- Δεν αντέχω άλλο, είπε η
Μαρία Αντουανέτα. Αυτές οι φωνές μού έχουν πάρει το κεφάλι! Αν ήταν,
τουλάχιστον, πιο μελωδικές… Ή, έστω, αν τις συνόδευε ένα κλειδοκύμβαλο…
- Δεν έχουν σταματήσει από
εχθές, είπε η Λουίζ ντε Μπουντουάρ, η αγαπημένη της κυρία επί των τιμών.
- Μα τι θέλουν, επιτέλους;
- Θέλουν να μιλήσουν στον
Μεγαλειότατο, λένε.
- Άλλο και τούτο! Από πότε
ο λαός μιλάει απευθείας στο βασιλιά;
- Δεν αντέχουν άλλο, λένε,
να δουλεύουν σαν σκλάβοι και να μην έχουν να φάνε ούτε ψωμί…
- Υπερβολές! Υπάρχουν τόσα
άλλα πράγματα να φάει κανείς…
- Ένας φιόγκος ακόμα και
είστε έτοιμη, Μεγαλειοτάτη, είπε ο κόμης Σεσουάρ.
Η Μαρία Αντουανέτα
κοιτάχτηκε στον καθρέφτη με τη χρυσή κορνίζα.
- Πα μαλ, είπε. Με ένα τέτοιο χτένισμα, όμως, θα ταίριαζε περίφημα και ένα φτερό παγωνιού, νε σ'πα;
- Εξαρτάται από το φόρεμα με το οποίο θα το συνδυάσετε, είπε ο κόμης Σεσουάρ. Τι σκέφτεστε να φορέσετε;
- Πραγματικά
προβληματίζομαι, είπε η Μαρία Αντουανέτα. Αν τελικά ο Λουδοβίκος δεχτεί να
μιλήσει στους ταραξίες, δε θα πρέπει να βρίσκομαι κι εγώ εκεί;
- Φαντάζομαι πως θα πρέπει,
είπε η Λουίζ ντε Μπουντουάρ.
- Τι άραγε να ταιριάζει σε
μια τέτοια συνάντηση;
- Τι θα λέγατε για εκείνο
το μπεζ με το διακριτικό ντεκολτέ και την ασορτί σατέν ζώνη;
- Ε, όχι και να φορέσω
περσινό ρούχο! Δε συναντάει κανείς κάθε μέρα εκπροσώπους του λαού!
- Δεν ταιριάζει και με το
φτερό του παγωνιού, είπε ο κόμης Σεσουάρ.
Οι φωνές δυνάμωσαν κι άλλο.
- Σκέφτομαι το μπλε φόρεμα
από κινέζικο μετάξι, συνέχισε η Μαρία Αντουανέτα, ταιριάζει θαυμάσια με τα
μάτια μου… Και το πορφυρό που μου έραψε προχθές ο κόμης ντε Γαζί δεν είναι
άσχημο, ιδιαίτερα αν το συνδυάσω με τη δαμασκηνί τη ζώνη και τα ασορτί γοβάκια
από δέρμα κορσικανού σκίουρου…
- Ίσως θα έπρεπε να
προτιμήσετε κάτι διαφορετικό, είπε διστακτικά η Λουίζ ντε Μπουντουάρ.
- Τι εννοείτε, Λουίζ;
- Δεν ξέρω ακριβώς, αλλά
δεν νομίζω το δαμασκηνί το φόρεμα να εκτιμηθεί ιδιαίτερα από ανθρώπους που
ανήκουν στο λαό… Από μερικές κλεφτές ματιές που τους έριξα εχθές, δεν μπορώ να
πω ότι εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα…
- Αλήθεια;
- Ούτε στο ελάχιστο…
Φανταστείτε, κανείς τους δε φορούσε περούκα, ενώ οι άντρες είχαν όλοι γένια! Τρε μπανάλ!
- Ο μαρκήσιος ντε Μουστακί
έχει ένα γένι που με κάνει να μην κοιμάμαι τα βράδια, αχ, ελπίζω αυτό να μη φτάσει στα αυτιά του Λουδοβίκου, βέβαια…
Η Μαρία Αντουανέτα γέλασε
παιχνιδιάρικα και οι υπόλοιποι τη μιμήθηκαν.
- Μην ανησυχείτε,
Μεγαλειοτάτη, είπε η Λουίζ ντε Μπουντουάρ. Όταν μιλάω για γένια, όμως, δεν
εννοώ σαν το περιποιημένο γένι του μαρκησίου, μιλάω για τρίχες που φυτρώνουν
ανεξέλεγκτα σε όλο το πρόσωπο!
- Ω, μον Ντιε, αυτό είναι
τρομερό! Τρομερό, και εντελώς κακόγουστο... Μήπως να βάλω το φόρεμα το σμαραγδί;
- Αυτό ταιριάζει και με το
φτερό, είπε ο κόμης Σεσουάρ.
Ακούστηκε ήχος σπασμένου
γυαλιού.
- Τι ήταν αυτό; φώναξε
τρομαγμένη η Μαρία Αντουανέτα.
Στο δωμάτιο μπήκε η
Εβανζελί ντε Μεσάζ, κρατώντας μια πέτρα στο ένα χέρι και ένα κομμάτι χαρτί στο
άλλο.
- Μεγαλειοτάτη, είπε και
υποκλίθηκε ευγενικά, οι ταραξίες έσπασαν το τζάμι του κεντρικού παραθύρου της
ανατολικής πτέρυγας.
- Τι είναι αυτό το χαρτί;
- Ήταν δεμένο στην πέτρα
που πέταξαν… Ζητούν την απελευθέρωση των συντρόφων
τους που βρίσκονται στη Βαστίλλη, λένε.
- Τι άλλο θα ακούσουμε!
είπε η Μαρία Αντουανέτα.
- Ανεπίτρεπτο, είπε και η
Λουίζ ντε Μπουντουάρ.
- Κανένας σεβασμός στον θεσμό της βασιλείας, έναν θεσμό ευλογημένο από την ίδια την Αγία Έδρα, είπε η Εβανζελί
ντε Μεσάζ και σταυροκοπήθηκε.
- Καλά που μου το θυμίσατε, καλή μου Εβανζελί, είπε η Μαρία Αντουανέτα, το απόγευμα θα
επισκεφτώ τον καρδινάλιο Ροκφόρ. Οι συζητήσεις μας πάντα με
ηρεμούν. Θα κάνω και μια δωρεά για τα νόθα παιδιά των ευγενών. Να θυμηθώ να τον
ρωτήσω και για την πορεία των εργασιών στη Νοτρ Νταμ. Τοποθετήθηκε, άραγε, η
καμπάνα ή αργεί ακόμη;
- Αποφασίσατε τι θα
φορέσετε; ρώτησε η Λουίζ ντε Μπουντουάρ. Εγώ, πάντως, σας προτείνω το μπεζ, και
ας είναι περσινό. Είναι σχετικά πιο απλό και θα το εκτιμήσουν οι ταραξίες… θα
δείξετε ότι είστε κοντά στο λαό, ότι τον συμπονάτε… ίσως έτσι πεισθούν και να
αποχωρήσουν ευγενικά…
- Όχι, όχι το μπεζ, με
χλωμιάζει, μάλλον κλίνω προς το σμαραγδί…
- Πάω να φέρω το φτερό,
είπε ο κόμης Σεσουάρ.
- Μα, Μεγαλειοτάτη…
- Ω, Λουίζ, Λουίζ, μα δεν
το βλέπετε, καλό μου παιδί; Το σμαραγδί είναι το πιο κατάλληλο φόρεμα για την
περίσταση, θα τους καθηλώσω όλους. Δεν υπάρχει επιχείρημα που να μπορεί να σταθεί
απέναντι σε ένα τέτοιο φόρεμα, θα το δείτε…
- Εσείς ξέρετε καλύτερα,
Μεγαλειοτάτη…
- Ο Λουδοβίκος θα
ενθουσιαστεί, είμαι σίγουρη… Φέρτε μου, παρακαλώ, και το σμαραγδένιο μου κολιέ
με τα ασορτί σκουλαρίκια, πρέπει να αναδειχθεί το σύνολο…
- Αμέσως!...
- Έφερα και το φτερό, είπε
ο κόμης Σεσουάρ.
- Μανιφίκ! Βοηθήστε με να
το φορέσω, παρακαλώ… Α, και κάποιος να μου φέρει ένα κλαδί ελιάς, θα το κρατήσω αντί για σκήπτρο. Βλέπετε, Λουίζ;
Αποφάσισα να ακολουθήσω τη συμβουλή σας: Πάνω απ’όλα η απλότητα!




