Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

Χίλια κι ένα βάσανα


     - Αχ! φώναξε ο Αχμέτ, πονάω!
     - Μην κουνιέσαι, παιδί μου, είπε η Γιασμίν, κάτσε λίγο ήσυχα, αλλιώς δε θα τυλίξω σωστά τον επίδεσμο και θα σου πέσει.
     - Μη, τσούζει! φώναξε ξανά ο Αχμέτ.
     - Μην κλωτσάς, θα με χτυπήσεις, είπε η Αϊσέ, που του καθάριζε το τραύμα στο γόνατο με ρακί.
     - Τσούζει, σου λέω!
     - Έτσι πρέπει, είπε η Γιασμίν, πώς αλλιώς θα καθαρίσει η πληγή;
     - Ας μην έκανες βλακείες, να μην χτυπούσες, είπε και η Αϊσέ.
     - Η αδερφή σου έχει δίκιο, είπε η Γιασμίν. Δεν σας έχουμε πει να μην παίρνετε το ιπτάμενο χαλί του πατέρα σας; Γιατί πρέπει, εσύ ειδικά, να κάνεις πάντα του κεφαλιού σου;
     - Μια βόλτα ήθελα να κάνω!
     - Ας πήγαινες με τα πόδια. Και, για να'χουμε καλό ρώτημα, τι δουλειά είχες στην άλλη άκρη της πόλης;
     - Τυχαία πήγα.
     - Σίγουρα; είπε η Γιασμίν. Για κοίταξέ με στα μάτια.
     - Ώχου, καλέ μαμά! Τι πράγματα είναι αυτά; Δεν είμαι μωρό!
     - Ακριβώς, δεν είσαι μωρό, είσαι κοτζάμ άντρας. Και σαν κοτζάμ άντρα σε ρωτάω: είσαι σίγουρος ότι πήγες τυχαία στην άλλη άκρη της πόλης, επάνω στο ιπτάμενο χαλί του πατέρα σου, που δεν έπρεπε να το έχεις πάρει εξαρχής;
     - Τυχαία, ναι!
     - Ορκίσου μου.
     - Ορκίζομαι στη Μέκκα.
     - Από την άλλη μεριά είναι η Μέκκα.
     - Μπερδεύτηκα από τη ζαλάδα. 
     - Βρε, δεν ντρέπεσαι να λες ψέματα στην ίδια σου τη μάνα, και να είσαι και έτοιμος να ορκιστείς από πάνω;
     Τα μάτια του Αχμέτ καρφώθηκαν στο μπανταρισμένο του γόνατο.
     - Και, δηλαδή, θέλεις να μου πεις ότι δεν πήρες το χαλί για να κάνεις επίδειξη στη Λεϊλά;
     - Ποια Λεϊλά; είπε ο Αχμέτ και έσκυψε ακόμα περισσότερο, για να μη φανεί ότι είχε αρχίσει να κοκκινίζει.
     - Μην κάνεις τον ανήξερο! Για τη Λεϊλά λέω, τη μικρή κόρη του Καλίλ, του γανωματή. Σε είδαν να ξεροσταλιάζεις κάτω από το παράθυρό της, ουκ ολίγες φορές, σαν το λύκο που μοιρολογάει το φεγγάρι!
     - Ναι, καλά... Και πώς κατάλαβαν ότι ήμουν εγώ, μέσα στα σκοτάδια;
     - Α, ώστε το ομολογείς!
     - Δεν ομολογώ τίποτα!
     - Μόλις τώρα ομολόγησες. Εγώ δεν είπα τι ώρα σε είδαν κάτω από το παράθυρό της, εσύ μίλησες για σκοτάδια!
     Ο Αχμέτ δαγκώθηκε.
     - Για κοτζάμ άντρα, μια χαρά σε ψάρεψε η μαμά, είπε η Αϊσέ, κρυφογελώντας.
     - Νόμιζες ότι δε θα το μάθουμε; Όλα τα ξέρουμε, και εγώ, και ο πατέρας σου!
     - Εμ, βέβαια, σας τα πρόλαβε το τζίνι!
     - Δεν χρειαζόμαστε το τζίνι για να μαθαίνουμε τι γίνεται στο σπίτι μας. Κι αν θέλεις να ξέρεις, από τους εμπόρους στην αγορά το έμαθε ο πατέρας σου.
     - Και από πότε άρχισε ο πατέρας μου να δίνει σημασία στα κουτσομπολιά των εμπόρων;
     - Του το είπε και ο ιμάμης στο τζαμί, και ο ιμάμης κουτσομπόλης είναι; Ορίστε, έτοιμος!
     - Φτου, σκόρδα! είπε η Αϊσέ και χασκογέλασε. Σαν γαμπρός με λευκό σαρίκι είσαι!
     - Θα σταματήσεις; είπε ο Αχμέτ. Δεν φέρνετε, λέω εγώ, το τζίνι να με γιατρέψει, που με ταλαιπωρείτε τόση ώρα με τα γιατροσόφια σας;
     - Ξέρεις πολύ καλά ότι το λυχνάρι δεν επιτρέπεται να το αγγίξει κανείς, είπε η Γιασμίν, άσε που ο πατέρας σου το κουβαλάει πάντα μαζί του. Εξάλλου, δεν χρειαζόμαστε βοήθεια, μια χαρά τα καταφέρνουμε μόνες μας.
     Ήχοι από ομιλίες ακούστηκαν από το βάθος του σαραγιού.
     - Γυναίκα, γύρισα! ακούστηκε η φωνή του Αλαντίν. Πού είσαι;
     - Εδώ είμαι, φώναξε η Γιασμίν, στο πίσω δωμάτιο, μαζί με τον κανακάρη μας.
     - Τι έκανε πάλι; είπε ο Αλαντίν και εμφανίστηκε στην είσοδο του δωματίου.
     Ο Αχμέτ κοιτούσε το πάτωμα. Η Αϊσέ μάζεψε τα σύνεργά της και βγήκε από το δωμάτιο, αφού προηγουμένως φίλησε σεβαστικά το χέρι του πατέρα της.
     - Πώς έγινες έτσι; ρώτησε ο Αλαντίν το γιο του. Με ποιον πάλευες πάλι;
     - Δεν πάλευα, είπε ο Αχμέτ.
     - Ε, τότε;
     - Δεν πάει το μυαλό σου; μπήκε στη μέση η Γιασμίν.
     - Τι εννοείς;
     - Πόσες φορές σου έχω πει να το κλειδώνεις το χαλί;
     - Μη μου πεις ότι πήρες το ιπτάμενο χαλί μου! είπε ο Αλαντίν στον Αχμέτ, ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του. Πόσες φορές σας έχω πει ότι δεν μπορείτε να το παίρνετε χωρίς την άδειά μου;
     - Μια βόλτα πήγα να κάνω...
     - Σιωπή, που θα αντιμιλήσεις κιόλας!
     - Και πού να ακούσεις και το άλλο, συνέχισε η Γιασμίν.
     - Ποιο άλλο;
     - Ξέρεις πού τον μαζέψανε τον κανακάρη μας; Στην άλλη άκρη της πόλης!
     - Μη μου πεις ότι είχε πάει πάλι να δει την κόρη του γανωματή!
    - Τι με κοιτάς έτσι, δεν τον έστειλα εγώ!
     - Δεν μπορούσες να έχεις λίγο το νου σου;
     - Να σου θυμίσω ότι έχουμε εννιά παιδιά, και τα  τέσσερα είναι ήδη στην εφηβεία, ποιο να πρωτοπροσέξω;
     - Έχεις κι εσύ τα δίκια σου...
     - Να μην τα έχω; Για να μη μιλήσω για τα δέκα διαφορετικά φαγητά που φτιάχνω καθημερινά, για να ικανοποιήσω τα γούστα όλων εδώ μέσα!
     - Εγώ τρώω τα πάντα.
     - Ναι, αλλά τα παιδιά σου όχι. Ο Χαλίμ δεν τρώει κοτόπουλο, ο Μαχμούτ δεν τρώει μελιτζάνες, η Τζαμίλα τρώει μόνο ρύζι, χυλοπίτες και δαμάσκηνα, ο Χαφέζ ούτε να ακούσει για αγκινάρες, ο Σαμίρ σιχαίνεται τις μπάμιες, η Αϊσέ δεν τρώει σούπες, ο Αχμέτ τρώει μόνο κρέας και ιδιαίτερα κυνήγι, η Ναζίρα δεν τρώει πράσινα λαχανικά και ο Ρασίντ δεν τρώει χρωματιστά...
     - Κακώς μαγειρεύεις ξεχωριστό φαγητό για τον καθένα, είπε ο Αλαντίν, τι καμώματα είναι αυτά; Εγώ, όταν ήμουν μικρός δεν είχα την πολυτέλεια να επιλέγω.
     - Εσύ μεγάλωσες στην φτώχεια και δεν είχες επιλογές, πετάχτηκε ο Αχμέτ, εμείς γιατί θα πρέπει να περιοριστούμε, αφού έχουμε το τζίνι και μας τα παρέχει όλα;
     - Εσύ, κύριε, τι ζωή νομίζεις ότι σε περιμένει δίπλα στην κόρη του γανωματή; Νομίζεις ότι στο σπίτι της τρώνε κάθε μέρα κρέας; Με χόρτα του βουνού θα την βγάζεις, καψερέ! Θα βαρεθείς να κάνεις οικονομία! Ή νομίζεις ότι θα σας συντηρούμε εμείς; Για μαζέψου, αλλιώς θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα! Και άλλη φορά το ιπτάμενο χαλί δεν το ξαναπαίρνεις!
     - Ώχου, πια, σιγά το όχημα! Θα πηγαίνω όπου θέλω με τα πόδια!
     - Να πηγαίνεις με τα πόδια, να δούμε πόσο θα αντέξεις να πηγαινοέρχεσαι μέχρι την άκρη της πόλης, για να κάνεις καντάδες στην κόρη του γανωματή!
     - Δεν είναι ντροπή που ο πατέρας της είναι γανωματής. Κι ο δικός σου ο πατέρας ράφτης ήτανε.
     - Βρε, σου λέω, δεν κάνει αυτή για εσένα!
     - Ναι, αγόρι μου, πήρε το λόγο η Γιασμίν, δεν ταιριάζετε, θα το δεις και μόνος σου, μόλις σου περάσει ο ενθουσιασμός που νιώθεις τώρα...
     - Κάνεις λάθος, ταιριάζουμε και παραταιριάζουμε!
     - Μα, είσαι μικρός ακόμα για παντρειά.
     - Ε, όχι και μικρός, εσύ δεν έλεγες πριν ότι είμαι κοτζάμ άντρας;
     - Κοτζάμ άντρας, ναι, αλλά όχι για παντρειά.
     - Αλήθεια; Δηλαδή, πόσο ήταν ο μπαμπάς όταν σε παντρεύτηκε;
     - Μη συγκρίνεις τον εαυτό σου με εμένα, νεαρέ! είπε ο Αλαντίν. Εγώ ήμουν ένας μυαλωμένος νέος, δεν είχα το μυαλό μου πάνω από το κεφάλι μου!
     - Ναι, σιγά, απλώς εσύ είχες ένα μαγικό λυχνάρι και σου έκανε όλα τα χατήρια! Ας είχα κι εγώ ένα μαγικό λυχνάρι και θα έβλεπες!
     - Κατέβασε λίγο τον τόνο σου, παιδί μου, είπε η Γιασμίν, που είδε ότι το πρόσωπο του Αλαντίν είχε αρχίσει να κοκκινίζει επικίνδυνα.
     - Δεν ντρέπεσαι, κοτζάμ μαντράχαλος να μη σέβεσαι τον πατέρα σου; είπε ο Αλαντίν. Χάσου από τα μάτια μου, να μη σε βλέπω, που θέλεις και μαγικό λυχνάρι, τρομάρα σου!
     - Εννοείται πως θα φύγω, είπε ο Αχμέτ και σηκώθηκε, σιγά μην κάτσω εδώ να ακούω να με προσβάλλετε!
     Ο Αχμέτ έφυγε βιαστικά και ο Αλαντίν έμεινε μόνος του με τη Γιασμίν.
     - Αμ, θα σου τον κόψω εγώ το βήχα, μικρέ, είπε ο Αλαντίν. Θα σε στείλω να δουλέψεις στον Μασούντ τον κουτσό, να φτιάχνεις τεντζερέδες όλη μέρα, και τότε θα δεις πόσα απίδια βάζει ο σάκος! Αλλά εσύ φταις! απευθύνθηκε στη Γιασμίν. 
     - Εγώ θα την πληρώσω τώρα;
     - Τον έχεις παραχαϊδέψει, γι'αυτό και η γλώσσα του είναι μακρύτερη από το ζωνάρι που φοράει. Εγώ ποτέ δεν αντιμιλούσα στους μεγαλύτερους.
     - Βέβαια, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, η αλήθεια είναι ότι κι εμείς στην ηλικία του παντρευτήκαμε.
     - Και τι θα πει αυτό; Πρέπει να μιλάει με αυτόν τον τρόπο;
     - Όχι, εννοείται πως όχι, απλώς θέλω να πω ότι ίσως δεν έχει άδικο που θέλει να παντρευτεί...
     - Μα με την κόρη του Καλίλ, βρε γυναίκα; Θέλεις να συμπεθερέψουμε με αυτό το σόι;
     - Εγώ δεν κοίταξα το σόι σου όταν σε παντρεύτηκα...
     - Ούτε η Λεϊλά θα το κοιτάξει το σόι του Αχμέτ.
     - Ναι, αλλά να σου θυμίσω ότι εγώ ήμουν μια πριγκήπισσα.
     - Δηλαδή, κακόπεσες μαζί μου;
     - Όχι, αλλά...
     - Εννιά παιδιά σου έκανα, και αν δώσει ο Αλλάχ θα σου κάνω άλλα εννιά. Σου έφτιαξα το πιο όμορφο σαράι σε όλη την οικουμένη. Σε στόλισα με τα μεγαλύτερα και ακριβότερα πετράδια του κόσμου. Σε έντυσα με τα ακριβότερα και πολυτελέστερα υφάσματα. Τι άλλο θέλεις;
     - Δεν με κατάλαβες, θέλω να πω ότι παρ'όλο που ήμουν πριγκήπισσα και κανονικά έπρεπε να παντρευτώ πρίγκηπα, εγώ παντρεύτηκα εσένα που είσαι από ταπεινότερη γενιά και έχω μία υπέροχη ζωή. Έτσι μπορεί και ο Αχμέτ να παντρευτεί τη Λεϊλά, που είναι από ταπεινή οικογένεια, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν θα ευτυχήσει μαζί της...
     - Πώς, βρε γυναίκα; Χωρίς αυτά στα οποία είναι μαθημένος; Χωρίς λεφτά; Χωρίς σαράι; Χωρίς όμορφα ρούχα; Χωρίς πλουσιοπάροχα γεύματα καθημερινά;
     - Ε, δε θα τον αφήσουμε έτσι...
     - Τι εννοείς; Να τους συντηρούμε εμείς;
     - Εδώ που τα λέμε, δε θα κουραστούμε ιδιαίτερα. Αρκεί να αγγαρεύουμε το τζίνι πού και πού.
     - Δεν μπορώ να ενοχλώ το τζίνι και για τον Αχμέτ, άσε μην το πιάσει το στριμμένο του και μας σκάσει καμιά απεργία στα καλά καθούμενα...
     - Απεργία; Γίνεται αυτό;
     - Ιδέα δεν έχω. Αλλά με αυτούς που έχει μπλέξει, ποτέ δεν ξέρεις...
     - Κι εσένα τι σε έπιασε να του το επιτρέψεις;
     - Έλα μου ντε! "Αφέντη", μου λέει μια μέρα "είμαι πιστός σου υπηρέτης όλα αυτά τα χρόνια χωρίς να σου έχω ζητήσει τίποτα, ήρθε όμως η ώρα να σου ζητήσω κι εγώ μια χάρη". Με έριξε στο φιλότιμο. "Τι χάρη;", τον ρωτάω. "Άσε με να γραφτώ στο σωματείο", μου είπε. Ε, δε φαντάστηκα ότι θα ήταν κάτι τόσο τρομερό και του το επέτρεψα. Φαντάστηκα ότι σωματείο ήταν ένα μέρος που πας μία στο τόσο με τους φίλους σου, και πίνετε ρακί, παίζετε σκάκι και καπνίζετε και κανέναν ναργιλέ. Πού να φανταστώ ότι στο σωματείο θα του φούσκωναν τα μυαλά και θα ζητούσε οκτάωρα και άδειες;
     - Άντε να το μαζέψεις τώρα!
     - Και όσο θυμάμαι τι καλόβολο, τι σεβαστικό που ήταν... Να τον ακούσεις τώρα πώς αυθαδιάζει: σαν τον Αχμέτ και χειρότερα!
     - Πού είναι τώρα; Θα χρειαστεί να αλλάξω διακόσμηση στη μεγάλη σάλα.
     - Δεν ξέρω, πάντως στο λυχνάρι δεν είναι. Μια ώρα το έτριβα το πρωί, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση.
     - Λες να μας εγκατέλειψε;
     - Όλα τα περιμένω πλέον.
     - Λες να βρει άλλο αφέντη;
     - Αυτό να μην το λες ούτε για αστείο. Δεν φτάνει που με απειλεί ότι θα μαζέψει τα μπογαλάκια του και θα φύγει...
     - Μπορεί να το κάνει αυτό;
     - Φαίνεται ότι μπορεί, ξέρω εγώ; Οι φίλοι του οι συνδικαλιστές του είπαν ότι κάθε μέλος του σωματείου έχει το δικαίωμα της επιλογής αφέντη, αλλά και το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης.
     - Κι αν μας αφήσει, τι θα κάνουμε; Πώς θα πορευτούμε;
     - Μάλλον θα πουλήσουμε μερικά από τα πετράδια που έχουμε και θα ζήσουμε, μην ανησυχείς.
     - Θα είναι δύσκολα τα πράγματα, πάντως.
     - Θα είναι, αλλά δες και το καλό της υπόθεσης: θα γλιτώσουμε τα συμπεθεριάσματα με τον Καλίλ. Σιγά μη θέλει να συμπεθερέψει με έναν φτωχό, ξεπεσμένο Αλαντίν και να δώσει την κόρη του στον ακαμάτη τον Αχμέτ.
     - Θα του στοιχίσει πολύ του παιδιού.
     - Ας του στοιχίσει, θα το ξεπεράσει. Άσε που θα μάθει, επιτέλους, να τρώει και τα πάντα, αυτό πού το βάζεις;
     - Σωστό κι αυτό, είπε η Γιασμίν.
     - Ένα πρόβλημα μείον, είπε και ο Αλαντίν.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2022

Για καλό σκοπό



     - Πώς λέγεστε; ρώτησε ο ένας από τους τρεις κριτές, αυτός με τη φαλάκρα και το παχύ μουστάκι.
     - Κρουστάλλω Καρακαηδόνα, απάντησε η διαγωνιζόμενη.
     - Πώς είπατε;
     - Κρουστάλλω Καρακαηδόνα, επανέλαβε.
     - Δύσκολο όνομα για κάποιον που θέλει να ασχοληθεί με το τραγούδι, σχολίασε ο κριτής. Καταλαβαίνετε ότι μάλλον θα χρειαστεί να το αλλάξετε, αν ονειρεύεστε να κάνετε καριέρα. 
     - Λέτε;
     - Ε, δεν είναι πολύ εύηχο...
     - Δεν έβηξα.
     - Ποιος μίλησε για βήχα;
     - Δε με ρωτήσατε αν βήχω;
     - Όχι, δεν καταλάβατε, εύηχο είπα, όχι βήχω, κανείς δε μίλησε για βήχα...
     - Με μπερδέψατε λίγο, δεν είμαι και τόσο καλή στις ξένες γλώσσες.
     - Ωχ! είπε χαμηλόφωνα ο κριτής με το βαμμένο πορτοκαλί μαλλί.
     - Θα μπορούσε να το κάνει Κρύσταλ, παρενέβη η κριτής με τα μωβ ρούχα και τα ασορτί μωβ γυαλιά.
     - Να αλλάξω το όνομά μου, εννοείτε; ρώτησε η διαγωνιζόμενη. 
     - Μάλλον.
     - Και πώς να το κάνω, είπατε;
     - Κρύσταλ.
     - Κρύσταλ Καρακαηδόνα; Τι να πω; Αν πρέπει, θα το αλλάξω.
     - Το Καρακαηδόνα σκέφτεστε να το κρατήσετε; ρώτησε ο πρώτος κριτής.
     - Τι; Να το αλλάξω κι αυτό; Και πώς θα ξέρουν όλοι ότι είμαι του Καρακαηδόνα η κόρη;
     - Τέλος πάντων, παρενέβη ο κριτής με το πορτοκαλί μαλλί, ας αφήσουμε προς το παρόν τα ονόματά σας και ας επικεντρωθούμε στο θέμα μας. Γιατί βρίσκεστε εδώ;
     - Μα, για να κερδίσω, φυσικά!
     - Έτσι λένε οι περισσότεροι, μουρμούρισε η κριτής με τα μωβ.
     - Τι θα μας τραγουδήσετε; ρώτησε ξεροβήχοντας ο φαλακρός κριτής με το παχύ μουστάκι.
     - Θα σας τραγουδήσω την άρια της βασίλισσας της νύχτας, από το Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ.
     - Α, κλασσικό τραγούδι!
     - Ε, εντάξει, θα προτιμούσα κάτι πιο κλασσικό, για να είμαι ειλικρινής...
     - Όπως;
     - Βασικά, το "Υπάρχω" ήθελα να τραγουδήσω. 
     - Σε ποιο "Υπάρχω" αναφέρεστε; Δε θυμάμαι κλασσικό κομμάτι με αυτόν τον τίτλο...
     - Μα, τι λέτε; Δεν ξέρετε το "Υπάρχω" του Καζαντζίδη;
     - Του Καζαντζίδη;
     - Φυσικά! Υπάρχει κάποιος κλασσικότερος του Καζαντζίδη;
     - Α, τώρα μάλιστα, μουρμούρισε ο κριτής με το πορτοκαλί μαλλί. Τα πιάσαμε τα λεφτά μας!
     - Θα ζητήσω βαρέα και ανθυγιεινά, είπε και η κριτής με τα μωβ.
     - Και γιατί τελικά δεν επιλέξατε το "Υπάρχω"; ρώτησε ο φαλακρός κριτής. Μήπως δεν ταιριάζει στη φωνή σας;
     - Όχι, καλέ, μια χαρά ταιριάζει! Αλλά η κολλητή μου επέμενε ότι η άρια της βασίλισσας της νύχτας είναι πιο εντυπωσιακή και δεν ήθελα να της χαλάσω το χατήρι.
     - Α, ώστε έτσι...
     - Έτσι. 
     - Και, δηλαδή, έχετε σπουδάσει κλασσικό τραγούδι; ρώτησε ο κριτής με το πορτοκαλί μαλλί.
     - Τι εννοείτε; 
     - Έχετε κάνει μαθήματα σε ωδείο, για παράδειγμα;
     - Όχι, αλλά έχω κάνει στο σχολείο.
     - Α, πήγατε σε μουσικό σχολείο!
     - Όχι, καλέ, στο σχολείο της γειτονιάς μου πήγα!
     - Και τότε πώς κάνατε τα μαθήματα στο σχολείο;
     - Με το δάσκαλο, πώς αλλιώς;
     - Δε θα συνεννοηθούμε, μου φαίνεται, μουρμούρισε ο φαλακρός κριτής.
     - Άσ'την να τραγουδήσει, να τελειώνουμε, του είπε χαμηλόφωνα η κριτής με τα μωβ.
     - Μα δεν ακούς; είπε λίγο δυνατότερα ο φαλακρός κριτής.
     - Πώς, πώς, σας ακούω, είπε η διαγωνιζόμενη.
     - Α, καλά! είπε η κριτής με τα μωβ.
     - Ε, δηλαδή, ναι, δε με καταλάβατε..., είπε ο φαλακρός κριτής. Μπορείτε να τραγουδήσετε, εννοώ.
     - Φυσικά και μπορώ, γι'αυτό ήρθα εξάλλου!
     - Α, δε θα τελειώσουμε σήμερα, είπε ο κριτής με το πορτοκαλί μαλλί. Δεσποινίς Καρακαηδόνα...
     - Μπορείτε να με φωνάζετε και Κρύσταλ Καρακαηδόνα, δε με πειράζει καθόλου, θα το συνηθίσω...
     - ...Είστε σίγουρη ότι έχετε έρθει στο σωστό μέρος;
     - Το X-factor δεν είναι εδώ;
     - Ναι, αλλά μήπως θα σας ταίριαζε καλύτερα κάτι άλλο; Όχι, τίποτ'άλλο, για να αποφύγουμε τυχόν τραυματισμούς...
     - Ποιους τραυματισμούς; Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε.
     - Ακουστικούς, ψυχικούς... 
     - Ο συνάδελφος αστειεύεται, είπε η κριτής με τα μωβ. Αλλά, κατά σύμπτωση, το στούντιο του Master-chef είναι εδώ παραδίπλα...
     - Αυτό με τους μάγειρες λέτε; Α, μα εμένα δε μου αρέσει το μαγείρεμα! Αφήστε που θα μπορούσα να κοπώ με κανένα μαχαίρι...
     - Υπάρχει και το Shopping star. Αυτό είναι ακριβώς δίπλα.
     - Καλό είναι το shopping star, δε λέω, το παρακολουθώ, αλλά το έπαθλο είναι μικρό, σιγά τη βοήθεια, τι να τα κάνω τα χίλια ευρώ; Δεν φτάνουν ούτε για ζήτω!
     - Ώστε χρειάζεστε μεγάλο ποσό...
     - Φυσικά, πώς αλλιώς θα παντρευτώ;
     - Έχετε σκοπό να παντρευτείτε;
     - Αμ'τι, στο ράφι θα μείνω;
     - Δηλαδή, θέλετε να κερδίσετε, για να πάρετε τα λεφτά και να παντρευτείτε;
     - Ναι.
     - Δε θέλετε να κάνετε καριέρα;
     - Τι να την κάνω την καριέρα όταν έχω άντρα;
     - Πολύ περίεργη συλλογιστική.
     - Όχι, δεν τα έχω με λογιστή.
     - Ποιον λογιστή;
     - Δε με ρωτήσατε αν τα έχω με λογιστή;
     - Όχι βέβαια! Συλλογιστική είπα, όχι λογιστή.
     - Σας είπα ότι δεν το έχω με τις ξένες γλώσσες.
     - Φιμώστε την, είπε χαμηλόφωνα ο κριτής με το πορτοκαλί μαλλί.
     - Θέλω να πω ότι η καριέρα δεν έχει καμία σχέση με τον άντρα, είπε η κριτής με τα μωβ ξεροβήχοντας, για να καλύψει ένα γέλιο που της γαργαλούσε επίμονα το λαιμό.
     - Και πώς δεν έχει! Ο Σπύρος μου το είπε ξεκάθαρα, η δικιά του η γυναίκα δε θα δουλεύει.
     - Ποιος είναι ο Σπύρος;
     - Ο Σπύρος ο Κόρακας, καλέ, το τεκνό που έχει τον πάγκο στη λαϊκή!
     - Και τι μας νοιάζει εμάς ο Σπύρος ο Κόρακας;
     - Εσάς μπορεί να μη σας νοιάζει, αλλά με νοιάζει εμένα! Τον Σπύρο θα παντρευτώ!
     - Αυτός το ξέρει; πετάχτηκε ο κριτής με το πορτοκαλί μαλλί.
     - Πώς δεν το ξέρει, καλέ, αφού του το είπα! Αλλά για να τον παντρευτώ θα χρειαστώ προίκα.
     - Δεν έχει καταργηθεί η προίκα;
     - Τι να σας πω, αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι η Ντίνα του Κουτρουβάλα, που έχει προίκα μισή πλαγιά και τρεις χιλιάδες γιδοπρόβατα, πάει να μου τον φάει!
     - Ο Σπύρος έχει άποψη επί του θέματος;
     - Ποιου επιθέματος; Δεν καταλαβαίνω.
     - Επί του θέματος, λέω! Τι γνώμη έχει ο Σπύρος για την Ντίνα του Κουτρουβάλα;
     - Α, καλέ, τι να ξέρει ο Σπύρος; Αυτός είναι ζαγάρι! Αλλά σίγουρα δεν είναι ο τύπος που του αρέσει να ζει κάνοντας οικονομία, είναι και η μισή πλαγιά και οι τρεις χιλιάδες γιδοπρόβατα στη μέση, οπότε μπορεί να μου την κάνει την κουτσουκέλα.  Γι'αυτό σας λέω: θα κερδίσω το έπαθλο και σιγά μετά μη γυρίσει ο Σπύρος να της ρίξει δεύτερη ματιά της Ντίνας του Κουτρουβάλα! Που είναι και στραβοκάνα! 
     - Και, δηλαδή, θα παντρευτείτε τον Σπύρο τον Κόρακα;
     - Ε, τι λέμε τόσην ώρα; Θα γίνω κυρία Κόρακα, με δόξα και τιμή!
     - Και, δηλαδή, θα λέγεστε Κρουστάλλω Κόρακα;
     - Λέτε να κρατήσω και το πατρικό μου; Πολλές το κρατάνε... Αλλά, να το κάνω Καρακαηδόνα-Κόρακα ή Κόρακα-Καρακαηδόνα;
     - Αγαπητοί συνάδελφοι, είπε ο φαλακρός κριτής, όπως καταλάβατε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το τραύμα δεν το γλιτώνουμε.

Σάββατο 23 Απριλίου 2022

Σοκολατένιος τιμωρός


      Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια μικρή και φτωχή, αλλά όμορφη χώρα, όπου οι κάτοικοι ήταν πάντα χαμογελαστοί και κεφάτοι. 
     Ο λόγος ήταν πολύ απλός. Οι κάτοικοι αγαπούσαν πολύ τη σοκολάτα, και είχαν την τύχη το έδαφος της χώρας να είναι ιδανικό για την καλλιέργεια των κακαόδεντρων. Έτσι, ο καθένας είχε τουλάχιστον ένα κακαόδεντρο στην αυλή του και μπορούσε να φτιάχνει και να τρώει λίγη σοκολάτα κάθε μέρα. Αφού, λοιπόν, μπορούσαν να τρώνε κάθε μέρα την αγαπημένη τους λιχουδιά, ποιος ο λόγος να είναι κατσούφηδες και γκρινιάρηδες;
     Εννοείται ότι σε περιόδους γιορτών η χαρά των κατοίκων έφτανε στα ύψη, αφού έβρισκαν την ευκαιρία να καταναλώσουν λίγη περισσότερη σοκολάτα, τη μεγαλύτερη, δε, ευτυχία την ένιωθαν το Πάσχα, αφού γινόταν και διαγωνισμός για το πιο όμορφο σοκολατένιο αυγό! Ο ίδιος ο βασιλιάς έκανε την βράβευση και έδινε στο νικητή ένα κύπελλο, ένα μετάλλιο και ένα φυντάνι κακαόδεντρου, για να αυξήσει την παραγωγή του.
     Μια μέρα με λασποβροχή στο χρώμα της σοκολάτας, ο βασιλιάς πέθανε και στον θρόνο ανέβηκε ο μονάκριβος γιος του, ο οποίος έμοιαζε εκπληκτικά στον πατέρα του. Η ομοιότητά τους, δυστυχώς, ήταν μόνο εξωτερική, καθώς ο γιος ήταν εγωιστής, μεγαλομανής και εριστικός, οπότε στη μικρή, όμορφη χώρα ξεκίνησαν τα προβλήματα.
     Ο νέος βασιλιάς συνέλαβε την ιδέα - με το σιγουντάρισμα των συμβούλων του, φυσικά - να γίνει μεγάλος και τρανός. Και για να το πετύχει αυτό, θα έπρεπε πρώτα-πρώτα να μετακομίσει. Το παλάτι του πατέρα του, εντάξει, καλό ήταν, αλλά δεν ήταν επαρκώς μεγαλοπρεπές, δεν ήταν αντάξιό του. Κάλεσε, λοιπόν, αρχιτέκτονες από όλο τον κόσμο και ζήτησε να του φτιάξουν ένα τεράστιο παλάτι, που να φαίνεται από μακριά. 
     Οι αρχιτέκτονες εργάστηκαν με ζήλο και σχεδίασαν ένα παλάτι που θα ήταν ορατό μέχρι και από το φεγγάρι, κάτι που χαροποίησε ιδιαίτερα το βασιλιά. Αλλά, φυσικά, για να φτιαχτεί ένα τέτοιο παλάτι χρειάζονταν πολλά χρήματα. Ήταν, συνεπώς, αναπόφευκτο να επιβληθεί φόρος κακαόδεντρου και σοκολάτας στους κατοίκους, οι οποίοι είδαν για πρώτη φορά την αγαπημένη τους λιχουδιά να γίνεται πηγή δυσφορίας. Κάποιοι που είχαν πολλά κακαόδεντρα στον κήπο τους σκέφτηκαν να κόψουν μερικά, για να μειώσουν το φόρο. Αλλά ο βασιλιάς είχε προνοήσει και γι'αυτό, επιβάλλοντας φόρο κοπής κακαόδεντρου, ο οποίος ήταν ακόμα πιο βαρύς από τον φόρο κακαόδεντρου και σοκολάτας.
     Ο λαός άρχισε να χάνει λίγο από το χαμόγελό του και στις παρέες άρχισαν οι πρώτες γκρίνιες. Αλλά ο βασιλιάς, που είχε αυτιά και μάτια παντού, δεν ήθελε γκρίνιες στο βασίλειό του. Κάλεσε, λοιπόν, το λαό σε μια ανοιχτή συγκέντρωση, όπου έβγαλε έναν υπέροχο λόγο, που είχαν επιμεληθεί οι πιο ικανοί του σύμβουλοι. Ο βασιλιάς εξήγησε πως ήταν απόλυτα αναγκαίοι οι φόροι, επειδή ήταν απόλυτα αναγκαίο το νέο παλάτι, επειδή ήταν απόλυτα αναγκαίο να έχουν τον παγκόσμιο σεβασμό και την αναγνώριση, ως έθνος. Κάποιοι αναγνώρισαν ότι ο βασιλιάς είχε δίκιο, οι περισσότεροι δεν πείστηκαν εντελώς, αλλά αυτό δεν είχε και τόσο μεγάλη σημασία.
     Οι εργασίες για το νέο παλάτι ξεκίνησαν γρήγορα και ήταν τόσο εντατικές, που το έργο ολοκληρώθηκε προτού περάσει χρόνος. Επρόκειτο πράγματι για ένα πολύ εντυπωσιακό και πολυτελές παλάτι, αντάξιο ενός πλούσιου ηγεμόνα και αν δεν υπήρχαν ο φόρος κακαόδεντρου και σοκολάτας και ο φόρος κοπής κακαόδεντρου, είναι πολύ πιθανό ο λαός να έβγαινε στους δρόμους και να πανηγύριζε την κατασκευή του. Πάντως, είναι γεγονός ότι το νέο παλάτι έγινε θέμα στην παγκόσμια ειδησεογραφία και ότι άρχισαν να εμφανίζονται και οι πρώτοι τουρίστες που έσπευσαν να φωτογραφηθούν με φόντο το μεγαλοπρεπές παλάτι. Η αύξηση του τουρισμού αύξησε τα έσοδα της μικρής, όμορφης χώρας, κάτι που όμως δεν έγινε και τόσο αντιληπτό, αφού τα έσοδα επενδύθηκαν κατευθείαν στη δημιουργία τουριστικών μονάδων και συνδυάστηκαν με την επιβολή τουριστικού φόρου, που επιβαλλόταν σε όποιον δεν ήταν αρκούντως χαμογελαστός και ευχάριστος προς τους τουρίστες.
     Ο βασιλιάς ήταν πολύ χαρούμενος που το παλάτι του είχε γίνει πόλος έλξης και που τα ταμεία είχαν αρχίσει να γεμίζουν, καθώς αυτό του έδινε τη δυνατότητα να κάνει και άλλα μεγαλόπνοα σχέδια. Αποφάσισε, λοιπόν, να καταργήσει τον πασχαλινό διαγωνισμό σοκολατένιου αυγού, που δεν είχε κανένα όφελος για τη χώρα, και να τον αντικαταστήσει από την κατασκευή του μεγαλύτερου και εντυπωσιακότερου σοκολατένιου αυγού σε όλο τον κόσμο, κάτι που θα ξαναέφερνε τη χώρα στην επικαιρότητα και θα προσέλκυε ακόμα περισσότερους τουρίστες.
     Για να δημιουργηθεί το μεγαλύτερο και εντυπωσιακότερο σοκολατένιο αυγό, φυσικά, χρειάζονταν τεράστιες ποσότητες σοκολάτας. Ο νέος βασιλιάς διέταξε τη φύτευση πολλών νέων κακαόδεντρων, αλλά συνειδητοποίησε ότι η ποσότητα της σοκολάτας που μπορούσε να παραχθεί από τα κακαόδεντρα που κάλυπταν τη χώρα δεν επαρκούσε για το μεγαλόπνοο σχέδιό του. Αποφάσισε, λοιπόν, να κατασχέσει και τη σοκολάτα που θα παραγόταν από τα κακαόδεντρα που βρίσκονταν στους κήπους των πολιτών. Έτσι, οι άλλοτε ευδιάθετοι κάτοικοι της μικρής, όμορφης χώρας έχασαν τη μικρή, καθημερινή τους λιχουδιά. Η δυσαρέσκεια του κόσμου αυξήθηκε κατακόρυφα, αλλά δεν μπορούσε να εκφραστεί ελεύθερα, αφού καραδοκούσε ο τουριστικός φόρος, που πλέον είχε μετονομαστεί σε φόρο κοσμιότητας και δε συνδεόταν αποκλειστικά και μόνο με τους τουρίστες. 
     Ο βασιλιάς ξανακάλεσε το λαό σε ανοιχτή συγκέντρωση και έβγαλε έναν βαρύγδουπο λόγο, όπου εξήγησε πως το τεράστιο αυγό ήταν κάτι για το οποίο θα μιλούσε όλη η οικουμένη, ότι θα πρόσθετε μεγαλείο και κύρος στη χώρα και θα έφερνε πολύ περισσότερο τουρισμό και, συνεπώς, χρήματα. Φυσικά, δεν ήταν τόσο χαζός ώστε να πιστεύει πως το ακροατήριό του είχε πειστεί και πως το μεγαλόπνοο σχέδιό του δεν κινδύνευε, παρ'όλο που θα μπορούσε να επιβάλει και φόρο βανδαλισμού, για παν ενδεχόμενο. Γι'αυτό, όρισε ότι η κατασκευή του τεράστιου αυγού θα γινόταν στον πιο αυστηρά ελεγχόμενο χώρο. Έτσι, το εργοτάξιο στήθηκε ακριβώς δίπλα στο παλάτι, και εκεί άρχισε σιγά-σιγά να κατασκευάζεται το σοκολατένιο θαύμα. 
     Φορτηγά πηγαινοέρχονταν φορτωμένα είτε με κακάο, είτε με έτοιμη, λαχταριστή σοκολάτα. Ειδικοί παρασκευαστές έφτιαχναν σοκολάτα και εξειδικευμένοι τεχνίτες λάξευαν τα δομικά στοιχεία. Μεγάλες σκαλωσιές περιτριγύριζαν το αυγό, που μέρα με τη μέρα ψήλωνε όλο και πιο πολύ. Οι φρουροί του παλατιού έκαναν διπλοβάρδιες. Όλος ο χώρος γύρω από το παλάτι μοσχομύριζε σοκολάτα και προκαλούσε λιποθυμίες. Αλλά κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει. Απαγορευόταν αυστηρά.
     Από τα παράθυρα του παλατιού, ο βασιλιάς έβλεπε το αυγό να μεγαλώνει και καμάρωνε. Πουθενά αλλού δε θα υπήρχε τόσο μεγάλο σοκολατένιο αυγό, για να μη μιλήσει κανείς για το διάκοσμο. Οι πιο διάσημοι ζαχαροπλάστες, σε συνεργασία με τους μεγαλύτερους σχεδιαστές, κατασκεύαζαν λουλούδια, ζώα σε φυσικό μέγεθος, μέχρι ένα μεγάλο, σοκολατένιο ρολόι με σοκολατένιο μηχανισμό που δούλευε έφτιαξαν! Ήταν, όντως, το πιο εντυπωσιακό σοκολατένιο αυγό που είχε φτιαχτεί ποτέ.
     Αλλά ο βασιλιάς ήταν πολύ απαιτητικός και όλο και περισσότερα στολίδια ζητούσε από τους καλλιτέχνες. Οι σχεδιαστές εξέφρασαν κάποιους ενδοιασμούς σε σχέση με την στατικότητα του έργου, αλλά εκείνος επέμενε. Και οι ζαχαροπλάστες συνέχισαν να κατασκευάζουν σοκολατένια στολίδια και να τα προσθέτουν στο τεράστιο αυγό, μέχρι να χρησιμοποιηθεί και το τελευταίο γραμμάριο της σοκολάτας.
     Όταν, τελικά, η σοκολάτα της χώρας τελείωσε, τα στολίδια είχαν καλύψει το αυγό εξ'ολοκλήρου. Ο βασιλιάς, απόλυτα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, προσκάλεσε επισήμους από όλες τις χώρες για τα εγκαίνια του αυγού και τα τηλεοπτικά συνεργεία και οι τουρίστες κατέκλυσαν τη χώρα. Στα εγκαίνια προσκλήθηκε και ο λαός, φυσικά, αλλά εννοείται πως θα βρισκόταν σε κάποια απόσταση από τους επισήμους.
     Η μέρα των εγκαινίων έφτασε. Ο ήλιος έλαμπε στον καταγάλανο ουρανό και ένα απαλό αεράκι δρόσιζε τους παρευρισκόμενους. Η βασιλική μπάντα έπαιζε εύθυμα εμβατήρια. Ο βασιλιάς εμφανίστηκε φορώντας την καινούργια, πλουμιστή φορεσιά του και το λαμπερό, φρεσκογυαλισμένο του στέμμα. Στο χέρι του κρατούσε ένα χρυσό ψαλίδι, με το οποίο θα έκοβε την χρυσή κορδέλα που ήταν τυλιγμένη γύρω από το αυγό. Τα φλας άστραψαν. 
     Ο βασιλιάς κορδώθηκε κι άλλο, ενώ η βασιλική μπάντα άρχισε να παίζει τον εθνικό ύμνο. Με μεγαλοπρεπή βήματα έφτασε δίπλα στο αυγό. Ο ήλιος έκαιγε. Το απαλό αεράκι έκανε την άκρη της χρυσής κορδέλας να χορεύει. Ο βασιλιάς άπλωσε το χέρι του για να πιάσει την κορδέλα. Το αεράκι δυνάμωσε ελαφρά. Ο εθνικός ύμνος τελείωσε. Ένας ήχος σαν τρίξιμο ακούστηκε και προτού προλάβει κανείς να καταλάβει τι είχε γίνει, τα σοκολατένια στολίδια άρχισαν να ξεκολλάνε από τη θέση τους και να πέφτουν, ενώ μία τεράστια ρωγμή διέσχισε το αυγό από πάνω ως κάτω.
     Ένα επιφώνημα τρόμου ακούστηκε από το πλήθος, ενώ το αυγό έσπαγε σε πολλά μικρότερα κομμάτια και γκρεμιζόταν, δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα σύννεφο σοκολατένιας σκόνης. Αυτοί που βρίσκονταν αρκετά μακριά έτρεξαν να απομακρυνθούν κι άλλο, εκείνοι όμως που βρίσκονταν κοντά είχαν απλώς παγώσει στις θέσεις τους. Η σοκολατένια σκόνη κατακάθισε, αφήνοντας να φανεί ένας τεράστιος σωρός από σοκολατένια μπάζα. Από το τεράστιο αυγό δεν είχε μείνει τίποτα. Όλοι φαντάστηκαν την απογοήτευση του βασιλιά και τον αναζήτησαν με το βλέμμα τους. Αλλά και ο βασιλιάς είχε γίνει άφαντος.
     Ο καυτός ήλιος έκανε την κομματιασμένη σοκολάτα να γυαλίζει δελεαστικά και το άρωμά της έσπαγε τα ρουθούνια. Κανείς δεν κατάλαβε πώς, αλλά μέσα σε δευτερόλεπτα ο κόσμος όρμησε στα σοκολατένια μπάζα, προσπερνώντας τους φρουρούς, που δεν μπορούσαν να ελέγξουν τόσο πλήθος, και τους επισήμους, που προσπαθούσαν να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους, και άρχισε να τρώει το κομματιασμένο σοκολατένιο αυγό. Τα στόματα απόκτησαν καφέ περιγράμματα και μια γενικότερη ευθυμία εξαπλώθηκε παντού. 
     Ήταν αργά το απόγευμα όταν αποχώρησαν οι τελευταίοι λιχούδηδες, με φουσκωμένες κοιλιές και γλαρωμένα μάτια. Ο χώρος ερήμωσε και μόνο οι φρουροί του παλατιού έμειναν να ατενίζουν το χώρο όπου μέχρι πριν από μια μέρα έστεκε το τεράστιο σοκολατένιο θαύμα. Ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να χαμηλώνει. Οι τελευταίες ακτίνες του χάιδεψαν τα σοκολατένια υπολείμματα του αυγού.
     Χρειάστηκε να έρθει το επόμενο πρωί και να λιώσει λίγο η σοκολάτα, μέχρι οι φρουροί να ανακαλύψουν το νεκρό σώμα του βασιλιά κάτω από τα χαλάσματα. Και αυτό που τους έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση δεν ήταν ότι ο βασιλιάς ήταν κάτω από το τεράστιο, σοκολατένιο ρολόι, αλλά ότι το κεφάλι του βρισκόταν ακριβώς στο κέντρο του χαλασμένου, πλέον, σοκολατένιου μηχανισμού...

Τετάρτη 6 Απριλίου 2022

Επαναφορά στην τάξη



     Ήταν μία από εκείνες τις όμορφες, ηλιόλουστες μέρες, αυτές που σε κάνουν να θέλεις να βγεις από το σπίτι, και μόνο κάποια μικρά λοφάκια παγωμένου χιονιού στις άκρες των δρόμων θύμιζαν την κατάλευκη κουβέρτα που είχε καλύψει τα πάντα τις προηγούμενες μέρες. Η Πίπη, ύστερα από τον εγκλεισμό των προηγούμενων ημερών, δεν μπορούσε να βρει καλύτερη μέρα για να βγει από το σπίτι.
     Περπατούσε, λοιπόν, χαρούμενη στον δρόμο, χαζεύοντας δεξιά και αριστερά και απολαμβάνοντας το ζεστό χάδι του ήλιου, όταν, ξαφνικά, ένιωσε ότι κάποιος την παρακολουθούσε. Κοντοστάθηκε λίγο. Δεν υπήρχε κανείς εκεί γύρω. 
     - Ιδέα μου θα είναι! σκέφτηκε.
     Και έκανε να φύγει. Δεν πρόλαβε να κάνει δυο βήματα, όμως, και η αίσθηση ότι κάποιος την παρακολουθούσε επανήλθε. Αυτό ήταν κάτι που σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να παραβλέψει. Σίγουρα, κάποιος κρυβόταν εκεί κοντά. Και καθώς η Πίπη έχει εξασκηθεί ιδιαίτερα σε αυτού του είδους το κρυφτό, είπε μέσα της "φτου, και βγαίνω" και ξεκίνησε το ψάξιμο.
     Δεν άργησε να εντοπίσει τον ένοχο, ο οποίος στεκόταν ακίνητος, σαν άγαλμα, και κρατούσε την ανάσα του.
     - Ένα άλογο! σκέφτηκε η Πίπη και πλησίασε για να το δει καλύτερα.
     Αλλά, όχι, κάτι δεν ταίριαζε, εκείνο το άλογο σαν να είχε, ναι, είχε σίγουρα, τώρα το έβλεπε καθαρά, εκείνο το άλογο είχε γένι! Πού ξανακούστηκε άλογο με γένι;
     - Γεια σου, του είπε η Πίπη, μπορείς να κουνηθείς τώρα, μην παριστάνεις άλλο το άγαλμα, σε έχω καταλάβει. 
     Αλλά το περίεργο άλογο δεν κουνήθηκε καθόλου.
     - Άλλους μπορείς να τους ξεγελάσεις, όχι όμως και εμένα, συνέχισε η Πίπη. Έχω εξασκηθεί ατέλειωτες ώρες στο κρυφτό και είμαι πολύ καλή σε αυτό. Ούτε η ίδια η Μαλέφισεντ, η πανίσχυρη κακιά μάγισσα, δεν κατάφερε να μου κρυφτεί, πώς θα μπορούσε να μου κρυφτεί ένα άλογο; 
     - Ε, όχι και άλογο! είπε το άλογο και κουνήθηκε.
     Η Πίπη, χωρίς να το καταλάβει, είχε βρει το αδύνατό του σημείο.
     - Έχεις ξαναδεί άλογο με γένι; ρώτησε το άλογο.
     - Η αλήθεια είναι πως όχι, απάντησε η Πίπη, αλλά αυτό δεν αποδεικνύει και τίποτα. Πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα.
     - Το λαιμό μου τον πρόσεξες; είπε το άλογο. Έχεις ξαναδεί άλογο με τόσο μακρύ λαιμό;
     - Όχι, είπε η Πίπη, αλλά κι αυτό θα μπορούσε να αποτελεί μία εξαίρεση. Βέβαια, όσο αυξάνονται οι εξαιρέσεις, τόσο πιθανότερο είναι να ισχύει ο κανόνας...
     Και τότε, το μυαλό της Πίπης φωτίστηκε! Βέβαια, πώς δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα;
     - Πώς την πάτησα έτσι; είπε η Πίπη. Μα, εσύ είσαι δράκος!
     Το άλογο, που τελικά ήταν δράκος, φάνηκε να ικανοποιείται από τη νέα διαπίστωση της Πίπης και σώπασε.
     - Ναι, αλλά τι δουλειά έχει ένας δράκος σε αυτά εδώ τα μέρη; Εσύ θα έπρεπε να σουλατσάρεις στην Κίνα, φαντάζομαι.
     - Τα σύνορα είναι ανοιχτά, απάντησε ο δράκος, δεν πιστεύω να φαντάζεσαι ότι ένας δράκος θα μπορούσε να περιοριστεί στα σύνορα μιας μόνο χώρας!
     - Πότε είναι το έτος του δράκου; αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα η Πίπη.
     - Σε δύο χρόνια, αν δεν αλλάξω γνώμη, απάντησε ο δράκος.
     - Τι σημαίνει αυτό; Εσύ αποφασίζεις πότε θα έρθει το έτος του δράκου; Αυτά τα πράγματα δεν είναι κανονισμένα;
     Ο δράκος έκανε μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας. 
     - Δεν ξέρω, έτσι έχω ακούσει, είπε η Πίπη, προσπαθώντας να διορθώσει την γκάφα της. 
     - Σιγά μην μπορεί ο οποιοσδήποτε να ελέγξει κοτζάμ δράκο! είπε ο δράκος και ξεφύσηξε δυνατά. Απλώς τους αφήνω να νομίζουν ότι αποφασίζουν. 
     - Από ό,τι καταλαβαίνω, τα καταφέρνεις μια χαρά, παρατήρησε η Πίπη. 
     Ο δράκος σαν να κορδώθηκε λίγο.
     - Ταξιδεύεις συχνά; ρώτησε η Πίπη.
     - Ταξιδεύω συνέχεια, απάντησε ο δράκος. Τα Χριστούγεννα ήμουν στη Νέα Υόρκη, την Πρωτοχρονιά την πέρασα στο Παρίσι. Έμεινα στον Πύργο του Άιφελ.
     - Δεν έχω πάει ούτε στη Νέα Υόρκη, ούτε στο Παρίσι, είπε η Πίπη. Αλλά, εσύ, βρε παιδάκι μου, είσαι πολύ τολμηρός! Ο Πύργος του Άιφελ είναι ένα από τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα παγκοσμίως! Πώς και δε σε είδε κανείς;
     - Μα είμαι άσος στις μεταμφιέσεις! Είχα τυλιχτεί στον πύργο και όλοι νόμιζαν ότι ήμουν απλώς μια εορταστική γιρλάντα. Το πόσο διασκέδασα δεν περιγράφεται!
     Η Πίπη φαντάστηκε τον Πύργο του Άιφελ τυλιγμένο με δρακογιρλάντα. Όντως, επρόκειτο για ένα αστείο θέαμα.
     - Επισκέφτηκες και εδώ τα αξιοθέατα; ρώτησε η Πίπη. Πήγες στην Ακρόπολη;
     - Δεν πρόλαβα, είπε ο δράκος, με πρόλαβε το χιόνι. Αν και θα είναι δύσκολο να κάνω στην Ακρόπολη ό,τι έκανα στον Πύργο του Άιφελ...
     - Υπάρχει και Πύργος του Άιφελ σε μικρογραφία, στα Φιλιατρά...
     - Εκεί, μάλλον, δεν θα χωράω ολόκληρος, άσε που δεν έχει γούστο να επαναλαμβάνομαι, η επανάληψη είναι για τα μαθήματα...
     - Αλήθεια, πώς ταξιδεύεις;
     - Τι ερώτηση είναι αυτή; είπε ο δράκος, και κούνησε τα μικρά φτερά του. Πετώντας!
     - Και πώς δε σε παίρνει είδηση κανείς;
     - Κρύβομαι στα σύννεφα, κατά προτίμηση τα στενόμακρα, αυτά που εσείς ονομάζετε θύσανους. Γι'αυτό και το καλοκαίρι δεν ταξιδεύω σχεδόν ποτέ. Πώς θα μπορούσα να κρυφτώ σε έναν πεντακάθαρο ουρανό;
     - Και - συγγνώμη που θα σε ρωτήσω, αλλά εσύ το ανέφερες προηγουμένως - σκέφτεσαι να φέρεις το έτος του δράκου νωρίτερα από το αναμενόμενο;
     - Το αντίθετο: σκέφτομαι να μην ξαναφέρω το έτος του δράκου ποτέ!
     - Όχι δα! Και τι θα κάνεις, δηλαδή;
     - Αυτό που κάνω ήδη: θα ταξιδεύω συνέχεια! Μα, υπάρχουν τόσα πράγματα να δει κανείς!
     - Και τι θα κάνουν οι Κινέζοι; Θα αλλάξουν το ημερολόγιό τους;
     - Σκοτίστηκα για τους Κινέζους και για το ημερολόγιό τους!
     - Αυτό δεν είναι και τόσο ευγενικό, για κάποιον που του έχουν αφιερώσει έναν ολόκληρο χρόνο...
     - Κάθε δώδεκα χρόνια! Για να μην αναφέρω ότι με βάζουν μετά τον χέστη το λαγό, ή ότι βάζουν πρώτο τον βρωμιάρη τον αρουραίο!
     - Δε νομίζω να ήθελαν να σε προσβάλουν...
     - Ναι, αλλά με πρόσβαλαν! Αλλά, σιγά μην ασχοληθώ! Θα γυρίσω όλο τον κόσμο, και δε θα αφήσω ούτε γωνίτσα που να μην την επισκεφτώ! Θα πάω στην έρημο, να δω τις οάσεις, θα γυρίσω όλους τους καταρράκτες, θα επισκεφτώ τα πιο ψηλά βουνά, και τις πιο βαθιές λίμνες! Θα κολυμπήσω σε όλες τις θάλασσες και θα τρυπώσω μέχρι και στα πιο πυκνά δάση!
     Ένα αυτοκίνητο έστριψε αργά στη γωνία. Ο δράκος στάθηκε ακίνητος. Η Πίπη έπιασε το κινητό της και έκανε πως κάτι έψαχνε στην οθόνη. Το αυτοκίνητο παρκάρισε στο επόμενο τετράγωνο και ο οδηγός βγήκε από το αυτοκίνητο και μπήκε σε μια πολυκατοικία. Ο δρόμος ήταν και πάλι έρημος.
     - Ωραία είναι τα ταξίδια, σε καταλαβαίνω απόλυτα, είπε η Πίπη, που δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία να βοηθήσει στην αποκατάσταση της τάξης, έστω και αν επρόκειτο για την τάξη του κινέζικου ημερολογίου. Αλλά, νομίζω ότι και το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο, όταν γίνεται συνήθεια καταντάει σκέτη βαρεμάρα.
     - Δε νομίζω, τόσα χρόνια που ταξιδεύω δε βαρέθηκα ποτέ.
     - Από την άλλη, αφού εσένα σου αρέσει, ποια είμαι εγώ να εκφέρω γνώμη; συνέχισε η Πίπη. Άσε που, τελικά, ίσως να μη υπάρξει κανένα πρόβλημα και με το ημερολόγιο.
     - Σου είπα, δε με νοιάζει.
     - Εννοείται ότι δε σε νοιάζει, αλλά ακόμα και να σε ένοιαζε, πάλι θα βρισκόταν λύση, πιστεύω, και μάλιστα πολύ εύκολα.
     - Λες;
     - Ναι, τώρα που το ξανασκέφτομαι, νομίζω ότι είναι πολύ απλό. Τόσοι άλλοι υποψήφιοι υπάρχουν για τη θέση, δε θα βρουν κάποιον να πάρει τη θέση σου;
     - Ε... ναι... ίσως...
     - Τι ίσως; Εγώ σου το υπογράφω, θα είναι παιχνιδάκι. Είναι γνωστό, εξάλλου: με το που αδειάζει μια θέση, πάντα βρίσκονται ένα σωρό υποψήφιοι.
     Ο δράκος είχε σωπάσει.
     - Έτσι, εντελώς, πρόχειρα, εγώ που είμαι εντελώς άσχετη μπορώ να βρω τουλάχιστον δέκα: μία γάτα, ας πούμε, ή ένα περιστέρι, έναν ελέφαντα, που είναι και εντυπωσιακός, λόγω όγκου, μία αλεπού, που είναι και πανέξυπνη, έναν πελαργό, έναν γύπα, μία πάπια, που την τιμούν και ιδιαίτερα στο Πεκίνο, ένα πάντα, μία νυχτερίδα, γιατί όχι, εκτός αν θέλουν κάτι μίνιμαλ, οπότε μπορεί να σκεφτούν και την πυγολαμπίδα...
     - Δεν είμαστε καλά! ξέσπασε ο δράκος. Είναι δυνατόν μια πυγολαμπίδα να αντικαταστήσει κοτζάμ δράκο; Για να μην πω για όλους τους υπόλοιπους!
     - Εντάξει, εγώ δεν είμαι ειδική, όλο και κάποιον καταλληλότερο θα σκεφτούν οι Κινέζοι, είπε η Πίπη. Το θέμα είναι ότι το ημερολόγιο δεν μπορεί να έχει κενά, οπότε αντικαταστάτης θα βρεθεί, και αυτό είναι το πιο σημαντικό.
     - Τώρα που το ξανασκέφτομαι, είπε ο δράκος, τους λυπάμαι λίγο τους καημένους τους Κινέζους,  τόσα χρόνια τους γνωρίζω, δε θα ήθελα να ταλαιπωρηθούν ψάχνοντας αντικαταστάτες.
     - Μην στενοχωριέσαι, είπε η Πίπη, μπορεί να ταλαιπωρηθούν, αλλά σημασία έχει εσύ να είσαι καλά.
     - Από την άλλη, συνέχισε ο δράκος, δεν είναι και τόσο τραγικό να κάνω και ένα διάλειμμα από τα ταξίδια μου, πού και πού, έτσι, για λόγους φιλανθρωπίας...
     - Η φιλανθρωπία είναι μεγάλο πράγμα, είπε η Πίπη. Αλλά, είπαμε, δεν υπάρχει λόγος να πιεστείς. Στην ανάγκη, θα αναλάβει τη θέση σου μία σαύρα, ή ένας χαμαιλέοντας, που αλλάζει και χρώμα.
     - Όχι, όχι, είπε ο δράκος, δεν μπορώ να υποβάλω τους Κινέζους σε μια τέτοια δοκιμασία. Το αποφάσισα: θα θυσιαστώ!
     - Σοβαρολογείς;
     - Ναι! Δε θα αφήσω κενό στο κινέζικο ημερολόγιο. Το έτος του δράκου θα έρθει κανονικά, στην ώρα του.
     - Αν αυτή είναι η απόφασή σου, εγώ δεν έχω παρά να τη σεβαστώ, είπε η Πίπη.
     Ο δράκος άνοιξε το στόμα του, προφανώς για να απαντήσει, αλλά κοκάλωσε αμέσως. Η πόρτα του σπιτιού που βρισκόταν εκεί μπροστά μόλις είχε ανοίξει. Ένας άντρας, που φορούσε γάντια και κρατούσε ένα κλαδευτήρι, βγήκε στον κήπο. Πλησίασε μία τριανταφυλλιά και άρχισε να την κλαδεύει. Ο κήπος ήταν αρκετά μεγάλος. Το κλάδεμα, προφανώς, θα κρατούσε αρκετή ώρα. Ο άντρας κοίταξε προς το μέρος της Πίπης. Εκείνη έβαλε το κινητό της στο αυτί. 
     - Χάρηκα που τα είπαμε, είπε χαμηλόφωνα στον δράκο, προσποιούμενη ότι μιλούσε στο κινητό της και απομακρύνθηκε βιαστικά, αφήνοντας τον δράκο στην ησυχία του.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

Ζωντανό μνημείο


      Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα μέρος άγριο και αφιλόξενο, υπήρχε ένας μεγάλος, όμορφος κήπος. Και ο κήπος ήταν γεμάτος με μαρμάρινα αγάλματα και εντυπωσιακά συντριβάνια, με παιχνιδιάρικους λαβύρινθους και περίτεχνα σχεδιασμένα μονοπάτια. Η μεγαλύτερη ομορφιά του κήπου, όμως, ήταν τα πανέμορφα λουλούδια του, που τον έκαναν να μοιάζει με ένα πανάκριβο, πολύχρωμο, μοσχομυριστό χαλί.
     Πολύς κόσμος επισκεπτόταν τον κήπο για να θαυμάσει τα λουλούδια του, και εκείνα φρόντιζαν πάντα να φοράνε τις καλύτερες φορεσιές τους. Τέντωναν τα κεφαλάκια τους όσο πιο ψηλά γινόταν, για να βγαίνουν καλύτερα στις φωτογραφίες, και διαγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιο θα είχε τους περισσότερους θαυμαστές.
     Μόνο ένα πράγμα δεν ήταν και τόσο καλό στον κήπο, πίστευαν τα λουλούδια, και αυτό ήταν τα κυπαρίσσια που υπήρχαν διάσπαρτα εδώ κι εκεί. Μα τι άχαρα που ήταν τα κυπαρίσσια! Μόνο να πάνε ψηλά τα ενδιέφερε, ούτε που νοιάζονταν για τις ομορφιές της ζωής! Πού να λικνιστούν απαλά στο φύσημα του ανέμου με αυτόν τον σκληρό, άκαμπτο κορμό! Πού να τα φτάσουν οι πεταλούδες, να τα μαγέψουν με τις εντυπωσιακές τους χορογραφίες! Άσε που με την σκιά τους έκρυβαν τα λουλούδια από το φως του ήλιου και τους στερούσαν θαυμαστές!
     - Τι θέλουν στον κήπο μας; αναρωτιούνταν τα λουλούδια. Γιατί δε φεύγουν, να πάνε κάπου αλλού, να μη μας κρύβουν τον ήλιο; Ναι, ναι, να φύγουν, να φύγουν! Δεν έχουν δουλειά σε αυτόν τον κήπο! Ο κήπος είναι δικός μας, και μόνο δικός μας!
     Τα κυπαρίσσια, φυσικά, καθόλου δεν επηρεάζονταν από τα λόγια των λουλουδιών, αφού εκεί ψηλά που βρίσκονταν δεν μπορούσαν να ακούσουν τίποτα από όσα γίνονταν χαμηλά, στο έδαφος, και συνέχιζαν τη μοναχική τους πορεία προς τον ουρανό. Και ο καιρός περνούσε, και τα κυπαρίσσια ψήλωναν, και η γκρίνια των λουλουδιών μεγάλωνε.
     Μια μέρα που ο ουρανός είχε γεμίσει με γκρίζα σύννεφα και είχε βαρύνει πολύ, έφτασε στην περιοχή ένας πολυταξιδεμένος, πανίσχυρος άνεμος, που επιπλέον είχε τα νεύρα του. Φυσούσε μανιασμένα και ξερίζωνε ό,τι έβρισκε στο διάβα του. Κανείς δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Τα λουλούδια τρομοκρατήθηκαν. Πώς θα μπορούσαν να γλιτώσουν;
     Το βλέμμα τους έπεσε στα άχαρα κυπαρίσσια, που παρέμεναν στον κόσμο τους, εντελώς ακίνητα. Μήπως τα κυπαρίσσια μπορούσαν να βοηθήσουν; Εκείνα δεν έμοιαζαν να επηρεάζονται από τίποτα, ίσως να μπορούσαν να νικήσουν τον επικίνδυνο άνεμο. Χωρίς να χάσουν άλλο καιρό, τα λουλούδια αποφάσισαν να ζητήσουν βοήθεια. Και επειδή οι πεταλούδες δεν μπορούσαν να φτάσουν στα κυπαρίσσια, επιστρατεύτηκαν τα πουλιά.
     Τα κυπαρίσσια πήραν το μήνυμα που τους μετέφεραν τα πουλιά, και μόνο τότε συνειδητοποίησαν ότι εκεί κοντά γινόταν χαλασμός. Κοίταξαν πιο πέρα και είδαν τον αγριεμένο άνεμο να πλησιάζει, κοίταξαν κάτω, χαμηλά, και είδαν τα λουλουδάκια που είχαν χλωμιάσει και έτρεμαν φοβισμένα. Και αποφάσισαν να βοηθήσουν.
     Μαζεύτηκαν κοντά και σχημάτισαν μια όμορφη συστάδα. Φώναξαν τα πουλάκια να κρυφτούν όλα στα κλαδιά τους και να περιμένουν. Μόλις τα κυπαρίσσια θα έδιναν το σύνθημα, όλα μαζί τα πουλάκια θα έπρεπε να αρχίσουν να τιτιβίζουν τρομαγμένα.
     Δεν πέρασε πολλή ώρα, και ο άνεμος κατέφθασε στον κήπο ξεφυσώντας. Ο εκνευρισμός του ήταν μεγάλος και όταν είδε πόσο όμορφος και τακτοποιημένος ήταν ο κήπος, ένιωσε να φουντώνει ακόμα περισσότερο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, και... Εκείνη την στιγμή, τα κυπαρίσσια έδωσαν το σύνθημα και αμέσως, όλα μαζί τα πουλάκια άρχισαν να τιτιβίζουν τρομαγμένα. 
     Ο άνεμος κοντοστάθηκε. Τι ήταν αυτό; Τρομαγμένα τιτιβίσματα πουλιών! Αλλά πού βρίσκονταν τα πουλιά; Έκανε έναν γύρο με το βλέμμα του. Και τότε είδε τα κυπαρίσσια. Από εκεί έρχονταν τα τιτιβίσματα! Ώστε εκεί ήταν κρυμμένα τα πουλιά! Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο άνεμος όρμησε καταπάνω στα κυπαρίσσια. Μα, μόλις έπεσε επάνω τους, τα κυπαρίσσια μαζεύτηκαν πιο κοντά και ο άνεμος φυλακίστηκε ανάμεσά τους.
     Άρχισε να χτυπιέται και να λυσσομανάει. Άρπαζε με τα χέρια του τους κορμούς των κυπαρισσιών και προσπαθούσε να τους λυγίσει, ή να τους σπάσει. Αλλά τα κυπαρίσσια κρατιούνταν μεταξύ τους πολύ σφιχτά και δε λύγιζαν με τίποτα. Από κάτω, χαμηλά, τα λουλούδια έτρεμαν, αλλά ταυτόχρονα θαύμαζαν τα κυπαρίσσια για τη μεγάλη τους δύναμη.
     Η πάλη του ανέμου με τα κυπαρίσσια συνεχίστηκε πολλές μέρες και πολλές νύχτες. Τα κυπαρίσσια παρέμεναν πεισματικά στη θέση τους και ο άνεμος άρχισε να απογοητεύεται. Στο τέλος, άρχισε να παρακαλεί τα κυπαρίσσια να τον αφήσουν ελεύθερο, αλλά εκείνα δεν του έδωσαν σημασία. Ώσπου, μια μέρα τον άκουσαν να κλαίει απελπισμένος.
     - Αν σε αφήσουμε να φύγεις, του είπαν τα κυπαρίσσια, υπόσχεσαι να μην ξανάρθεις ποτέ σε αυτά εδώ τα μέρη;
     Ο άνεμος δεν ήθελε να δώσει μία τόσο μεγάλη υπόσχεση, αλλά δεν έβλεπε άλλο τρόπο για να απελευθερωθεί από το σφιχτό αγκάλιασμα των κυπαρισσιών, οπότε έδωσε όρκο βαρύ πως δεν θα ξαναεπισκεπτόταν ποτέ αυτόν τον κήπο. Τα κυπαρίσσια παραμέρησαν λίγο τους κορμούς τους, και ο άνεμος όρμησε έξω, ντροπιασμένος.
     - Φύγε και μην ξανάρθεις, του είπαν αυστηρά τα κυπαρίσσια.
     Και ο λυσσασμένος άνεμος έφυγε για πάντα. Όλος ο κήπος ανάσανε ανακουφισμένος και τα λουλούδια άρχισαν να ζητωκραυγάζουν. Δεν ήταν και τόσο κακά τα κυπαρίσσια, τελικά, και σίγουρα υπήρχε χώρος και για εκείνα μέσα στον κήπο. Κι ας ήταν ψηλά και άχαρα, κι ας μην τα έφταναν οι πεταλούδες.
     Τα κυπαρίσσια προσπάθησαν να γυρίσουν στις αρχικές τους θέσεις, αλλά είχαν μείνει τόσες μέρες και τόσες νύχτες σφιχταγκαλιασμένα, που οι κορμοί και τα κλαδιά τους είχαν μπλεχτεί και δεν μπορούσαν πια να μετακινηθούν. Έτσι, παρέμειναν για πάντα στη θέση τους, σαν ένα ζωντανό μνημείο, και συνέχισαν να ψηλώνουν όλα μαζί, έχοντας το βλέμμα τους στραμμένο μόνιμα στον ουρανό και αγνοώντας ό,τι συνέβαινε κάτω, χαμηλά, στην ταπεινή γη με τα όμορφα λουλούδια.
     Αλλά και τα λουλούδια σταμάτησαν να γκρινιάζουν για τα κυπαρίσσια. Και αν καμιά φορά τους ερχόταν η όρεξη να γκρινιάξουν, μια ματιά στα σφιχταγκαλιασμένα κυπαρίσσια αρκούσε για να τα επαναφέρει στην "τάξη".   
     ΥΓ: Η φωτογραφία είναι της φίλης μου, Ειρήνης Στάμου, και την έβγαλε στον Εθνικό Κήπο.

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2022

Χωρίς κανένα λόγο

 


     Το γνωστό ινστιτούτο ομορφιάς "Marilou's hair and beauty salon" ήταν και πάλι γεμάτο, όταν η Χιονάτη μπήκε μέσα φουριόζα.
     - Καλημέρα, κορίτσια, είπε.
     - Καλημέρα, απάντησαν όλες.
     - Αχ, Μαριλού μου, μη μου πεις ότι άργησα! είπε στην κομμώτρια.
     - Ίσα-ίσα, πάνω στην ώρα ήρθες. Το ραντεβού μας είναι για τις 11 ακριβώς. Ούτε Εγγλέζα να ήσουν! Τι θα κάνουμε; Χτένισμα;
     - Όχι, όχι χτένισμα. 
     - Μη μου πεις ότι αποφάσισες να κάνεις περμανάντ!
     - Όχι, όχι, βαφή θα ήθελα.
     - Βαφή; Μη μου πεις ότι εμφανίστηκαν κιόλας τα λευκά! Μόλις την προηγούμενη βδομάδα τα έβαψες!
     - Δεν με κατάλαβες, όταν λέω βαφή μιλάω για αλλαγή χρώματος.
     Οι υπόλοιπες την κοίταξαν με έκπληξη. 
     - Ε, αυτό δεν το περίμενα ποτέ! είπε η Σταχτοπούτα. Εσύ ήσουν υπέρμαχος του φυσικού χρώματος! Μήπως σου συμβαίνει κάτι και ξεσπάς στο μαλλί;
     - Τι της λες; πετάχτηκε η Ραπουνζέλ. Δηλαδή, κι εσύ προβλήματα έχεις, που κάθε τρεις και λίγο αλλάζεις ανταύγειες;
     - Όχι βέβαια! Μήπως εσύ κρίνεις από τον εαυτό σου, που ξημεροβραδιάζεσαι εδώ μέσα;
     - Ε, όχι και ξημεροβραδιάζομαι! Αφού ξέρετε, το μαλλί μου θέλει ιδιαίτερη περιποίηση, τόσα χρόνια ταλαιπωρίας, να ανεβοκατεβάζω κόσμο με τις πλεξίδες μου, τα έχουν κάνει πολύ ευαίσθητα! Πες κι εσύ, Μαριλού!
     - Έτσι είναι, είπε η Μαριλού, αλλά καθήστε να πει η Χιονάτη τι θέλει ακριβώς. Ώστε αποφάσισες να τα ξανοίξεις; στράφηκε στη Χιονάτη. Έναν τόνο πιο ανοιχτό, ας πούμε, για να σε φωτίσει λίγο; Ή μήπως θα αρκεστείς σε μερικές ανταύγειες;
     - Πολύ καλή ιδέα! πετάχτηκε η Πεντάμορφη, με το κεφάλι της γεμάτο ρόλεϊ. Κάν'τα σαν και τα δικά μου. Εγγυημένη επιτυχία!
     - Μη λες χαζομάρες, είπε η Ραπουνζέλ, όλος ο κόσμος το ξέρει ότι οι άντρες προτιμούν τις ξανθές. Ξανθά να τα βάψεις!
     - Κορίτσια, είπε η Ωραία Κοιμωμένη και χασμουρήθηκε ελαφρά, μη λέμε υπερβολές, δεν μπορεί να πάει από το μαύρο στο ξανθό έτσι, απότομα. Θα πρέπει να ξεκινήσει με ανταύγειες και σιγά-σιγά να το ξανοίγει.
     - Έχει δίκιο η Ραπουνζέλ, είπε η Χιονάτη. Ξανθά τα θέλω!
     - Είναι πολύ απότομη η αλλαγή, είπε η Μαριλού. Θα σου προτείνω τις ανταύγειες, όπως λέει η Ωραία Κοιμωμένη... Στο σπίτι, όλα καλά;
     - Δε θέλω ανταύγειες, θέλω μια ριζική αλλαγή!
     Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μια στρουμπουλή, χαμογελαστή κοπέλα.
    - Καλημέρα, κορίτσια! Καλημέρα, Μαριλού, ήρθα για ένα φρεσκάρισμα, όπως σου είπα και στο τηλέφωνο.
     - Καλημέρα, Λάουρα! είπαν όλες με μία φωνή.
     - Πολύ χαρούμενη σε βλέπω, είπε η Μαριλού, έγινε τίποτα;
     - Τα συνηθισμένα, είπε εκείνη και χαμογέλασε.
     - Δε με κοροϊδεύεις εμένα! Έλα, πες μου! είπε η Μαριλού.
     - Έλα, είπε και η Ραπουνζέλ, πες μας να χαρούμε κι εμείς, φίλες δεν είμαστε; Έλα, και θα μας σκάσεις!
     - Ε, εντάξει, θα σας πω: το μωρό μου θα με πάει ταξίδι!
     - Α, τι ωραία! είπαν οι υπόλοιπες.
     - Την προηγούμενη βδομάδα δε θα πήγαινες; ρώτησε η Μαριλού.
     - Εκείνο ήταν εκδρομή. Τώρα θα πάμε ταξίδι. Το μωρό μου θα με πάει στις Μαλδίβες! Έχει κλείσει ένα σπιτάκι για εμάς, ακριβώς επάνω από το νερό! Θα είναι τέλεια!
     Η Χιονάτη αναστέναξε.
     - Τι έγινε; ρώτησε η Μαριλού.
     - Τίποτα, τίποτα, κάτι σκεφτόμουν... 
     - Μήπως δεν είναι τόσο ωραία στις Μαλδίβες; αναρωτήθηκε η Λάουρα. Να του πω να το ακυρώσει;
     - Α, δεν ξέρω, είπε η Χιονάτη, δεν έχω πάει.
     - Εσύ, Πεντάμορφη, έχεις πάει στις Μαλδίβες;
     - Α, όχι, ο δικός μου φοβάται τα αεροπλάνα και τα πλοία, δεν υπάρχει περίπτωση να με πάει στις Μαλδίβες!
     - Και ο δικός μου, όσο να πεις, περνάει μια δύσκολη φάση, είπε η Ραπουνζέλ. Οι επενδύσεις του στο χρηματιστήριο δεν πάνε και τόσο καλά τελευταία, οπότε τα μόνα ταξίδια που μας επιτρέπονται, προς το παρόν, είναι μέχρι το κάστρο των γονιών του.
     - Αχ, ο δικός μου, ευτυχώς, τα πάει μια χαρά. Και όσο θυμάμαι, που όταν τον πρωτοπαρουσίασα στους δικούς μου, κανενός δεν του γέμιζε το μάτι...
     - Δεν τον ήθελαν;
     - Όχι. "Τι δουλειά έχεις εσύ, μια χαρά κοπέλα, με αυτόν, μισή μερίδα άνθρωπο"; μου έλεγαν, "Τι μπορεί να σου προσφέρει";
     - Η αλήθεια είναι ότι δεν σε κερδίζει με την πρώτη, είπε η Σταχτοπούτα. Ίσως, βέβαια, αν κόψει τα κρύα αστεία, αυτό να αλλάξει...
     - Ε, εντάξει, δεν είναι και τόσο χάλια το χιούμορ του! Αλλά, και να ήταν, αν αυτό το προσπεράσεις, θα δεις ότι η καρδιά του είναι όμορφη σαν ανθισμένος κήπος! Οι γονείς μου τώρα πίνουν νερό στο όνομά του! Και όσο βλέπουν πόσο με προσέχει, τόσο πιο πολύ τον λατρεύουν! Όσο για τους άλλους, αδιαφορώ, ας λένε ό,τι θέλουν! Ή νομίζετε πως δεν ξέρω ότι μόλις γυρίσω την πλάτη μου, όλοι είναι έτοιμοι να πιάσουν το φτυάρι και να θάβουν;
     - Αλήθεια, πάνε καλά οι δουλειές του; ρώτησε η Χιονάτη.
     - Πολύ καλά! Τα δωμάτια απόδρασης είναι η τελευταία λέξη της μόδας, και το μωρό μου έχει τα καλύτερα! Φαντάσου, ότι υπάρχει λίστα αναμονής, τόσο που σκέφτεται να φτιάξει άλλα είκοσι μέχρι το τέλος του χρόνου!
     - Μπράβο, μπράβο! είπε η Χιονάτη.
     - Εσύ είσαι καλά; Σε βλέπω λίγο σκεπτική.
     - Όχι, όχι, μια χαρά είμαι.
     - Καλά, εγώ δε θα το έλεγα, είπε η Μαριλού κοιτάζοντας τη Χιονάτη με νόημα. Έρχεται δεύτερη φορά μέσα σε δέκα μέρες, και από πάνω μου ζητάει και αλλαγή χρώματος!
     - Αλήθεια; Μα το χρώμα των μαλλιών σου είναι ό,τι πρέπει για το πρόσωπό σου! είπε η Λάουρα στη Χιονάτη. Εγώ στη θέση σου δε θα το άλλαζα.
     - Ε, αφού τα βάφω που τα βάφω, γιατί να μη δοκιμάσω κάτι διαφορετικό;
     - Γιατί δεν αλλάζεις κούρεμα, αντί να αλλάξεις το χρώμα;
     - Πώς να τα κάνω, δηλαδή;
     - Αν θέλεις τόσο πολύ μια ριζική αλλαγή, γιατί δεν τα κόβεις κοντά;
     - Κοντά; Δηλαδή, αντρικά εννοείς;
     - Ναι.
     - Μπα, δε νομίζω να μου πηγαίνουν.
     - Τότε κάνε μία περμανάντ.
     - Δεν ξέρω...
     - Θα σου πηγαίνει πολύ, και δεν θέλει και ιδιαίτερη περιποίηση... Λίγο αφρό μόνο, τόσο όσο ένα ρεβύθι περίπου, για να διατηρούνται οι μπούκλες.
     - Της την πρότεινα και εγώ την περμανάντ, αλλά δεν το αποφασίζει, είπε η Μαριλού.
     Μία χαρούμενη μουσική ακούστηκε. Η Λάουρα έπιασε το κινητό της.
     - Εμπρός! είπε. Στο ινστιτούτο είμαι, μόλις ήρθα... Σήμερα ήταν; Πω-πω, το ξέχασα!... Όχι, όχι, μη φύγεις! Κλείνω κι έρχομαι! Σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί!
     Πετάχτηκε από το κάθισμά της.
     - Κορίτσια, θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή, είχα ραντεβού με τη μοδίστρα και το ξέχασα! Ράβω μια τουαλέτα για τη δεξίωση του Γάλλου πρέσβη που γίνεται τον επόμενο μήνα, ξέρετε, μη φοράω την περσινή, δεν κάνει... Αλλά πού να μου μείνει μυαλό; Και έχω να ετοιμάσω και βαλίτσες...
     - Και το ραντεβού μας; ρώτησε η Μαριλού.
     - Θα περάσω ξανά το απόγευμα, αν έχεις κενό.
     - Θέλεις να έρθεις αύριο;
     - Δε γίνεται, αύριο πετάμε!
     - Όπως θέλεις, είπε η Μαριλού, αλλά η Λάουρα βρισκόταν ήδη στον δρόμο.
     Ένας αναστεναγμός ακούστηκε από όλες τις παρευρισκόμενες μαζί. 
     - Μαλδίβες! είπε η Χιονάτη.
     - Με αεροπλάνο, συμπλήρωσε η Πεντάμορφη.
     - Και η δεξίωση του πρέσβη μια χαρά ακούγεται, είπε η Ραπουνζέλ.
     - Ναι, και η καινούργια τουαλέτα θα είναι φανταστική, είμαι σίγουρη, πρόσθεσε η Σταχτοπούτα. 
     - Τυχερή! είπε η Χιονάτη.
     Το ινστιτούτο βυθίστηκε για λίγο στη σιωπή.
     - Εντάξει, έσπασε τη σιωπή η Ραπουνζέλ, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, δεν έχει και τόσα πολλά να της ζηλέψουμε. 
     - Εννοείται, είπε η Σταχτοπούτα, ο άντρας της δεν πιάνει μία μπροστά στο δικό μου.
     - Γιατί, με το δικό μου, που είναι δυο μέτρα παληκάρι, συγκρίνεται; είπε η Πεντάμορφη. 
     - Δεν είναι καν γαλαζοαίματος, είπε η Χιονάτη.
     - Όχι, είπε η Σταχτοπούτα, πού να τον παρουσιάσεις τον κοντοπίθαρο χωρίς να σου πέσουν τα μούτρα;
     - Και πώς να τον παρουσιάσεις, είπε η Ραπουνζέλ, "από εδώ ο σύζυγός μου, ο Κοντορεβυθούλης"; Θα γελάσει κάθε πικραμένος!
     - Τη Λάουρα, όμως, δε φαίνεται να την ενοχλεί, παρατήρησε η Μαριλού.
     - Η καρδούλα της το ξέρει, είπε η Ραπουνζέλ, είδες πώς μιλούσε για τις Μαλδίβες; Για να είμαι ειλικρινής, τη λυπήθηκα!
     - Ναι, να δείτε που το σπιτάκι θα είναι χάλια, είπε η Σταχτοπούτα.
     - Και ποιος ξέρει πόσο θα βαρεθεί και στη δεξίωση του πρέσβη, πρόσθεσε η Πεντάμορφη.
     - Δεν υπάρχει αμφιβολία, κορίτσια, είπε η Χιονάτη, η καημένη κακοπερνάει και δεν το ομολογεί ούτε στον εαυτό της. 
     - Ε, δεν μπορούν όλες να έχουν τις τύχες τις δικές σας, είπε η Μαριλού. Λοιπόν, Χιονάτη μου, τι αποφάσισες τελικά;
     - Ξανθό πλατινέ, είπε η Χιονάτη.

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2022

Αλλαγή σχεδίων



     Η Γούμαν άνοιξε τα μάτια της. Μια ηλιαχτίδα είχε στρογγυλοκαθήσει στο πρόσωπό της.
     - Επιτέλους, ήλιος! είπε και τεντώθηκε. Μπρρρ! έκανε, καθώς τα χέρια της βγήκαν έξω από τα σκεπάσματα. Ήλιος με δόντια!
     Κοίταξε το ρολόι που βρισκόταν στο κομοδίνο. Εφτά η ώρα! Μόνο; Τι ιδέα ήταν αυτή που είχε, να κοιμηθεί με ανοιχτά τα παντζούρια! Ορίστε τώρα, ξύπνια από τις εφτά! Χώθηκε στα σκεπάσματα και γύρισε πλευρό. 
     Ένας κοκκινολαίμης θεώρησε σκόπιμο να κάνει πρόβα έξω ακριβώς από το παράθυρό της. Αδύνατον να ξανακοιμηθεί. Σηκώθηκε, φόρεσε τη ζεστή της ρόμπα και πήγε μέχρι το παράθυρο. Τα χιόνια των προηγούμενων ημερών είχαν λιώσει, αλλά το τζάμι ήταν θολό. Τι κρύο ήταν αυτό!
     - Ας μην πάω καλύτερα, είπε. Ας κάτσω μέσα και σήμερα. Θα ανάψω και το τζάκι, θα ψήσω και κάστανα... Ας πάω αύριο, καλύτερα, μία μέρα δεν κάνει διαφορά... 
     Αλλά ένας κόκκινος κύκλος γύρω από την ημερομηνία στο ημερολόγιο του τοίχου την επέπληξε αυστηρά. Ένα κόκκινο βέλος έδειχνε τον κόκκινο κύκλο και κάτι ήταν γραμμένο με κόκκινα γράμματα στην πίσω άκρη του κόκκινου βέλους. "Ταχυδρόμος!", έλεγαν τα κόκκινα γράμματα. Η Γούμαν αναστέναξε. Έπρεπε να πάει. 
     Ντύθηκε ζεστά και ξεκίνησε. Ο δρόμος δεν είχε πολλή κίνηση και δεν άργησε καθόλου να φτάσει στην αγαπημένη της γειτονιά. Πέρασε μπροστά από τα άλλα, γνώριμα σπιτάκια - θα πήγαινε και καμιά επίσκεψη, μία από αυτές τις μέρες, υποσχέθηκε στον εαυτό της -, χωρίς ούτε να κοντοσταθεί, και συνέχισε με γρήγορο βήμα. Το δικό της σπιτάκι ήταν επάνω σε μια απότομη ανηφόρα, που τη νύχτα φαινόταν ότι οδηγούσε κατευθείαν στο φεγγάρι.
     - Τι το ήθελα το οικόπεδο με θέα; σκέφτηκε η Γούμαν, καθώς προσπαθούσε να ελέγξει το λαχανητό της.
     Όταν έφτασε, σχεδόν της είχε κοπεί η ανάσα. Αλλά η θέα από εκεί ψηλά ήταν υπέροχη, φαινόταν μέχρι και η θάλασσα! Της Γούμαν της άρεσε πολύ η θάλασσα και σκέφτηκε ότι ίσως χρειαζόταν μια αλλαγή. Ίσως θα έπρεπε να πουλήσει το εξοχικό της και να φτιάξει ένα άλλο, δίπλα στη θάλασσα, να κάνει και τα μπάνια της το καλοκαίρι. Μια ματιά, όμως, στο παραμελημένο της εξοχικό ήταν αρκετή για να καταλάβει ότι στην τωρινή του κατάσταση δεν θα βρισκόταν κανείς που να θέλει να το αγοράσει.
     Άνοιξε το γραμματοκιβώτιο και ένα μεγάλο πακέτο φακέλων χύθηκε έξω. Ήταν γράμματα φίλων, ως συνήθως, και, ευτυχώς, ούτε ένας λογαριασμός. Το μάτι της έπεσε σε έναν φάκελο μέσα στον κήπο. Κοιτώντας πιο προσεκτικά, είδε κι άλλους φακέλους πεταμένους λίγο πιο πέρα. 
     - Θα ήταν τόσοι πολλοί οι φάκελοι που δε χωρούσαν στο κουτί και ο ταχυδρόμος τους πέταξε μέσα στον κήπο, σκέφτηκε. Μα, τόση αλληλογραφία, πια; Ούτε ο Άη-Βασίλης να ήμουν, χι-χι-χι!
     Άνοιξε με λίγη δυσκολία την καγκελόπορτα - σίγουρα χρειαζόταν λίγο λάδωμα - και μπήκε στον κήπο. Έσκυψε και μάζεψε τους φακέλους. Και αυτοί από φίλους. Μα τι επίμονοι άνθρωποι! Αφού τους επισκεπτόταν, πού και πού, και αφού τους καλούσε και πότε-πότε στο σπίτι, γιατί παραπονιούνταν; Διέσχισε αργά τη χορταριασμένη αυλή. Εδώ είχε φυτέψει μια τριανταφυλλιά, εκεί είχε βάλει βολβούς, να και η αμυγδαλιά, που καμάρωνε ολάνθιστη! Αλλά, την καημένη, ένα κλαδί της ήταν σπασμένο!
     - Θα έσπασε τις προάλλες, με τα χιόνια, σκέφτηκε η Γούμαν, πόσο θα πονάει, η καημένη, ας πάω να τη σουλουπώσω λίγο...
     Και προτού το καταλάβει, είχε ήδη πάρει ένα πριόνι και πριόνιζε το αχρηστευμένο κλαδί της αμυγδαλιάς, που τώρα φάνηκε ακόμα πιο καμαρωτή.
     - Τι όμορφη που είναι έτσι ανθισμένη, θαύμασε η Γούμαν, αλλά όλη αυτή η αγριάδα τριγύρω δεν αφήνει να φανεί η ομορφιά της σε όλο της το μεγαλείο. Μεγάλο πρόβλημα η αγριάδα, έχει εξαπλωθεί παντού. Μέχρι και την τριανταφυλλιά έχει καλύψει, έχει πνίξει όλα τα λουλούδια, πώς θα ανθίσουν μόλις έρθει η Άνοιξη;
     Και μια και δυο, η Γούμαν άρπαξε το κλαδευτήρι και όρμησε στην αγριάδα, που είχε το θράσος να καταλάβει τον άλλοτε πανέμορφο κήπο. Ο κήπος γέμισε κομμένα κλαδιά και το κλάδεμα αποκάλυψε - εκτός από τα λουλούδια, που ξανάβλεπαν τον ήλιο ύστερα από αρκετό καιρό - ένα σωρό αγριόχορτα, που είχαν βρει ευκαιρία να κρυφτούν κάτω από την αγριάδα και να κατσικωθούν στον κήπο για τα καλά.
     Αλλά η Γούμαν είχε πάρει φόρα και όρμησε στα αγριόχορτα όπως ο πετρίτης στο θήραμά του. Τα αγριόχορτα δεν είχαν την παραμικρή ελπίδα και στις στοίβες των κομμένων κλαδιών προστέθηκαν και πολλά λοφάκια ξεριζωμένων αγριόχορτων. Το επόμενο βήμα, φυσικά, ήταν να μαζευτούν όλα τα κομμένα κλαδιά και τα ξεριζωμένα αγριόχορτα. Οκτώ μεγάλες σακούλες σκουπιδιών γέμισε η Γούμαν.
     - Επιτέλους, τελείωσα! είπε και σκούπισε τον ιδρώτα της.
     Ο κήπος φαινόταν πλέον πολύ ομορφότερος από πριν. Το χώμα του, όμως φαινόταν ταλαιπωρημένο και στεγνό σαν τσιμέντο. Αν τον σκάλιζε λίγο, τα φυτά του θα την ευγνωμονούσαν αιώνια. Οπότε, η Γούμαν έπιασε την αξίνα και άρχισε το σκάλισμα. Σε λίγο ο κήπος ήταν πλέον έτοιμος να υποδεχτεί την Άνοιξη. Αλλά, επειδή η Γούμαν δεν κάνει μισές δουλειές, πήρε το φτυάρι της και σκόρπισε λίπασμα στις ρίζες όλων των φυτών.
     - Τώρα, μάλιστα! είπε γεμάτη ικανοποίηση.
     Είχε πλέον αλλάξει γνώμη για την απόφασή της να αγοράσει εκείνο το οικόπεδο και να χτίσει το εξοχικό της τόσο ψηλά. Ο κήπος ήταν πανέμορφος και φροντισμένος και θα γινόταν ακόμα πιο υπέροχος μόλις άνθιζαν τα λουλούδια. Αλλά το σπιτάκι στο βάθος του κήπου σαν να την κοίταζε με παράπονο.
     - Ας ρίξω μια ματιά και στο σπίτι, να πάρω και μια ανάσα από τις δουλειές του κήπου, σκέφτηκε η Γούμαν.
     Το σπίτι ήταν σκοτεινό και μύριζε κλεισούρα. Η Γούμαν σήκωσε το γενικό διακόπτη και άναψε τα φώτα. Ύστερα, άνοιξε ένα-ένα τα παράθυρα και άφησε τον παγωμένο αέρα να γεμίσει κάθε σπιθαμή του σπιτιού. Πόσο της είχαν λείψει αυτοί οι τοίχοι!
     Κάθησε στην σκονισμένη της πολυθρόνα και πήρε τους φακέλους στα γόνατά της. Άνοιξε τον πρώτο. "Μας έλειψες", έλεγε το γράμμα. Άνοιξε τον δεύτερο. "Πότε θα σε ξαναδούμε;", ρωτούσε. Άνοιξε έναν τρίτο. "Σε περιμένουμε να ξανάρθεις".
     - Τα ίδια και τα ίδια, μονολόγησε.
     Άφησε τους φακέλους στο τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα της. Τους καταλάβαινε. Φίλοι της ήταν και τους έλειπε. Και σε εκείνη έλειπαν, γι'αυτό κιόλας τους επισκεπτόταν πού και πού, γι'αυτό τους καλούσε και πότε-πότε... Αλλά η συντήρηση ενός εξοχικού είναι δύσκολη υπόθεση, κι εκείνοι θα έπρεπε να το ξέρουν. Ορίστε, τόσες ώρες της είχε πάρει μόνο η συντήρηση του κήπου!
     Τεντώθηκε στην πολυθρόνα της. Το μάτι της έπεσε στην απέναντι γωνία του τοίχου. Μία αράχνη επιδείκνυε περήφανα το εργόχειρό της. Ποιος την είχε προσκαλέσει εκείνη την αράχνη; Και, δηλαδή, θα έπρεπε να ξαραχνιάσει τώρα; Δεν είχε καμία όρεξη!
     Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και πήγε στην κουζίνα να πιει νερό. Στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχε ένα άλμπουμ φωτογραφιών. Θα είχε μείνει εκεί από την τελευταία της επίσκεψη. Πήρε το άλμπουμ και το άνοιξε. Φωτογραφίες από περασμένα χρόνια, από συνάξεις με τους φίλους, είτε στο δικό της σπίτι, είτε στα σπίτια εκείνων. Χαμόγελα, μεζεδάκια στα τραπέζια, ποτήρια υψωμένα, ποτήρια που τσούγκριζαν, βραδιές ποίησης, επιτραπέζια, σκυταλοδρομίες, αγκαλιές, θαλπωρή... Ωραίες εποχές! "Μας έλειψες", "Γύρνα πίσω", "Σε περιμένουμε"...
     Η Γούμαν έκλεισε το άλμπουμ και το πήγε στη θέση του. Έριξε μια ματιά γύρω της.
     - Έχω περάσει πολύ ωραίες στιγμές εδώ, σκέφτηκε με νοσταλγία.
     Το στομάχι της άρχισε να γουργουρίζει. Κόντευε μεσημέρι. Θα έπρεπε να φύγει. Άρχισε να κλείνει ένα-ένα τα παράθυρα. Αλλά καθώς έκλεινε το δωμάτιο του υπνοδωματίου της, το μάτι της έπεσε σε μια χελιδονοφωλιά, που βρισκόταν ακριβώς επάνω από το παράθυρο. Έρημη, φυσικά, αφού ακόμα ήταν χειμώνας, αλλά τόσο καλοφτιαγμένη, που άντεχε καρτερικά να περιμένει την επιστροφή των χαρωπών ενοίκων της. Το χέρι της έμεινε ακίνητο, να κρατάει το παντζούρι.
     - Σε λίγο καιρό θα γυρίσουν τα χελιδόνια, σκέφτηκε η Γούμαν και χαμογέλασε.
     Ένα κουμπί της ζακέτας της αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να αφήσει το μάταιο τούτο κόσμο. Τσικ! ακούστηκε ο ήχος του κουμπιού, καθώς έπεσε στο πάτωμα. Η Γούμαν έσκυψε και το μάζεψε. Πήγε στο μεγάλο, χρωματιστό κουτί, όπου βρισκόταν η αγαπημένη της συλλογή με τα κουμπιά, και το έβαλε μέσα. Το κουτί ήταν σχεδόν γεμάτο. Σύντομα θα χρειαζόταν και δεύτερο. Πήγε ξανά στο παράθυρο και άπλωσε το χέρι της να πιάσει το παντζούρι. Θα χαίρονταν πολύ τα χελιδόνια, όταν θα έβλεπαν τον φροντισμένο της κήπο. Θα τιτίβιζαν όλη μέρα από τη χαρά τους! Πόσο τα αγαπούσε τα χελιδόνια!
     Το χέρι της έμεινε μετέωρο. Και η Γούμαν πήρε μια απόφαση. Και άρπαξε την σκούπα και το φαράσι και άρχισε το καθάρισμα. Τι κι αν το στομάχι της γουργούριζε; Όλο και κάποιος φίλος θα είχε φτιάξει κάτι να τη φιλέψει, έστω κι αν αυτό ήταν ένα πιάτο ταπεινά ρεβύθια, εξάλλου εκείνη δεν ήταν δύσκολη στο φαγητό. Και οι αράχνες εκδιώχθηκαν, και τα χαλιά τινάχτηκαν, και τα έπιπλα και τα φωτιστικά ξεσκονίστηκαν, μέχρι και οι κουρτίνες πλύθηκαν! Η Γούμαν δούλευε σαν να μην υπήρχε αύριο, είχε γυρίσει στη φωλιά της όπως θα γύριζαν και τα χελιδόνια. 
     Ήταν κατάκοπη, αλλά η φωλιά της πλέον έλαμπε από πάστρα! Γεμάτη χαρά, έτρεξε στο τηλέφωνο. Αλλά, όχι, δε θα τους το έκανε τόσο εύκολο! Πήγε στο γραφείο της και έβγαλε μια στοίβα φακέλους. Κάθε φάκελος είχε μέσα μία λευκή καρτούλα. Έπρεπε να βιαστεί, για να προλάβει ανοιχτό το ταχυδρομείο.
     Η Γούμαν έγραψε με καλλιγραφικά γράμματα τις διευθύνσεις των φίλων της επάνω στους φακέλους. Για το περιεχόμενο, είχε αποφασίσει να είναι λιτή και περιεκτική. "Ανοίξαμε και σας περιμένουμε", έγραφε η καρτούλα. 
     

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2022

Ομοιοπαθητική



     Το κουδούνι χτύπησε επίμονα. Η γυναίκα σηκώθηκε από το τραπέζι της κουζίνας, όπου έπινε τον καφέ της διαβάζοντας ένα έντυπο οδηγιών, και πήγε να ανοίξει. 
     - Τι ωραία έκπληξη είναι αυτή! είπε και χαμογέλασε.
     - Καλημέρα, μαμά! είπε ο ελαφρώς αξύριστος νέος άντρας και μπήκε στο σπίτι. Τι κάνεις;
     - Έφτιαξα καφέ, θέλεις;... Αλλά γιατί είσαι έτσι αξύριστος;
     - Έφυγα λίγο βιαστικά και το ξέχασα, φαίνεται τόσο πολύ;
     - Ε, όχι πολύ... Να σου φτιάξω καφέ, λοιπόν; 
     - Αφού επιμένεις, φτιάξε μου έναν.
     - Είναι πολύ εύκολο: βάζεις καφέ, ζάχαρη και νερό σε ένα μπρίκι, βάζεις το μπρίκι στη φωτιά και γίνεται!  
     - Ενδιαφέρον.... Τι είναι αυτό;
     - Μίξερ λέγεται. Με αυτό φτιάχνεις γλυκά.
     - Πώς λειτουργεί; 
     - Δεν ξέρω ακόμα, προς το παρόν διαβάζω τις οδηγίες, είμαι ακόμα στα τεχνικά χαρακτηριστικά. Αλλά πόσο δύσκολο να είναι; Πιο δύσκολο από τον καφέ, λες;
     - Δεν ξέρω να σου πω.
     - Ε, πού να ξέρεις κι εσύ;... Καινούργιο πουκάμισο είναι αυτό που φοράς;
     - Όχι, γιατί ρωτάς;
     - Δε θυμάμαι να είχες ποτέ σου ροζ πουκάμισο...
     - Δεν είναι ροζ, άσπρο είναι.
     - Θα ορκιζόμουν ότι είναι ροζ.
     - Απλώς άλλαξε χρώμα στο πλυντήριο...
     - Γίνονται τέτοια θαύματα με το πλυντήριο; Α, δεν το ήξερα! Εγώ νόμιζα ότι το πλυντήριο είναι μόνο για να καθαρίζει τα ρούχα, δεν ήξερα ότι τα βάφει κιόλας!
     - Φαίνεται ότι αν μπουν λευκά και χρωματιστά ρούχα μαζί στο πλυντήριο, τα λευκά ρούχα αλλάζουν χρώμα...
     - Εκπληκτικό! Έχω μία άσπρη μπλούζα που την έχω βαρεθεί λίγο. Δε θα μου κακοφαινόταν μια αλλαγή, νομίζω το σιέλ μου πηγαίνει πολύ... 
     Η γυναίκα έβαλε το μπρίκι στη φωτιά.
     - Θα δεις τι γρήγορα που γίνεται, είπε. Μόνο θα πρέπει να έχω το νου μου να μην ξεχειλίσει το μπρίκι. Προχθές αφαιρέθηκα λίγο και γέμισε όλη η κουζίνα καφέ. Τρεις ώρες μου πήρε μετά να καθαρίσω! Ίσως, βέβαια, γι'αυτό να φταίει και λίγο που δεν έχω μάθει ακόμα καλά τη σωστή τεχνική... Αλλά εχθές βρήκα ένα κανάλι στο διαδίκτυο που δείχνει κόλπα σχετικά με το καθάρισμα, οπότε θα τη βελτιώσω την τεχνική μου, πού θα πάει; 
     Ο καφές άρχισε να φουσκώνει. Η γυναίκα έσβησε το μάτι και άδειασε τον καφέ σε ένα φλυτζάνι.
     - Ω, είπε, έκανε και φουσκάλες! Ξέρεις, οι φουσκάλες σημαίνουν λεφτά, λένε...
     - Στο παλάτι ο καφές δεν είχε φουσκάλες.
     - Και τα είδες τα αποτελέσματα... Και το κατακάθι του καφέ δίνει πληροφορίες για το μέλλον, αν ξέρεις να το διαβάζεις. Είναι μία γειτόνισσα που ξέρει και προσφέρθηκε να μου μάθει. Θα ξεκινήσω μαθήματα από αύριο, δεν κρατιέμαι! Μα τι έχεις, παιδί μου, είσαι καλά;
     - Καλά είμαι.
     - Στη δουλειά καλά, ή δεν ξεκίνησες ακόμα;
     - Ξεκίνησα, καλά είναι... 
     - Δε δουλεύεις σήμερα;
     - Έχω άδεια.
     - Α, φαίνεται πως έχεις καλό αφεντικό. Έχω ακούσει ότι οι περισσότεροι δε δίνουν εύκολα άδεια στο προσωπικό τους, ειδικά όταν είναι καινούργιοι στη δουλειά... Εσύ δεν είσαι άπειρος, βέβαια, έχεις μία σχετική προϋπηρεσία, κάτι έμαθες δίπλα στον πατέρα σου.
     - Πάντως, παρ'όλη την προϋπηρεσία, δεν είναι και πολύ εύκολη δουλειά.
     - Εννοείται αυτό, η διοίκηση επιχειρήσεων ποτέ δεν ήταν εύκολη, δε θυμάσαι τον πατέρα σου τι αγώνα έδινε καθημερινά; Θέλει μεγάλη τέχνη να κάνεις τους άλλους να δουλεύουν για εσένα και να είναι και ευχαριστημένοι.
     - Αλήθεια, πού είναι ο μπαμπάς;
     - Έχει πάει στο φυτώριο για να αγοράσει λίπασμα. Έχει ξετρελλαθεί με την κηπουρική, όλο το πρωινό του το περνάει πλέον στον κήπο, ούτε η βροχή, ούτε το κρύο δεν τον σταματάει... Άρχισε να καλλιεργεί και λαχανικά, φαντάσου! Σε λίγο θα τρώμε τις δικές μας ντομάτες και τα δικά μας καρότα. Τα καρότα, βέβαια, βρίσκονται ολόκληρα μέσα στη γη, πρέπει να σκάψεις για να τα βγάλεις, αλλά τον πατέρα σου δεν τον πειράζει να σκαλίζει τη γη, έτσι κι αλλιώς φοράει γάντια, όταν δουλεύει στον κήπο.
     - Προσαρμόστηκε γρήγορα ο μπαμπάς στη νέα κατάσταση, από ό,τι φαίνεται, αλλά δε μου κάνει εντύπωση. Γι'αυτό και υπήρξε πολύ επιτυχημένος.
     - Και ακόμα είναι επιτυχημένος, τι κι αν δεν είναι πλέον βασιλιάς; Η δουλειά δεν κάνει τον άνθρωπο, ο άνθρωπος κάνει τη δουλειά!
     - Αυτό πού το άκουσες;
     - Πουθενά δεν το άκουσα, το διάβασα στον ημεροδείκτη.
     - Σοβαρά;
     - Ναι, είναι θαυμάσιο το τι μπορεί να μάθει κανείς από έναν ημεροδείκτη! Κάθε μέρα έχει και μία διαφορετική σοφία. Σήμερα έλεγε ότι ουδείς πιο αχάριστος από τον ευεργετηθέντα, καλό, ε; Μα δοκίμασε τον καφέ σου, θα κρυώσει!
     Ο γιος ήπιε μια γουλιά καφέ.
     - Μμμ, καλό τον έφτιαξες, σχεδόν σαν αυτόν που πίναμε στο παλάτι είναι.
     - Εγώ νομίζω ότι αυτός είναι καλύτερος. Στο παλάτι ποτέ δεν είχε φουσκάλες!
     Ο γιος ήπιε άλλη μια γουλιά.
     - Η γυναίκα σου τι κάνει; Πώς και δεν ήρθε μαζί σου, να σου κάνει παρέα;
     - Είχε πονοκέφαλο, μου είπε.
     - Α, το καημένο το κορίτσι! Εύχομαι να είναι περαστικά...
     - Μμμ...
     - Τι "μμμ", παιδί μου; 
     - Τίποτα.
     - Σίγουρα; Μήπως είναι κάτι που θέλεις να μου πεις; Συνέβη κάτι που θα έπρεπε να ξέρω;
     - Τίποτα δε συνέβη, μην ανησυχείς... Αλλά τη γυναίκα μου θα τη χωρίσω!
     - Τι θα κάνεις;
     - Θα τη χωρίσω!
     - Γιατί, παιδί μου; Δεν είναι όμορφη; Δεν είναι ευγενική; Μήπως δεν είναι από βασιλική γενιά; Αλλά, τι λέω; Το τεστ του ρεβυθιού δεν κάνει ποτέ λάθος, η γυναίκα σου ήταν η μόνη από τόσες που δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι εξαιτίας του.
     - Αυτό είναι και το πρόβλημα!
     - Δηλαδή;
     - Τι δηλαδή; Δεν περνάει μέρα που να μη μου το χτυπάει! "Τι θα φάμε σήμερα;" τη ρωτάω, "Και πού να ξέρω;" μου λέει, "κάτι εκλεκτό και νόστιμο, φαντάζομαι". "Εννοώ, τι έχεις σκοπό να μαγειρέψεις", της εξηγώ, "Εγώ θα πρέπει να μαγειρέψω;" με ρωτάει. "Ποιος άλλος;" τη ρωτάω, "εγώ θα πάω στη δουλειά", "Α, εγώ δεν ξέρω από αυτά", μου λέει, "εγώ είμαι μια πραγματική πριγκήπισσα, το ήξερες, εξάλλου"! "Ναι", της λέω, "αλλά τα πράγματα άλλαξαν λίγο, τον θρόνο τον χάσαμε, δεν έχουμε πια παλάτι...", και τότε βάζει τα κλάματα. Πάω να την αγκαλιάσω, να την ηρεμήσω λίγο, "Μη!" φωνάζει, "είναι ανάγκη να με ακουμπάς επάνω ακριβώς στη μελανιά"; "Ποια μελανιά;" τη ρωτάω, "Τη μελανιά που μου έκανε το ρεβύθι, τότε που με τη μάνα σου με βάλατε να κοιμηθώ σε εκείνο το άβολο κρεβάτι", μου λέει. "Ακόμα την έχεις τη μελανιά;" τη ρωτάω, "Τι εννοείς, ακόμα;" μου λέει, "αμφιβάλλω αν θα φύγει ποτέ...".
     - Πονάει ακόμα, ε;
     - Με κοροϊδεύεις κι εσύ, βρε μαμά; Δυο χρόνια πάνε από τότε, και κάταγμα να είχε θα είχε περάσει! Ως πού θα πάει αυτή η κατάσταση; Δεν την αντέχω, σου λέω!
     - Τι να σου πω, παιδί μου, θα χρειάζεται λίγο χρόνο ακόμα μέχρι να προσαρμοστεί, φαντάζομαι, κάνε λίγη υπομονή... Θέλεις να έρθετε για φαγητό αύριο; Ο γείτονας που μένει απέναντι πηγαίνει τακτικά για κυνήγι και εχθές μας έφερε μερικά  ορτύκια, για να μας ευχαριστήσει που του δανείσαμε το φτυάρι μας τις προάλλες με το χιόνι. Θα ψάξω για κάποια συνταγή και θα τα μαγειρέψω να τα φάμε. Θα πρέπει προηγουμένως να τα ξεπουπουλιάσω, βέβαια... Ε, εντάξει, κάποιον τρόπο θα βρω, ίσως βρω κάτι στο διαδίκτυο... Λοιπόν, τι λες;
     - Λέω ότι αύριο πάω στο δικηγόρο.
     - Κάνε λίγη υπομονή, παιδί μου, μπες για λίγο στη θέση της, να παντρεύεται έναν πρίγκηπα με προοπτικές και ξαφνικά να βρίσκεται παντρεμένη με ένα απλό ανώτερο στέλεχος εταιρείας...
     - Δηλαδή για εμένα δεν ήταν δύσκολη η απώλεια του θρόνου; Αλλά εκείνη ζει στον κόσμο της, να δεις που μέχρι και το πεντάρι ρετιρέ με θέα Ακρόπολη της ξίνισε!
     - Εδώ που τα λέμε, η θέα από τον πύργο ήταν καλύτερη...
     - Ξέρεις πόσα λεφτά κοστίζει το ρετιρέ;
     - ... και πέντε δωμάτια ίσως να φαίνονται λίγα, για μια νέα οικογένεια...
     - Ποια οικογένεια; Μόνοι μας είμαστε!
     - Προς το παρόν.
     - Εσένα μη σου θίξουμε τη νύφη! Δεν αντέχω, σου λέω! Πληρώνω κομμώτρια, στυλίστα, μασέρ, προσωπικό γυμναστή, πληρώνω και ντελίβερι, πού θα πάει αυτή η κατάσταση; Ένα μισθό παίρνω!
     - Φαντάζομαι θα σου δώσουν αύξηση, ύστερα από λίγο...
     - Και αυτή δε σηκώνει το χέρι της να ξυστεί! Το καταλαβαίνω ότι δεν ήταν μαθημένη στην απλή ζωή, αλλά ούτε εγώ ήμουν!
     - Έτσι είναι.
     - Δεν της ζήτησα να πιάσει και εκείνη δουλειά, αλλά ας μάθει, τουλάχιστον, να μαγειρεύει! Ή, έστω, να μην γκρινιάζει όλη την ώρα!
     - Έλα, παιδί μου, μη συγχύζεσαι, θα σου ανέβει η πίεση! Μήπως να ασχοληθείς κι εσύ με την κηπουρική; Ο πατέρας σου από όταν ξεκίνησε να ασχολείται, τα έκοψε τα χάπια για την πίεση, να ξέρεις...
     - Με κοροϊδεύεις, βρε μαμά; Πού να τον βρω τον χρόνο για την κηπουρική; Πέντε δουλειές πρέπει να κάνω για να συντηρώ τη γυναίκα μου! Δεν έχω αφήσει υπερωρία για υπερωρία! Σου λέω, δεν πάει άλλο: θα χωρίσω!
     - Ξανασκέψου το!
     - Το έχω σκεφτεί πολύ καλά! Θα χωρίσω και θα πάρω μια απλή κοπέλα.
     - Όταν λες απλή, τι εννοείς;
     - Εννοώ απλή, από ταπεινή οικογένεια.
     - Όχι δα!
     - Ναι! Ούτε θα μου ζητάει μεγαλεία, ούτε θα μου γκρινιάζει, και το καλύτερο: δε θα μου χτυπάει το ρεβύθι!
     Η μητέρα σηκώθηκε από το τραπέζι και πήγε στο παράθυρο.
     - Τι να σου πω, παιδί μου; Κάνε όπως νομίζεις, αλλά ίσως το μετανιώσεις αργότερα... Θα κάτσεις να φάμε το μεσημέρι; Θα χαρεί κι ο πατέρας σου.
     - Τι φαγητό έχει;
     - Ρεβύθια στο φούρνο.
     - Επίτηδες το κάνεις;
     - Γιατί το λες αυτό, παιδί μου; Πώς θα μπορούσα να το φανταστώ, όταν τα έφτιαχνα, ότι πλέον μισείς τα ρεβύθια;