- Ελιά
δεν έχει, Παντελή; είπε ο Στέφανος, βλέποντας το πιατάκι που συνόδευε το κυριακάτικο
ουζάκι του.
Ο Παντελής έκανε μεταβολή
και κατευθύνθηκε προς το καφενείο.
- Ελιές τέλος, είπε άγρια.
Την επόμενη βδομάδα, θα σου έχω αντζούγιες.
- Τι είπα; είπε απορημένα ο
Στέφανος.
- Τι να σου πω; είπε ο
Φάνης, που καθόταν παραδίπλα. Τις τελευταίες μέρες είναι σαν να τον τσίμπησε
μύγα.
- Και με τις ελιές τι τον
έπιασε;
- Ποιος να ξέρει;
- Μην κρίνετε ίνα μην
κριθείτε, είπε ο παπα-Φώτης, που καθόταν κι εκείνος στο καφενείο. Ποιος ξέρει
τι μαράζι βασανίζει καθενός την ψυχή!
Ο Παντελής ξαναβγήκε με ένα
πανί στο χέρι και άρχισε να καθαρίζει ένα τραπεζάκι.
- Αλήθεια, Παντελή, είναι αλήθεια αυτό που μου
είπε η γυναίκα μου; ρώτησε ο Λάμπρος, που μαζί με τον Αντρέα έπαιζαν τάβλι.
- Τι σου είπε η γυναίκα
σου; ρώτησε ο Παντελής και σταμάτησε το καθάρισμα.
- Αρραβώνιασες τον Βασίλη;
- Ναι, είπε ο Παντελής και
συνέχισε το καθάρισμα.
- Και δε λες τίποτα, βρε τζαναμπέτη,
να σου ευχηθούμε;
- Πώς το λένε το κορίτσι;
ρώτησε ο Φάνης. Πού το γνώρισε;
- Πότε ο γάμος; ρώτησε και
ο Στέφανος.
- Ώχου, δε με παρατάτε,
κουτσομπόληδες; είπε ο Παντελής και ξαναμπήκε στο καφενείο.
- Μα γιατί κάνει έτσι; είπε ο Αντρέας.
- Αφήστε, είπε ο Στέφανος,
θα μας τα πει όλα ο Βασίλης.
Ένας νεαρός είχε φανεί στην
άκρη του δρόμου.
- Καλώς τον τον
αρραβωνιάρη, είπε ο Αντρέας, μόλις ο νεαρός έφτασε στο καφενείο. Τι γένια είναι
αυτά, καλέ;
Ο Βασίλης χάιδεψε το
πηγούνι του.
- Δεν είναι γένια, μπαρμπα-Αντρέα,
μούσι είναι.
- Και ποια η διαφορά;
- Το μούσι είναι
περιποιημένο.
- Α, καλά, άμα το λες εσύ…
- Τι μάθαμε, αρραβωνιάστηκες;
είπε ο Στέφανος.
Ο Βασίλης χαμογέλασε
αμήχανα.
- Πού το μάθατε;
- Μου το είπε η γυναίκα
μου, είπε ο Λάμπρος. Της το είπε η μάνα σου. Αλήθεια είναι;
- Αλήθεια είναι.
- Πώς τη λένε;
- Εύα…
- Ωραίο όνομα!
- Και πού τη γνώρισες; Με
το τσιγκέλι θα σου τα βγάζουμε;
- Τη γνώρισα στη σχολή.
- Α, συμφοιτήτρια!
- Μη μου πεις ότι είναι και
από τα μέρη μας!
- Ποια μέρη μας, μπαρμπα-Φάνη;
Αθηναία είναι η κοπέλα, Αθηναία, και από πολύ καλή οικογένεια, κόρη διπλωμάτη.
- Α! Ώστε γι’αυτό είναι
έτσι ο πατέρας σου; Συγγένεψε με την αριστοκρατία και δε θέλει παρτίδες με τον
απλό λαό;
- Ο πατέρας μου; Γιατί, τι
σας είπε;
- Τίποτα.
- Δεν ξέρω τι λέτε, η Εύα
είναι η προσωποποίηση της απλότητας, γι’αυτό και
ταιριάξαμε.
- Πότε θα γίνει ο γάμος;
ρώτησε ο παπα-Φώτης.
- Αργεί ακόμα, παπα-Φώτη.
Προς το παρόν, απλώς συζούμε.
- Δεν τα καταλαβαίνω αυτά
τα μοντέρνα, παιδί μου, η ένωση δύο ανθρώπων πρέπει να ευλογείται από τον Θεό…
- Θα γίνει και αυτό… Το
σημαντικό είναι ότι είμαστε πρώτα σύντροφοι και
αυτό από μόνο του αποτελεί τη βάση για μια αρμονική συμβίωση.
- Και πότε θα μας τη γνωρίσεις, βρε Βασίλη;
- Όπου να’ναι… Θα περάσει
από εδώ για να πάμε μια βόλτα στο χωριό. Ήρθε εχθές το βράδυ και δεν πρόλαβε να
το δει. Α, να τη, έρχεται!
Μια νεαρή, λεπτή κοπέλα
φάνηκε να πλησιάζει με γοργά βήματα. Τα μακριά μαλλιά της ήταν λυτά. Καθώς
πλησίαζε, άρχιζαν να διακρίνονται και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της.
- Καλημέρα, είπε και χαμογέλασε με μια
τέλεια οδοντοστοιχία.
Κανείς όμως δεν είδε την
τέλεια οδοντοστοιχία. Όλοι είχαν εστιάσει την προσοχή τους στη μεγάλη κρεατοελιά
που υπήρχε στο σαγόνι της…
ΥΓ: Αυτή ήταν η συμμετοχή της Πίπης στο "Παίζοντας με τις λέξεις", που ξαναδιοργάνωσε, ύστερα από πολύμηνη απουσία, η αγαπημένη μας Μεμαρία, στο χάρτινο καραβάκι της, το οποίο ελπίζουμε σύντομα να ξανασαλπάρει για το επόμενο, παιχνιδιάρικό του ταξίδι.
ΥΓ: Αυτή ήταν η συμμετοχή της Πίπης στο "Παίζοντας με τις λέξεις", που ξαναδιοργάνωσε, ύστερα από πολύμηνη απουσία, η αγαπημένη μας Μεμαρία, στο χάρτινο καραβάκι της, το οποίο ελπίζουμε σύντομα να ξανασαλπάρει για το επόμενο, παιχνιδιάρικό του ταξίδι.





