Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό σπιτάκι, ζούσε ένα νεαρό αγόρι. Το αγόρι ήταν ορφανό από γονείς και ζούσε μόνο του. Η μόνη τέχνη που ήξερε ήταν η κηπουρική, που την είχε μάθει από τον πατέρα του, που ήταν κηπουρός. Επιπλέον, είχε και ταλέντο και τα φυτά που φρόντιζε θέριευαν ακόμα και στα πιο άγονα εδάφη.
Ασκώντας την κηπουρική, λοιπόν, το νεαρό αγόρι κατάφερνε να συντηρείται με αξιοπρέπεια, και να συντηρεί και το σπίτι του, το οποίο, επειδή ήταν παλιό, κληρονομιά από τον παππού του τον κηπουρό, ήθελε συνέχεια επισκευές.
Το νεαρό αγόρι μεγάλωσε και έγινε ένας νέος άντρας, έφτασε σε ηλικία γάμου, που λένε, οπότε και αποφάσισε να βρει μια καλή κοπέλα να παντρευτεί. Πράγματι, στα καθημερινά του πηγαινέλα είχε δει πολλές κοπέλες, όμορφες και από καλές οικογένειες.
Διάλεξε, λοιπόν, μία όμορφη κοπέλα, που την έβλεπε τακτικά στο πάρκο να διαβάζει και του είχε κάνει καλή εντύπωση. Την πλησίασε κρατώντας ένα όμορφο μπουκέτο λουλούδια, που είχε φτιάξει ειδικά για εκείνη, και της εξήγησε το λόγο που την είχε πλησιάσει.
- Τι δουλειά κάνεις; τον ρώτησε.
- Κηπουρός.
- Κηπουρόοοοος;
- Ναι.
- Και αν σε παντρευτώ, δηλαδή, θα είμαι μια γυναίκα κηπουρού;
- Ε, ναι.
- Α, δεν μπορώ, απάντησε. Εγώ θα παντρευτώ ένα βασιλόπουλο. Όλα τα βιβλία το λένε ότι οι κοπέλες παντρεύονται βασιλόπουλα. Θα έρθει επάνω σε ένα άσπρο άλογο και θα με πάρει. Και θα με κάνει βασίλισσα. Εσύ, άλογο έχεις;
- Όχι, είπε ο νεαρός κηπουρός.
- Ε, τότε, λυπάμαι, αλλά θα πρέπει να βρεις άλλη να σε παντρευτεί. Αλλά πολύ φοβάμαι ότι δε θα βρεις καμία διαθέσιμη.
Και η κοπέλα γύρισε στο διάβασμά της, που το είχε αφήσει σε κρίσιμο σημείο.
Ο κηπουρός έμεινε με τα λουλούδια στο χέρι, αλλά δεν του έκανε καρδιά να τα πετάξει, έτσι γύρισε στο σπίτι του και τα φύτεψε στον κήπο του.
- Ήταν πρώτη φορά και δεν ήξερα, σκέφτηκε. Την επόμενη φορά θα είμαι πιο προσεκτικός και θα διαλέξω καλύτερα.
Η επόμενη κοπέλα που πλησίασε ήταν από πολύ καλή οικογένεια, και την είχε ακούσει πολλές φορές να παίζει πιάνο και να τραγουδάει, καθώς περνούσε έξω από το ανοιχτό της παράθυρο. Είχε πολύ όμορφη φωνή και ο κηπουρός φαντάστηκε πόσο ωραία θα ήταν η ζωή του, όταν θα γύριζε κουρασμένος στο σπίτι του και θα άκουγε αυτήν τη θεσπέσια φωνή.
Έφτιαξε ένα όμορφο μπουκέτο λουλούδια και την πλησίασε. Εκείνη, αντί να κοιτάξει τα λουλούδια, κοίταξε τα χέρια του.
- Τα νύχια σου είναι λερωμένα, του είπε.
- Λερώθηκαν την ώρα που έφτιαχνα το μπουκέτο, της απάντησε.
- Ναι, δε λέω, ωραίο είναι το μπουκέτο, αλλά... καλέ τι χοντρά δάχτυλα είναι αυτά που έχεις!
- Δεν το είχα προσέξει ποτέ...
- Και πώς θα παίζεις μουσική με αυτά τα δάχτυλα;
- Μα, δεν παίζω μουσική...
- Δεν παίζεις μουσικήηηηηη; Πώς είναι αυτό δυνατόν;
- Ε, να, δεν έμαθα ποτέ.
- Ποτέ; Α, εγώ χωρίς μουσική θα πέθαινα. Και, δηλαδή, άμα παντρευτούμε, δε θα μου παίζεις πιάνο να διασκεδάζω;
- Αρκεί που θα παίζεις εσύ.
- Α, όχι, δε μου αρέσει, ο άντρας που θα πάρω εγώ θα είναι οπωσδήποτε μουσικός! Και τα νύχια του θα είναι πάντα καθαρά και λιμαρισμένα!
Όπως καταλάβατε, και αυτή η απόπειρα του κηπουρού να βρει νύφη απέτυχε, και ο δόλιος βρέθηκε πάλι με την ανθοδέσμη στο χέρι. Και επειδή λυπόταν να τα πετάξει τα λουλούδια, τα φύτεψε στον κήπο του, δίπλα στα προηγούμενα.
Η τρίτη νύφη που διάλεξε ο κηπουρός ήταν κόρη ενός πλούσιου εμπόρου.
- Ελπίζω να βγάζεις αρκετά λεφτά, του είπε. Χωρίς λεφτά δεν μπορείς να κάνεις τίποτα στη ζωή.
- Βγάζω όσα μου χρειάζονται για να ζω.
- Και τι σημαίνει αυτό;
- Ότι δεν χρειάζομαι παραπάνω.
- Μη λες βλακείες, όλοι χρειάζονται παραπάνω λεφτά. Αλλά, ας υποθέσουμε ότι φτάνουν για εσένα. Για εμένα, φτάνουν; Βγάζεις αρκετά για να μου αγοράζεις φουστάνια και κορδέλες, και παπούτσια;
- Χρειάζεσαι πολλά φουστάνια και κορδέλες και παπούτσια;
- Αρκετά. Δεν μπορώ να πηγαίνω στην αγορά φορώντας κουρέλια...
- Θα δουλέψω παραπάνω και θα βγάλω όσα χρειάζεται.
- Ούτε στην εκκλησία μπορώ να πηγαίνω με τα καθημερινά μου ρούχα.
- Θα σου πάρω και ρούχα για την εκκλησία.
- Και έπιπλα θα πρέπει να μου πάρεις. Πώς θα δέχομαι επισκέψεις;
Ο κηπουρός άρχισε να σκέφτεται μήπως δεν κατάφερνε να βγάλει όσα χρήματα χρειαζόταν.
- Και, βέβαια, θα χρειαστούμε και ένα αμάξι, έστω με ένα άλογο. Δεν μπορώ εγώ, κόρη μεγαλεμπόρου, να μετακινούμαι με τα πόδια, και να πατάω με τα καλά μου τα παπούτσια στις λάσπες και στα νερά του δρόμου...
Και έτσι ναυάγησε και η τρίτη προσπάθεια του κηπουρού να βρει νύφη. Και άλλη μία ανθοδέσμη κατέληξε στον κήπο του, δίπλα στις δύο προηγούμενες.
Αλλά ο κηπουρός δεν το έβαλε καθόλου κάτω, και συνέχισε να αναζητά την κοπέλα που θα τον παντρευόταν. Και πότε προσέγγιζε την ίδια την κοπέλα, πότε προσέγγιζε την οικογένειά της, αλλά η απάντηση ήταν πάντα αρνητική. Και σιγά-σιγά, ο κήπος του γέμισε φυτεμένες ανθοδέσμες, οι οποίες όμως έβγαζαν ρίζες μέσα στον κήπο, και μεγάλωναν και θέριευαν.
Μια μέρα περνούσε από εκεί μία πριγκίπισσα με τη συνοδεία της. Η πριγκίπισσα ήταν πολύ όμορφη και πολύ μελαγχολική, μόλις όμως είδε τον πανέμορφο κήπο του κηπουρού, το πρόσωπό της φωτίστηκε.
- Ποιος έχει φτιάξει αυτόν τον τόσο όμορφο κήπο; ρώτησε.
- Εγώ, πριγκίπισσά μου, απάντησε ο κηπουρός, που είχε ακούσει την άμαξα και είχε βγει να δει ποιος είναι.
- Αν μου δώσεις το πιο όμορφο λουλούδι του κήπου σου, θα σε γεμίσω χρυσάφι, είπε η πριγκίπισσα.
- Τι να το κάνω το χρυσάφι, απάντησε ο κηπουρός, αφού θα μου έχεις πάρει το ομορφότερο λουλούδι του κήπου μου;
- Δηλαδή, δε θέλεις να μου το δώσεις;
- Άμα θέλεις, να σου το χαρίσω.
- Δεν καταλαβαίνω, είπε η πριγκίπισσα, μου το χαρίζεις και δε θέλεις αντάλλαγμα;
- Τα όμορφα πράγματα ανταλλάσσονται με όμορφα πράγματα, απάντησε ο κηπουρός, και το χρυσάφι που μου δίνεις για αντάλλαγμα, για εμένα δεν έχει την παραμικρή ομορφιά.
- Και τι άλλο θα μπορούσα να σου δώσω, για να μη ζημιωθείς;
- Αν θέλεις να μου δώσεις αντάλλαγμα για το πιο όμορφο λουλούδι του κήπου μου, τότε να μου δώσεις το χέρι σου και να παντρευτούμε, επειδή δεν βλέπω κάτι άλλο πιο όμορφο από εσένα, πριγκίπισσά μου.
Και η πριγκίπισσα κολακεύτηκε πολύ από τα λόγια του κηπουρού, και καθώς είχε βαρεθεί τις προτάσεις γάμου από βασιλόπουλα με άμαξες και άσπρα άλογα, που μιλούσαν μόνο για δράκους και σπαθιά και μάχες, δέχτηκε την πρόταση γάμου του κηπουρού. Και όχι μόνο αυτό, αλλά άφησε το παλάτι και έμεινε μαζί του, στο μικρό σπιτάκι. Και ο κηπουρός τής έμαθε πώς να περιποιείται τον κήπο, και κάθε πρωί η πριγκίπισσα ξυπνούσε νωρίς για να ποτίσει, και περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας της εκεί, ανάμεσα στις φυτεμένες ανθοδέσμες.
Και από όποια πλευρά κι αν κοιτούσες τον κήπο, το ομορφότερο λουλούδι ήταν εκείνη.







