Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Για ένα χορό

     Στον σταθμό του μετρό που πηγαίνω συνήθως, υπάρχει μια συστάδα ευκαλύπτων. Και πρέπει να είναι αρκετά ηλικιωμένοι αυτοί οι ευκάλυπτοι, καθώς είναι πάρα πολύ ψηλοί. Πάντα τους κοιτάζω και τους θαυμάζω, και είναι, πράγματι, χάρμα οφθαλμών, με τα μικρά φυλλαράκια τους, που χορεύουν ανάλαφρα στον άνεμο. Και πάντα κάθομαι κάτω από την σκιά τους, τα μεσημέρια που ο ήλιος είναι ιδιαίτερα καυτός.
     Φανταστείτε, λοιπόν, την έκπληξή μου τις προάλλες, όταν είδα ότι κάποιοι από αυτούς τους τεράστιους ευκαλύπτους είχαν κουτσουρευτεί και έστεκαν σχεδόν σαν γυμνές κολώνες στη θέση όπου πρωτύτερα ανέμιζαν την σγουρή τους κόμμη. Πυρ και μανία έγινα με τους ανεγκέφαλους που αποφάσισαν το κλάδεμα εν μέσω καύσωνα και που άφησαν το χώρο σχεδόν γυμνό.
     Σχεδόν γεμάτη αποστροφή για το θέαμα έφτασα και εχθές στον σταθμό. Και μην βρίσκοντας λεωφορείο να με περιμένει, ούτε καμιά άλλη σκιά, αποφάσισα να "βολευτώ" όπως-όπως στην σκιά ενός κορμού ευκαλύπτου. Και καθώς έπαιζα κρυφτούλι με τον ήλιο πίσω από τον κορμό του ευκάλυπτου, άκουσα ένα μουρμουρητό.
     Στην αρχή νόμιζα ότι παράκουσα. Ύστερα όμως βεβαιώθηκα ότι δεν ήταν η ιδέα μου. Κοίταξα δεξιά και αριστερά: μερικοί επιβάτες που περίμεναν το λεωφορείο. Αυτοκίνητα περνούσαν από τον διπλανό δρόμο, γεμίζοντάς τον με καυσαέριο και φασαρία. Το φανάρι πιο πέρα πρασίνιζε και κοκκίνιζε διαδοχικά. Κάποιες δεκαοχτούρες πετούσαν πού και πού. Από πού προερχόταν όλο αυτό το μουρμουρητό;
     Και τότε τα είδα. Ένα σωρό μυρμήγκια έτρεχαν πάνω-κάτω στον κορμό του ευκάλυπτου. Έτρεχαν πάνω-κάτω, χωρίς σταματημό.
     - Γρήγορα-γρήγορα! φώναζαν. Γρήγορα, να προλάβουμε να μαζέψουμε τη σοδειά μας, γρήγορα να τη φυλάξουμε στα κελάρια, γρήγορα προτού φύγει το καλοκαίρι, τρέξτε, τρέξτε, τρέξτε!
     Και δωσ'του και έτρεχαν τα μυρμήγκια.
     - Μα πού πάτε; ρώτησα. Δεν βλέπετε ότι αυτός ο ευκάλυπτος είναι σχεδόν φαλακρός;
     - Ε, όχι και φαλακρός, μασκαρεμένος είμαι! ακούστηκε μια βαριά φωνή και ο ευκάλυπτος τρεμούλιασε ολόκληρος, κάνοντας τα μυρμήγκια να σταματήσουν για λίγο το τρέξιμο φωνάζοντας "Σεισμός!".
     - Συγγνώμη, του είπα, δεν ήθελα να σε θίξω, αλλά έτσι όπως σε κλάδεψαν...
     - Και θαρρείς, ανόητο πλάσμα, ότι αυτό που βλέπεις έγινε χωρίς τη συγκατάθεσή μου;
     Τον κοίταξα απορημένη.
     - Μάθε, λοιπόν, συνέχισε ο ευκάλυπτος, ότι την επόμενη βδομάδα είναι ο ετήσιος χορός των ευκαλύπτων...
     - Χορεύουν οι ευκάλυπτοι; σκέφτηκα, αλλά δεν είπα τίποτα.
     - ... και ήθελα να βρω μια στολή...
     - Τι είδους στολή; δεν άντεξα και τον διέκοψα.
     - Ο χορός είναι μασκέ, αναστέναξε ο ευκάλυπτος. Τίποτα δεν ξέρεις πια;
     - Μα το Καρναβάλι είναι το χειμώνα, είπα διστακτικά.
     - Θεέ μου, τι αλαζονικά όντα που είστε εσείς οι άνθρωποι! Και νομίζεις, χαζοπούλι μου, ότι όλα γυρνούν γύρω από εσάς; Τι μας νοιάζει εμάς πότε γιορτάζετε εσείς το Καρναβάλι; Και, δηλαδή, τι δουλειά έχει το δικό σας Καρναβάλι με εμάς; Εγώ σου μιλάω για αληθινό χορό!
     - Έχεις δίκιο, του είπα για να τον καλμάρω, αλλά και για να μάθω τη συνέχεια. Και λοιπόν;
     - Τι λοιπόν; Α, ναι, ήθελα, λοιπόν, να βρω μία στολή, και την βρήκα!
     - Και τι στολή βρήκες;
     - Για τήρα με! είπε ο ευκάλυπτος και κορδώθηκε σαν τον Παντελή Ζερβό στην κυρά μας τη μαμμή. Ποιον σου θυμίζω;
     Τον κοίταξα από πάνω μέχρι κάτω. Ίσως έφταιγε και η ζέστη, εμένα πάντως δε μου θύμιζε τίποτα.
     - Δε σου θυμίζω τίποτα; ρώτησε ο ευκάλυπτος και ξανακορδώθηκε.
     - Ναι, να δεις πώς το λένε, άρχισα να λέω προσπαθώντας να κερδίσω χρόνο, μοιάζεις με εκείνο, καλέ, αχ, δε μου έρχεται το όνομα...
     - Ναι, είπε όλος καμάρι ο ευκάλυπτος: ντύθηκα μπαομπάμπ!
     Ώστε αυτό ήταν!
     - Γι'αυτό σε κλάδεψαν; ρώτησα, προσπαθώντας ακόμα να βρω την ομοιότητα.
     - Ναι, δεν είμαι πολύ πετυχημένος;
     - Αν είσαι, λέει! Ίδιος είσαι. Γι'αυτό και εκείνοι οι αφρικανοί, τους βλέπεις καλέ εκεί πιο πέρα, αυτοί που πουλάνε παπούτσια αθλητικά, όπου να'ναι θα έρθουν να κατασκηνώσουν εδώ, θα τους θυμίζεις την πατρίδα τους.
     - Ας έρθουν, ίσως τους καλέσω να έρθουν και στον χορό. Θα χρειαστώ μερικά αξεσουάρ...
     Ύστερα από αυτό, όπως καταλαβαίνετε, εγώ δεν είχα τι άλλο να προσθέσω. Εξάλλου, ήρθε και το λεωφορείο μου και έπρεπε να επιβιβαστώ. Πρόλαβα, όμως, να βγάλω μια φωτογραφία τον ευκάλυπτο-μπαομπάμπ προτού φύγω από την σκιά του κορμού του.
     - Είναι για το ιστολόγιό μου, του είπα, χωρίς να του διευκρινίσω ότι θα τον έκανα βούκινο.    


 Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

Έργα και ημέρες της Πίπης

     Μεγάλη ανησυχία έχει πέσει στο μπλογκοσύμπαν. Ο ένας με τον άλλον σκουντιούνται και ύστερα λένε χαμηλόφωνα:
     - Τα έμαθες; Η Πίπη εξαφανίστηκε!
     Κακώς, βέβαια, μιλούν χαμηλόφωνα, αφού η εξαφάνιση της Πίπης είναι κοινό μυστικό και όλοι το γνωρίζουν. Όμως, αυτό που δεν ξέρουν είναι το πού βρίσκεται η Πίπη, αφού καμία ανακοίνωσή της δεν προηγήθηκε της εξαφάνισης. Και οι φήμες πάνε κι έρχονται.
     Κάποιοι πιστεύουν ότι η Πίπη μπαρκάρισε και τώρα ταξιδεύει με ένα ιπτάμενο πλοίο, γνωρίζοντας νέους τόπους και νέους ανθρώπους. Κάποιοι άλλοι λένε ότι έγινε βασίλισσα σε ένα μικρό νησί του Ειρηνικού, και ζει τρώγοντας μπανάνες και πίνοντας χυμό καρύδας, ντυμένη με χρυσά ενδύματα και στολισμένη με πολύτιμους λίθους. Άλλοι λένε ότι εκεί που έκανε βόλτα με το ιπτάμενο κρεβάτι της φύσηξε δυνατός αέρας, που την έστειλε στον Άρη, και τώρα η Πίπη βρίσκεται ανάμεσα στους Αρειανούς, προετοιμάζοντας την επιστροφή της.
     Ό,τι και να λένε οι άλλοι, όμως, μόνο εγώ γνωρίζω την αλήθεια. Γι'αυτό, προτού η Ιντερπόλ ξαμολύσει τα λαγωνικά της και προτού ο Ερυθρός Σταυρός βγάλει έκτακτο ανακοινωθέν, θα σας πω τι κάνει η Πίπη και πού ήταν τόσο καιρό.
     Το πρώτο πράγμα που έκανε η Πίπη ήταν να εμφανιστεί δημοσίως με το φίλο της το βιολί. Αυτό ίσως και να μπορούσατε να το φανταστείτε, δεδομένου ότι η Πίπη και το βιολί έχουν γίνει κολλητοί εδώ και πάνω από έναν χρόνο.
     Από πέρυσι της το πρότεινε ο δάσκαλος, αλλά εκείνη αντιστεκόταν σθεναρά. Όμως φέτος ήρθαν έτσι τα πράγματα, που η Πίπη δεν την απέφυγε τη δημόσια έκθεση. Γι'αυτό και τον τελευταίο καιρό έκανε εντατικές πρόβες, και πριν από μια βδομάδα περίπου, η Πίπη με το βιολί έπαιξαν μαζί δημόσια σε κοινό μεγαλύτερο των δέκα ανθρώπων. Αυτό ήταν κάτι που κανείς δεν θα το είχε προβλέψει παλιότερα, και ούτε ο ίδιος ο Μότσαρτ δεν το είχε φανταστεί, όταν έγραφε το κομμάτι, ότι θα ερχόταν η μέρα που η Πίπη θα έπαιζε Μότσαρτ!
     Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να μπορούσα να πω ότι η εμφάνιση αυτή της Πίπης έκανε παραπληγικούς να περπατήσουν, τυφλούς να δουν το φως τους και μουγγούς να μιλήσουν, αλλά δε θα το πω. Μπορώ όμως να βεβαιώσω ότι κανένα ακουστικό τύμπανο δεν τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια της παράστασης και είμαι σίγουρη ότι η εμφάνισή της θα είναι κάτι που θα θυμούνται για χρόνια, κυρίως επειδή διαδέχτηκε την εμφάνιση μικρών παιδιών και η υψομετρική τους διαφορά ήταν περισσότερο από εμφανής.
     Μη νομίζετε, όμως, ότι μετά την εμφάνιση με το βιολί η Πίπη ξεμπέρδεψε. Αν ήταν έτσι, τώρα δεν θα την αναζητούσαν παντού. Όχι, μετά το βιολί η Πίπη είχε και άλλες υποχρεώσεις, οι οποίες συνέπεσαν με μία ατυχή συγκυρία.
     Εδώ θα μου επιτρέψετε να κάνω μια παρένθεση για να επανέλθω στον Ιούνη, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ έπιασε τον ήλιο και του μαρτύρησε ότι εγώ βγάζω στη φόρα όλα τα άπλυτα του ουρανού, και μαρτυράω τι κάνει το φεγγάρι, και τι κάνουν τα σύννεφα, και τι κάνουν οι μήνες, και τι κάνει ο γερο-χρόνος, και ότι αν το κάνω αυτό για εκείνους τότε κάλλιστα μπορώ να το κάνω και για τον ίδιο τον ήλιο. Και άλλα πολλά σχετικά θα του είπε, και ο ήλιος θύμωσε, και φούντωσε, και άναψε, και κόρωσε, και με το ζόρι τον κρατούσαν στη θέση του στον ουρανό.
     Ύστερα από αυτό θεωρώ υποχρέωσή μου να ζητήσω δημοσίως συγγνώμη για τον καύσωνα των τελευταίων ημερών. Πού να το φανταστώ τι χαφιές είναι ο Ιούνης...
     Αλλά ας επανέλθουμε στην Πίπη και τις υπόλοιπες υποχρεώσεις της. Που αυτή τη φορά είχαν σχέση με το χορό και δη τον παραδοσιακό. Και οι πρόβες ήταν πολλές και καθημερινές. Και η πρώτη εμφάνιση ήταν αρκετά επιτυχημένη, αν εξαιρέσει κανείς το γεγονός ότι η Πίπη συνειδητοποίησε ότι το σωσίβιο που έχει κάνει φαινόταν και κάτω από το φόρεμα που φορούσε, κάτι που την ανάγκασε να ανεβάσει ελαφρώς το φόρεμα για να το καλύψει, και ύστερα οι γνωστοί της, αντί να της πουν πόσο εντυπωσιάστηκαν από τις τόσο εξαιρετικά εκτελεσμένες της φιγούρες, το μόνο που βρήκαν να της πουν ήταν ότι φάνηκε το μπούτι της... Επειδή όμως η Πίπη δε χαμπαριάζει και πολύ, στην επόμενη πρόβα πήγε φορώντας σορτς, αποκαλύπτοντας με περηφάνεια τα τρία τσιμπήματα κουνουπιών που αποκόμισε από την βραδυά της παράστασης. Μεγάλες στιγμές έζησαν τα μπούτια της Πίπης!
     Όμως οι παραστάσεις δεν είχαν τελειώσει ακόμη. Έμενε μία τελευταία, και οι πρόβες τις τελευταίες μέρες ήταν συνεχόμενες. Και να μην ξεχνάμε και τον ήλιο, τον πυρ και μανία (άτιμε Ιούνη, τι μας έκανες)...
     Βέβαια, προτού φτάσει η βραδυά της παράστασης, η Πίπη συνειδητοποίησε ντροπιασμένη ότι αγνοούσε κάτι σημαντικό: ότι οι περισσότερες συγχορεύτριές της ήταν ντίβες και μεγάλα ονόματα στο παγκόσμιο χορευτικό στερέωμα, με πολλά χρόνια εμπειρίας και άπειρες συνεργασίες με τα μεγαλύτερα μπαλέτα του κόσμου. Αυτό, όπως ήταν αναμενόμενο, οδήγησε σε αλλαγές θέσεων και ομάδων, επειδή οι ντίβες πάντα έχουν τον τελευταίο λόγο. Μεταξύ μας, η Πίπη σκέφτηκε να πάρει μαστίγιο, αλλά τελικά συγκρατήθηκε και αποφάσισε σε πρώτη φάση να φτιάξει μόνο τη λίστα των προς μαστίγωση. Και με έκπληξη διαπίστωσε ότι η λίστα δεν ήταν και τόσο μικρή...
     Και έφτασε η βραδυά της τελευταίας παράστασης και εκεί η Πίπη έμαθε πάρα πολλά πράγματα. Έμαθε, για παράδειγμα, ότι μπορείς να φορέσεις δύο χοντρά καλσόν, το ένα πάνω από το άλλο (και να μην ξεχνάμε και τον θυμωμένο ήλιο), και με αυτόν τον τρόπο μπόρεσε να φανταστεί τι τραβούσαν οι γιαπωνέζες, που τους έδεναν τα πόδια για να μη μεγαλώνουν. Επίσης, αναρωτήθηκε τι είδους μαζοχισμός έκανε τις γυναίκες της Ασσήρου Θεσσαλονίκης να σφίγγουν με κορδέλες τα μαντήλια στο κεφάλι τους, αφού αυτό οδηγούσε σε πόνους στα αυτιά και γενικότερα στο κρανίο, αλλά απάντηση δεν βρήκε.
     Στη συνέχεια, και αφού απαλλάχθηκε από το ένα χοντρό καλσόν, αισθάνθηκε πιο άνετα σαν Ευβοιώτισσα από την Κάρυστο, παρ'όλο που το κεφαλοδέσιμο και γενικότερα η στολή της συγκεκριμένης περιοχής ήταν πολύ απλούστερα. Και χόρεψε, και τα έδωσε όλα, που λένε, και κάποια στιγμή η παράσταση έφτασε στο τέλος της. 
     Και τότε, η Πίπη έκανε τη μεγαλύτερη ανακάλυψη απ'όλες: συνειδητοποίησε ότι όλο εκείνο το χορευτικό τελετουργικό με τις κορδέλες στο κεφάλι και το διπλό καλσόν στην αρχή, με το μονό καλσόν και το απλό κεφαλοδέσιμο στη συνέχεια, την είχε μεταμορφώσει σε φακίρη! Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, το τελετουργικό αυτό είχε μεταμορφώσει τη γη σε ένα απέραντο στρώμα φακίρη, ξέρετε, αυτό με τα καρφιά... Και δωσ'του να περπατάει στα καρφιά η Πίπη, είχε αφήσει και το ιπτάμενο κρεβάτι της στο σπίτι, και κάθε βήμα και καρφί, κάθε καρφί και πόνος. Και ώσπου να φτάσει στο σπίτι της είδε και έπαθε. Και ίσως ύστερα από όλο αυτό να πρέπει να ξαναβαφτιστεί. Και να την πούμε Καρφοπερπάτα Πιπιστράτα.
     Αυτά, λοιπόν, ήταν τα όσα έζησε πάνω-κάτω η Πίπη όλες αυτές τις μέρες, και αυτά ήταν τα όσα έπαθε, και αν την χρειαστείτε μην την ψάξετε ούτε στον ουρανό, ούτε στη θάλασσα, ούτε στο φεγγάρι, ούτε στον Άρη, ούτε σε εξωτικά μέρη, ούτε στον δρόμο, ανάμεσα στον κόσμο. Ψάξτε την όπου υπάρχει λεκάνη γεμάτη νερό και ίσως την πετύχετε να κάνει ποδόλουτρο.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Ζητείται επειγόντως νύφη

     Ήρθε, επιτέλους, ο καιρός να βρει και ο Ιούνης αγαπητικιά, να πάψει να είναι μπακούρι, να χαρεί και η δόλια του η μάνα, που ανησυχούσε πως ο γιος της θα έμενε ένα ανύπαντρο ρεμάλι.
     Και που άργησε να βρει αγαπητικιά, μη νομίζετε, βέβαια, ότι είχε κανένα κουσούρι, ότι ήταν άσχημος ή κουτσός, ή αλλοίθωρος, όχι, κάθε άλλο. Μια χαρά παληκάρι ήταν, με μαλλιά στο χρώμα του σταχυού, σαν τα δεμάτια τα στοιβαγμένα στα θερισμένα χωράφια, μπράτσα γυμνασμένα και δυνατά από τις αγροτικές δουλειές, δέρμα σταράτο και μαυρισμένο από τον ήλιο, παράστημα καμαρωτό και χαμόγελο αστραφτερό. 
     Το μόνο του κουσούρι, αν μπορούμε να μιλήσουμε για κουσούρι, ήταν ότι ο Ιούνης δεν ήταν αυτό που λέμε, νέος από τζάκι. Το αντίθετο, μάλιστα, ένα απλό αγροτόπαιδο ήταν, μεγαλωμένο στις εξοχές, με το φρέσκο του το γαλατάκι, τα δροσερά κηπευτικά του, τα κόκκινα κεράσια του και τα χρυσά του τα βερύκοκα. Αυτό και μόνο ήταν αρκετό για να του δυσκολεύει τη ζωή, αφού οι κοπέλες ήταν μεγαλωμένες με τα παραμύθια για το βασιλόπουλο, και ο Ιούνης απείχε πολύ από αυτό το πρότυπο.
     Εδέησε, όμως, μία κοπέλα να ρίξει τα μάτια της επάνω του και ο Ιούνης μόνο που δεν καρβουνιάστηκε από την φλόγα που του άναψε. Φταίει που του χαμογέλασε κιόλας, και που στα μάγουλά της σχηματίστηκαν δυο λακκάκια... Και φυσικά, οι δυο τους δεν άργησαν να γίνουν ζευγάρι.
     Μόνο που η αγαπητικιά του βγήκε λίγο απαιτητική του Ιούνη. Και τη μία του ζητούσε ταξίδια, την άλλη του ζητούσε κοσμήματα, άλλοτε πάλι του ζητούσε να την πάει βαρκάδα στο φεγγαρόφωτο... Από τη μύτη τον έσερνε τον καψερό. Και όσο κι αν αυτό δεν του άρεσε και τόσο, ο Ιούνης σκεφτόταν τη μοναξιά της εργένικης ζωής, σκεφτόταν και τη μάνα του που αδημονούσε να αποκτήσει εγγονάκια και σώπαινε.
     - Τι ωραία θα ήταν να πηγαίναμε μια εκδρομή! του είπε η αγαπητικιά του σήμερα το πρωί. Θα μπορούσαμε να πάμε μέχρι τη θάλασσα, να κάνουμε και κανα μπανάκι, που πήρα καινούργιο μαγιό...
     - Να πάμι, κοκόναμ', είπε ο Ιούνης.
     Και ο καιρός ζέστανε.
     - Ναι, αλλά τότε δε θα μπορώ να φορέσω εκείνο το πλεκτό το ζακετάκι που ταιριάζει με το μικρό μου το τσαντάκι... Καλύτερα να μην πάμε στη θάλασσα.
     - Να μην πάμι, μάναμ', είπε ο Ιούνης.
     Και ο ουρανός συννέφιασε.
     - Και τώρα που το θυμήθηκα: πήρα και κάτι φανταστικές γαλότσες τις προάλλες, αλλά πότε θα τις φορέσω; Θα πρέπει να περιμένω το φθινόπωρο;
     Και το πρόσωπό της συνοφρυώθηκε.
     - Μη μου στενοχουριέσι, κορτσούδαμ', και δεν χρειάζ'ται να περιμένς, είπε ο Ιούνης. 
     Και τα σύννεφα πύκνωσαν και άρχισε να βρέχει.
     - Αχ, δεν μπορώ την βροχή, με μελαγχολεί, είπε η αγαπητικιά.
     - Μη, κοκόναμ', μην σκουτίζεσι κι μαραίν'ται του πρόσωπό'σ...
     Και ο ουρανός φωτίστηκε ξανά.
     - Άσε, δεν πειράζει, θα μου φτιάξει η διάθεση αν φορέσω τις γαλότσες... Μα δεν έχεις ιδέα τι ωραίες που είναι!
     - Όχι, μάναμ', δεν έχου, είπε ο Ιούνης και αμέσως τα σύννεφα ξαναμαζεύτηκαν και ξανάρχισε να βρέχει.
     Και έτσι συνεχίστηκε ο καιρός όλη τη μέρα σήμερα, τη μια να βρέχει, την άλλη να λιάζει. Και όλα αυτά επειδή η αγαπητικιά του Ιούνη μας βγήκε τζαναμπέτισσα, κλασσικό διδυμάκι αναποφάσιστο.
     Και επειδή μου φαίνεται ότι αν τα πράγματα συνεχίσουν στο ίδιο μοτίβο το καλοκαίρι θα το δούμε μόνο με τα κυάλια, κάνω έκκληση σε όλους: μαζευτείτε, και σκεφτείτε, και ψάξτε να βρείτε μια άλλη αγαπητικιά για τον Ιούνη, πιο καλόβολη και πιο ισορροπημένη. Στην ανάγκη, βάλτε αγγελία στις εφημερίδες. Πού θα πάει, κάτι θα βρεθεί.

Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

Τρία χρόνια και τρεις μέρες






      Βαθιά μέσα στη ζούγκλα της Λατινικής Αμερικής, σε ένα μέρος που παραμένει κρυφό, πνιγμένο στην πυκνή βλάστηση, όπου το μόνο που ακούγεται είναι οι φωνές των πουλιών, υπάρχουν τα ερείπια μίας αρχαίας ινδιάνικης πόλης. Το όνομά της έχει πια σβηστεί από τα χείλη των ανθρώπων, γι'αυτό και δε θα πούμε πώς ονομάζεται. Ας πούμε μόνο πως οι άνθρωποι που την έχτισαν ήταν άνθρωποι γεμάτοι σοφία.
     Οι άνθρωποι εκείνοι μιλούσαν με τη φύση και διάβαζαν τον ουρανό σαν ανοιχτό βιβλίο. Βιβλία όμως δεν είχαν για να γράψουν τις δικές τους ιστορίες. Μόνο πηλό και πέτρες και σφυριά και τσεκούρια. Μη νομίζετε, όμως, ότι οι ιστορίες τους δεν ειπώθηκαν επειδή δεν είχαν χαρτί και μολύβι. Οι ιστορίες τους γράφτηκαν στον πηλό και στην πέτρα.
     Και ήταν πολλές οι ιστορίες τους. Και μία από αυτές έλεγε ότι όταν ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου, ένας άνθρωπος, που θα καθόταν μπροστά σε μία φωτεινή πλάκα, θα έφτιαχνε ένα αστέρι στο σύμπαν. Και πως εκείνο το αστέρι θα υπήρχε και δεν θα υπήρχε, αλλά και ότι θα γέμιζε με ιστορίες. Και ότι το αστέρι θα ήταν μόνο του στην αρχή, σιγά-σιγά όμως θα τραβούσε κοντά του και άλλα αστέρια. Και ότι το αστέρι εκείνο θα είχε όνομα, και ότι το όνομά του θα ήταν μεγάλο. Και ότι θα ζούσε αρκετά χρόνια και ότι κάθε έναν χρόνο και μία μέρα θα γέμιζε με μία ιστορία.
     Πριν από τρία χρόνια και τρεις μέρες, λοιπόν, ένα βαρετό απόγευμα, ένας άνθρωπος κάθησε μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, και έφτιαξε αυτό το ιστολόγιο. Και από εκείνη την στιγμή, το σύμπαν άλλαξε (κι αν νομίζετε ότι υπερβάλλω, να διευκρινίσω ότι αναφέρομαι στο σύμπαν αυτού του ανθρώπου).
     Κανείς, ούτε ίσως οι σοφοί ινδιάνοι, δεν θα περίμενε τη μακροημέρευσή του, κι όμως το ιστολόγιο έφτασε αισίως τα τρία χρόνια και τις τρεις μέρες! Παρ'όλο, δε, που ξεκίνησε μόνο κι έρημο,  σιγά-σιγά γέμισε ιστορίες και φίλους, ακριβώς όπως το είχαν προβλέψει οι σοφοί ινδιάνοι. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι μόλις έναν χρόνο και μια μέρα πριν, οι εγγεγραμμένοι φίλοι ήταν 15, ενώ τώρα είναι ήδη 44! Είναι σίγουρο ότι χωρίς αυτούς τους φίλους, εγγεγραμμένους και μη, αυτό το μπλογκ θα ήταν αρκετά διαφορετικό.
     Οι ιστορίες δεν φυτρώνουν ακριβώς στα δέντρα και δεν βγαίνουν πάντα εύκολα, όμως είναι πάντα εκεί και κρύβονται στα πιο απίθανα σημεία. Και η Πίπη, που "γεννήθηκε" σχεδόν ένα χρόνο μετά τη γέννηση του μπλογκ, έγινε σύντομα η ηρωίδα πολλών από εκείνες τις ιστορίες και έκανε κανονική κατάληψη στο χώρο, παίζοντας και το ρόλο της παραμυθούς αρκετές φορές. Της συμβαίνουν διάφορα της Πίπης, είναι αλήθεια. Αυτά δεν τα πρόβλεψαν οι σοφοί ινδιάνοι αλλά και δεν χρειαζόταν να τα προβλέψουν, αφού σε όλους συμβαίνουν διάφορα.
     Κάποιες ιστορίες είναι πιο κεφάτες, κάποιες περισσότερο λυπημένες, αλλά γενικά η τάση του μπλογκ είναι χιουμοριστική. Της Πίπης, έτσι κι αλλιώς, δεν της αρέσουν πολύ τα σοβαρά, προτιμάει να διασκεδάζει και ακόμα και όταν την παθαίνει, πάλι γελάει. Επιπλέον, και αυτό να μείνει μεταξύ μας, έχει υπογράψει συμβόλαιο αποκλειστικής συνεργασίας με αυτό το μπλογκ, και ένας από τους όρους της συνεργασίας ήταν να αποφεύγονται οι ιστορίες που της θυμίζουν καθαρισμένο κρεμμύδι, που της φέρνουν δάκρυα δηλαδή. Πάντως, για να εξηγούμαστε, μέχρι στιγμής δεν έχουν εκδηλωθεί παράπονα, ούτε από τη μία, ούτε από την άλλη πλευρά.
     Είναι περίεργο συναίσθημα ένα μπλογκ να εισβάλλει στη ζωή σου και να διεκδικεί μέρος του χρόνου σου. Αλλά είναι σίγουρο ότι δε μετάνιωσα τη δημιουργία της Οξείας Γλωσσοπάθειας. Και όσο κι αν συχνά σκέφτομαι ότι το όνομα αυτό ίσως να μην είναι και το καλύτερο που θα μπορούσα να έχω βρει, χαίρομαι που μέσω αυτής γνώρισα έναν κόσμο που αγνοούσα.
     Και τώρα, εκπληρώνοντας για μια ακόμα φορά την προφητεία των σοφών ινδιάνων, θα κλείσω αυτήν την ανάρτηση με την υπόσχεση, σε έναν χρόνο και μία μέρα από σήμερα να ξαναβρεθούμε εδώ για να ξαναγιορτάσουμε. Αμήν!

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Οξεία Κλαδευτηρίαση

     Όλοι έχετε μάθει ότι η Νεράιδα της χλωρίδας είναι αδερφή της Πίπης. Ποιος, όμως, είναι ο μπαμπάς της;
     Φαντάζομαι ότι όλοι γνωρίζετε τον Ψαλιδοχέρη. Και πώς θα γινόταν να μην τον γνωρίζετε, άλλωστε, αφού είναι το διασημότερο μέλος της οικογένειάς του; Κανείς, για παράδειγμα, δεν γνωρίζει τον Μαχαιροχέρη ή τον Τρυπανοχέρη, ούτε τον Πριονοχέρη τον ξέρει κανείς, ή μήπως κάνω λάθος; Όλοι οι συγγενείς του Ψαλιδοχέρη, λοιπόν, ζουν στην αφάνεια και στην σκιά του διάσημου συγγενή τους, και το ίδιο κάνει και ο μπαμπάς της Πίπης. Επειδή ο μπαμπάς της Πίπης είναι ο Κλαδευτηροχέρης, πρώτος ξάδερφος του Ψαλιδοχέρη, από τη μεριά της μαμάς του.
     Ο Κλαδευτηροχέρης, που λέτε, λατρεύει τα κλαδέματα. Δωσ'του κλάδεμα και παρ'του την ψυχή. Και όσο πιο πολύ κλάδεμα έχει να κάνει, τόσο περισσότερο το ευχαριστιέται. Και η Πίπη κλαδεύει, αλλά δεν τρελλαίνεται κιόλας.
     Μια μέρα που η Πίπη γύρισε από τη Χώρα της αμειβόμενης δουλείας στη Χώρα του διαμερίσματος και επισκέφτηκε τη Χώρα της μπροστινής βεράντας, είδε ότι μία τριανταφυλλιά ήταν κλαδεμένη. Κατάλαβε ότι το είχε κάνει ο Κλαδευτηροχέρης, αλλά δεν είπε τίποτα. Η τριανταφυλλιά χρειαζόταν κλάδεμα, έτσι κι αλλιώς. Και για όσους αναρωτιούνται πώς μπήκε ο Κλαδευτηροχέρης στη Χώρα της μπροστινής βεράντας, θα σας πω ότι ο Κλαδευτηροχέρης έχει άδεια εισόδου μακράς διαρκείας και κλειδί, οπότε μπήκε κανονικότατα.
     Δεν είπε, λοιπόν, τίποτα η Πίπη στον Κλαδευτηροχέρη, και ούτε του είπε τίποτα όταν είδε κλαδεμένο και το γιασεμί, παρ'όλο που ίσως να ήταν περισσότερο κλαδεμένο από όσο θα ήθελε. Όταν, όμως, είδε κλαδεμένη και την άλλη τριανταφυλλιά, σαν νεοσύλλεκτο φαντάρο, με το ζόρι κρατήθηκε να μην πει τίποτα. Σκέφτηκε ότι θα τον στενοχωρούσε, και εδώ που τα λέμε, τόσα πράγματα κάνει για χάρη της, για να έχει εκείνη χρόνο και να παίζει με το φίλο της το βιολί, για να χορεύει και για να κάνει ένα σωρό άλλα πράγματα! Και γι'αυτό, πάλι δεν του είπε τίποτα.
     Έτσι, τα κλαδέματα συνεχίστηκαν. Κλαδεύτηκε και το αγιόκλημα, κλαδεύτηκε και η τρίτη τριανταφυλλιά. Και ύστερα ήρθε η σειρά της Χώρας της πίσω βεράντας, ξεκινώντας από την αρμπαρόριζα και συνεχίζοντας με το γέρικο δεντρολίβανο, που είχε αρχίσει να καραφλιάζει. 
     Στη Χώρα της πίσω βεράντας, εδώ και αρκετά χρόνια, ζούσε και μία λουίζα. Τη λουίζα αυτή η Πίπη είχε βαλθεί να την κάνει να μοιάζει με δέντρο και το είχε καταφέρει κάπως, κλαδεύοντας πάντα τους βλαστούς που πετάγονταν από τη βάση του φυτού και αφήνοντας να αναπτύσσονται μόνο τα κλαδιά.
     Μέχρι που επέδραμε ο Κλαδευτηροχέρης. Και προφανώς εργάστηκε με περισσό ζήλο, αφού από δεντράκι η λουίζα μετατράπηκε σε γκλίτσα για τα πρόβατα. Μόνο που η Πίπη δεν έχει πρόβατα, και τώρα τι θα κάνει; Εννοείται ότι τελικά του έκανε παρατήρηση του Κλαδευτηροχέρη, ο οποίος ζήτησε συγγνώμη, αλλά με συγγνώμες η γκλίτσα δεν ξαναγίνεται δεντράκι, γίνεται;
     Αυτά έπαθε η Πίπη, αλλά αντί να κλαίει και να οδύρεται αποφάσισε να αναζητήσει νέους ενοίκους για τη Χώρα της πίσω βεράντας. Βρήκε, λοιπόν, μία εξωτική αλλοδαπή, ονόματος Διπλαδένια, πήρε και ένα νέο δεντρολίβανο, δασύτριχο και αρρενωπό, και όσο για τη λουίζα, ζωή σε λόγου μας.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Ερωτικό καυγαδάκι

     - Ποια ήταν αυτή; ρώτησε η Άνοιξη θυμωμένη.
     - Καμία, καρδούλα μου, της απάντησε ο Μάιος, δείχνοντάς της το πιο γλυκό του χαμόγελο.
     - Και καλά, τα φτιάξατε που τα φτιάξατε, κρατήστε τουλάχιστον και τα προσχήματα!
     - Μα για ποια μιλάς, αστέρι μου;
     - Βρε, μην προσπαθείς να με τουμπάρεις, όλοι σας είδαν.
     - Από τη ζήλεια τους, μωρό μου, με διαβάλλουν. Ξέρεις, δα, πώς με λιμπίζονται όλες και επειδή εγώ διάλεξα εσένα, έχουν βαλθεί να μας χωρίσουν.
     - Δηλαδή, θέλεις να πεις ότι είναι συκοφαντίες;
     - Και τι άλλο θα μπορούσε να ήταν;
     - Α, και που σας είδα μαζί αγκαλιά στο ηλιοβασίλεμα εχθές, συκοφαντία ήταν κι αυτό;
     - Μας είδες; Τι μας είδες, δηλαδή; Πώς μας είδες;
     - Τι πώς σας είδα; Με τα μάτια μου σας είδα!
     - Θα σου φάνηκε, μωρό μου, εγώ δεν ήμουν αγκαλιά με καμία στο ηλιοβασίλεμα. Αφού το ξέρεις, δεν έχω μάτια για άλλη.
     - Μα, με κοροϊδεύεις ακόμα και μέσα στα μούτρα μου;
     - Εγώ να σε κοροϊδέψω, βρε κουτό; Να κοροϊδέψω αυτό το μουτράκι;
     - Τόσο κρατάνε οι όρκοι σου, δηλαδή; Προχθές ακόμα μου ορκιζόσουν αιώνια αγάπη!
     - Έλα τώρα, και μην κλαις, αλήθεια σου είπα. Τι φταίω που είμαι ομορφόπαιδο και με λιμπίζονται όλες;
     - Ναι, ας μην τους έδινες λαβές και θα κάθονταν στα αυγά τους!
     - Τι λαβές τους δίνω, δηλαδή;
     - Ναι, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις κιόλας, που κυκλοφορείς όλη την ώρα στολισμένος σαν γαμπρός, και να τα τριαντάφυλλα στο αυτί, και να τα γαρύφαλα στο πέτο, και τα γιασεμιά, και οι μαργαρίτες...
     - Μάιος είμαι, με τι έπρεπε να κυκλοφορώ, με έλκηθρο; Αν είναι κάτι που με χαρακτηρίζει είναι τα λουλούδια, δεν μπορώ να το αποφύγω...
     - Και τα χαμόγελα είναι τόσο απαραίτητα;
     - Μα να μη χαμογελάω καθόλου; Μάιος είμαι, δεν είμαι Μάρτιος να κατεβάζω και μούτρα! Και τώρα που είπα Μάρτιος, για πες μου εσύ τι δουλειά είχες να χαριεντίζεσαι και με το Μάρτιο και με τον Απρίλιο;
     - Εγώ; Εκείνοι με γλυκοκοίταζαν...
     - Αλήθεια; Εγώ, πάλι, θα έλεγα ότι τους έδωσες και μερικές υποσχέσεις, άσχετα αν τελικά διάλεξες εμένα... Με είδες εμένα να σου κάνω σκηνές ζηλοτυπίας όταν σου έφερναν λουλούδια και σοκολατάκια και όταν σε συνόδευαν στις απογευματινές σου βόλτες;
     - Ναι, κατηγόρησέ με κιόλας, επειδή νοιάζομαι για εσένα! Εξάλλου, όπως είπες και μόνος σου, εγώ εσένα διάλεξα...
     - Κι εγώ το ίδιο έκανα με εσένα. Άσε, λοιπόν, τις ζήλειες και πάμε να χαρούμε τον έρωτά μας...
     - Να πας να χαρείς τον έρωτά σου με τις σουρλουλούδες που τις πας να δουν τα ηλιοβασιλέματα και τους χαρίζεις τριαντάφυλλα...
     - Αν μιλάς για ένα τριαντάφυλλο που μου πήραν τις προάλλες, ε, ντράπηκα να το ζητήσω πίσω, κατηγόρησέ με που είμαι ντροπαλός! Γεγονός, όμως, είναι ότι ποτέ δε σε απάτησα...
     - Έτσι λέτε όλοι, και έχετε τη φωλιά σας λερωμένη!
     - Εμένα η φωλιά μου είναι καθαρή.
     - Έτσι λες!
     - Έτσι είναι. Βρε, έδωσα σε καμιά άλλη μαργαριταρένιο κολιέ σαν αυτό που σου χάρισα εσένα;
     - Και πού το ξέρω εγώ ότι δεν χάρισες;
     - Δεν χάρισα.
     - Δε σε πιστεύω! Και όσο για το κολιέ σου, παρ'το πίσω, χάρισμά σου, δε θέλω να σε ξέρω!
     Και με αυτά τα λόγια, η Άνοιξη τράβηξε με θυμό το μαργαριταρένιο κολιέ που φορούσε στο λαιμό της. Αλλά ήταν τόσος ο θυμός της, που το κολιέ έσπασε. Εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια μαργαριτάρια σκόρπισαν και άρχισαν να πέφτουν στη γη, ανακατωμένα με τα δάκρυα της Άνοιξης. Και οι άνθρωποι είπαν "Χαλάζι!" και έτρεξαν να προστατευτούν. 
     Και η Άνοιξη συνέχισε να κλαίει και ο Μάιος συνέχισε να προσπαθεί να την πείσει για τα αισθήματά του. Τι φταίει κι αυτός που είναι ομορφόπαιδο; Και η Άνοιξη δεν ήθελε να ακούσει, αλλά σιγά-σιγά ο θυμός της μαλάκωσε. Και φαίνεται ότι τελικά ο Μάιος κατάφερε να την ηρεμήσει. Και έτσι ο ουρανός καθάρισε και ο ήλιος πρόβαλε το ακτινοβόλο του χαμόγελο.
     Τέλος καλό, όλα καλά, λοιπόν, για το ζευγάρι. Μόνο που τα μαργαριτάρια από το κολιέ της Άνοιξης έλιωσαν και τώρα ο Μάιος θα αναγκαστεί να της αγοράσει καινούργιο. Μικρό το κακό, αν σκεφτούμε ότι τελικά τη φωλιά του την είχε λερωμένη.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Ομαδική θεραπεία

     Δουλειές με φούντες έχει ο δόκτωρ Πασχάλης Σταυρανέστης αυτές τις μέρες. Και πριν προλάβετε να με ρωτήσετε ποιος είναι ο δόκτωρ Πασχάλης Σταυρανέστης, θα σας πω ότι είναι ένας εξαίρετος ψυχολόγος, με σπουδές σε πολλά πανεπιστήμια, μεταπτυχιακούς τίτλους και πλούσια βιβλιογραφία, και με εξειδίκευση στην πασχαλινή ψυχολογία.
     Και πριν προλάβετε να αρχίσετε τις ερωτήσεις του τύπου "πού έχει το ιατρείο του", και "πόσα παίρνει" και "τι είναι η πασχαλινή ψυχολογία" και "ποιο είναι το τηλέφωνό του", θα σας πω ότι αυτό το διάστημα δεν υπάρχει περίπτωση να σας δει, η ατζέντα του δεν έχει κανένα κενό, τα ραντεβού του έχουν κλειστεί εδώ και δύο μήνες περίπου, και δεν έχει χρόνο να ανασάνει.
     Ξέρω ότι σας απογοητεύω, αλλά δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Το μόνο που μπορώ να κάνω για εσάς, είναι να σας βάλω κρυφά να παρακολουθήσετε μία από τις ομαδικές του συνεδρίες, αλλά θα πρέπει να κάνετε απόλυτη ησυχία, εντάξει;
     Για να πάμε, θα χρειαστεί να περπατήσουμε, οπότε χρειαζόμαστε αθλητικά παπούτσια. Πάρτε και νερό μαζί σας, σε περίπτωση που διψάσετε. Πάρτε και καμιά ομπρέλα, Μεγάλη Παρασκευή είναι σήμερα, συνήθως βρέχει τις Μεγάλες Παρασκευές.
     Αφού περπατήσουμε, λοιπόν, αρκετά, και βγούμε από την πόλη, θα περπατήσουμε λίγο ακόμα και ύστερα θα βγούμε από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο και θα μπούμε στα χωράφια. Και αφού περπατήσουμε λίγη ώρα με κατεύθυνση προς τη δύση, θα συναντήσουμε ένα γέρικο δέντρο με μία κουφάλα. Από ένα κλαδί εκείνου του δέντρου κρέμεται ένα κόκκινο αυγό. Ε, μη μου πείτε ότι δεν το φανταζόσασταν! Πού αλλού θα μπορούσε να έχει το ιατρείο του ένας ψυχολόγος με ειδίκευση στην πασχαλινή ψυχολογία;
     Μέσα στην κουφάλα είναι λίγο σκοτεινά και στριμωγμένα, γι'αυτό προσέξτε μην χτυπήσετε. Προχωράτε ο ένας πίσω από τον άλλο για να μη χαθείτε. Όπου να'ναι φτάνουμε.
     Σσσσστ! Ησυχία! Κάτι ακούω. Το ακούτε κι εσείς; Να, ο ήχος έρχεται από εκείνη εκεί την πόρτα. Μάλλον έχουν ξεκινήσει. Τι έχουν ξεκινήσει, που τα αίματα έχουν ανάψει για τα καλά! Ευτυχώς, έτσι δεν θα ακουστεί το τρίξιμο της πόρτας όπως την ανοίγουμε. Καθήστε άκρη-άκρη στον τοίχο, έτσι ώστε να σας κρύβουν οι σκιές. Αν μας πάρουν είδηση, θα σταματήσουν να μιλάνε.
     - Σας λέω, θα μεταναστεύσω! λέει ένα αυγό. Δεν είναι κατάσταση αυτή, κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια!
     - Μα, δεν είναι υπερβολικό να μεταναστεύσει κανείς για έναν απλό πονοκέφαλο; ρωτάει ο δόκτωρ Σταυρανέστης, που κρατάει στα χέρια του ένα τετράδιο και σημειώνει.
     - Ε, όχι και απλός πονοκέφαλος! διαμαρτύρεται ένα άλλο αυγό. Απλός πονοκέφαλος θα ήταν αν το χτύπημα γινόταν μία φορά. Εδώ μιλάμε για επαναλαμβανόμενο μαρτύριο. Αναγκάζομαι να παρακαλάω να μου σπάσει το κεφάλι με την πρώτη για να ησυχάσω! Αλλιώς, αν αντέξω το πρώτο χτύπημα, θα με τσουγκρίσουν ξανά, και ξανά, και ξανά.
     - Ναι, ναι, έτσι είναι! φωνάζουν και τα υπόλοιπα αυγά.
     - Ησυχία, παρακαλώ! λέει ο δόκτωρ.
     - Και όχι μόνο αυτό, δεν τους φτάνει το κεφάλι, μας τσουγκρίζουν και με τον πισινό. Μια βδομάδα μετά δεν μπορώ να καθήσω! λέει ένα τρίτο αυγό.
     - Καλά, πετάγεται ένα αρνί, και τι να πω εγώ, που με βάζουν στη σούβλα και με γυρνάνε, με γυρνάνε, με γυρνάνε... Και πάσχω και από ιλίγγους, έχω πρόβλημα στο λαβύρινθο του αυτιού! Με το ζόρι κρατιέμαι να μην ξεράσω!
     - Και ο ίλιγγος δεν είναι τίποτα! λέει ένα άλλο αρνί. Σκέψου λίγο όλο αυτό το τσιτσίρισμα πάνω από τα κάρβουνα. Χάλια γίνεται το δερματάκι μου!
     - Ναι, αλλά το κεφάλι σας δεν πονάει, απαντάει ένα αυγό.
     - Δεν πονάει, αλλά γυρίζει και ζαλίζεται.
     - Όχι, όχι, παιδιά, πετάγεται και ένα κουνέλι, αυτά δεν είναι θέματα για τον κύριο Σταυρανέστη, παρακαλώ να απευθυνθείτε σε κάποια άλλη ειδικότητα, εδώ ήρθαμε σε ψυχολόγο, εσείς χρειάζεστε παθολόγο να σας γράψει κάποιο παυσίπονο για τον πονοκέφαλο ή δραμαμίνη για τις ζαλάδες, ή έστω έναν δερματολόγο να σας δώσει κάποια αλοιφή για εγκαύματα, βάλτε και κανένα μαξιλαράκι όταν κάθεστε, εγώ είμαι αυτός που έχει το σημαντικότερο πρόβλημα, και που επιπλέον άπτεται της ειδικότητας του δόκτορα.
     - Μήπως έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου; λέει ένα αυγό και τα υπόλοιπα γελάνε.
     - Γελάτε όσο θέλετε, εμένα η ψυχολογία μου είναι πολύ πεσμένη, ολόκληρο κουνέλι, τίποτα δε μου λείπει, δείτε τα μακριά μου αυτιά, ορίστε και η ουρίτσα μου η φουντωτή, την χτενίζω πρωί και βράδυ, να και τα δοντάκια μου τα πεταχτά, χωρίς τερηδόνα και σφραγίσματα, η γούνα μου απαλή, με τα καλύτερα σαμπουάν τη λούζω, ούτε ψείρες έχει, βάζω και μαλακτικό, ολόκληρο κουνέλι, λοιπόν, και έχω γίνει ο περίγελος του χωριού, με έκαναν πασχαλινό κούνελο και φτιάχνουν τα ομοιώματά μου με σοκολάτα, με ζωγραφίζουν σε κάρτες, μου φοράνε ρούχα, μου φοράνε καπέλο, έχω πάθει κρίση ταυτότητας!
     - Α, εδώ πράγματι έχουμε να κάνουμε με κάτι σοβαρό, λέει ο δόκτωρ Σταυρανέστης.
     - Διαμαρτύρομαι, πετάγεται ένα αυγό. Και εγώ έχω κρίση ταυτότητας, έχω ξεχάσει ποιο είναι το φυσικό μου χρώμα!
     - Άσπρο, του απαντάει το κουνέλι. Λοιπόν, όπως έλεγα...
     - Μήπως να μιλήσω και εγώ; λέει ένα κοτοπουλάκι.
     - Όχι! φωνάζουν όλα μαζί τα αυγά.
     - Είστε αγενέστατα! τους λέει το κοτοπουλάκι.
     - Να σέβεσαι τους μεγαλύτερους, του λέει ένα αυγό, θα μπορούσα να είμαι γονιός σου. 
     - Γονιός μου; Μωρέ τι μας λες!
     - Φυσικά. Αφού το αυγό έκανε την κότα!
     - Η κότα έκανε το αυγό!
     - Σας παρακαλώ, επεμβαίνει ο δόκτωρ Σταυρανέστης, έχουμε ξεφύγει λίγο από το θέμα μας... Ηρεμήστε και προσπαθήστε να χαλαρώσετε. Το Πάσχα είναι μία δοκιμασία, αλλά θα πρέπει να οπλιστείτε με υπομονή. Να ξέρετε ότι οποιοδήποτε πρόβλημα το αντιμετωπίζουμε καλύτερα, αν το αποδεχτούμε...
     - Τι κουραφέξαλα είναι αυτά; πετάγεται μια γριά προβατίνα. Γι'αυτό δώσαμε τα ωραία μας λεφτά; Αυτές τις βλακείες μπορούσα να τις πω και μόνη μου!
     - Ναι, βλακείες! λένε όλοι.
     - Σας παρακαλώ, λέει ο δόκτωρ, ηρεμήστε... Η συνεδρία μας φτάνει σε λίγο στο τέλος. Για την επόμενη συνεδρία θα ήθελα να σκεφτείτε...
     - Ρε, παιδιά, πάμε να φύγουμε, πετάγεται ένα κατσίκι, αυτός εδώ μας δουλεύει!
     - Ναι, ναι, πάμε να φύγουμε! φωνάζουν όλοι και αρχίζουν να φεύγουν, θυμωμένοι.
     - Μα, σας παρακαλώ! λέει ο δόκτωρ, αλλά εκείνοι δεν του δίνουν σημασία.
     Και φεύγουν και τα αυγά, φεύγουν και τα κατσίκια, φεύγουν και τα αρνιά, και η γριά η προβατίνα φεύγει, και τα κοτοπουλάκια φεύγουν, μέχρι και το κουνέλι με την κρίση ταυτότητας φεύγει.
     Η αίθουσα αδειάζει και ο δόκτωρ Σταυρανέστης μένει μόνος του. Από ό,τι φαίνεται, η ατζέντα του μόλις απόκτησε μερικά κενά.

Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Περί αντανακλάσεων το ανάγνωσμα

     Το πόσο μου αρέσουν οι αντανακλάσεις δε λέγεται! Μα, υπάρχει ομορφότερο πράγμα; Και μόνο τον εαυτό σας στον καθρέφτη να παρατηρήσετε, θα καταλάβετε ότι έχω δίκιο.
     Ναι, ξέρω, τώρα κάποιοι θα νομίζουν ότι η Πίπη σαλτάρισε, ότι πέρασε με μικρά πηδηματάκια την γραμμή που χωρίζει τους λογικούς από τους παλαβούς. Κι όμως, φίλοι μου, αυτό έχει ήδη γίνει εδώ και χρόνια (σας την έφερα)!
     Όταν βρίσκομαι στο λεωφορείο και κάθομαι στην κατάλληλη θέση, πολλές φορές κοιτάζω την αντανάκλασή μου σε κάποιο από τα εσωτερικά τζάμια και δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο ομορφότερη μου φαίνομαι. Μέχρι που σκέφτομαι να μου χαμογελάσω! Είναι λες και υπάρχει κάποιο φίλτρο που εξομαλύνει τα χαρακτηριστικά και δίνει έναν τόνο παλιού πίνακα στην εικόνα μου. Με άλλα λόγια, νιώθω σαν μοντέλο του Βαν Ντάικ ή του Βερμέερ! Κάτι λιγότερο θα ήταν απλώς πολύ λίγο.
     Πώς να το κάνουμε; Πάντα η αντανάκλαση φαίνεται πιο ενδιαφέρουσα. Δείτε, για παράδειγμα, την παραπάνω φωτογραφία: Δεν μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής όλη αυτή η αντανάκλαση των παλιών πολυκατοικιών επάνω στα τζάμια-καθρέφτες του γυάλινου κτιρίου;
     Μέχρι και ο απλός, συνηθισμένος ουρανός φαίνεται πολύ πιο ενδιαφέρων μέσα από την αντανάκλασή του σε ένα κτίριο με τζάμια-καθρέφτες. Και για του λόγου το αληθές, δείτε αυτή τη φωτογραφία, και πείτε μου: δεν φαίνεται πιο ενδιαφέρων ο ουρανός, όπως φαίνεται στην αντανάκλασή του στο γυάλινο δάπεδο που βρίσκεται μπροστά στο μουσείο της Ακρόπολης;
     Αλλά πέρα από την ομορφιά των αντανακλάσεων, αυτό που με ενθουσιάζει πιο πολύ, είναι που μέσω αυτών μπορώ να μεταμορφωθώ σε φάντασμα (και, ναι, τώρα είμαι σίγουρη πως έχετε ξαμοληθεί να μου βρείτε επειγόντως μια θέση στο Δαφνί)! Κι όμως, όχι μόνο ξέρω πώς να μεταμορφώνομαι σε φάντασμα, αλλά θα σας πω και το μυστικό: και το μυστικό, όπως προείπα, βρίσκεται στις αντανακλάσεις.
     Όταν, λοιπόν, παίρνω το μετρό ή τον ηλεκτρικό, μου αρέσει να κάθομαι στις θέσεις που βρίσκονται δίπλα σε παράθυρο (όταν βρίσκω θέση, φυσικά). Από εκεί, όχι μόνο μπορώ να παρατηρώ το εσωτερικό του συρμού στο τζάμι, μέσω της αντανάκλασής του, αλλά ταυτόχρονα βλέπω και τη σήραγγα του μετρό, καθώς τη διασχίζουμε. Δύο σε ένα, δηλαδή.
     Κάποιες φορές, ο συρμός στον οποίο βρίσκομαι διασταυρώνεται με κάποιον άλλο συρμό, που κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Ή, ακόμα καλύτερα, οι δύο συρμοί βρίσκονται σταματημένοι στον ίδιο σταθμό. Τότε είναι, αγαπητοί μου, που μεταμορφώνομαι σε φάντασμα. Κι αυτό συμβαίνει επειδή η αντανάκλαση του εσωτερικού του συρμού στον οποίο βρίσκομαι "προβάλλεται", κατά κάποιον τρόπο, στον άλλο συρμό και είναι σαν να επικαλύπτει το εσωτερικό του. Είναι, δηλαδή, σαν οι επιβάτες του δικού μου συρμού να βρίσκονται ανάμεσα στους επιβάτες του άλλου. Με άλλα λόγια, οι επιβάτες ενός ολόκληρου βαγονιού μεταμορφώνονται σε φαντάσματα και είμαι σίγουρη ότι μόνο εγώ το παίρνω είδηση!
     Ακόμα πιο διασκεδαστικό γίνεται όταν το μετρό κινείται με ταχύτητα μέσα στις σκοτεινές του σήραγγες. Τότε, καθώς κοιτάζω την αντανάκλασή μου μέσα από το τζάμι, βλέπω να περνάνε από μέσα μου φώτα, προεξοχές του τοίχου, ακόμα και ολόκληροι συρμοί. Δεν είναι αυτό απόδειξη ότι μεταμορφώνομαι σε φάντασμα;
     Και αν κάποιος αμφιβάλλει για τη μέθοδό μου, καθόλου δεν θα στενοχωρηθώ. Απλώς θα του δείξω την παρακάτω φωτογραφία με τα δύο φαντάσματα που περπατάνε δίπλα-δίπλα και θα του πω: Αντανακλάσεις, αγαπητέ μου, αντανακλάσεις!


Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Μικρό, αλλά θαυματουργό

 
    Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας πλούσιος βασιλιάς. Ο βασιλιάς αυτός ήταν πολύ ισχυρός και θα ήταν ίσως ένας πολύ καλός βασιλιάς, αν δεν ήταν τόσο υπερόπτης. Αλλά, μεταξύ μας, η υπεροψία είναι συχνό χαρακτηριστικό των βασιλιάδων.
     Ο βασιλιάς είχε κτήματα, άλογα, περιβόλια, και ένα θησαυροφυλάκιο γεμάτο χρυσάφι και πολύτιμους λίθους. Είχε και ένα τεράστιο παλάτι και πάρα πολλούς αυλικούς, οι οποίοι τον κολάκευαν και τόνωναν την υπεροψία του.
     Στο παλάτι, σε ένα εργαστήριο γεμάτο σκόνη, χαρτιά, μολύβια, χάρακες, πριόνια, σφυριά, και πολλά άλλα αντικείμενα, ζούσε και ένας εφευρέτης. Τον εφευρέτη, αρχικά, τον είχε προσλάβει ο βασιλιάς, για να μετατρέψει το παλάτι σύμφωνα με τα γούστα του, προσθέτοντας περίεργους μηχανισμούς, καταπακτές, κρυφές πόρτες και πολλά άλλα, όταν, όμως, το έργο αυτό τελείωσε, μην αντέχοντας στην σκέψη ότι ο εφευρέτης θα μπορούσε να κάνει τα ίδια και αλλού, τον φυλάκισε σε εκείνο το εργαστήριο.
     Όπως είναι λογικό, το μόνο όνειρο του εφευρέτη ήταν πια να αποδράσει από το παλάτι, αλλά αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο, αφού το εργαστήριο το φρουρούσαν μέρα-νύχτα. Και ο εφευρέτης μαράζωνε, αλλά ποτέ δεν ξεχνούσε το όνειρό του.
     Κάποτε, ο βασιλιάς απόκτησε μια κόρη. Και όλοι είπαν ότι ήταν η πιο όμορφη βασιλοπούλα που είχε γεννηθεί ποτέ, αν και, μεταξύ μας, εγώ έχω δει και πιο όμορφες. Ο βασιλιάς, λοιπόν, που εκτός από βασιλιάς ήταν και πατέρας, λάτρευε τη μοναχοκόρη του και την είχε μην στάξει και μην βρέξει. Της είχε τις καλύτερες νταντάδες να την φροντίζουν, τρεις μόδιστρους να ράβουν τα φορέματά της, πέντε σεφ να ετοιμάζουν τα γεύματά της και ένα ολόκληρο τσίρκο να τη διασκεδάζει.
     Στα δέκατα γενέθλια της βασιλοπούλας, ο βασιλιάς θυμήθηκε το φυλακισμένο εφευρέτη και αποφάσισε να τον βάλει να κατασκευάσει έναν κήπο με λουλούδια, ποταμάκια, γεφυρούλες και διάφορα περίεργα παιχνίδια, για να το χαρίσει στην κόρη του.
     Ο εφευρέτης, τότε, βρήκε την ευκαιρία που περίμενε και μια μέρα, την ώρα που επέβλεπε τις εργασίες στον κήπο, πήρε ένα σφυρί, ένα πριόνι και μία σακούλα καρφιά, και προσποιούμενος τον εργάτη, κατάφερε να ξεγελάσει τους φρουρούς και να το σκάσει από τον κήπο.
     Όλη τη μέρα έτρεχε, με μικρά διαλείμματα για να ξεκουραστεί, προσπαθώντας να κρύβεται όσο καλύτερα μπορούσε, αλλά όταν άρχισε να πέφτει το σκοτάδι βρισκόταν ακόμα στην επικράτεια του βασιλιά. Ο καημένος ο εφευρέτης ήταν πολύ στενοχωρημένος. Όπου να'ναι, αν δεν το είχαν ανακαλύψει νωρίτερα, θα ανακάλυπταν την απουσία του και θα έπαιρναν τα σκυλιά να τον ψάξουν. Και αφού ακόμα βρισκόταν στην επικράτεια του βασιλιά, οι ελπίδες του να σωθεί ήταν μάλλον ανύπαρκτες.
     Στο μεταξύ, στο παλάτι, είχαν πράγματι ανακαλύψει ότι ο εφευρέτης το είχε σκάσει. Ειδικά ο βασιλιάς ήταν πυρ και μανία και υποσχέθηκε μεγάλη αμοιβή σε όποιον έβρισκε και του παρέδιδε τον εφευρέτη. Και όλοι ξαμολύθηκαν, με πυρσούς, μέσα στη νύχτα, να βρουν τον φυγά.
     Όμως, μπορεί ο εφευρέτης να μην είχε χρυσάφι, παλάτια, αυλικούς, σκυλιά, φρουρούς, αλλά είχε μυαλό. Και αφού δεν προλάβαινε να απομακρυνθεί, αποφάσισε να κρυφτεί εκεί που είχε φτάσει. Δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του μέχρι την αυγή, γι'αυτό και δούλεψε εντατικά όλο το βράδυ και έφτιαξε ένα μικρό σπιτάκι για να κρυφτεί.
     Και τώρα, θα μου πείτε: καλά, και δεν το είδαν το σπιτάκι; και δεν τον βρήκαν τα σκυλιά; Και εγώ θα σας ρωτήσω: μα είναι δυνατόν ένας έξυπνος άνθρωπος, που ξέρει να φτιάχνει καταπακτές και κρυφές πόρτες, και περίεργους μηχανισμούς στο παλάτι, να μην ξέρει να φτιάξει τα ίδια και περισσότερα σε μία μικρή καλύβα; 
     Φυσικά και τα σκυλιά, ακολουθώντας τη μυρωδιά του εφευρέτη, έφτασαν στο σπιτάκι, και όλοι έτρεξαν εκεί, και άνοιξαν την πόρτα, και μπήκαν μέσα, και έψαξαν όλες τις γωνίες του, αλλά όχι, δεν βρήκαν τίποτα. Και έψαξαν και στα περίχωρα, και πάλι τίποτα δεν βρήκαν. Και έβγαλαν το συμπέρασμα ότι ο εφευρέτης είχε καταφέρει να ξεφύγει.
     Και ύστερα άρχισαν να τον ψάχνουν σε άλλες πολιτείες, και να τάζουν μεγάλες αμοιβές σε όποιον τον βρει, αλλά μάταια, αφού ο εφευρέτης παρέμεινε για πάντα στο μικρό σπιτάκι που υπήρξε η σωτηρία του. Καλά, θα μου πείτε, και δε νιώθει φυλακισμένος στο μικρό αυτό σπιτάκι;
     Μικρό; Ε, όχι και μικρό! Το μικρό αυτό σπιτάκι είναι πολύ θαυματουργό. Πρώτα-πρώτα, όλοι οι τοίχοι μετακινούνται, με αποτέλεσμα να αλλάζει διαστάσεις, σύμφωνα με τις επιθυμίες του ιδιοκτήτη του. Έπειτα, κάτω από το σπίτι - ή από αυτό που βλέπουμε εμείς, τέλος πάντων - υπάρχει μία έπαυλη, με πολλά δωμάτια, μεγάλη κουζίνα, μπάνιο με υδρομασάζ, θερμαινόμενη πισίνα, βιβλιοθήκη και δωμάτιο προβολών. Η είσοδος για την έπαυλη καλύπτεται από το πάτωμα της καλύβας, το οποίο είναι συρόμενο και μετακινείται με το πάτημα ενός κουμπιού, αριστοτεχνικά συνδεδεμένου με το πόμολο της πόρτας εισόδου. 
     Το επάνω μέρος αποτελεί το παρατηρητήριο του εφευρέτη και ανυψώνεται με τη βοήθεια μοχλών που είναι κρυμμένοι στα σανίδια του τοίχου, η δε καμινάδα, είναι καμουφλαρισμένο τηλεσκόπιο, το οποίο αποκαλύπτεται το βράδυ. Του εφευρέτη του αρέσει πολύ να παρατηρεί τον έναστρο ουρανό το βράδυ. 
     Όσο για ταξίδια, όταν ο εφευρέτης δεν ταξιδεύει μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου, παίρνει το αερόστατό του, το οποίο βρίσκεται ακριβώς κάτω από την κορυφή της στέγης, και κάνει βόλτες στον ουρανό. Και τότε βλέπει όλο τον κόσμο από ψηλά, τα χωράφια, τα δάση, το παλάτι, βλέπει και τον ημιτελή κήπο της βασιλοπούλας και γελάει.
    

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

Πετάει το καράβι;



     Λοιπόν, σήμερα θα μιλήσουμε για κάτι ιπτάμενο. Και, εννοείται ότι δεν αναφέρομαι σε σπουργίτι, περιστέρι ή αετό. Ούτε για πεταλούδα θα μιλήσουμε, σε περίπτωση που πήγε το μυαλό σας σε πεταλούδα.
     Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για το ιπτάμενο κρεβάτι της Πίπης, αλλά ούτε αυτό είναι το θέμα μας. Για να μη σας παιδεύω άλλο, θα σας το πω: το θέμα μας είναι ένα ιπτάμενο καράβι. Και προτού αρχίσετε να μουρμουρίζετε ότι λέω ανακρίβειες, θα σας θυμίσω ότι ιπτάμενα καράβια υπάρχουν.
     Επειδή εδώ όλες οι ιστορίες είναι αληθινές, και αμφισβητήσεις δε σηκώνω, και για να δείτε πόσο μεγάλη σημασία δίνω στην ακρίβεια των γεγονότων, θα σας πω ξεκάθαρα ότι την άποψή μου περί ύπαρξης ιπτάμενων καραβιών δεν τη βασίζω ούτε στο ελάχιστο στο ιπτάμενο καράβι του βαρώνου Μυγχάουζεν, που ως γνωστόν ήταν μέγας παραμυθάς. Ούτε, φυσικά, αναφέρομαι στα αερόπλοια, που ήταν ουσιαστικά ιπτάμενα μπαλόνια. Όχι, εγώ αναφέρομαι σε καράβια με πανιά, με πλώρη, πρύμνη και τα συναφή.
     Ως ατράνταχτο επιχείρημα θα χρησιμοποιήσω τα όσα δηλώνει στην "Αληθινή Ιστορία" του ο Λουκιανός, ο οποίος από την αρχαιότητα ήδη ταξίδεψε με πλοίο στη Σελήνη, και δεν πιστεύω να αμφιβάλλετε γι'αυτό, καθώς οι αρχαίοι Έλληνες ανακάλυψαν τα πάντα. Και, μεταξύ μας, αν το Απόλλων 11 είχε προσεληνωθεί στο σωστό σημείο, είναι σίγουρο πως η φωτογραφία που θα φιγουράριζε παντού δε θα ήταν αυτή του αποτυπώματος του παπουτσιού του Νηλ Άρμστρονγκ, αλλά η φωτογραφία του χαμένου σανδαλιού του Λουκιανού, που το έχασε κυνηγώντας μία τροφαντή ιθαγενή...
     Ας επανέλθουμε, όμως, στο ιπτάμενο καράβι της ιστορίας μας. Θα πρέπει, λοιπόν, να ξέρετε, ότι το καράβι αυτό δεν ήταν εξαρχής ιπτάμενο, είναι σίγουρο όμως ότι ήθελε πολύ να πετάξει.
     - Γιατί να περιορίζομαι στη θάλασσα, έλεγε, όταν θα μπορούσα να πετάω στον αέρα, σαν τα πουλιά;
     Και τα πουλιά γελούσαν και το κορόιδευαν.
     - Αν εσύ πετάξεις, του έλεγαν τα περιστέρια, τότε εμείς θα κολυμπήσουμε σαν πάπιες!
     - Θα πετάξω, θα το δείτε! έλεγε το καράβι με πείσμα.
     Και είναι αλήθεια ότι το πίστευε αυτό που έλεγε. Αλήθεια, επίσης, είναι ότι είχε ακούσει για συνομωσίες του σύμπαντος, όταν θέλεις κάτι πολύ...
     Πώς θα γινόταν, όμως, να πετάξει; Το καράβι είχε εναποθέσει τις περισσότερες ελπίδες του στον αέρα, και όταν φυσούσε πολύ και είχε τρικυμία, ήλπιζε να το βγάλουν βόλτα για να καταφέρει να πετάξει. Τότε ήταν, όμως, που το κρατούσαν δεμένο, και το όνειρό του παρέμενε όνειρο.
     - Γιατί να μην μπορώ κι εγώ να πετάξω; έλεγε το καημένο το καράβι. Ας πετούσα, έστω για μια φορά!
     Και αυτό το έλεγε χωρίς να το πολυπιστεύει, αφού αν κατάφερνε να πετάξει, ούτε που θα ξανακατέβαινε στη γη...
     Όμως οι μέρες, οι μήνες περνούσαν, και καμία ευκαιρία δεν του δινόταν του καημένου του καραβιού να πετάξει.
     Ώσπου μια μέρα, μια ωραία μέρα, χωρίς αέρα και με τη θάλασσα λάδι, το καράβι βρέθηκε να βολτάρει, χωρίς ιδιαίτερη όρεξη, απορροφημένο από τις σκέψεις του. Τι όμορφος που ήταν ο ουρανός, με τα σύννεφά του, που ταξίδευαν αργά-αργά, πόσο βαρετή του φαινόταν η θάλασσα... αλλά τι ήταν αυτό που έβλεπε;
     Κι όμως, μπροστά στα μάτια του η θάλασσα είχε μεταμορφωθεί σε ουρανό! Το καράβι το έβλεπε τώρα καθαρά, δεν έπλεε πια στη θάλασσα, έπλεε ανάμεσα στα σύννεφα, πετούσε! Τι θαύμα ήταν αυτό! Τι ευτυχία το πλημμύρισε το ιπτάμενο καράβι!
     - Για δείτε με τώρα, φώναζε στα πουλιά, πετάω! Πετάω! Πετάω ανάμεσα στα σύννεφα, τίποτα δεν έχω να ζηλέψω από εσάς, είμαι κι εγώ στον ουρανό και πετάω ανάμεσα στα σύννεφα, πάνω από τα δέντρα! Επιτέλους, η ευχή μου έγινε πραγματικότητα!
     Και τα πουλιά δεν είχαν τι να του απαντήσουν, αφού το καράβι είχε δίκιο. Και άρχισαν και εκείνα να σκέφτονται μήπως θα ήθελαν κάτι διαφορετικό στη ζωή τους. Και άρχισαν να αναρωτιούνται πώς τα κατάφερε το καράβι και πραγματοποίησε το όνειρό του, για να κάνουν κι εκείνα το ίδιο. Αλλά το καράβι δεν είχε χρόνο για εξηγήσεις. Αυτό που είχε σημασία, εξάλλου, ήταν το θαύμα που είχε συμβεί. Και το καράβι συνέχισε να πετάει στον ουρανό, ευτυχισμένο. Και όταν το είδα εγώ, ακόμη πετούσε.
     Τώρα, βέβαια, υπάρχουν αυτοί που θα αμφισβητήσουν την εγκυρότητα της ιστορίας. Αλλά, μη βιάζεστε να κρίνετε, άπιστοι Θωμάδες, και έχουσιν γνώσιν οι φύλακες. Θα μιλούσα εγώ χωρίς ντοκουμέντα; Το φαντάστηκα ότι δε θα με πιστεύατε, γι'αυτό και το έβγαλα φωτογραφία.
     Λοιπόν, τι έχετε να πείτε τώρα; Πετάει το καράβι;



Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Επίμονο καμάκι

     - Ψιτ, κοπελιά! Καλέ, μίλα μας και μη μας αγαπάς! είπε ο ένας.
     - Καλέ, ζαχαροπλάστης ήταν ο μπαμπάς σου; είπε ο άλλος.
     - Μα, καλά, ούτε μια ματιά δε μας ρίχνεις, δηλαδή; Αφού το ξέρω ότι σου αρέσω, τι το κρύβεις; συνέχισε ο πρώτος.
     - Έλα, καλέ, στείλε έστω ένα χαμόγελο... πετάχτηκε κι ένας τρίτος.
     - Τι ζόρι τραβάς, ρε φίλε; ρώτησε ο πρώτος.
     - Δεν κατάλαβα... Αδερφή σου είναι η κοπελιά ή γυναίκα σου και θίγεσαι;
     - Κάνε μου τη χάρη και μαζέψου! Η κοπελιά είναι δικιά μου!
     - Πώς είναι δικιά σου, δηλαδή;
     - Δικιά μου είναι! Τρεις μήνες τώρα την κορτάρω!
     - Χα, χα! Ας γελάσω! Και τι θα πει αυτό; Ότι επειδή την κορτάρεις την έχεις κιόλας; Αφού ούτε μια ματιά δε γυρίζει να σου ρίξει!
     - Είναι δικιά μου, σου λέω! Απλώς, δε θέλει να δώσει δικαιώματα, επειδή συνοδεύεται από τον κηδεμόνα της, δεν βλέπεις;
     - Άσε, ρε φίλε, που με τριών μηνών κορτάρισμα την έριξες κιόλας! πετάχτηκε ο δεύτερος. Σε λίγο θα μας πεις ότι σου κούνησε και την ουρά της! Αυτού του είδους οι γκόμενες δεν είναι για τα δόντια σου, να το ξέρεις.
     - Και είναι για τα δικά σου, δηλαδή;
     - Τι να ζηλέψει από εσένα, βρε κακομοίρη, που δεν έχεις πού την κεφαλή κλίναι;
     - Άντε, ρε αριστοκράτη εσύ, που θα μας την πεις κιόλας! Ολόκληρο σπίτι, δεν το βλέπεις;
     - Ναι, σιγά το μέγαρο! Εγώ, αν θες να ξέρεις, δίπλα στο τζάκι κοιμάμαι κάθε βράδυ. Εσύ έχεις τζάκι;
     - Ό,τι και να λες, εμένα θέλει η κοπελιά...
     - Ναι, άντε κατούρα μας, ρε...
     - Καλέ, κοπελιά, πετάχτηκε ξανά ο τρίτος, πες μας μια κουβέντα, δεν βλέπεις που σφάζονται τα παληκάρια για σένα; Πες μας, τέλος πάντων, ποιον προτιμάς, αν και είναι σίγουρο ότι εμένα γουστάρεις, το έχω καταλάβει, άσ'τους άλλους δυο να κουρεύονται...
     - Η κοπελιά γουστάρει μεγαλεία, συνέχισε ο δεύτερος, γουστάρει τζάκια και ξηρά τροφή, όχι αποφάγια...
     - Προτού μιλήσεις για το φαγητό μου θα πρέπει να πλένεις το στόμα σου! Ούτε στον ύπνο σου δεν μπορείς να δεις τα σπιτικά φαγητά που τρώω εγώ! Το σπιτικό φαγητό είναι το καλύτερο και μαζί μου η κοπελιά θα καλοπεράσει, πώς, λοιπόν, να μην είμαι εγώ ο εκλεκτός της καρδιάς της;
     - ...και επιπλέον, τα έχεις δει τα μούτρα σου στον καθρέφτη; 
     - Τι έχουν τα μούτρα μου, δηλαδή;
     - Πρώτα-πρώτα, είσαι μαύρος.
     - Βρε, άντε χάσου, παλιορατσιστή!
     - Και, δεύτερον, είσαι και στούμπος. Ενώ εγώ, εκτός από όμορφος είμαι και πρώτο μπόι.
     - Το ύψος δεν είναι το παν...
     - Βρε, την πρόσεξες την κορμοστασιά της; Τι να σε κάνει εσένα, που είσαι σαν μπασμένο; Ένα κεφάλι σου ρίχνει!
     - Ναι, αλλά είμαι τσαχπίνης και αγαπησιάρης!
     - Καλές είναι οι τσαχπινιές, αλλά αν χρειαστεί, πώς θα την προστατέψεις, που είσαι μισή μερίδα;
     - Ε, όχι και μισή μερίδα! Καλέ, κοπελιά, πες εδώ σε αυτούς τους ηλίθιους ότι εμένα προτιμάς!
     - Ναι, δεν σφάξανε!
     - Άμα έρθω από εκεί, θα σου πω εγώ αν σφάξανε ή δεν σφάξανε!
     - Έλα, αν μπορείς!
     - Τώρα δεν μπορώ, αλλά δε θα σε πετύχω κανένα απόγευμα στη βόλτα, θα σε τακτοποιήσω εγώ!
     - Ναι, φοβήθηκα τώρα! Λοιπόν, για να μην παιδεύεσαι, σου λέω από τώρα ότι η μικρή είναι δική μου και ότι σύντομα θα γίνουμε ζευγάρι και θα κάνουμε και πολλά παιδιά. Γι'αυτό, σπάσε και κοίτα να βρεις άλλη.
     - Να βρεις εσύ άλλη!
     - Εγώ δεν χρειάζομαι να βρω άλλη, αφού έχω αυτήν!
     - Αυτή είναι δικιά μου!
     - Νομίζεις!
     - Δε νομίζω, είμαι σίγουρος!
     - Ό,τι και να λέτε εσείς οι δυο, εμένα προτιμάει η κοπελιά.
     - Ναι, σιγά μην προτιμάει εσένα!
     - Πόσο στοίχημα βάζετε;
     - Καλέ, κοπελιά, πες μας τελικά ποιον προτιμάς! Ψιτ, κοπελιά! Ε, κοπελιά!
     Αλλά εκείνη δεν τους έδωσε την παραμικρή σημασία. Συνέχισε να περπατάει αδιάφορα με σταθερό βήμα δίπλα στον κηδεμόνα της, ενώ εκείνοι συνέχιζαν να τσακώνονται για χάρη της. Και όλη η γειτονιά αντηχούσε από τα γαυγίσματα των τριών επίδοξων μνηστήρων.

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Επίσημη πρώτη

 
    Ο κολοβός χαρταετός ήταν πολύ χαρούμενος. Επιτέλους, ο καιρός του είχε κάνει το χατήρι. Έβρεχε συνέχεια και κανένα παιδί δεν είχε πάει να πετάξει αετό. Τι ωραίος που ήταν ο γκρίζος, άδειος από χαρταετούς ουρανός!
     - Τι κρίμα! έλεγαν οι άλλοι χαρταετοί και έκλαιγαν. Μια μέρα μας δίνεται κι εμάς η ευκαιρία να πετάξουμε στον ουρανό, και τώρα θα μείνουμε καθηλωμένοι στη γη...
     - Τι ωραίος καιρός σήμερα! τραγουδούσε ο κολοβός χαρταετός..
     - Τι ωραία που θα ήταν, αν ο καιρός ήταν καλός, έλεγαν οι άλλοι χαρταετοί και σκούπιζαν τα δάκρυά τους...
     - Η καλύτερη Καθαρά Δευτέρα όλων των εποχών! τραγουδούσε ο κολοβός χαρταετός, και το χαμόγελό του έφτανε μέχρι τα αυτιά του.
     - Τι ωραία να μπορούσαμε να πετάξουμε, σαν τα ξαδέρφια μας, τους πραγματικούς αετούς, αυτούς με τα φτερά...
     - Τι ωραία που είναι τα σύννεφα!
     - Και θα κάναμε διαγωνισμό, ποιος θα φτάσει πιο ψηλά...
     - Και θα βλέπουμε την βροχή να πέφτει!
     - Και θα έκανε ζέστη...
     - Και κάνει κρύο!
     - Τι αξίζει η ζωή, αν δεν μπορείς να πετάξεις;
     - Η ζωή είναι πολύ ωραία, αν δεν μπορείς να πετάξεις!
     Ένας ηλικιωμένος χαρταετός, φαφούτης και γεμάτος ρυτίδες, που είχε πετάξει άπειρες φορές στον ουρανό, άκουσε τον κολοβό χαρταετό και πολύ εκνευρίστηκε.
     - Για άκου να σου πω, του είπε, όχι επειδή εσύ δεν μπορείς να πετάξεις, να θέλεις να μην πετάξει κανένας!
     - Φυσικά και μπορώ να πετάξω! είπε θυμωμένος ο κολοβός χαρταετός.
     - Αφού δεν έχεις ουρά!
     - Ναι, αλλά μπορώ να πετάξω, απλώς δε μου αρέσει!
     - Θέλεις να πεις ότι αν είχες ουρά, πάλι δε θα πετούσες;
     - Φυσικά!
     - Δε σε πιστεύω, είπε ο ηλικιωμένος χαρταετός.
     - Δε με νοιάζει αν με πιστεύεις, είπε και ο κολοβός χαρταετός.
     - Τους ξέρω καλά αυτούς τους τύπους, συνέχισε ο ηλικιωμένος χαρταετός. Προσπαθούν να διαφημίζουν τα κουσούρια τους, ενώ στην πραγματικότητα ντρέπονται γι'αυτά.
     - Δεν ξέρεις τι λες! του φώναξε ο κολοβός χαρταετός.
     Αλλά η αλήθεια ήταν ότι ο ηλικιωμένος χαρταετός ήξερε πολύ καλά τι έλεγε. Ναι, η αλήθεια ήταν ότι ο κολοβός χαρταετός ήθελε πολύ να πετάξει, αλλά χωρίς ουρά δεν μπορούσε. Ντρεπόταν πολύ γι'αυτό, αλλά δεν ήθελε να το καταλάβουν οι άλλοι. Έτσι, είχε αποφασίσει να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους ότι το πέταγμα δεν ήταν και κάτι το τόσο σπουδαίο. Γι'αυτό και χαιρόταν με την βροχή, επειδή τώρα που έβρεχε και κανένας χαρταετός δεν πετούσε στον ουρανό, κανένας δεν θα τον κοιτούσε υποτιμητικά, αφού κανείς δεν θα αντιλαμβανόταν την αδυναμία του.
     Έτυχε, όμως, τη συζήτηση των δύο χαρταετών να την ακούσει ένα αγοράκι. Και το αγοράκι αυτό είχε έναν μπαμπά, που ήξερε από χαρταετούς. Πήρε, λοιπόν, τον κολοβό χαρταετό και τον πήγε στον μπαμπά του.
     - Μπορείς να του βάλεις ουρά; ρώτησε.
     - Φυσικά, είπε ο μπαμπάς του, αλλά δε θέλεις να σου αγοράσω έναν χαρταετό με ουρά;
     - Όχι, είπε ο μικρός, θέλω αυτόν τον χαρταετό.
     Και ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του κολοβού χαρταετού.
     Και ο μπαμπάς πήρε περιοδικά και τα έσκισε, και ύστερα τα έδεσε σε ένα σκοινί λίγα-λίγα, και σε λίγο είχε φτιάξει μια πανέμορφη, πολύχρωμη ουρά!
     Ο κολοβός χαρταετός δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε αποκτήσει ουρά και ότι σε τίποτα δεν υστερούσε πια από τους υπόλοιπους χαρταετούς.
     Και τώρα ήταν αυτός που παρακαλούσε να σταματήσει η βροχή για να πετάξει στους ουρανούς. Και ο ουρανός, σαν να άκουσε την επιθυμία του χαρταετού, άρχισε να καθαρίζει. Τα σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται και να φεύγουν, παρέες-παρέες, για να πάνε να παίξουν σε άλλες γειτονιές. Και ύστερα από λίγο φάνηκε και ο ήλιος.
     Όλοι οι χαρταετοί άρχισαν να πανηγυρίζουν. Ήταν μεγάλη η χαρά τους, που αυτό που περίμεναν έναν χρόνο τώρα, θα γινόταν πραγματικότητα. Και χτένιζαν τα μαλλιά τους, και ξεσκόνιζαν τα ρούχα τους, και έλεγχαν τις ουρές τους, για να βεβαιωθούν ότι ήταν έτοιμοι για τη μεγάλη στιγμή.
     Την πιο μεγάλη χαρά απ'όλους, όμως, την είχε ο κολοβός χαρταετός, που πια δεν ήταν κολοβός, αλλά ανυπομονούσε να πετάξει για πρώτη φορά στη ζωή του και είχε και άγχος μήπως δεν τα καταφέρει.
     Δεν υπήρχε, όμως, λόγος να ανησυχεί, αφού ο μικρός με τον μπαμπά του ήταν μάστορες στο πέταγμα. Και ο κολοβός χαρταετός, που πια δεν ήταν κολοβός, άρχισε να πετάει στον ουρανό. Και οι άλλοι χαρταετοί άρχισαν να παίζουν κυνηγητό. Και κανένας δεν τον αποπήρε, όταν τους πλησίασε και εκείνος για να παίξει. Και καθώς ο αέρας του χάιδευε το πρόσωπο, ο χαρταετός αισθάνθηκε πολύ ευτυχισμένος. Και ευχήθηκε να ήταν κάθε μέρα Καθαρά Δευτέρα!
     Και κάπου πιο πέρα στον ουρανό, ο ηλικιωμένος χαρταετός τον κοιτούσε και το φαφούτικό του στόμα χαμογελούσε.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Ιδιοκατοίκηση

 
     - Μαμά, πού έχεις βάλει τα παιχνίδια μου; φώναξε ο μικρός.
     - Στη μεγάλη τη σακούλα, είπε η μαμά του. Δίπλα στη βαλίτσα σου. Μην την ανοίξεις τώρα. Είδα κι έπαθα να τα μαζέψω όλα. Τι τα θες τόσα παιχνίδια, ποτέ μου δεν το κατάλαβα.
     - Γυναίκα, φώναξε ο άντρας της, τα ξυριστικά μου τα πήρες;
     - Ναι, είπε εκείνη και με το ζόρι συγκράτησε μία βρισιά.
     - Τα παπούτσια μου τα καλά τα έβαλες στη βαλίτσα; συνέχισε εκείνος.
     - Και πού ήθελες να τα βάλω;
     - Μα, είχα σκοπό να τα φορέσω σήμερα!
     - Ας την έφτιαχνες τη βαλίτσα μόνος σου τότε! Δεν φτάνει που μάζεψα όλα τα πράγματα μόνη μου, θα ακούω και παράπονα από πάνω;
     - Ας μου έλεγες να την φτιάξω μόνος μου.
     - Ναι, σε ξέρω και από άλλες φορές. Αλλά εγώ φταίω!
     - Να τα, αρχίσαμε πάλι...
     - Ναι, αρχίσαμε, δεν κατάλαβα, δεν μπορούμε να μιλάμε τώρα; Εγώ φταίω, που δεν άκουσα τη μάνα μου...
     - Ναι, ξέρω, που δεν άκουσες τη μάνα σου και παντρεύτηκες εμένα, ενώ σου έκαναν ένα σωρό προξενιά...
     - Γιατί, ψέματα είναι; Τόσοι και τόσοι με ζητήσανε, αλλά εγώ στραβώθηκα και πήρα εσένα. Και μου το'λεγε η μάνα μου: πάρε έναν άντρα να έχει ένα σπίτι δικό του, πού πας με αυτόν τον ξεβράκωτο; Μια ζωή στο ενοίκιο θα ζείτε, θα σας φάνε οι μετακομίσεις...
     - Ώχου, βαρέθηκα να ακούω τα ίδια και τα ίδια... ας την άκουγες τη μάνα σου, εγώ τι φταίω τώρα;
     - Εμ, βέβαια, έπρεπε να την ακούσω, τώρα θα ήμουν νοικοκυρά με δικό μου σπίτι, όχι κάθε τρεις και λίγο να μετακομίζουμε, επειδή εσύ διαλέγεις σπίτια που ύστερα σου τα ζητάνε για ιδιοκατοίκηση...
     - Μαμά, να φορέσω το παλτό μου;
     - Κάνε ό,τι θέλεις, μέχρι και γι'αυτό θα με ρωτάς;
     - Μη φωνάζεις στο παιδί...
     - Δεν μπορώ, ειδικά όσο βλέπω πόσο ίδιος εσύ πάει να γίνει...
     - Ας τον έκανες με άλλον, τότε!
     - Θεέ μου, δώσε μου δύναμη!
     - Όχι, σε εμένα πρέπει να τη δώσει τη δύναμη, που με ψέλνεις από το πρωί ως το βράδυ! Βρε, σου έλειψε το φαγητό; Σου έλειψε η ζεστασιά; Σου έλειψε το σεξ; Το καλύτερο φαγητό δεν τρώμε; Στα καλύτερα σπίτια δεν σε φέρνω;
     - Τι να το κάνω, αφού ύστερα από λίγο καιρό θα πρέπει να τα εγκαταλείψουμε;
     - Θα προτιμούσες να ήταν κακοφτιαγμένα και να μην τα θέλει κανείς; Άσε που αν μέναμε σε δικό μας σπίτι θα μας τσεκούρωνε η εφορία!
     - Ε, δεν είπα να φτιάξεις και μέγαρο! Ένα απλό σπιτάκι ζήτησα. Ας έφτιαχνες κι εσύ ένα δικό σου σπίτι για αλλαγή. Ως πότε θα ζούμε στο ενοίκιο; Κουράστηκα, δεν αντέχω άλλες μετακομίσεις!
     - Και πού ακούστηκε σπουργίτης να φτιάχνει δικό του σπίτι;
     - Και, δηλαδή, τα άλλα πουλιά χαζά είναι που φτιάχνουν δικά τους σπίτια;
     - Ε, δεν είπα αυτό...
     - Ε, τότε;
     - Μα όλοι το ξέρουν ότι τα σπουργίτια δεν ξέρουν τίποτα από οικοδομές, χτίσιμο, σοβάτισμα, τοίχοι, κουφώματα, δεν ξέρουν τι θα πει.
     - Να μάθουν, τότε!
     - Και πώς να μάθουμε, εξυπνοπούλι μου εσύ;
     - Βλέποντας μαθαίνεις.
     - Ναι, αλλά υπάρχουν και τόσα είδη κατοικίας... Τι σχέδιο να αντιγράψουμε, του πελαργού, της καρδερίνας, του χελιδονιού;
     - Όποιο να'ναι, αρκεί το σπίτι να είναι δικό σου!
     - Δε γίνονται αυτά τα πράγματα.
     - Άμα θέλεις, γίνονται.
     - Ναι, καλά...
     - Και, δε μου λες, για να'χουμε καλό ρώτημα, πότε αναμένεται να γυρίσει το χελιδόνι;
     - Σήμερα, αύριο, δεν ξέρω ακριβώς, αλλά όπου να'ναι έρχεται.
     - Τυχερή η χελιδόνα, δυο σπίτια έχει, άλλο το χειμώνα, άλλο το καλοκαίρι!
     - Άρχισες πάλι;
     - Μα να μην πω τον πόνο μου;
     - Καλά, πάμε και συνεχίζεις να μου τον λες στον δρόμο. Άσε τις βαλίτσες, θα τις κουβαλήσω εγώ όλες. Η δικιά μου η γυναίκα δε θέλω να κουβαλάει βαλίτσες. Μικρέ, πάρε τη βαλίτσα σου και τα παιχνίδια σου και έλα! Φεύγουμε!
     Και όλη η οικογένεια Σπουργίτη αποχώρησε από τη χελιδονοφωλιά, σε αναζήτηση άλλης διαθέσιμης κατοικίας, ενώ κάπου μακριά, η οικογένεια Χελιδόνη πακετάριζε κι αυτή τα υπάρχοντά της, με σκοπό να γυρίσει στη θερινή της φωλιά.
     Μεγάλο πράγμα, να έχεις θερινή κατοικία. 
     Ή, τουλάχιστον, αυτό σκεφτόταν η κυρία Σπουργίτη.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Το πηγάδι που τραγουδούσε


     Μια φορά ήταν ένας πλούσιος άρχοντας. Και τόσο πλούσιος ήταν, που οι αποθήκες του αρχοντικού του δεν έφταναν για να φυλάξει τα πλούτη του. Τα ρούχα του τα έφτιαχναν από τα καλύτερα και ακριβότερα υφάσματα, στην κουζίνα του είχε τους καλύτερους μάγειρες, και το αρχοντικό του ήταν τόσο μεγάλο και επιβλητικό, που φαινόταν από πάρα πολύ μακριά.
     Και αν μιλήσουμε για τον κήπο του, τι να πούμε για τον κήπο του! Ήταν τεράστιος και είχε φυτά και δέντρα από όλο τον κόσμο. Ολάνθιστα παρτέρια υπήρχαν διάσπαρτα παντού, μονοπάτια στρωμένα με πέτρες, παγκάκια, κούνιες, σιντριβάνια, απ'όλα είχε εκείνος ο κήπος!
     Αλλά μη νομίζετε ότι επειδή ο άρχοντας είχε πολλά πλούτη ήταν και ευτυχισμένος. Όχι, κάθε άλλο. Όλο προβλήματα είχε και όλο στενοχώριες, και δε χαμογελούσε σχεδόν ποτέ. Και όλο αναστέναζε.
     Μια μέρα πέρασε από εκεί μία γριούλα και χτύπησε την πόρτα του αρχοντικού. Ερχόταν από μακριά, είπε, και δεν είχε πού να περάσει το βράδυ της. Ο άρχοντας δέχτηκε να την φιλοξενήσει, και την περιποιήθηκε τόσο πολύ, που η γριούλα φεύγοντας του έκανε δώρο ένα πηγάδι.
     - Σε ευχαριστώ πολύ, είπε ο άρχοντας, αλλά έχω τόσα πράγματα, τι να το κάνω το πηγάδι;
     - Α, δεν έχεις δίκιο, άρχοντά μου, είπε η γριούλα. Αυτό το πηγάδι δεν είναι σαν τα άλλα.
     - Δηλαδή;
     - Αυτό το πηγάδι τραγουδάει.
     - Πώς τραγουδάει, δηλαδή;
     - Όπως τραγουδάνε όλοι, απάντησε η γριούλα. 
     - Και πού θα μου χρειαστεί; ρώτησε ο άρχοντας.
     - Να, αν για παράδειγμα είσαι στενοχωρημένος, το τραγούδι του πηγαδιού θα σε κάνει να νιώσεις καλύτερα.
     Αυτό άρεσε πολύ στον άρχοντα, που πολύ θα ήθελε να ξεχάσει τις στενοχώριες του. Ευχαρίστησε την γριούλα και διέταξε να τοποθετήσουν το πηγάδι που τραγουδούσε σε μία ήσυχη γωνιά του κήπου του. Όμως, η απογοήτευσή του ήταν μεγάλη, όταν είδε ότι το πηγάδι δεν τραγουδούσε καθόλου. Μάταια τέντωνε τα αυτιά του ο άρχοντας και προσπαθούσε να ακούσει. Το πηγάδι παρέμενε βουβό.
     Στο μεταξύ, το νέο κυκλοφόρησε, ότι ο άρχοντας είχε ένα πηγάδι που τραγουδούσε και που το τραγούδι του έδιωχνε την στενοχώρια, και πολύς κόσμος άρχισε να έρχεται και να χτυπάει την πόρτα του αρχοντικού, θέλοντας να ακούσει το τραγούδι του πηγαδιού και να ξεχάσει τις στενοχώριες του. Όμως και εκείνοι απογοητεύονταν όταν, πλησιάζοντας το πηγάδι και στήνοντας αυτί, δεν άκουγαν τίποτα απολύτως.
     Ο άρχοντας κάλεσε τον καλύτερο γιατρό της χώρας. Ο γιατρός έβαλε τα ακουστικά του, έστησε αυτί, κοίταξε και μέσα στο στόμα του πηγαδιού... τίποτα.
     - Δεν ξέρω τι έχει, άρχοντά μου, είπε. Το εξέτασα και μου φάνηκε μια χαρά.
     Ύστερα ο άρχοντας κάλεσε έναν παπά. Ο παπάς του έριξε αγιασμό, του διάβασε μερικές ευχές, μέχρι που το ξεμάτιασε κιόλας, αλλά το πηγάδι δεν έβγαζε μιλιά!
     - Δεν ξέρω τι έχει, άρχοντά μου, είπε και ο παπάς. Εγώ, μια φορά, έκανα ό,τι μπορούσα.
     Έτσι, ο άρχοντας αποφάσισε ότι το πηγάδι ήταν χαλασμένο, και ότι η γριούλα τον είχε κοροϊδέψει. Αποσύρθηκε στο αρχοντικό του και σιγά-σιγά το ξέχασε τελείως το πηγάδι. Και όλο αναστέναζε.
     Πέρασε αρκετός καιρός από τότε. Η γωνιά του κήπου όπου βρισκόταν το πηγάδι γέμισε αγριόχορτα και αγριολούλουδα και οι κηπουροί δεν πήγαιναν καθόλου εκεί για να κλαδέψουν και να φυτέψουν καινούργια λουλούδια. Τα μονοπάτια του κήπου σκεπάστηκαν με αγριόχορτα και ξερά φύλλα και κανείς δε θυμόταν πια πώς να πάει εκεί.
     Όμως, μια μέρα, ο κήπος αντήχησε από ένα όμορφο τραγούδι, τόσο όμορφο που όλοι σταμάτησαν τη δουλειά τους και στάθηκαν να ακούσουν. Ναι, ήταν αλήθεια: το πηγάδι τραγουδούσε!
     Τα νέα έφτασαν και στα αυτιά του άρχοντα, που έτρεξε κι εκείνος να δει το πηγάδι από κοντά. Οι κηπουροί του καθάρισαν βιαστικά ένα μονοπάτι για να περάσει, και στάθηκαν γύρω από το πηγάδι, απολαμβάνοντας το όμορφο τραγούδι.
     Ο άρχοντας ένιωσε να ξεχνάει όλες του τις στενοχώριες, και κατάλαβε ότι η γριούλα δεν τον είχε κοροϊδέψει. Αλλά μόλις τελείωσε το τραγούδι, το πηγάδι βουβάθηκε και πάλι.
     Ο άρχοντας πλησίασε στο πηγάδι και τέντωσε το αυτί του. Περίμενε αρκετή ώρα, αλλά το πηγάδι δεν είπε λέξη. 
     - Μάλλον θα τραγουδάει όποτε θέλει εκείνο, σκέφτηκε ο άρχοντας και γύρισε να φύγει.
     Αλλά τότε, ανάμεσα από τους ακλάδευτους θάμνους που βρίσκονταν εκεί γύρω, εμφανίστηκε ένας νάνος. Και πριν προλάβει κανείς να πει ο,τιδήποτε, ο νάνος στάθηκε πάνω από το πηγάδι και άρχισε να τραγουδάει. Και όταν ο νάνος άρχισε να τραγουδάει, τότε σιγά-σιγά άρχισε να τραγουδάει και το πηγάδι. Και όσο συνέχιζε να τραγουδάει ο νάνος, τόσο δυνάμωνε το τραγούδι του πηγαδιού.
     Παράξενο του φάνηκε του άρχοντα όλο αυτό, και όταν ο νάνος σταμάτησε το τραγούδι του και έκανε να φύγει, τον σταμάτησε και τον ρώτησε τι μαγικό ήταν αυτό που έκανε στο πηγάδι και το έκανε να τραγουδήσει.
     - Κανένα μαγικό, άρχοντά μου, απάντησε ο νάνος, αλλά θαρρώ ότι θα έπρεπε να το ξέρεις. Στη ζωή παίρνεις ό,τι δίνεις κι αν μόνο περιμένεις να πάρεις, δε θα πάρεις τίποτα.
     Σαν χάνος κοίταζε ο άρχοντας το νάνο, και προσπαθούσε να καταλάβει.
     - Το πηγάδι τραγουδάει ό,τι του τραγουδήσουν, συνέχισε ο νάνος. Εσείς όλοι το μόνο που κάνατε ήταν να περιμένετε να σας τραγουδήσει από μόνο του, κάτι που είναι εντελώς αδύνατο. Σε εμένα το πηγάδι τραγουδάει, επειδή και εγώ του τραγουδάω. Κατάλαβες τώρα;
     Και ο άρχοντας κατάλαβε. Και πλησίασε το πηγάδι, και άρχισε να του τραγουδάει. Και ήταν πολύ μεγάλη η χαρά του, όταν το πηγάδι άρχισε να τραγουδάει και εκείνο. Και καθώς άκουγε το τραγούδι του πηγαδιού, ο άρχοντας άρχισε να ξεχνάει τις στενοχώριες του. Και χαμογέλασε.

ΥΓ: Η φωτογραφία απεικονίζει το έργο "Γάτες στο πηγάδι" του Κωνσταντίνου Γραμματόπουλου, και τραβήχτηκε στην Πινακοθήκη Ν. Χατζηκυριάκου-Γκίκα, στην Αθήνα.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Ο επίμονος κηπουρός


     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό σπιτάκι, ζούσε ένα νεαρό αγόρι. Το αγόρι ήταν ορφανό από γονείς και ζούσε μόνο του. Η μόνη τέχνη που ήξερε ήταν η κηπουρική, που την είχε μάθει από τον πατέρα του, που ήταν κηπουρός. Επιπλέον, είχε και ταλέντο και τα φυτά που φρόντιζε θέριευαν ακόμα και στα πιο άγονα εδάφη.
     Ασκώντας την κηπουρική, λοιπόν, το νεαρό αγόρι κατάφερνε να συντηρείται με αξιοπρέπεια, και να συντηρεί και το σπίτι του, το οποίο, επειδή ήταν παλιό, κληρονομιά από τον παππού του τον κηπουρό, ήθελε συνέχεια επισκευές.
     Το νεαρό αγόρι μεγάλωσε και έγινε ένας νέος άντρας, έφτασε σε ηλικία γάμου, που λένε, οπότε και αποφάσισε να βρει μια καλή κοπέλα να πατρευτεί. Πράγματι, στα καθημερινά του πηγαινέλα είχε δει πολλές κοπέλες, όμορφες και από καλές οικογένειες.
     Διάλεξε, λοιπόν, μία όμορφη κοπέλα, που την έβλεπε τακτικά στο πάρκο να διαβάζει και του είχε κάνει καλή εντύπωση. Την πλησίασε κρατώντας ένα όμορφο μπουκέτο λουλούδια, που είχε φτιάξει ειδικά για εκείνη, και της εξήγησε το λόγο που την είχε πλησιάσει.
     - Τι δουλειά κάνεις; τον ρώτησε.
     - Κηπουρός.
     - Κηπουρόοοοος;
     - Ναι.
     - Και αν σε παντρευτώ, δηλαδή, θα είμαι μια γυναίκα κηπουρού;
     - Ε, ναι.
     - Α, δεν μπορώ, απάντησε. Εγώ θα παντρευτώ ένα βασιλόπουλο. Όλα τα βιβλία το λένε ότι οι κοπέλες παντρεύονται  βασιλόπουλα. Θα έρθει επάνω σε ένα άσπρο άλογο και θα με πάρει. Και θα με κάνει βασίλισσα. Εσύ, άλογο έχεις;
     - Όχι, είπε ο νεαρός κηπουρός.
     - Ε, τότε, λυπάμαι, αλλά θα πρέπει να βρεις άλλη να σε παντρευτεί. Αλλά πολύ φοβάμαι ότι δεν θα βρεις καμία διαθέσιμη.
     Και η κοπέλα γύρισε στο διάβασμά της, που το είχε αφήσει σε κρίσιμο σημείο.
     Ο κηπουρός έμεινε με τα λουλούδια στο χέρι, αλλά δεν του έκανε καρδιά να τα πετάξει, έτσι γύρισε στο σπίτι του και τα φύτεψε στον κήπο του.
     - Ήταν πρώτη φορά και δεν ήξερα, σκέφτηκε. Την επόμενη φορά θα είμαι πιο προσεκτικός και θα διαλέξω καλύτερα.
     Η επόμενη κοπέλα που πλησίασε ήταν από πολύ καλή οικογένεια, και την είχε ακούσει πολλές φορές να παίζει πιάνο και να τραγουδάει, καθώς περνούσε έξω από το ανοιχτό της παράθυρο. Είχε πολύ όμορφη φωνή και ο κηπουρός φαντάστηκε πόσο ωραία θα ήταν η ζωή του, όταν θα γύριζε κουρασμένος στο σπίτι του και θα άκουγε αυτήν τη θεσπέσια φωνή.
     Έφτιαξε ένα όμορφο μπουκέτο λουλούδια και την πλησίασε. Εκείνη, αντί να κοιτάξει τα λουλούδια, κοίταξε τα χέρια του.
     - Τα νύχια σου είναι λερωμένα, του είπε.
     - Λερώθηκαν την ώρα που έφτιαχνα το μπουκέτο, της απάντησε.
     - Ναι, δε λέω, ωραίο είναι το μπουκέτο, αλλά... καλέ τι χοντρά δάχτυλα είναι αυτά που έχεις!
     - Δεν το είχα προσέξει ποτέ...
     - Και πώς θα παίζεις μουσική με αυτά τα δάχτυλα;
     - Μα, δεν παίζω μουσική...
     - Δεν παίζεις μουσικήηηηηη; Πώς είναι αυτό δυνατόν;
     - Ε, να, δεν έμαθα ποτέ.
     - Ποτέ; Α, εγώ χωρίς μουσική θα πέθαινα. Και, δηλαδή, άμα παντρευτούμε, δε θα μου παίζεις πιάνο να διασκεδάζω;
     - Αρκεί που θα παίζεις εσύ.
     - Α, όχι, δε μου αρέσει, ο άντρας που θα πάρω εγώ θα είναι οπωσδήποτε μουσικός! Και τα νύχια του θα είναι πάντα καθαρά και λιμαρισμένα!
     Όπως καταλάβατε, και αυτή η απόπειρα του κηπουρού να βρει νύφη απέτυχε, και ο δόλιος βρέθηκε πάλι με την ανθοδέσμη στο χέρι. Και επειδή λυπόταν να τα πετάξει τα λουλούδια, τα φύτεψε στον κήπο του, δίπλα στα προηγούμενα.
     Η τρίτη νύφη που διάλεξε ο κηπουρός ήταν κόρη ενός πλούσιου εμπόρου.
     - Ελπίζω να βγάζεις αρκετά λεφτά, του είπε. Χωρίς λεφτά δεν μπορείς να κάνεις τίποτα στη ζωή.
     - Βγάζω όσα μου χρειάζονται για να ζω.
     - Και τι σημαίνει αυτό;
     - Ότι δεν χρειάζομαι παραπάνω.
     - Μη λες βλακείες, όλοι χρειάζονται παραπάνω λεφτά. Αλλά, ας υποθέσουμε ότι φτάνουν για εσένα. Για εμένα, φτάνουν; Βγάζεις αρκετά για να μου αγοράζεις φουστάνια και κορδέλες, και παπούτσια;
     - Χρειάζεσαι πολλά φουστάνια και κορδέλες και παπούτσια;
     - Αρκετά. Δεν μπορώ να πηγαίνω στην αγορά φορώντας κουρέλια...
     - Θα δουλέψω παραπάνω και θα βγάλω όσα χρειάζεται.
     - Ούτε στην εκκλησία μπορώ να πηγαίνω με τα καθημερινά μου ρούχα.
     - Θα σου πάρω και ρούχα για την εκκλησία.
     - Και έπιπλα θα πρέπει να μου πάρεις. Πώς θα δέχομαι επισκέψεις;
     Ο κηπουρός άρχισε να σκέφτεται μήπως δεν κατάφερνε να βγάλει όσα χρήματα χρειαζόταν.
     - Και, βέβαια, θα χρειαστούμε και ένα αμάξι, έστω με ένα άλογο. Δεν μπορώ εγώ, κόρη μεγαλεμπόρου, να μετακινούμαι με τα πόδια, και να πατάω με τα καλά μου τα παπούτσια στις λάσπες και στα νερά του δρόμου...
     Και έτσι ναυάγησε και η τρίτη προσπάθεια του κηπουρού να βρει νύφη. Και άλλη μία ανθοδέσμη κατέληξε στον κήπο του, δίπλα στις δύο προηγούμενες.
     Αλλά ο κηπουρός δεν το έβαλε καθόλου κάτω, και συνέχισε να αναζητά την κοπέλα που θα τον παντρευόταν. Και πότε προσέγγιζε την ίδια την κοπέλα, πότε προσέγγιζε την οικογένειά της, αλλά η απάντηση ήταν πάντα αρνητική. Και σιγά-σιγά, ο κήπος του γέμισε φυτεμένες ανθοδέσμες, οι οποίες όμως έβγαζαν ρίζες μέσα στον κήπο, και μεγάλωναν και θέριευαν.
     Μια μέρα περνούσε από εκεί μία πριγκήπισσα με τη συνοδεία της. Η πριγκήπισσα ήταν πολύ όμορφη και πολύ μελαγχολική, μόλις όμως είδε τον πανέμορφο κήπο του κηπουρού, το πρόσωπό της φωτίστηκε.
     - Ποιος έχει φτιάξει αυτόν τον τόσο όμορφο κήπο; ρώτησε.
     - Εγώ, πριγκήπισσά μου, απάντησε ο κηπουρός, που είχε ακούσει την άμαξα και είχε βγει να δει ποιος είναι.
     - Αν μου δώσεις το πιο όμορφο λουλούδι του κήπου σου, θα σε γεμίσω χρυσάφι, είπε η πριγκήπισσα.
     - Τι να το κάνω το χρυσάφι, απάντησε ο κηπουρός, αφού θα μου έχεις πάρει το ομορφότερο λουλούδι του κήπου μου;
     - Δηλαδή, δε θέλεις να μου το δώσεις;
     - Άμα θέλεις, να σου το χαρίσω.
     - Δεν καταλαβαίνω, είπε η πριγκήπισσα, μου το χαρίζεις και δε θέλεις αντάλλαγμα;
     - Τα όμορφα πράγματα ανταλλάσσονται με όμορφα πράγματα, απάντησε ο κηπουρός, και το χρυσάφι που μου δίνεις για αντάλλαγμα, για εμένα δεν έχει την παραμικρή ομορφιά.
     - Και τι άλλο θα μπορούσα να σου δώσω, για να μη ζημιωθείς;
     - Αν θέλεις να μου δώσεις αντάλλαγμα για το πιο όμορφο λουλούδι του κήπου μου, τότε να μου δώσεις το χέρι σου και να παντρευτούμε, επειδή δεν βλέπω κάτι άλλο πιο όμορφο από εσένα, πριγκήπισσά μου.
     Και η πριγκήπισσα κολακεύτηκε πολύ από τα λόγια του κηπουρού, και καθώς είχε βαρεθεί τις προτάσεις γάμου από βασιλόπουλα με άμαξες και άσπρα άλογα, που μιλούσαν μόνο για δράκους και σπαθιά και μάχες, δέχτηκε την πρόταση γάμου του κηπουρού. Και όχι μόνο αυτό, αλλά άφησε το παλάτι και έμεινε μαζί του, στο μικρό σπιτάκι. Και ο κηπουρός τής έμαθε πώς να περιποιείται τον κήπο, και κάθε πρωί η πριγκήπισσα ξυπνούσε νωρίς για να ποτίσει, και περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας της εκεί, ανάμεσα στις φυτεμένες ανθοδέσμες. 
     Και από όποια πλευρά κι αν κοιτούσες τον κήπο, το ομορφότερο λουλούδι ήταν εκείνη.