Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Υπήρχε λόγος...



     - Ελιά δεν έχει, Παντελή; είπε ο Στέφανος, βλέποντας το πιατάκι που συνόδευε το κυριακάτικο ουζάκι του.
     Ο Παντελής έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε προς το καφενείο.
     - Ελιές τέλος, είπε άγρια. Την επόμενη βδομάδα, θα σου έχω αντζούγιες.
     - Τι είπα; είπε απορημένα ο Στέφανος.
     - Τι να σου πω; είπε ο Φάνης, που καθόταν παραδίπλα. Τις τελευταίες μέρες είναι σαν να τον τσίμπησε μύγα.
     - Και με τις ελιές τι τον έπιασε;
     - Ποιος να ξέρει;
     - Μην κρίνετε ίνα μην κριθείτε, είπε ο παπα-Φώτης, που καθόταν κι εκείνος στο καφενείο. Ποιος ξέρει τι μαράζι βασανίζει καθενός την ψυχή!
     Ο Παντελής ξαναβγήκε με ένα πανί στο χέρι και άρχισε να καθαρίζει ένα τραπεζάκι.
     - Αλήθεια, Παντελή, είναι αλήθεια αυτό που μου είπε η γυναίκα μου; ρώτησε ο Λάμπρος, που μαζί με τον Αντρέα έπαιζαν τάβλι.
     - Τι σου είπε η γυναίκα σου; ρώτησε ο Παντελής και σταμάτησε το καθάρισμα.
     - Αρραβώνιασες τον Βασίλη;
     - Ναι, είπε ο Παντελής και συνέχισε το καθάρισμα.
     - Και δε λες τίποτα, βρε τζαναμπέτη, να σου ευχηθούμε;
     - Πώς το λένε το κορίτσι; ρώτησε ο Φάνης. Πού το γνώρισε;
     - Πότε ο γάμος; ρώτησε και ο Στέφανος.
     - Ώχου, δε με παρατάτε, κουτσομπόληδες; είπε ο Παντελής και ξαναμπήκε στο καφενείο.
     - Μα γιατί κάνει έτσι; είπε ο Αντρέας.
     - Αφήστε, είπε ο Στέφανος, θα μας τα πει όλα ο Βασίλης.
     Ένας νεαρός είχε φανεί στην άκρη του δρόμου.
     - Καλώς τον τον αρραβωνιάρη, είπε ο Αντρέας, μόλις ο νεαρός έφτασε στο καφενείο.  Τι γένια είναι αυτά, καλέ;
     Ο Βασίλης χάιδεψε το πηγούνι του.
     - Δεν είναι γένια, μπαρμπα-Αντρέα, μούσι είναι.
     - Και ποια η διαφορά;
     - Το μούσι είναι περιποιημένο.
     - Α, καλά, άμα το λες εσύ…
     - Τι μάθαμε, αρραβωνιάστηκες; είπε ο Στέφανος.
     Ο Βασίλης χαμογέλασε αμήχανα.
     - Πού το μάθατε;
     - Μου το είπε η γυναίκα μου, είπε ο Λάμπρος. Της το είπε η μάνα σου. Αλήθεια είναι;
     - Αλήθεια είναι.
     - Πώς τη λένε;
     - Εύα…
     - Ωραίο όνομα!
     - Και πού τη γνώρισες; Με το τσιγκέλι θα σου τα βγάζουμε;
     - Τη γνώρισα στη σχολή.
     - Α, συμφοιτήτρια!
     - Μη μου πεις ότι είναι και από τα μέρη μας!
     - Ποια μέρη μας, μπαρμπα-Φάνη; Αθηναία είναι η κοπέλα, Αθηναία, και από πολύ καλή οικογένεια, κόρη διπλωμάτη.
     - Α! Ώστε γι’αυτό είναι έτσι ο πατέρας σου; Συγγένεψε με την αριστοκρατία και δε θέλει παρτίδες με τον απλό λαό;
     - Ο πατέρας μου; Γιατί, τι σας είπε;
     - Τίποτα.
     - Δεν ξέρω τι λέτε, η Εύα είναι η προσωποποίηση της απλότητας, γι’αυτό και ταιριάξαμε.
     - Πότε θα γίνει ο γάμος; ρώτησε ο παπα-Φώτης.
     - Αργεί ακόμα, παπα-Φώτη. Προς το παρόν, απλώς συζούμε.
     - Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα μοντέρνα, παιδί μου, η ένωση δύο ανθρώπων πρέπει να ευλογείται από τον Θεό…
     - Θα γίνει και αυτό… Το σημαντικό είναι ότι είμαστε πρώτα σύντροφοι και αυτό από μόνο του αποτελεί τη βάση για μια αρμονική συμβίωση.
     - Και πότε θα μας τη γνωρίσεις, βρε Βασίλη;
     - Όπου να’ναι… Θα περάσει από εδώ για να πάμε μια βόλτα στο χωριό. Ήρθε εχθές το βράδυ και δεν πρόλαβε να το δει. Α, να τη, έρχεται!
     Μια νεαρή, λεπτή κοπέλα φάνηκε να πλησιάζει με γοργά βήματα. Τα μακριά μαλλιά της ήταν λυτά. Καθώς πλησίαζε, άρχιζαν να διακρίνονται και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της.
     - Καλημέρα, είπε και χαμογέλασε με μια τέλεια οδοντοστοιχία.
     Κανείς όμως δεν είδε την τέλεια οδοντοστοιχία. Όλοι είχαν εστιάσει την προσοχή τους στη μεγάλη κρεατοελιά που υπήρχε στο σαγόνι της…

ΥΓ: Αυτή ήταν η συμμετοχή της Πίπης στο "Παίζοντας με τις λέξεις", που ξαναδιοργάνωσε, ύστερα από πολύμηνη απουσία, η αγαπημένη μας Μεμαρία, στο χάρτινο καραβάκι της, το οποίο ελπίζουμε σύντομα να ξανασαλπάρει για το επόμενο, παιχνιδιάρικό του ταξίδι.

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2019

Τι έφταιγε;



     Ο Γιάννης χάιδευε τα δύο ημερών γένια του, αλλιώς θα έμοιαζε με άγαλμα, καθώς κοιτούσε με προσήλωση την κενή οθόνη του υπολογιστή.
     - Είσαι καλά; τον ρώτησε η γυναίκα του, που μπήκε εκείνη τη στιγμή στο δωμάτιο.
     - Καλά είμαι, απάντησε, αλλά μέσα του το ήξερε πως δεν ήταν καθόλου καλά.
     Τόσες μέρες τώρα και ακόμα να βρει ιστορία για να γράψει. Πώς ήταν αυτό δυνατό; Ύστερα από τόσα και τόσα που είχε γράψει, πώς ήταν δυνατό να μην μπορεί να γράψει ούτε λέξη;
     - Έχει κάτι ο υπολογιστής; ξαναρώτησε η γυναίκα του.
     - Σαν τι να έχει;
     - Δεν ξέρω, φαίνεται σαν να έχει κολλήσει.
     - Όχι, μια χαρά είναι.
     «Εγώ έχω κολλήσει», σκέφτηκε ο Γιάννης.
     - Θα κλείσω το παράθυρο. Έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει.
     Ο Γιάννης κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο ήλιος είχε δύσει και ο ουρανός είχε πάρει το χαρακτηριστικό μπλε χρώμα που παίρνει προτού μαυρίσει εντελώς.
     Η γυναίκα του έκλεισε το παράθυρο και άναψε το φως.
     - Θέλεις κάτι να φας; ρώτησε.
     - Όχι, δεν πεινάω.
     Η γυναίκα του έφυγε και ο Γιάννης έμεινε μόνος στο δωμάτιο, μαζί με τον υπολογιστή. Και με την κενή οθόνη.
     - Σκέψου, Γιάννη, σκέψου, είπε στον εαυτό του, αλλά το μυαλό του θύμιζε υπερβολικά την οθόνη του υπολογιστή.
     - Χρειάζομαι κάποια ιδέα, σκέφτηκε το αυτονόητο.
     Έπιασε την εφημερίδα. Εδώ είμαστε. Αστυνομικό ρεπορτάζ. Φόνοι, απαγωγές, ληστείες, βιασμοί, εκβιασμοί… Τι να διαλέξει;
     - Ναι, αλλά καρφώνεσαι, Γιάννη, είπε στον εαυτό του.
     - Και τι πειράζει; απάντησε. Ας καρφώνομαι. Ο «λαός» μου, όλοι αυτοί που λατρεύουν τα αστυνομικά μου, θα απογοητευτούν αν δεν πάρουν αυτό που συνηθίζω να τους προσφέρω.
     - Ναι, αλλά τότε πώς θα είσαι σίγουρος ότι οι σύντροφοι μπλόγκερ σε ψηφίζουν για το κείμενο και όχι επειδή είσαι ο Γιάννης; Να, θα λένε, αυτό είναι του Γιάννη, ας του δώσουμε έναν βαθμό, τόσα κομπλιμέντα μας κάνει, αμαρτία είναι…
     - Α, χάρες δε θέλω, είπε ο Γιάννης. Λες να με ψηφίζουν μόνο από συμπάθεια; Εντάξει, τότε, ας γράψω κάτι άλλο… Αλλά τι;
     Κοίταξε γύρω του. Το δωμάτιο ήταν τακτοποιημένο, και διακοσμημένο σύμφωνα με τα γούστα του. Πήγε μέχρι την αγαπημένη του πολυθρόνα και άναψε το λαμπατέρ που βρισκόταν δίπλα της. Ύστερα, έσβησε το μεγάλο φως.
     - Χρειάζομαι ατμόσφαιρα, για να εμπνευστώ, σκέφτηκε, και ο απαλός φωτισμός του λαμπατέρ είναι ό,τι πρέπει. Ας βάλω και μουσική.
     Πήγε στο πικάπ, που το είχε από τον γάμο του – δώρο του θείου Χαράλαμπου - , και έβαλε έναν δίσκο. Το δωμάτιο πλημμύρισε από ήχους τζαζ.
     - Αυτό είναι, είπε, δεν χρειάζεται τίποτα άλλο. Η απλότητα είναι μεγάλη αρετή. Απαλός φωτισμός, μουσική, χαλάρωση, και οι ιδέες θα έρθουν όπως οι μύγες στο μέλι…
     Κάθισε στην πολυθρόνα και αφέθηκε να τον παρασύρει η μουσική. Το μυαλό του κατακλύστηκε με εικόνες: ερειπωμένα ορφανοτροφεία, σκοτεινά σανατόρια, ύποπτοι γιατροί και νοσοκόμες, θύματα που γυρεύουν εκδίκηση… Μα, στάσου, βρε Γιάννη, πάλι στο αστυνομικό επιστρέφεις;
     Η πόρτα του δωματίου άνοιξε.
     - Θα βάλω να πιω ένα μαρτίνι, είπε η γυναίκα του. Να σου φέρω και εσένα;
    Α, βέβαια, χρειαζόταν και ένα ποτό, και ένα ντράι μαρτίνι ήταν ό,τι έπρεπε! Τώρα θα την έβρισκε την ιδέα, οπωσδήποτε!
     - Φέρε μου, είπε.
     Με το μαρτίνι στο χέρι, ο Γιάννης ξαναβυθίστηκε στις σκέψεις του… Και είδε ότι πληκτρολογούσε σαν να μην υπήρχε αύριο, και ολοκλήρωνε την ιστορία του, και έστελνε τη συμμετοχή του. Και η συμμετοχή του ήταν τόσο διαφορετική από τις προηγούμενες, που κανένας δε φανταζόταν ότι την είχε γράψει αυτός, ακόμα κι αυτός ο ίδιος δυσκολευόταν να το πιστέψει... Και ένας-ένας, όλοι σαγηνεύονταν από την ιστορία και έδιναν σωρηδόν τα τριάρια, και η μέρα της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων έφτανε, και μαζί και τα αποκαλυπτήρια… Και όλοι έμεναν με ανοιχτό το στόμα! Μα, ο Γιάννης το είχε γράψει αυτό το αριστούργημα; Αλήθεια; Ο Γιάννης; Ο γνωστός Γιάννης; Αυτός με τα δύο ν;
     Ο Γιάννης τινάχτηκε. Πού βρισκόταν; Α, ναι, στην πολυθρόνα του. Ο υπολογιστής; Στη θέση του, μόνο πως τώρα η οθόνη είχε μαυρίσει. Είχε γράψει, μήπως, την ιστορία; Ποια ιστορία; Αυτή την περίεργη, αυτή που άρεσε σε όλους, αυτή που του είχε δώσει το βραβείο… μια στιγμή! Πότε είχε ολοκληρωθεί κιόλας το παιχνίδι; Τι μέρα ήταν;
     Ο Γιάννης είχε ξυπνήσει για τα καλά, αλλά το μυαλό του συνέχιζε να είναι κενό ιδεών. Άδικα, λοιπόν, είχε φτιάξει ατμόσφαιρα, άδικα είχε βάλει μουσική – ο δίσκος πρέπει να είχε τελειώσει προ πολλού - , άδικα είχε πιει και το μαρτίνι… Μα, πώς ήταν δυνατόν να αποτύχει το μαρτίνι;
     Και, ξαφνικά, όπως συμβαίνει συνήθως, ο Γιάννης συνειδητοποίησε τι είχε φταίξει: από το μαρτίνι έλειπε η ελιά!    

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Πάνω απ'όλα η απλότητα

     Οι φωνές έξω από το βασιλικό παράθυρο όλο και δυνάμωναν.
     - Δεν αντέχω άλλο, είπε η Μαρία Αντουανέτα. Αυτές οι φωνές μού έχουν πάρει το κεφάλι! Αν ήταν, τουλάχιστον, πιο μελωδικές… Ή, έστω, αν τις συνόδευε ένα κλειδοκύμβαλο…
     - Δεν έχουν σταματήσει από εχθές, είπε η Λουίζ ντε Μπουντουάρ, η αγαπημένη της κυρία επί των τιμών.
     - Μα τι θέλουν, επιτέλους;
     - Θέλουν να μιλήσουν στον Μεγαλειότατο, λένε.
     - Άλλο και τούτο! Από πότε ο λαός μιλάει απευθείας στο βασιλιά;
     - Δεν αντέχουν άλλο, λένε, να δουλεύουν σαν σκλάβοι και να μην έχουν να φάνε ούτε ψωμί…
     - Υπερβολές! Υπάρχουν τόσα άλλα πράγματα να φάει κανείς…
     - Ένας φιόγκος ακόμα και είστε έτοιμη, Μεγαλειοτάτη, είπε ο κόμης Σεσουάρ.
     Η Μαρία Αντουανέτα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη με τη χρυσή κορνίζα.
     - Πα μαλ, είπε. Με ένα τέτοιο χτένισμα, όμως, θα ταίριαζε περίφημα και ένα φτερό παγωνιού, νε σ'πα;
     - Εξαρτάται από το φόρεμα με το οποίο θα το συνδυάσετε, είπε ο κόμης Σεσουάρ. Τι σκέφτεστε να φορέσετε;
     - Πραγματικά προβληματίζομαι, είπε η Μαρία Αντουανέτα. Αν τελικά ο Λουδοβίκος δεχτεί να μιλήσει στους ταραξίες, δε θα πρέπει να βρίσκομαι κι εγώ εκεί;
     - Φαντάζομαι πως θα πρέπει, είπε η Λουίζ ντε Μπουντουάρ.
     - Τι άραγε να ταιριάζει σε μια τέτοια συνάντηση;
     - Τι θα λέγατε για εκείνο το μπεζ με το διακριτικό ντεκολτέ και την ασορτί σατέν ζώνη;
     - Ε, όχι και να φορέσω περσινό ρούχο! Δε συναντάει κανείς κάθε μέρα εκπροσώπους του λαού!
     - Δεν ταιριάζει και με το φτερό του παγωνιού, είπε ο κόμης Σεσουάρ.
     Οι φωνές δυνάμωσαν κι άλλο.
     - Σκέφτομαι το μπλε φόρεμα από κινέζικο μετάξι, συνέχισε η Μαρία Αντουανέτα, ταιριάζει θαυμάσια με τα μάτια μου… Και το πορφυρό που μου έραψε προχθές ο κόμης ντε Γαζί δεν είναι άσχημο, ιδιαίτερα αν το συνδυάσω με τη δαμασκηνί τη ζώνη και τα ασορτί γοβάκια από δέρμα κορσικανού σκίουρου…
     - Ίσως θα έπρεπε να προτιμήσετε κάτι διαφορετικό, είπε διστακτικά η Λουίζ ντε Μπουντουάρ.
     - Τι εννοείτε, Λουίζ;
     - Δεν ξέρω ακριβώς, αλλά δεν νομίζω το δαμασκηνί το φόρεμα να εκτιμηθεί ιδιαίτερα από ανθρώπους που ανήκουν στο λαό… Από μερικές κλεφτές ματιές που τους έριξα εχθές, δεν μπορώ να πω ότι εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα…
     - Αλήθεια;
     - Ούτε στο ελάχιστο… Φανταστείτε, κανείς τους δε φορούσε περούκα, ενώ οι άντρες είχαν όλοι γένια! Τρε μπανάλ!
     - Ο μαρκήσιος ντε Μουστακί έχει ένα γένι που με κάνει να μην κοιμάμαι τα βράδια, αχ, ελπίζω αυτό να μη φτάσει στα αυτιά του Λουδοβίκου, βέβαια…
     Η Μαρία Αντουανέτα γέλασε παιχνιδιάρικα και οι υπόλοιποι τη μιμήθηκαν.
     - Μην ανησυχείτε, Μεγαλειοτάτη, είπε η Λουίζ ντε Μπουντουάρ. Όταν μιλάω για γένια, όμως, δεν εννοώ σαν το περιποιημένο γένι του μαρκησίου, μιλάω για τρίχες που φυτρώνουν ανεξέλεγκτα σε όλο το πρόσωπο!
     - Ω, μον Ντιε, αυτό είναι τρομερό! Τρομερό, και εντελώς κακόγουστο... Μήπως να βάλω το φόρεμα το σμαραγδί;
     - Αυτό ταιριάζει και με το φτερό, είπε ο κόμης Σεσουάρ.
     Ακούστηκε ήχος σπασμένου γυαλιού.
     - Τι ήταν αυτό; φώναξε τρομαγμένη η Μαρία Αντουανέτα.
     Στο δωμάτιο μπήκε η Εβανζελί ντε Μεσάζ, κρατώντας μια πέτρα στο ένα χέρι και ένα κομμάτι χαρτί στο άλλο.
     - Μεγαλειοτάτη, είπε και υποκλίθηκε ευγενικά, οι ταραξίες έσπασαν το τζάμι του κεντρικού παραθύρου της ανατολικής πτέρυγας.
     - Τι είναι αυτό το χαρτί;
     - Ήταν δεμένο στην πέτρα που πέταξαν… Ζητούν την απελευθέρωση των συντρόφων τους που βρίσκονται στη Βαστίλλη, λένε.
     - Τι άλλο θα ακούσουμε! είπε η Μαρία Αντουανέτα.
     - Ανεπίτρεπτο, είπε και η Λουίζ ντε Μπουντουάρ.
     - Κανένας σεβασμός στον θεσμό της βασιλείας, έναν θεσμό ευλογημένο από την ίδια την Αγία Έδρα, είπε η Εβανζελί ντε Μεσάζ και σταυροκοπήθηκε.
     - Καλά που μου το θυμίσατε, καλή μου Εβανζελί, είπε η Μαρία Αντουανέτα, το απόγευμα θα επισκεφτώ τον καρδινάλιο Ροκφόρ. Οι συζητήσεις μας πάντα με ηρεμούν. Θα κάνω και μια δωρεά για τα νόθα παιδιά των ευγενών. Να θυμηθώ να τον ρωτήσω και για την πορεία των εργασιών στη Νοτρ Νταμ. Τοποθετήθηκε, άραγε, η καμπάνα ή αργεί ακόμη;
     - Αποφασίσατε τι θα φορέσετε; ρώτησε η Λουίζ ντε Μπουντουάρ. Εγώ, πάντως, σας προτείνω το μπεζ, και ας είναι περσινό. Είναι σχετικά πιο απλό και θα το εκτιμήσουν οι ταραξίες… θα δείξετε ότι είστε κοντά στο λαό, ότι τον συμπονάτε… ίσως έτσι πεισθούν και να αποχωρήσουν ευγενικά…
     - Όχι, όχι το μπεζ, με χλωμιάζει, μάλλον κλίνω προς το σμαραγδί…
     - Πάω να φέρω το φτερό, είπε ο κόμης Σεσουάρ.
     - Μα, Μεγαλειοτάτη…
     - Ω, Λουίζ, Λουίζ, μα δεν το βλέπετε, καλό μου παιδί; Το σμαραγδί είναι το πιο κατάλληλο φόρεμα για την περίσταση, θα τους καθηλώσω όλους. Δεν υπάρχει επιχείρημα που να μπορεί να σταθεί απέναντι σε ένα τέτοιο φόρεμα, θα το δείτε…
     - Εσείς ξέρετε καλύτερα, Μεγαλειοτάτη…
     - Ο Λουδοβίκος θα ενθουσιαστεί, είμαι σίγουρη… Φέρτε μου, παρακαλώ, και το σμαραγδένιο μου κολιέ με τα ασορτί σκουλαρίκια, πρέπει να αναδειχθεί το σύνολο…
     - Αμέσως!...
     - Έφερα και το φτερό, είπε ο κόμης Σεσουάρ.
     - Μανιφίκ! Βοηθήστε με να το φορέσω, παρακαλώ… Α, και κάποιος να μου φέρει ένα κλαδί ελιάς, θα το κρατήσω αντί για σκήπτρο. Βλέπετε, Λουίζ; Αποφάσισα να ακολουθήσω τη συμβουλή σας: Πάνω απ’όλα η απλότητα!
    

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Πίσω από κλειστές πόρτες

     Είναι κάπου ένα δέντρο, ένα δέντρο ψηλό, με μεγάλο και γερό κορμό, που δεν είναι όπως τα άλλα. Και δεν είναι όπως τα άλλα, επειδή αυτό το δέντρο έχει μια πόρτα. Πώς το ξέρω, θα μου πείτε. Μα, δεν τη βλέπετε τη φωτογραφία; Αφού υπάρχει η φωτογραφία, δεν μπορεί, και το δέντρο θα υπάρχει!
     Τι, άραγε, θα μπορούσε να κρύβει αυτό το δέντρο; Μα, κάποιο σπίτι, φυσικά! Αλλιώς, τι τη θέλει την πόρτα; Και αφού κρύβει ένα σπίτι, ποιος θα μπορούσε να μένει σε αυτό το σπίτι; Ιδού ένα ερώτημα που αξίζει!
     Δε νομίζω να μένει κάποιος ελέφαντας εκεί, πώς θα χωρούσε; Θα μπορούσε, όμως, άνετα να μένει μια οικογένεια σκίουρων: μαμά, μπαμπάς, παιδιά, παππούδες, γιαγιάδες, ξαδέρφια, θείοι, θείες... Στο υπόγειο - εκεί που βρίσκονται και οι ρίζες - θα είναι η αποθήκη με τα τρόφιμα: καρύδια, κουκουνάρια, φρούτα, μανιτάρια, και τα κρασιά: κόκκινο κρασί από φραγκοστάφυλα, λευκό από τσάγαλα και αφρώδες από μύρτιλλα. Όταν πλησιάζεις στο δέντρο θα ακούς τον ήχο από τις φωνές των σκίουρων που θα συζητάνε, θα παίζουν, θα τσακώνονται...
     Θα μπορούσε, βέβαια, να ζει και μια ηλικιωμένη, μοναχική κουκουβάγια. Το σπίτι θα είναι γεμάτο ράφια, μέχρι εκεί που φτάνουν τα πιο ψηλά κλαδιά, και τα ράφια θα είναι γεμάτα βιβλία, επειδή η κουκουβάγια θα λατρεύει το διάβασμα. Εκτός αυτού, η κουκουβάγια θα είναι διάσημη γκουρού και θα δέχεται επισκέψεις συγκεκριμένες ώρες. Κατά τις ώρες του επισκεπτηρίου μια ατελείωτη ουρά από διάφορα ζώα θα ξεκινάει από το σπίτι της κουκουβάγιας και θα ελίσσεται, σαν τεράστιο, πολύχρωμο φίδι, μέσα στο δάσος.
     Μήπως, όμως, αυτή η πόρτα είναι απλά και μόνο η πόρτα ενός ασανσέρ; Πλησιάζεις, πατάς το κουδούνι, ανοίγει, μπαίνεις και επιλέγεις αν θέλεις να πας ψηλά στον ουρανό ή χαμηλά, μέσα στη γη... Α, πολύ με μπερδεύει αυτή η πόρτα!
     Δε μένει παρά να κάνουμε μια επιτόπια έρευνα. Και αφού διασχίσουμε πόλεις και χωριά, ποτάμια, ρυάκια, βουνά, αφού χαλάσουμε τουλάχιστον σαράντα ζευγάρια παπούτσια, και αφού κάψουμε τουλάχιστον 1.452.897.548.527.125.569.443.785.412.631 θερμίδες - και με την προϋπόθεση ότι δεν έχουμε εξαϋλωθεί στο μεταξύ - κάποια στιγμή η τύχη μάς χαμογελά και εντοπίζουμε το μυστήριο δέντρο με την πόρτα. Η χαρά μας είναι απερίγραπτη και μια και δυο πλησιάζουμε. Προς στιγμήν διστάζουμε: να χτυπήσουμε την πόρτα; Ας πλησιάσουμε λίγο ακόμα και ας στήσουμε αυτί. Θα ακούσουμε, άραγε, τις ψιλές φωνές των σκίουρων;
     Και, ναι, κάτι ακούγεται! Αλλά, μισό λεπτό, αυτοί οι ήχοι δε μοιάζουν με φωνές σκίουρων, είναι φωνές, ναι, αλλά... Κι όμως, αυτές οι φωνές είναι ανθρώπινες!
     Κολλάμε το αυτί μας στον κορμό. Οι φωνές είναι ξεκάθαρα δύο, και οι δύο γυναικείες. Η μία απότομη και αυταρχική, η άλλη χαμηλόφωνη και κλαψιάρα. Φοράμε στα αυτιά μας τα μαγικά μας ακουστικά που αγοράσαμε μέσω τηλεαγοράς για 137.789,99 ευρώ - μεγάλη ευκαιρία, ούτε 137.790 δεν έκαναν - και τώρα ακούμε ξεκάθαρα:
     - Υποσχέσου το! λέει η αυταρχική φωνή.
     - Μα, δεν είμαι σίγουρη... κλαψουρίζει η άλλη.
     - Ώστε θέλεις να το ξανασκεφτείς;
     - Όχι πάλι το μαστίγιο, μη, σε παρακαλώ!
     - Γιατί δε συνεργάζεσαι, επιτέλους;
     - Μα υπάρχουν κι άλλοι σαν εμένα, δεν είμαι μόνο εγώ...
     - Οι άλλοι έχουν ήδη σταματήσει να γράφουν εδώ και καιρό.
     - Αυτό είναι ψέμα, όλο και κάποιος γράφει...
     Ακούγεται ένα μαστίγιο να χτυπάει κάπου.
     - Την επόμενη φορά θα πέσει επάνω σου, λέει η αυταρχική φωνή.
     - Όχι, Αννετά...κι, σε παρακαλώ!...
     - Να μη με παρακαλείς καθόλου, λέει το Αννετά...κι, αφού δική της είναι η αυταρχική φωνή. Τι θέλεις, να με τρελάνεις θέλεις;
     - Όχι, φυσικά, συγκατοικάκι μου, γιατί το λες αυτό;
     - Δε μου φτάνει που ψάχνω χωρίς επιτυχία να βρω το Διονύση, έστω να μου δώσει το κλειδί, να μπαίνω να ξαραχνιάζω το σπίτι του, δε μου φτάνει που άνοιξα το σπίτι μας και το βρήκα τίγκα στην σκόνη, δε μου φτάνει που το καθάρισα από όλες τις παλιατσαρίες που είχες κουβαλήσει εκεί μέσα, να έχω και εσένα που δεν αποφασίζεις τι θέλεις να κάνεις; Γράψε, μαρή, σου λέω, γράψε κάτι, το όνομά σου έστω με καλλιγραφικούς χαρακτήρες, όχι, λες, με απασχολούν άλλα τώρα.
     - Αφού...
     - Μη με διακόπτεις! Τι σε απασχολεί, πουλάκι μου; σου λέω. Πολλά και διάφορα, λες. Ναι, αλλά το σπιτάκι μας μαραζώνει, είναι διώροφο, μεγάλο, με διπλά μπάνια και play room - εσύ το ήθελες το play room - και εγώ είμαι μία, δεν προλαβαίνω να το συγυρίζω μόνη μου, άπλωσε το χέρι σου, πιάσε ένα ξεσκονόπανο, στρώσε το κρεβάτι σου, έστω!
     - Αφού...
     - Μη με διακόπτεις! Ναι, ξέρω, αφού θα ξανακοιμηθείς και θα το χαλάσεις, γιατί να το στρώσεις; Αλλά εγώ δεν αντέχω άλλο, κι αν δεν μπορείς να συνεισφέρεις, να πάρεις μια παραδουλεύτρα τότε! Αλλά, βέβαια, δε θέλεις να μπει τρίτος ανάμεσά μας, τι σου φταίω, μαρή, μου λες;
     - Εγώ...
     - Ναι, ξέρω, ξέρω, εσύ νοιάζεσαι για εμένα, και είμαστε συγκατοικάκια, και τρίχες κατσαρές! Όλα τα μέσα χρησιμοποίησα για να σε πείσω να αρχίσεις να ξαναγράφεις, τι παστίτσιο με φτιαχτή μπεσαμέλ σου έταξα, τι τρίπατη τούρτα με φρέσκια σαντιγύ, τι πίτσα ψημένη επάνω ακριβώς στο Βεζούβιο!... Τη μια έφταιγε η Αριστέα, που έχει αποχωρήσει, την άλλη έφταιγε η Μεμαρία, που καθυστέρησε να βγάλει το επόμενο "παίζοντας με τις λέξεις", την άλλη έφταιγε ο Γιάννης, που γράφει μυθιστορήματα και ξεχνιέσαι διαβάζοντάς τα, έλεος πια!
     Ακούγεται σιωπή.
     - Λοιπόν, δεν πάει άλλο, ξανακούγεται το Αννετά...κι, από εδώ και πέρα σού απαγορεύω να ξαναγράψεις!
     - Μα, αν αλλάξω γνώμη;
     - Να μην αλλάξεις!
     - Μα αυτό είναι φασισμός!
     - Τολμάς να αντιμιλάς;
     Ακούγεται πάλι το μαστίγιο.
     - Είπες κάτι;
     - ...
     - Από τη στιγμή που όλες τις ευθύνες του σπιτιού τις άφησες επάνω μου, εγώ αποφασίζω και για το πολίτευμα που θα ισχύει εκεί μέσα, και αν αποφασίσω ότι θα ισχύει ο φασισμός, εσένα δε σου πέφτει λόγος, κατάλαβες;
     - ...Μμμ.
     - Δε θέλω να απαντάς σαν αγελάδα, σαν άνθρωπος να απαντάς! Κατάλαβες;
     - ...Ναι.
     - Λοιπόν, σου απαγορεύω να ξαναγράψεις, και έχω ετοιμάσει εδώ και μια δήλωση μεταμέλειας, την οποία θα πρέπει να υπογράψεις... Αχ, όχι πάλι δάκρυα, δε με ρίχνεις με αυτά...
     - Μου λείπει ο Διονύσης...
     - Τι είπες τώρα;
     - Μου λείπει ο Διονύσης, είπα...
     - Και εμένα δε μου λείπει, νομίζεις;
     - Αν θέλεις, θα σε βοηθήσω να τον ψάξουμε.
     - Δεν ξέρω πού κρύβεται.
     - Θα πάμε στο σπίτι του και θα φτιάξουμε αντικλείδι, να μπεις να ξαραχνιάσεις.
     - Γίνεται αυτό;
     - Έχω ένα φίλο κλειδαρά, καλό παιδί, κι αν ακούσεις τίποτα για φυλακή, μη δίνεις σημασία, παρεξήγηση ήταν...
     - Όχι, δε θα ήταν σωστό...
     - Σκέψου το, δε θα μου το χαλάσει το χατίρι.
     - ...Καλά...
     - Αλλά μη μου ζητάς να υπογράψω δηλώσεις μεταμέλειας... Το σπίτι μας το έφτιαξα με αγάπη, και το play room για να παίζουμε μαζί το ήθελα...
     - Θα νιώσω καλύτερα αν σταματήσεις να γράφεις... Και αν αρχίσεις να κάνεις και καμιά δουλειά στο σπίτι... Λουμπάγκο με έπιασε προχθές, που έσκυψα κάτω από το κρεβάτι, για να καθαρίσω.
     - Θα δω μήπως προσλάβω καθαρίστρια. Δε θυμάμαι να σου το έχω πει, έχω αλλεργία στη σκόνη.
     - Υποσχέσου μου ότι δε θα ξαναγράψεις.
     - Ούτε ένα χαϊκού;
     - Είχες και στο χωριό σου χαϊκού;
     - Ούτε ένα ραβασάκι, να σου πω ότι πετάχτηκα μέχρι το φούρνο;
     - Ε, εντάξει, ραβασάκια μπορείς να μου γράφεις... 
     Ησυχία. Μόνο κάτι ρουφήγματα μύτης ακούγονται πού και πού. Ας βγάλουμε, λοιπόν, από τα αυτιά μας τα μαγικά μας ακουστικά και ας απομακρυνθούμε γρήγορα από το δέντρο, προτού το Αννετά...κι και το Λυσιππάκι ανοίξουν την πόρτα και μας βρουν μπροστά τους να κρυφακούμε. Διότι τότε, μπορεί να μη μας σώσει η δικαιολογία ότι ψάχναμε τον Διονύση...

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019

Η Αναποδογυρισμένη πολιτεία

    
     Έχετε προσέξει ποτέ πόσες λακκούβες υπάρχουν στους δρόμους; Και τις έχετε δει που γεμίζουν με νερό, όταν βρέχει; Και μήπως τις έχετε προσέξει καθόλου, αμέσως μόλις σταματήσει η βροχή;
     Αν ναι, σίγουρα θα έχετε παρατηρήσει ότι οι λακκούβες, αμέσως μετά τη βροχή γίνονται πολύ όμορφες. Και ότι μέσα τους εμφανίζονται ολόκληροι κόσμοι: σπίτια, δέντρα, πουλιά, αυτοκίνητα, ποδήλατα, γάτες, σκύλοι... Με μια μικρή διαφορά, βέβαια: ότι όλα μέσα στις λακκούβες είναι γυρισμένα ανάποδα.
     Και φυσικά, θα πει κανείς, πώς αλλιώς θα γινόταν, αφού στις γεμάτες με νερό λακκούβες αντανακλάται ό,τι βρίσκεται πάνω από αυτές; Λογικό δεν είναι να φαίνονται όλα ανάποδα;
     Κι όμως, ανάμεσα σε όλες τις λακκούβες τις πόλης, μία λακκούβα δεν είναι σαν τις άλλες. Μία λακκούβα είναι πολύ διαφορετική. Κάνει τα ποδήλατα και τα αυτοκίνητα να τραντάζονται, βέβαια, όταν περνάνε από επάνω της, και πολλοί πεζοί στραβοπατάνε, αν δεν την προσέξουν, εννοείται, όμως όταν βρέχει, τα πράγματα αλλάζουν... 
     Δεν θα ισχυριστούμε, φυσικά, ότι, όταν βρέχει, η λακκούβα δεν μετατρέπεται σε μια μικρή λιμνούλα, και ούτε θα πούμε ότι αν κοιτάξεις την επιφάνεια της λιμνούλας δε θα δεις σπίτια και δέντρα, όλα ανάποδα, αφού αυτό θα ήταν ένα μεγάλο ψέμα. Θα ήταν όμως επίσης ψέμα να πούμε ότι αν προσέξεις πραγματικά, αν παρατηρήσεις προσεκτικά, δε θα δεις ότι τα σπίτια που φαίνονται αναποδογυρισμένα στην επιφάνεια της λιμνούλας δεν έχουν καμία σχέση με τα σπίτια που βρίσκονται από πάνω της!
     Πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό; Τι να συμβαίνει, άραγε, στην περίεργη αυτή λακκούβα; Γιατί οι αντανακλάσεις της είναι τόσο ασυνήθιστες; Μα, φυσικά, επειδή δεν πρόκειται για αντανακλάσεις! Ό,τι φαίνεται στην επιφάνεια της λιμνούλας είναι πραγματικό, τόσο πραγματικό, όσο πραγματική είναι και η βροχή που γεμίζει με νερό τη λακκούβα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι μέσα στη λακκούβα υπάρχει μία αναποδογυρισμένη πολιτεία.
     Πολλά χρόνια πριν, όταν στη γη κατοικούσαν ακόμα δράκοι, όλες οι πόλεις ήταν όρθιες, και όρθια ήταν και η πολιτεία της λακκούβας. Επρόκειτο για μια πολιτεία πολύ πλούσια, με εύφορα κτήματα, πλούσια σπίτια, σκιερά δάση στις παρυφές της και ένα μεγάλο και βαθύ ποτάμι που τη διέσχιζε απ'άκρη σ'άκρη. Οι κάτοικοι της πολιτείας ήταν χαμογελαστοί και εύθυμοι και τους άρεσαν πολύ οι γιορτές και οι χοροί. Τα κελάρια των σπιτιών ήταν πάντα γεμάτα ως επάνω και από όλες τις καμινάδες έβγαινε καπνός.
     Ο άρχοντας που κυβερνούσε την πολιτεία ήταν πολύ περήφανος γι'αυτήν και καμάρωνε. Και όποιος ξένος περνούσε από εκεί έπρεπε υποχρεωτικά να μείνει στο παλάτι του τουλάχιστον ένα βράδυ, έτσι ώστε ο άρχοντας να τον ξεναγήσει στις ομορφιές της πολιτείας του. Και ο άρχοντας τον συνόδευε παντού και δεν τον άφηνε να φύγει, παρά μόνο όταν ο ξένος έμενε έκπληκτος από τα όσα θαυμαστά έβλεπε.
     Μια μέρα βρέθηκε στην πολιτεία μια ξένη γυναίκα, που φορούσε στο κεφάλι της ένα στεφάνι από κλαδιά ροδιάς και φτερά παγωνιού. Όπως το συνήθιζε, ο άρχοντας την προσκάλεσε στο παλάτι του και την ξενάγησε στην πολιτεία του, φουσκώνοντας από περηφάνεια. Όμως η ξένη γυναίκα δεν έδειχνε να εντυπωσιάζεται με τίποτα, και ο άρχοντας αυτό δεν μπορούσε να το δεχτεί.
     - Μα, έχεις δει ομορφότερη πολιτεία από αυτήν εδώ; τη ρώτησε ο άρχοντας.
     - Φυσικά, απάντησε εκείνη. Η δική μου χώρα είναι απείρως ωραιότερη.
     - Και μήπως έχεις δει πιο εύφορα κτήματα από τα δικά μας; ρώτησε ξανά ο άρχοντας.
     - Εννοείται, απάντησε εκείνη. Τα πιο εύφορα κτήματα που έχω δει στη ζωή μου βρίσκονται στη χώρα μου και τα πιο νόστιμα λαχανικά και φρούτα παράγονται σε αυτά τα κτήματα.
     - Αλλά μη μου πεις ότι έχεις δει στη ζωή σου ομορφότερα και πυκνότερα δάση από τα δικά μας!
     - Το ομορφότερο δάσος που έχω δει στη ζωή μου βρίσκεται στη χώρα μου και είναι τόσο πυκνό που οι ακτίνες του ήλιου δεν το διαπερνούν.
     - Δεν μπορεί, απάντησε ο άρχοντας, κάτι θα υπάρχει στη χώρα σου που δεν είναι καλό.
     - Αποκλείεται, είπε η ξένη. Η χώρα μου είναι η καλύτερη χώρα του κόσμου ολόκληρου.
     Ο άρχοντας δεν ήθελε να το πιστέψει.
     - Αν θέλεις, σε προσκαλώ να έρθεις στη χώρα μου και να δεις με τα ίδια σου τα μάτια όσα θαυμαστά υπάρχουν στη χώρα μου, είπε η ξένη. Θα σε ξεναγήσω εγώ η ίδια, όπως με ξενάγησες κι εσύ.
     Ο άρχοντας δέχτηκε την πρόσκληση και την επόμενη μέρα, με την αυγή του ήλιου, η πιο επιβλητική άμαξα του παλατιού τούς περίμενε μπροστά στην είσοδο, για να τους μεταφέρει στον προορισμό τους.
     Ταξίδεψαν δέκα μέρες και δέκα νύχτες, με μικρές ενδιάμεσες στάσεις σε κάποια από τα πανδοχεία που συναντούσαν στη διαδρομή, και την ενδέκατη μέρα το πρωί η άμαξα έφτασε στα σύνορα της ξένης χώρας.
     - Καλώς ήρθες στη χώρα μου, είπε η ξένη γυναίκα.
     Το στεφάνι της από κλαδιά ροδιάς και φτερά παγωνιού είχε μεταμορφωθεί σε ένα ολόχρυσο στέμμα, γεμάτο σπάνια πετράδια, και το μακρύ της φόρεμα είχε μεταμορφωθεί σε ένα πανέμορφο, μεταξωτό φόρεμα.
     - Καλώς ήρθες στη μαγική μου χώρα, ξαναείπε η γυναίκα, που απ'ό,τι φαινόταν, ήταν η βασίλισσα αυτής της χώρας.
     Ο άρχοντας κοίταζε σαν μαγεμένος. Ήταν πράγματι μια πολύ όμορφη χώρα, με πανύψηλα, εύρωστα δέντρα, με πλακοστρωμένους, καθαρούς δρόμους, με πλούσια κτήματα, με χαμογελαστούς ανθρώπους... Στις πόλεις που συνάντησαν τα σπίτια ήταν όλα μεγάλα και όμορφα, με όμορφους κήπους και αυλές. Στις πλατείες υπήρχαν όμορφα αγάλματα, και από τα συντριβάνια - πράγμα πολύ παράξενο - έτρεχε χρυσό νερό!
     - Βλέπεις; ρώτησε η βασίλισσα. Δεν είναι η χώρα μου η πιο όμορφη του κόσμου;
     Ο άρχοντας δεν ήξερε τι να πει. Ήταν πράγματι εντυπωσιασμένος, αλλά δεν ήθελε να παραδεχτεί και ότι η δικιά του πολιτεία ήταν λιγότερο όμορφη...
     - Όμορφη είναι, απάντησε, δε λέω, όμως συνεχίζω να πιστεύω ότι η δική μου είναι πιο όμορφη.
     - Τότε έλα μαζί μου στο παλάτι μου και θα αλλάξεις γνώμη, είπε η βασίλισσα.
     Ε, εκεί ο άρχοντας είδε πράγματα που δεν τα είχε δει ούτε στο όνειρό του! Το παλάτι ήταν τεράστιο, με μεγάλα δωμάτια που τα στόλιζαν πολυέλαιοι με πολύτιμα πετράδια, οι σκάλες ήταν φτιαγμένες από τα ομορφότερα μάρμαρα που είχε δει ποτέ στη ζωή του, τα ρούχα που φορούσαν οι υπηρέτες ήταν φτιαγμένα από βελούδο, καλύτερα από τα καλύτερα δικά του ρούχα... Η βασίλισσα τον οδήγησε και στους κήπους του παλατιού, όπου όλα τα δέντρα ήταν φορτωμένα με παράξενα φρούτα και όπου όλα τα ζώα μιλούσαν...
     - Λοιπόν; είπε η βασίλισσα. Τι έχεις να πεις τώρα;
     - Επιμένω στην άποψή μου, είπε ο άρχοντας.
     - Μεγάλο ελάττωμα ο εγωισμός, ακούστηκε να λέει μια γάτα, που περνούσε εκείνη την ώρα από μπροστά τους.
     - Ναι, απάντησε μια χήνα που πήγαινε βόλτα με τα παιδιά της. Αλλά και η υπερβολική περηφάνεια δεν πάει πίσω...
     - Θα μείνεις να φάμε μαζί, έτσι; είπε η βασίλισσα.
     Ο άρχοντας δεν μπορούσε να αρνηθεί.
     Γύρισαν στο παλάτι, όπου τους περίμενε στρωμένο ένα τεράστιο τραπέζι με όλων των λογιών τις λιχουδιές. Τα σερβίτσια ήταν φτιαγμένα από την πιο φίνα πορσελάνη που είχε δει ποτέ του ο βασιλιάς, και τα μαχαιροπήρουνα ήταν από ατόφιο χρυσάφι. Ο άρχοντας δεν ήξερε τι να πρωτοδοκιμάσει.
     Όταν τελείωσαν το φαγητό τους, είχε πια βραδιάσει.
     - Κοιμήσου απόψε εδώ και το πρωί επιστρέφεις στον τόπο σου, είπε η βασίλισσα.
     Έτσι και έγινε και ο άρχοντας κοιμήθηκε στο πιο μαλακό κρεβάτι που είχε κοιμηθεί ποτέ του.
     Το επόμενο πρωί, ο προσωπικός υπηρέτης του άρχοντα τον ξύπνησε έντρομος.
     - Άρχοντά μου, του είπε, συγγνώμη που σας ξυπνώ τόσο απότομα, αλλά αυτό πρέπει να το δείτε: ο ουρανός βρίσκεται κάτω από τα πόδια μας!
     - Πώς; είπε ο άρχοντας, που προσπαθούσε να ξυπνήσει και ταυτόχρονα να καταλάβει πώς είχε βρεθεί στο δικό του κρεβάτι.
     - Ο ουρανός βρίσκεται εκεί όπου έπρεπε να βρίσκεται η γη!
     Πετάχτηκε από το κρεβάτι του ο άρχοντας και έτρεξε στο παράθυρο. Και είδε ότι ο ουρανός είχε γεμίσει με λουλούδια, κτήματα και δρόμους, ενώ η γη ήταν γαλάζια και είχε και μερικά σύννεφα. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ένιωσε να κόβονται τα πόδια του. Εκείνη τη στιγμή πρόσεξε ένα γράμμα που υπήρχε δίπλα στο μαξιλάρι του. Έτρεξε, το πήρε, το άνοιξε, και διάβασε:
     " Όταν κάποιος, από εγωισμό, αρνείται να παραδεχτεί αυτό που του λένε τα μάτια του, σίγουρα δε θα έχει κανένα πρόβλημα, ακόμα κι αν έρθουν τα πάνω κάτω. Ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία."
     Το γράμμα δεν είχε υπογραφή, όμως ο άρχοντας κατάλαβε από ποιον ήταν. Και αναθεμάτισε την τύχη του, που δεν είχε καταλάβει ότι η τελευταία του φιλοξενούμενη δεν ήταν απλά μια βασίλισσα. Δεν είχε, όμως, άλλη επιλογή, από το να κάνει αυτό που έλεγε το γράμμα.
     Και από τότε, η πανέμορφη πολιτεία του άρχοντα ζούσε μια ανάποδη ζωή, και κανείς δεν την ξαναεπισκέφτηκε. Μόνο όταν έβρεχε μπορούσε κάποιος να δει τις αντανακλάσεις της μέσα σε μια συγκεκριμένη λακκούβα...

Σάββατο 31 Αυγούστου 2019

Κυνηγετική περίοδος

     Από μακριά ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Δύο κεφάλια πρόβαλαν αργά-αργά, ανάμεσα από τις καλαμιές.
     - Μπα, τίποτα, είπε ο ένας.
     - Τίποτα, είπε και ο άλλος.
     Ξανακρύφτηκαν.
     - Αυτή η αναμονή με σκοτώνει, είπε ο ένας.
     - Και εμένα, είπε ο άλλος.
     - Λες να μην έρθουν φέτος; ρώτησε ο ένας.
     - Δε νομίζω, απάντησε ο άλλος. Αφού είναι η εποχή τους.
     - Σωστά.
     - Όπου να'ναι θα φανούν στον ορίζοντα, θα δεις.
     - Ναι.
     - Ας περιμένουμε, λοιπόν.
     - Ας περιμένουμε.
     Πέρασε ένα ολόκληρο λεπτό.
     - Δύσκολο πράγμα το κυνήγι, έσπασε τη σιωπή ο ένας.
     - Απαραίτητο όμως.
     - Ναι. Αλλά είναι κρίμα να σπαταλάς τα σκάγια σου χωρίς να σκοτώνεις τίποτα της προκοπής.
     - Πρέπει να είσαι και τυχερός.
     - Παλιότερα, θυμάμαι, ήταν όλα καλοθρεμμένα και στρουμπουλά, με ένα μόνο περνούσε μια ολόκληρη οικογένεια. Ενώ τώρα...
     - Ε, τι να γίνει που έχουν μειωθεί οι βιότοποί τους; Πού να βρουν φαγητό κι αυτά τα έρμα, να χορτάσουν, να στρουμπουλέψουν;
     - Τουλάχιστον τον Αύγουστο έρχονται πολλά από δαύτα.
     - Ναι, τα κοπάδια του Ιουνίου και του Ιουλίου είναι μικρότερα, ειδικά του Ιουνίου.
     - Και το Σεπτέμβριο έρχονται κάποια.
     - Ναι, αλλά όπως και να το κάνεις, ο Αύγουστος είναι ο μήνας ο καλός.
     - Αλλά και πάλι πρέπει να είσαι τυχερός. Πρέπει να σκοτώσεις όσα χρειάζεσαι, για να βγάλεις όλο τον χρόνο.
     - Μου φαίνεται ότι δεν έχουμε κάτσει σε καλό μέρος. Εκεί πιο κάτω που είναι τα μπαράκια είναι καλύτερο πέρασμα.
     - Τι να σκοτώσεις εκεί κάτω, καημένε; Κάτι ψωρόπουλα, μόνο, τα καλά τα έχουν πιάσει ήδη οι ιδιοκτήτες των μπαρ.
     - Δεν ξέρω, αλλά τόση ώρα και δεν έχει περάσει τίποτα. Μήπως να κατεβαίναμε προς τη θάλασσα;
     - Εκεί έχουν ήδη πιάσει τα πόστα τα μπιτς μπαρ και οι καντίνες με τις ξαπλώστρες, δε νομίζω να έχει μείνει κανένα για εμάς...
     - Και, δηλαδή, εδώ είναι καλύτερα;
     - Φυσικά και είναι, δυο βήματα από το λιμάνι και άλλα πέντε από το αεροδρόμιο, δίπλα ακριβώς από τον κεντρικό δρόμο. Όλα από εδώ θα περάσουν, θέλουν δε θέλουν.
     - Ναι, αλλά τα περισσότερα τα έχουν ήδη πιάσει τα ολ ινκλούσιβ ξενοδοχεία... Δέκα-δέκα τα πιάνουν.
     - Μόνος σου το είπες: τα περισσότερα. Όσα ξεφεύγουν από εκεί, μοιραία θα πέσουν επάνω μας. Έχε μου εμπιστοσύνη.
     - Καλά, μας βλέπω να πεθαίνουμε της πείνας φέτος...
     - Εγώ, πάλι, έχω άλλη άποψη... Να, δες εκεί κάτω...
     - Πού;
     - Εκεί, στα ανοιχτά, λίγο πίσω από το απέναντι νησάκι: πλοίο δεν είναι αυτό;
     - Ναι, έτσι φαίνεται.
     - Και λίγο πιο αριστερά, στο βάθος, και εκείνο με πλοίο δεν μοιάζει;
     - Μάλλον.
     - Και, για κοίτα και τον ουρανό, το βλέπεις το αεροπλάνο που πλησιάζει;
     - Ναι.
     - Ε, να δεις που όλα αυτά έρχονται εδώ! Και πρέπει να είναι γεμάτα!
     - Αμήν, Παναγία μου!
     - Θυμήσου: πρώτα αφήνουμε να χτυπήσουν τα ολ ινκλούσιβ, και όσα τούς ξεφύγουν, έτσι ζαλισμένα και τρομαγμένα που θα είναι, τα περιλαμβάνουμε εμείς.
     - Τρέμω από τη συγκίνηση!
     - Να μην τρέμεις καθόλου, θέλεις να βαράς στον γάμο του Καραγκιόζη;
     - Αυτή τη στιγμή την περίμενα από πέρυσι!
     - Και εγώ, αλλά δεν κάνω έτσι!
     - Έχεις δίκιο.
     - Πρέπει να είμαστε συγκεντρωμένοι, αλλιώς θα τη χάσουμε την ευκαιρία μας. Θυμάσαι τι έγινε πέρυσι;
     - Καλά τα πήγαμε πέρυσι.
     - Ναι, καλά τα πήγαμε, επειδή ήμαστε συγκεντρωμένοι. Και φέτος καλά θα τα πάμε, θα δεις, τα πλοία είναι πράγματι γεμάτα!
     - Θα πάρω τη γυναίκα μου...
     - Ναι, αλλά μην αργείς, σε λίγο φτάνουν...
     - Έλα, γυναίκα, έρχονται και είναι πολλά! Έχω καλό προαίσθημα, ετοίμασε τον καταψύκτη, μου φαίνεται θα τον γεμίσουμε και φέτος!
     Στα καταστρώματα των πλοίων και στα καθίσματα του αεροπλάνου, τα ανυποψίαστα πορτοφόλια ετοιμάζονταν να αποβιβαστούν...