαν το γιασεμί, το οποίο είχε γυρισμένη την πλάτη του, λες και περίμενε να φανεί κάποιο πλοίο στην άκρη του ορίζοντα.
     - Ε, φώναξε η μπουκαμβίλια, δικό σου είναι το μωρό;
     - Ουά! έκανε το μωρό.
     Το γιασεμί δεν απάντησε.
     - Τι ρωτάτε; είπε το γεράνι. Είναι φως-φανάρι, η ομοιότητα είναι εκπληκτική, πώς δεν το καταλάβαμε νωρίτερα;
     - Καλά το έλεγα εγώ, ότι τα τόσα χαχανητά με τις μέλισσες δεν θα του έβγαιναν σε καλό… είπε το αγιόκλημα. Ορίστε, ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και ένα κλαψιάρικο μωρό που αναζητά τον πατέρα του!
     - Ουά! Ουά! Ουά!
     - Μάζεψε το μωρό σου, επιτέλους, μας έχει πάρει το κεφάλι! είπαν όλοι μαζί, αλλά το γιασεμί συνέχιζε να ατενίζει ατάραχο τον ορίζοντα.
     - Πρέπει να αναλάβεις τις ευθύνες σου, είπε η Πίπη στο γιασεμί. Δεν είναι σωστό να εγκαταλείπεις το παιδί σου!
     - Αρνούμαι να ασχοληθώ με ένα μωρό, για του οποίου την ύπαρξη ούτε καν ρωτήθηκα, είπε το γιασεμί βαριεστημένα. Εξάλλου, γιατί θα έπρεπε να είναι δικό μου αυτό το μωρό; Μήπως είμαι το μοναδικό γιασεμί στο σύμπαν που βρίσκεται σε αναπαραγωγική ηλικία;
     - Ναι, αλλά κάτι πρέπει να γίνει με αυτό το μωρό, είπε η Πίπη, όποιου κι αν είναι, δεν μπορούμε να το αφήσουμε έτσι!
     - Εγώ, πάντως, δεν πρόκειται να το υιοθετήσω, είπε το γεράνι. Να το πάρεις και να το δώσεις για υιοθεσία αλλού. 
     - Μην κλαις, μικρό μου, είπε η Πίπη στο μωρό. Εγώ θα σε φροντίσω. Δεν πειράζει που το γεράνι δε σε θέλει, θα γλιτώσεις και την γκρίνια του, πότε με το ένα, πότε με το άλλο, δεν πειράζει που δε σε θέλει και το γιασεμί... Θα σου δώσω εγώ το δικό σου χώρο, και όταν μεγαλώσεις θα είσαι μια ομορφιά!
     Έτσι έγινε, και το μωρό τοποθετήθηκε σε δική του γλαστρούλα και σταμάτησαν τα κλάματα στη Χώρα της μπροστινής βεράντας.
     - Πολλοί μαζευόμαστε, είπε το γιασεμί και συνέχισε να ατενίζει τον ορίζοντα.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Πεταμένα λεφτά

     Το τηλέφωνο της Πίπης χτύπησε πολλές φορές, αλλά εκείνη βρισκόταν στη Χώρα της μπροστινής βεράντας και δεν το άκουσε. Το αγιόκλημα της παραπονιόταν για τους παράνομους μετανάστες – μια μολόχα και κάτι αγριόχορτα – που είχαν εισέλθει στη χώρα και δεν το άφηναν να ανασάνει και τα γεράνια ήταν πλέον πολύ γερασμένα και τα είχε καταβάλει η αρθρίτιδα.
     Η Πίπη μπήκε στη Χώρα του διαμερίσματος για να πιει λίγο νερό και να ησυχάσει και από την πολυλογία του αγιοκλήματος, και εκείνη την ώρα ξαναχτύπησε το τηλέφωνο. Μια γνωστή φωνή ακούστηκε από την άλλη πλευρά της γραμμής. Ήταν ο Πινόκιο.
     - Είσαι στο σπίτι; ρώτησε ο Πινόκιο.
     - Για να απαντάω στο σταθερό, μάλλον, απάντησε η Πίπη. Εξάλλου, πού θα μπορούσα να πάω, με την καραντίνα;
     - Ωραία, είπε ο Πινόκιο, αφού είσαι στο σπίτι, ετοιμάσου, σου έρχομαι επίσκεψη!
     Η Πίπη ξέρει τι ψεύταρος είναι ο Πινόκιο, αλλά ταράχτηκε λίγο.
     - Πώς θα έρθεις επίσκεψη, βρε ψεύτη; του είπε. Αφού δεν επιτρέπεται να κυκλοφορείς, ούτε εσύ!
     - Μα, τι λες; Στέλνω sms και βγαίνω!
     - Μπορεί να μπορείς να κυκλοφορείς στον δρόμο, αλλά δεν επιτρέπεται να κάνεις επισκέψεις.
     - Λάθος κάνεις και σε αυτό, βρέθηκε η λύση στο πρόβλημα του ιού!
     - Πάλι ψέματα μου λες, είπε η Πίπη.
     - Εγώ; Με θίγεις!
     - Και μήπως φταίω; Είσαι πρώτος στην ψευτιά, όλοι το ξέρουν.
     - Κι όμως, κάνω θεραπεία!
     - Τι είδους θεραπεία;
     - Πάω σε ψυχοθεραπευτή, στον δόκτορα Παρλαπίπεν.
     - Τι όνομα είναι αυτό; Δεν τον έχω ακουστά.
     - Και μήπως τους ξέρεις όλους τους ψυχοθεραπευτές; Ο βαρώνος Μυγχάουζεν μου τον σύστησε, πηγαίνει και αυτός εκεί.
     - Τώρα μάλιστα...
     - Ο δόκτωρ Παρλαπίπεν, για να μαθαίνεις, είναι ένας από τους καλύτερους ψυχοθεραπευτές παγκοσμίως. Είναι Βιεννέζος και μαθήτευσε κοντά στον Φραντς Μπαρόιφεν, ο οποίος είχε καθηγητή τον ίδιο τον Ζίγκμουντ Φρόυντ.
     - Μπαρούφεν, είπες;
     - Μπαρόιφεν, δεν ξέρεις ξένες γλώσσες;
     - Τέλος πάντων. Και η θεραπεία αποδίδει;
     - Φυσικά και αποδίδει.
     - Μα εδώ μου λες ότι βρέθηκε η λύση για τον ιό!
     - Φυσικά και βρέθηκε, δε σου λέω ψέματα!
     Μπροστά σε τόση επιμονή, η Πίπη αποφάσισε να του δώσει μία ευκαιρία του Πινόκιο. Τι κι αν ο θεραπευτής του λεγόταν Παρλαπίπεν, τι κι αν είχε μαθητεύσει στον Μπαρούφεν, ή στον Μπαρόιφεν, έστω;
     - Και πού βρέθηκε η λύση; ρώτησε η Πίπη.
     - Θα σου πω από κοντά.
     - Τώρα πες μου καλύτερα, να ξέρω!
     - Ο Κύρος ο Γρανάζης την βρήκε!
     - Και τώρα θέλεις να πιστέψω ότι δε μου λες ψέματα, δηλαδή;
     - Μη θυμώνεις, αλήθεια σου λέω, ο Κύρος ο Γρανάζης την βρήκε τη λύση!
     - Εσύ θα με τρελλάνεις, υπάρχει Κύρος Γρανάζης;
     - Φυσικά και υπάρχει, στη Λιμνούπολη μένει.
     - Εκεί που μένει και ο Ντόναλντ Ντακ;
     - Ναι, τον ξέρεις; Καλό παιδί, αλλά άτυχο. Άλλη φορά θα σου τα πω.
     Η Πίπη αποφάσισε να τον αφήσει να πει το παραμύθι του.
     - Εκεί τον βρήκα τον Κύρο Γρανάζη, στη Λιμνούπολη, είναι βέβαια πολύ γερασμένος πια, αλλά το λέει η περδικούλα του, όλη του τη μέρα την περνάει στο εργαστήριό του, ψάχνοντας νέες ιδέες.
     - Και ποια είναι η λύση που βρήκε ο Κύρος, λοιπόν;
     - Οι φούσκες!
     - Οι ποιες;
     - Οι φούσκες! Βγες έξω να δεις, έχω φτάσει κιόλας στο σπίτι σου!
     Η Πίπη πήγε στην πόρτα και την άνοιξε προσεκτικά. Δεν ήταν κανένας.
     - Πού είσαι; είπε. Δε σε βλέπω.
     - Αν βγεις στη Χώρα της μπροστινής βεράντας θα με δεις.
     Βγήκε τότε η Πίπη στη Χώρα της μπροστινής βεράντας και, πράγματι, δίπλα στη μπουκαμβίλια υπήρχε μια τεράστια φούσκα, και μέσα στη φούσκα βρισκόταν ο Πινόκιο, που μιλούσε στο κινητό του.
     - Ώστε έλεγες αλήθεια, είπε η Πίπη.
     - Φυσικά, είπε ο Πινόκιο, αφού σου είπα ότι κάνω ψυχοθεραπεία με το δόκτορα Παρλαπίπεν!
     Η φούσκα ήταν πολύ εντυπωσιακή και η Πίπη δεν μπορούσε παρά να τη θαυμάζει.
     - Όπως καταλαβαίνεις, είπε ο Πινόκιο, το πρόβλημα της καραντίνας λύθηκε. Ο καθένας θα μπαίνει μέσα στη φούσκα του και θα μπορεί να μετακινείται ελεύθερα.
     - Και πώς ανασαίνεις;
     - Η φούσκα είναι από ειδικό υλικό και αναπνέει. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι είναι ελαφριά και μπορεί να την παρασύρει εύκολα ο αέρας.
     - Για φαντάσου! είπε η Πίπη. Και δεν σπάει;
     - Ε, εντάξει, σπάει, απλώς πρέπει να προσέχεις λίγο.
     - Να σε κεράσω κάτι; ρώτησε η Πίπη.
     - Άλλο ένα μειονέκτημα που έχει η φούσκα είναι ότι άπαξ και μπεις, δεν μπορείς να αλληλεπιδράσεις με το περιβάλλον χωρίς να σπάσει, οπότε το κέρασμα το αφήνουμε για άλλη φορά. Πάντως, ο Κύρος τη δουλεύει ακόμα την εφεύρεσή του και είμαι σίγουρος ότι θα τη βρει τη λύση στο μικρό αυτό μειονέκτημα.
     - Σίγουρα, είπε και η Πίπη, ενώ είχε αρχίσει να σκέφτεται πώς θα μπορούσαν να εξελιχθούν οι φούσκες και πώς θα μπορούσε να αποκτήσει και εκείνη μία, αλλά τη βελτιωμένη εκδοχή, όχι εκείνη που έβλεπε μπροστά της, και που έσπαγε με το παραμικρό.
     - Λοιπόν, χάρηκα που τα είπαμε, είπε ο Πινόκιο, φεύγω τώρα, έχω συνεδρία με τον δόκτορα και δεν θέλω να αργήσω.
     - Στο καλό, είπε η Πίπη και γύρισε στη Χώρα του διαμερίσματος.
     Αλλά δεν είχε προλάβει καλά-καλά να μπει μέσα, όταν ακούστηκε και πάλι η φωνή του Πινόκιο:
     - Ένα χελιδόνι!
     Ένα μπαμ! ακούστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τη φωνή του Πινόκιο.
     - Πού’ν’το το χελιδόνι; είπε η Πίπη και όρμησε ξανά έξω.
     Ο ουρανός ήταν γεμάτος σύννεφα και δε φαινόταν να πετάει ούτε μύγα. Η φούσκα, επίσης, είχε εξαφανιστεί. Στο πεζοδρόμιο, κάτω από τη Χώρα της μπροστινής βεράντας, καθισμένος άγαρμπα, σαν να είχε πέσει, βρισκόταν ο Πινόκιο. Η μυτερή του μύτη είχε δεκαπλασιαστεί σε μήκος.
     - Κρίμα τις συνεδρίες, σκέφτηκε η Πίπη.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Καρδιά μάλαμα



     Η μητριά της Σταχτοπούτας έβηξε δυνατά. Δέκατη μέρα που την ταλαιπωρούσε αυτός ο βήχας, δέκατη μέρα που είχε ενημερώσει και τις δυο της κόρες, δέκατη μέρα που δεν είχε λάβει ούτε ένα τηλεφώνημα.
     - Τι σκληρόκαρδες κόρες που έχω! μονολογούσε.
     Παρ’όλ’αυτά, και επειδή η μητριά της Σταχτοπούτας δεν ήταν μια γυναίκα που το έβαζε κάτω, ούτε τώρα, στα γεράματα, ξανασήκωσε το τηλέφωνο.
     - Ποιος είναι; ακούστηκε η φωνή της μεγάλης της της κόρης.
     - Εγώ είμαι, παιδί μου, γκουχ! Γκουχ!
     - Ποιος είστε; Δεν καταλαβαίνω!
     - Τι ποιος, παιδί μου; Η μητέρα σου είμαι! Γκουχ! Γκουχ-γκουχ!
     - Ε, πού να σε γνωρίσω, με τόσο βήχα;
     - Γκουχ!
     - Τι θέλεις, μαμά;
     - Έλα, παιδί μου, γκουχ, γκουχ, να με τρίψεις, λιγάκι, με λίγο οινόπνευμα, γκουχ, να μου φέρεις και καμιά σουπίτσα, που έχει αγριέψει ο λαιμός μου, γκουχ-γκουχ, από το βήχα! Γκουχ!
     - Τι λες, καλέ μαμά; Να έρθω εκεί, να με κολλήσεις; Άσε που δεν προλαβαίνω, από τα εφτά ξημερώματα στο πόδι είμαι, βλέπεις, πρέπει να βοηθάω τον άντρα μου με το φούρνο, αλλιώς πώς θα τα βγάλουμε πέρα; Τα αγόρια μπήκαν στην εφηβεία, μια κατσαρόλα φαγητό θέλει ο καθένας!
     - Και θα με αφήσεις έτσι; Βαστάει η καρδιά σου; Γκουχ!
     - Λυπάμαι, δεν μπορώ να κάνω τίποτα…
     - Έτσι, λοιπόν, φέρεσαι στη μάνα σου; Γκουχ! Και να πει κανείς ότι δε σε φρόντισα…
     - Ναι, καλά!
     - Δεν φρόντιζα εγώ πάντα να σας ντύνω με τα καλύτερα ρούχα; Γκουχ! Να σας κυκλοφορώ στα καλύτερα μέρη, γκουχ-γκουχ-γκουχ, για να σας γνωρίσουν οι καλύτεροι γαμπροί;
     - Ναι, ο φούρναρης που παντρεύτηκα θα μεταμορφωθεί σε πρίγκηπα μια μέρα!
     - Τι φταίω εγώ που ο πρίγκηπας προτίμησε την Σταχτοπούτα; Γκουχ! Γκουχ! Γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Πω-πω, βήχας, εσύ θα με κολλήσεις και από το τηλέφωνο! Μαμά, θα σε κλείσω τώρα, με φωνάζει ο άντρας μου, πρέπει να τον βοηθήσω στο ξεφούρνισμα…
     Η μητριά της Σταχτοπούτας έμεινε με το ακουστικό στο χέρι.
     - Γαϊδάρα! Γκουχ-γκουχ! είπε.
     - Εμπρός! ακούστηκε η φωνή της μικρής της κόρης.
     - Έλα, παιδί μου, γκουχ-γκουχ, τι κάνεις;
     - Μπαμπά!
     - Ποιος μπαμπάς, παιδί μου, η μητέρα σου είμαι! Γκουχ! Γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Δε σε γνώρισα, καλέ μαμά, γιατί βήχεις;
     - Τι γιατί βήχω, εδώ και δέκα μέρες, γκουχ, δε σου έχω πει ότι είμαι άρρωστη;
     - Δεν θα έπρεπε να μιλάς καθόλου, θα κλείσει τελείως ο λαιμός σου, θα πρέπει να κλείσω…
     - Όχι, παιδί μου, περίμενε, γκουχ-γκουχ, μην κλείνεις, θέλω κάτι να σου πω…
     - Τι θέλεις, καλέ μαμά; Θα μου λασπώσουν τα μακαρόνια!
     - Έλα από εδώ να με τρίψεις λίγο, γκουχ-γκουχ, που με πονάει η πλάτη μου... και φτιάξε μου και μια σουπίτσα, να έχεις την ευχή μου!
     - Τρελλάθηκες, καλέ μαμά; Να έρθω να κολλήσω, έγκυος γυναίκα;
     - Έγκυος είσαι πάλι, παιδί μου;
     - Ναι, ανάθεμα τη γονιμότητά μου! Άντε, να μπω στην κλιμακτήριο, να ησυχάσω!...
     - Τι να πω, παιδί μου, κουράγιο!
     - … αλλά τι θα μπορούσα να περιμένω από αμόρφωτο άνθρωπο; Πάλι καλά που δε με σέρνει μαζί του στις λαϊκές!
     - Λυπάμαι, παιδί μου, αλλά…
     - Ναι, σιγά μη λυπάσαι, εσύ φταις που τον παντρεύτηκα!
     - Εγώ; Γκουχ-γκουχ-γκουχ! Εγώ, που σε έντυνα με τα καλύτερα ρούχα και σε κυκλοφορούσα στα στέκια των καλύτερων γαμπρών; Γκουχ-γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Ναι, εσύ! Αν δεν ήσουν εσύ, εγώ θα είχα παντρευτεί τον πρίγκηπα, και όχι αυτή η καταραμένη η Σταχτοπούτα!
     - Και τι φταίω εγώ, γκουχ, παιδί μου, που η ποδάρα σου δεν έμπαινε στο γοβάκι;
     - Και από ποιον την πήρα την ποδάρα;
     - Εντάξει, παιδί μου, σε αφήνω τώρα, γκουχ-γκουχ, να μη σου λασπώσουν και τα μακαρόνια…
     Η μητριά της Σταχτοπούτας έμεινε ξανά με το ακουστικό στο χέρι. Από ό,τι φαινόταν, θα έπρεπε να κάνει άλλο ένα τηλεφώνημα.
     - Ομιλείτε, παρακαλώ! ακούστηκε μια ευγενική, αντρική φωνή.
     - Ναι, γκουχ, παρακαλώ, γκουχ-γκουχ, θα μπορούσα να μιλήσω με τη Μεγαλειοτάτη;
     - Βεβαίως, κύριε, μισό λεπτό…
     Ένας ήχος βαλς πλημμύρισε το αυτί της, μέχρι που η μουσική διακόπηκε και ακούστηκε η φωνή της Σταχτοπούτας:
     - Παρακαλώ!
     - Σταχτοπούτα, παιδί μου, γκουχ-γκουχ!
     - Ποιος είστε, κύριε, και πώς ξέρετε αυτό το όνομα;
     - Εγώ, είμαι, παιδί μου, εγώ, γκουχ-γκουχ, η… μητέρα σου.
     - Η ποια;
     - Μην κλείσεις, παιδί μου, το τηλέφωνο, γκουχ-γκουχ, βρίσκομαι σε μεγάλη ανάγκη, γκουχ, στα γόνατά σου πέφτω, γκουχ-γκουχ-γκουχ, ίσως είναι η τελευταία φορά που σου μιλάω…
     - Σας ακούω, … μητέρα, τι θα θέλατε;
     - Χίλια συγγνώμη σου ζητώ, σε αδίκησα, το ξέρω, δεν έπρεπε να επενδύσω στις άχρηστες τις κόρες μου, γκουχ-γκουχ, εσύ ήσουν αυτή που τον άξιζε τον πρίγκηπα, τώρα το βλέπω καθαρά…
     - Αν θέλετε, συντομεύετε, με περιμένει ο σύζυγός μου να πάμε για ιππασία…
     - Ναι, παιδί μου, έχεις δίκιο… Γκουχ! Γκουχ-γκουχ! Καλό μου παιδί, αρρώστησα, βήχω τώρα δέκα μέρες, μάλλον κρύωσα, και καθώς ζω μόνη μου, δεν έχω έναν άνθρωπο να με φροντίσει… Γκουχ-γκουχ! Στείλε, σε παρακαλώ, κάποιον να με τρίψει, και στείλε μου και λίγη σουπίτσα, να έχεις την ευχή μου, γκουχ-γκουχ, παιδί μου!
     - Μόνη σας ζείτε, είπατε, μητέρα;
     - Ναι, παιδί μου, εντελώς μόνη. Δεν έχω δει άνθρωπο εδώ και ένα μήνα, με έχει φάει η μοναξιά…
     - Λοιπόν, μητέρα, θα φροντίσω για εσάς…
     - Πάντα το έλεγα ότι είχες μια καρδιά μάλαμα, γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Θα σας στείλω κοτόσουπα, και έναν άνθρωπο να σας τρίψει…
     - Να έχεις την ευχή μου, παιδί μου, γκουχ!
     - Και τώρα σας αφήνω, γεια σας και περαστικά!
     Η μητριά ακούμπησε το ακουστικό στη θέση του.
     - Τι καλό παιδί! είπε. Πόσο την είχα παρεξηγήσει, τελικά!
     Η Σταχτοπούτα φώναξε τον αρχιμάγειρα και τον οικονόμο της.
     - Μπορείτε να φτιάξετε μία κοτόσουπα; Είναι για μια άρρωστη γιαγιά, είπε στον αρχιμάγειρα.
     - Βεβαίως, Μεγαλειοτάτη!
     - Και εσείς, παρακαλώ, ετοιμάστε την μικρή την άμαξα, όταν ετοιμαστεί η σούπα θέλω αμέσως να την στείλουμε στην ασθενή, προτού κρυώσει.
     - Μάλιστα, Μεγαλειοτάτη! Θέλετε να την πάω εγώ ο ίδιος;
     - Όχι, άλλος θα την πάει…
     Η Σταχτοπούτα χαμογέλασε γλυκά.
     - Φωνάξτε το μικρό μου το γιο, είπε. Νομίζω ότι είναι πια καιρός να γνωρίσει τη γιαγιά του. Είναι άρρωστη, η καημένη, και ηλικιωμένη, ποιος ξέρει πόσο θα ζήσει ακόμα…

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Ο Βοσκός που ήθελε να γίνει βασιλιάς

     Μια φορά κι έναν καιρό, στην πλαγιά ενός μεγάλου βουνού, υπήρχε ένα φτωχικό χωριουδάκι. Τα σπίτια του χωριού ήταν μικρά και ταπεινά, όπως ταπεινοί ήταν και οι κάτοικοι του χωριού. Και οι δουλειές που έκαναν ήταν κι αυτές ταπεινές: οι περισσότεροι ήταν αγρότες και, είτε καλλιεργούσαν τα χωραφάκια τους, είτε ήταν αρκετά τυχεροί ώστε να έχουν ζώα.
     Σε μια μικρή, ετοιμόρροπη καλύβα ζούσε ένα αγόρι μαζί με τη γιαγιά του. Το αγόρι το έλεγαν Γιάννη και είχε μαύρα, σαν το κάρβουνο, μάτια, και κατακόκκινα μαλλιά, αλλά επειδή ήταν μικρόσωμος και πολύ αδύνατος, όλοι τον φώναζαν "Ψύλλο". Και τόσο πολύ τον φώναζαν Ψύλλο, που σιγά-σιγά το πραγματικό του όνομα ξεχάστηκε.
     Ο Ψύλλος και η γιαγιά του ήταν πολύ φτωχοί και ζούσαν με τα χόρτα που μάζευε η γιαγιά στο βουνό και ύστερα τα μαγείρευε στο μοναδικό τσουκάλι που είχαν. Πού και πού τους βοηθούσαν λίγο και οι γειτόνισσες, βέβαια, αλλά και εκείνες ήταν πολύ φτωχές και δεν είχαν απεριόριστες  δυνατότητες. Αλλά και ο Ψύλλος, όταν μεγάλωσε λίγο, ανέλαβε να βόσκει τα πρόβατα του χωριού και έτσι είχαν να πιουν και λίγο γαλατάκι ή να φάνε και κανένα κομμάτι τυρί.
     Μια μέρα, εκεί που ο Ψύλλος έβοσκε τα πρόβατα, είδε να περνάει μια πολυτελής άμαξα, που την συνόδευαν ιππότες με τις επίσημες στολές τους, καβάλα σε καμαρωτά άλογα. Η άμαξα σταμάτησε λίγο παραπέρα και από μέσα βγήκε ένας άντρας ντυμένος με βελούδινα ρούχα και με μια χρυσή κορώνα στο κεφάλι, που, όπως έπεφτε ο ήλιος επάνω της, έκανε ένα σωρό ιριδισμούς.
     Ο Ψύλλος έστρεψε την προσοχή του ξανά στη δουλειά του, και συγκεκριμένα, στον σκοπό που προσπαθούσε να παίξει με τη φλογέρα του, ενώ τα πρόβατα συνέχισαν κι εκείνα να βόσκουν, απολαμβάνοντας το τρυφερό χορτάρι.
     Ο βασιλιάς - επειδή αυτός ήταν ο καλοντυμένος ξένος με την κορώνα στο κεφάλι -, που είχε συνηθίσει να στέκονται όλοι προσοχή, από όπου κι αν περνούσε, είδε πως ο Ψύλλος δεν του έδωσε την πρέπουσα σημασία και ενοχλήθηκε.
     - Ποιο είναι εκείνο εκεί το αγόρι και γιατί δεν έρχεται να υποκλιθεί στο βασιλιά; είπε. Φέρτε το αμέσως εδώ!
     Ένας από τους ιππότες πλησίασε τον Ψύλλο και του είπε να τον ακολουθήσει.
     - Α, δεν μπορώ να αφήσω τη θέση μου, μπορεί να μου φύγουν τα πρόβατα, και τότε οι χωρικοί θα με κάνουν μαύρο στο ξύλο, είπε ο Ψύλλος, χωρίς καν να γυρίσει το κεφάλι του. Όποιος θέλει να με δει, ας έρθει εδώ.
     Με τρεμάμενη φωνή, ο ιππότης μετέφερε την απάντηση του Ψύλλου στο βασιλιά, που μεμιάς έγινε κατακόκκινος από την οργή του και διέταξε να του τον φέρουν μπροστά του σηκωτό.
     Έτσι κι έγινε, και ο Ψύλλος, που τίναζε τα πόδια του και προσπαθούσε να κλωτσήσει τους ιππότες για να τον αφήσουν να φύγει, βρέθηκε μπροστά στο βασιλιά.
     - Υποκλίσου! του είπαν μόλις τον άφησαν, αλλά εκείνος δεν κατάλαβε τι εννοούσαν.
     - Γιατί δεν έρχεσαι όταν σε φωνάζουν; ρώτησε αυστηρά ο βασιλιάς.
     - Δεν μπορώ να αφήσω τη δουλειά μου.
     - Και είναι τόσο σημαντική η δουλειά σου;
     - Φυσικά και είναι, απάντησε ο Ψύλλος, αν χάσω κάποιο πρόβατο θα χάσω και τη δουλειά μου και αν χάσω τη δουλειά μου δεν θα έχω να φάω!
     Ο βασιλιάς ένιωσε να του ξανανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι με την αυθάδεια του αγοριού, αλλά είπε να του δώσει μία ευκαιρία.
     - Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; ρώτησε και κορδώθηκε.
     - Πού να ξέρω; είπε ο Ψύλλος.
     Όσοι συνόδευαν το βασιλιά κράτησαν την αναπνοή τους.
     - Τι θα πει δεν ξέρεις; Είμαι ο βασιλιάς σου!
     Ο Ψύλλος τον κοίταξε καλά-καλά, αλλά δεν είπε λέξη.
     - Δε μιλάς; ρώτησε ο βασιλιάς, που είχε αρχίσει πια να χάνει την υπομονή του. Κατάλαβες τώρα, φαντάζομαι, ποια δουλειά είναι πραγματικά σημαντική.
     - Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει αυτό, είπε ο Ψύλλος, αλλά αν βασιλιάς σημαίνει να φοράς ωραία ρούχα, να έχεις άμαξα και να διατάζεις, κι εγώ θα ήθελα να γίνω βασιλιάς.
     Κανένας δεν  μίλησε.
     Ο βασιλιάς κοίταξε πιο προσεκτικά το αγόρι. Πώς τολμούσε να μιλάει έτσι; Αλλά, εδώ που τα λέμε, τι ήταν; Ένα φτωχό, άξεστο χωριατόπουλο, πού να μάθει τρόπους, ανάμεσα στα πρόβατα; Ο βασιλιάς αποφάσισε να δώσει τόπο στην οργή.
     - Ο βασιλιάς δεν φοράει ωραία ρούχα και διατάζει, ο βασιλιάς είναι υπεύθυνος για όλη τη χώρα,  κυβερνάει και παίρνει όλες τις σημαντικές αποφάσεις... Χωρίς το βασιλιά, δεν θα υπήρχε οργάνωση, δεν θα υπήρχε τάξη, δεν θα υπήρχε τίποτα, κατάλαβες;
     - Νομίζω ότι κατάλαβα, είπε ο Ψύλλος. Είσαι για τους ανθρώπους ό,τι είμαι εγώ για τα πρόβατα. 
     Ο βασιλιάς κοίταξε τα μαύρα, σαν κάρβουνα μάτια του αγοριού και χαμογέλασε. Το αγόρι ήταν έξυπνο και είχε αρχίσει να τον διασκεδάζει.
     - Χωρίς εμένα, τα πρόβατα είναι χαμένα, συνέχισε ο Ψύλλος, εγώ τα οργανώνω, εγώ τα βάζω σε τάξη, εγώ είμαι ο βασιλιάς τους!  Αν και, τώρα που το καλοσκέφτομαι, πρόβατα διοικείς κι εσύ, βασιλιά μου. Άρα, τη δουλειά την ξέρω, πόσο δύσκολο θα είναι να κάτσω στη θέση σου; Και θα'χω και καλύτερα ρούχα, και μπόλικο φαγητό... Και θα πάρω και τη γιαγιά μου μαζί, να μην κρυώνει στην καλύβα, που μπάζει από παντού...
     Ο βασιλιάς έβαλε τα γέλια. Τελικά, το αγόρι, εκτός από έξυπνο, ήταν και πολύ αστείο.
     - Δώστε σε αυτό το αγόρι ένα χρυσό φλουρί, είπε.
     Ο Ψύλλος έμεινε έκθαμβος. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του κάτι τόσο λαμπερό. 
     - Πώς σε λένε; τον ρώτησε ο βασιλιάς.
     - Όλοι με φωνάζουν Ψύλλο, απάντησε ο Ψύλλος.
     - Τι περίεργο όνομα! Λοιπόν, Ψύλλε, αυτή τη φορά στάθηκες πολύ τυχερός. Με έκανες να γελάσω και θα συγχωρήσω τους τρόπους σου. Όμως, να ξέρεις ότι δεν είναι σωστό να μιλάς με αυθάδεια, και πολύ περισσότερο σε έναν βασιλιά. Αν ποτέ ξανασυναντηθούμε και μιλήσεις όπως μίλησες σήμερα, δεν θα είμαι τόσο μεγαλόκαρδος, θα σε ρίξω στη φυλακή, κατάλαβες;
     Ο βασιλιάς με τη συνοδεία του έφυγε, και το αγόρι έμεινε να κοιτάζει το χρυσό φλουρί στο χέρι του.
     - Είμαι πλούσιος, σκέφτηκε.
     Μάζεψε τα πρόβατα και γύρισε στο χωριό πολύ νωρίτερα από ό,τι συνήθιζε. Οι συγχωριανοί του παραξενεύτηκαν, ιδιαίτερα όταν είδαν ότι κρατούσε κάτι που έλαμπε. Και όταν τον είδαν να μπαίνει στο καφενείο του χωριού, τον ακολούθησαν, γεμάτοι περιέργεια.
     - Ποιον νομίζετε πως είδα; τους ρώτησε ο Ψύλλος.
     Και επειδή κανείς δεν ήξερε να του απαντήσει, ο Ψύλλος τους διηγήθηκε τι είχε συμβεί, με όλες τις λεπτομέρειες. Και η αλήθεια είναι ότι και οι συγχωριανοί του θα γελούσαν μαζί του, όπως είχε γελάσει και ο βασιλιάς, αν δεν είχαν προσέξει αυτό που είχε πει για τα πρόβατα.
     - Δηλαδή, εμείς είμαστε πρόβατα; ρώτησε κάποιος.
     - Δηλαδή, εσύ είσαι καλύτερος από εμάς; είπε κάποιος άλλος.
     - Τότε, τι κάνεις εδώ, ανάμεσά μας; είπε κι ένας τρίτος. Εδώ αδικείσαι. Να φύγεις, να πας να γίνεις βασιλιάς, αφού την ξέρεις κιόλας τη δουλειά... Και να αφήσεις τα πρόβατά μας στην ησυχία τους.
     - Ναι, είπαν και οι υπόλοιποι. Θα βρούμε άλλο βοσκό να μας τα φυλάει. Κάποιον που να μην είναι ψηλομύτης σαν εσένα και να μη μεγαλοπιάνεται.
     Ο Ψύλλος είδε πως οι συγχωριανοί του είχαν παρεξηγηθεί για τα καλά και ότι τον κοιτούσαν πιο άγρια από ό,τι τον είχε κοιτάξει ο βασιλιάς.
     - Για δες, είπε με το μυαλό του, αυτοί θα με φάνε ζωντανό!
     Και προτού αγριέψουν κι άλλο τα πράγματα, ο Ψύλλος όρμησε έξω από το καφενείο και εξαφανίστηκε.
     - Άκου να μας αποκαλέσει πρόβατα! είπε κάποιος.
     - Δεν κοιτάει τα χάλια του, είπε κάποιος άλλος.
     - Να δούμε τώρα τι θα κάνει, που έμεινε χωρίς δουλειά, είπε κι ένας τρίτος.
     - Μάλλον θα πάει να γίνει βασιλιάς, είπε ένας τέταρτος και όλοι έβαλαν τα γέλια.
     Ο Ψύλλος πήγε στην καλύβα του και διηγήθηκε όσα είχαν γίνει στη γιαγιά του.
     - Και τώρα τι θα κάνεις, παιδάκι μου; ρώτησε η γιαγιά.
     - Θα πρέπει να φύγω από εδώ, είπε ο Ψύλλος. Έχασα τη δουλειά μου και, απ'ό,τι καταλαβαίνω, δεν υπάρχει περίπτωση να βρω άλλη. Θα πάω να βρω την τύχη μου, λοιπόν, μακριά από εδώ. Και όταν τα καταφέρω, θα γυρίσω για να σε πάρω κι εσένα κοντά μου, γιαγιά.
     Η γιαγιά τού έδωσε την ευχή της, και ο Ψύλλος φόρεσε την κάπα του και έφυγε από το χωριό.
      Και από τότε κανένας δεν τον ξαναείδε τον Ψύλλο. Και οι χωρικοί βρήκαν άλλο βοσκό για τα πρόβατά τους: κάποιον που δεν ήταν ψηλομύτης και που ήξερε πως οι άνθρωποι ήταν πολύ καλύτεροι από τα πρόβατα.
     Και έζησαν όλοι καλά. Και τα πρόβατα καλύτερα.

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020

Εν αναμονή της ενηλικίωσης



     - Είπα όχι και εννοώ όχι! είπε με έμφαση ο μπαμπάς της μικρής γοργόνας, και ξαναγύρισε στο διάβασμα της εφημερίδας του. Ένα ολόκληρο κοπάδι σαρδέλλες αγνοείτο από την προηγούμενη εβδομάδα.
     - Μα θα πάνε όλοι!
     - Δεν με ενδιαφέρει ποιοι θα πάνε, εσύ δε θα πας! είπε και ξαναβυθίστηκε στο διάβασμα. Οι τελευταίες πληροφορίες έλεγαν ότι το κοπάδι εθεάθη τελευταία φορά κοντά στον Ισημερινό.
     - Μαμά, πες του!
     - Έχει δίκιο ο πατέρας σου, παιδί μου.
     - Όχι, δεν έχει δίκιο!
     - Μα για το καλό σου τα λέει αυτά που λέει…
     - Ναι, καλά, για το καλό μου… Όλα για το καλό μου μου τα λέτε… Δε με καταλαβαίνει κανείς σας!
     - Γιατί το λες αυτό, παιδί μου; Σου χαλάσαμε ποτέ χατήρι; Κολιέ από κοράλλι ήθελες, κολιέ από κοράλλι σου παίρναμε, σκουλαρίκια από μαργαριτάρια ήθελες, σκουλαρίκια από μαργαριτάρια σου παίρναμε, χτενάκια από αστερίες ήθελες, χτενάκια από αστερίες σου παίρναμε, μέχρι ιππόκαμπο σου πήραμε και πήγαινες στο σχολείο με τον ιππόκαμπο, την στιγμή που τα άλλα παιδιά πήγαιναν όλα κολυμπώντας!
     - Ναι, αλλά τώρα μου λέτε όχι! Τι ζήτησα; Να πάω μια εκδρομή, όπως όλος ο κόσμος!
     - Στην ξηρά;
     - Ε, αφού εκεί γίνεται η εκδρομή!
     - Και δε μου λες, εξυπνοπούλι μου, ξαναπήρε το λόγο ο πατέρας της, ποιος τη διοργανώνει την εκδρομή; Το σχολείο, μήπως; Δε θυμάμαι να μας έφερες κανένα χαρτί από το σχολείο…
     - Η παρέα μου τη διοργανώνει.
     - Τώρα σωθήκαμε!
     - Γιατί, καλέ μπαμπά;
     - Ένα εκατομμύριο φορές σου έχω πει ότι η κόρη της Σουπιάς δεν είναι η καλύτερη παρέα.
     - Η Μέλανι είναι μια χαρά κορίτσι, είσαι προκατειλημμένος! Τι θέλεις, δηλαδή, να κάνω παρέα μόνο με γοργόνες;
     - Δεν είπαμε αυτό, παιδί μου, πήρε το λόγο η μητέρα της, αλλά υπάρχουν κι άλλα παιδιά, να κάνεις παρέα… Η Χάννα, για παράδειγμα…
     - Ποια; Η κόρη του Χάνου; Το φυτό;
     - Ποιο φυτό; Το φύκος; Ψάρι δεν είναι ο χάνος;
     - Όταν λέω φυτό, εννοώ φυτό. Όλη την ώρα διαβάζει.
     - Γι’αυτό και είναι απουσιολόγος, μου τα λέει η μητέρα της.
     - Εγώ δεν κάνω παρέα με φυτά!
     - Ωραία, υπάρχουν και άλλα ψάρια… Ο γιος του Ροφού πώς σου φαίνεται;
     - Άλλο σπασικλάκι!
     - Ο γιος του Κάβουρα;
     - Σιγά τον παίδαρο!
     - Δεν σου είπαμε να τον παντρευτείς!... Η κόρη της Φάλαινας;
     - Πολύ χοντρή!
     - Στην πλάτη θα την κουβαλάς;
     - Όχι, αλλά αν κάνω παρέα μαζί της, δεν θα με κάνει κανείς άλλος παρέα, ούτε θα με βάζουν στα κλαμπ.
     - Έτσι κι αλλιώς είσαι μικρή για κλαμπ…
     - Μικρή, μικρή, για όλα είμαι μικρή! Αν σας το ζητούσε η αδερφή μου θα την αφήνατε!
     Ο πατέρας της άφησε την εφημερίδα.
     - Η αδερφή σου δε θα το ζητούσε ποτέ, είπε, αλλά ακόμα και αν το ζητούσε, θα δεχόταν την απόφασή μας και δε θα αντιδρούσε όπως εσύ. Επιπλέον, η αδερφή σου είναι και μεγαλύτερη, έχει ενηλικιωθεί εδώ και δύο χρόνια.
     - Μμμμμ…..
     - Μην ξινίζεις τη μούρη σου, έχει ενηλικιωθεί και παρ’όλ’αυτά σέβεται τους γονείς της. Ενώ εσύ…
     - Τι εγώ; Μια εκδρομή ζήτησα να πάω! Επειδή, δηλαδή, της αδερφής μου της αρέσει να κλείνεται στο σπίτι, εγώ δεν θα πάω ποτέ εκδρομή;
     - Δεν είπαμε να μην πας. Να πας. Να πας με το σχολείο, να επιμορφωθείς κιόλας.
     - Ναι, να πάω εκδρομή στην ατόλλη, σιγά το μέρος!
     - Είναι επικίνδυνα στην ξηρά, παιδί μου, είπε η μητέρα της, εκεί υπάρχουν άνθρωποι!
     - Και ποιος σας είπε ότι δεν θα προσέχουμε;
     - Ποιος θα προσέχει; Η κόρη της Σουπιάς, οι κόρη της Ζαργάνας, ο γιος του Σπάρου, ή ο γιος του Καρχαρία;
     - Δεν κάνω παρέα με το γιο του Καρχαρία!
     - Μην το αρνείσαι, σας είδε η Κουτσομούρα τις προάλλες στον ύφαλο!
     - Σα δεν ντρέπεται, η παλιοκουτσομπόλα, έτρεξε να σου το προλάβει! Καλύτερα να κοιτάει την κόρη της, να της πεις, που τραβολογιέται με εκείνο τον σπάρο, και να αφήσει τις κόρες των άλλων!
     - Τέλος πάντων, με όποιον και αν θέλεις να πας, στην ξηρά δεν πας!
     - Φοβάστε μήπως βρω κανέναν πρίγκηπα;
     - Δεν υπάρχουν πρίγκηπες στην ξηρά!
     - Πού το ξέρετε; Αφού δεν έχετε πάει!
     - Αν υπήρχαν θα το μαθαίναμε, θα το έγραφε η εφημερίδα, έχει πολλούς ανταποκριτές στην ξηρά…
     - Ναι, σιγά τους ανταποκριτές!
     - Για κάνε μου τη χάρη, νεαρή μου, δεν μπορείς να ακυρώνεις γλάρους με περγαμηνές ετών στη δημοσιογραφία…
     - Τέλος πάντων, δε με νοιάζουν οι γλάροι, άλλο είναι το θέμα μας… Να πάω στην εκδρομή, ναι ή όχι;
     - Τόση ώρα στον βρόντο μιλάμε; Είπαμε όχι!
     - Είστε άδικοι!
     - Είσαι μικρή!
     - Είμαι επτά!
     - Σιγά την ηλικία!
     - Ε, όχι και σιγά την ηλικία! Στα επτά εσείς ήσαστε κιόλας παντρεμένοι!
     - Άλλες εποχές τότε, τώρα πρέπει πρώτα να ενηλικιωθείς…
     - Σε ένα μήνα ενηλικιώνομαι!
     - Θα ξαναμιλήσουμε τότε, λοιπόν!
     - Μα…
     - Δεν έχει μα και ξεμά, συζήτηση τέλος! Στο δωμάτιό σου!
     - Όλο στο δωμάτιό μου με στέλνετε, είναι άδικο!
     - Στο δωμάτιό σου, είπα! Όσο είσαι υπό την ευθύνη μου, στην ξηρά δεν πηγαίνεις!
     - Αμ’ δε θα ενηλικιωθώ; φώναξε η μικρή γοργόνα. Θα δείτε! Θα κάνω παρέα με όποιον γουστάρω, θα πηγαίνω στα κλαμπ όλη την ώρα, και θα πηγαίνω και εκδρομές στην ξηρά, μόνο στην ξηρά! Και θα βρω και έναν πρίγκηπα, να σας τον τρίψω στη μούρη, που θα μου πείτε εσείς ότι δεν υπάρχουν πρίγκηπες, η ιστορία της Άριελ, δηλαδή, είναι μύθος; Και θα βρω πρίγκηπα, και θα τον παντρευτώ!
     - Να κάνεις ό,τι θέλεις, φώναξε ο πατέρας της, προς το παρόν όμως θα κάνεις αυτό που σου λέω: στο δωμάτιό σου, τώρα! Αλλιώς, θα σου πάρω τον ιππόκαμπο και θα τον πουλήσω, και θα πηγαίνεις στο σχολείο κολυμπώντας!
     Η μικρή γοργόνα κατέβασε τα μούτρα της και αποσύρθηκε στο δωμάτιό της μουρμουρίζοντας. Και ο πατέρας της ξανάπιασε την εφημερίδα του. Όμως δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Η ενηλικίωση της μικρής του κόρης δεν αργούσε τόσο, όσο θα ήθελε…